Κριτική Θεάτρου

Νοεμβρίου 13, 2009

Εμπνευση από την ελληνική παράδοση

Κατηγορίες: ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ, Καραγιάννης Θανάσης — damiza @ 4:15 πμ
«Αργοναύτες»
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 13 Νοέμβρη 2009
  • (Του συνεργάτη μας ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ).–

«Αργοναύτες». Κείμενο-διασκευή: Ηλίας Καρελλάς – Αλεξάνδρα Λιακοπούλου, στο Θέατρο «ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ», από την «Παιδική Σκηνή Ηλία Καρελλά»

Ο Ηλίας Καρελλάς, εμπνευστής της Παιδικής Σκηνής του, έχει το τελευταίο χρονικό διάστημα σαφή αισθητικό προσανατολισμό προς την ελληνική ιστορία/μυθολογία, λαϊκή μουσική παράδοση και το λαϊκό μας θέατρο σκιών. Αλλωστε το 1996 από κει ξεκίνησε το θεατρικό/καλλιτεχνικό ταξίδι του με παραστάσεις θεάτρου σκιών. Ταλαντούχος σκηνοθέτης ο Ηλίας Καρελλάς (είχε και τη μουσική επιμέλεια και την ευθύνη των φωτισμών) μας δίνει και στην παράσταση της τρέχουσας περιόδου απτά δείγματα της αγάπης του για την Ελληνική Μυθολογία και τη λαϊκή παραδοσιακή μας μουσική, επαναλαμβάνοντας το εγχείρημα του περσινού «Ερωτόκριτου». Χρησιμοποιεί, δηλαδή, και πάλι ζωντανή μουσική και τραγούδι. Οργανοπαίκτες επί σκηνής και μελωδικές φωνές σκορπίζουν ενθουσιασμό και συγκίνηση στα παιδιά/θεατές, τα οποία οφείλει και το θέατρο να διαπαιδαγωγήσει/καλλιεργήσει αισθητικά και ιδεολογικά, αναπτύσσοντας το μουσικό τους αισθητήριο, με ποιοτική μουσική και ποιοτικό στίχο.

Οι δυο δραματουργοί στηρίζονται βιβλιογραφικά στα τέσσερα διασωθέντα βιβλία του Απολλώνιου του Ρόδιου, με τίτλο: «Αργοναυτικά». Αρα έχουμε ένα θεατρικό κείμενο για την Αργοναυτική Εκστρατεία, χωρίς ουσιαστικές μυθολογικές παρεκκλίσεις. Καλογραμμένος θεατρικός λόγος, με θεατρικότητα, έντονη δράση των ηρώων. Τους 30 διαφορετικούς ρόλους του έργου υποδύονται 6 νέοι (σχετικά) ταλαντούχοι ηθοποιοί: Κωνσταντίνα Γκόρου, Κάτια Ζαρκάδα, Αλέξανδρος Ιερωνυμίδης, Ευγενία Πανταζόγλου, Φάνης Πουλόπουλος και Βασίλης Παπαγεωργίου, στο ρόλο του Ιάσονα. Ενας ρόλος, που, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να αναδειχθεί περισσότερο και ο ίδιος ο ηθοποιός, που τον ενσαρκώνει, να προσπαθήσει να βελτιωθεί ως προς την κινησιολογία και την εκφραστικότητα του προσώπου του.

«Αυγερινός και Πούλια»

Οι άλλοι ρόλοι είναι αρκετά καλοί. Σέβομαι αυτούς τους πολυτάλαντους ηθοποιούς, οι οποίοι έχουν τα προσόντα των ηθοποιών του λυρικού θεάτρου, αν και δεν τραγουδούν κλασική μουσική. Ομως το βυζαντινό ισοκράτημα, κατά σημεία, και οι διφωνίες στο χορωδιακό τραγούδι, πάντα στα πλαίσια μιας υπέροχης δημώδους μουσικής, άλλοτε ενόργανης (νταούλι, κάπως υπερβολικό κατά σημεία, τσαμπούνα, λαούτο, ούτι, ακορντεόν, πεντίρ, μαντολίνο, κρητική λύρα, τουμπελέκι, ντέφι) και άλλοτε φωνητικής, είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία, που συνθέτουν τον αισθητικό και συγκινησιακό καμβά της παράστασης.Το υπέροχο σκηνικό των Αγγελικής Μπόζου και Θάνου Κοσμίδη εντυπωσιάζει μ’ ένα πλήθος από οπτικά και ηχητικά εφέ (κύμα, αστραπόβροντα καταιγίδας). Διαφόρων μεγεθών μπερντέδες κάνουν την παρουσία τους, με λαϊκότροπες φιγούρες σκιών (Κένταυρος, Ηρα, Αθηνά, Αφροδίτη με δάνεια φωνή της Κάτιας Δανδουλάκη, Αθάμας, κριάρι, Φρίξος και Ελλη, τέρας, βασίλισσα Ησιόνη, ο φτερωτός Ερωτας, ταύρος, δύο γίγαντες, δράκος, μάντης Φινέας, σειρήνες), ηθοποιοί αλλάζουν ρόλο με διάφορα απλά κοστούμια (Ψαράδες, Αργοναύτες κ.ο.κ.), γιγαντόκουκλες (Πυθία, βασιλιάς Αιήτης) εμφανίζονται εντυπωσιάζοντας τους θεατές, ένα καράβι πλέει με τη βοήθεια του περιστρεφόμενου δαπέδου της σκηνής και ένα πλήθος από οπτικοποιημένα αντικείμενα (θάλασσα, ουρανός, φύλλα δέντρων δάσους, ποτάμι, Συμπληγάδες πέτρες), με τη συνδρομή της τεχνολογίας (video art), δίνουν το δικό τους αισθητικό τόνο στην εξέλιξη του σκηνικού θεατρικού μύθου. Οι κύβοι επί σκηνής τοποθετούνται διαδοχικά με διαφορετικό χρηστικό τρόπο και μεταμορφώνονται σε παλάτι, καράβι, Μαντείο των Δελφών κλπ.

Θαυμάσια και τα κοστούμια/κούκλες της Μαρίας Μπαλούτσου.

Δημήτρη Αδάμη, «Ο Αυγερινός και η Πούλια», στο «ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ», από τις «Μαγικές σβούρες»

Για άλλη μια χρονιά οι λιλιπούτειοι θεατές θ’ απολαύσουν τη σκηνοθετική δουλειά, αποτέλεσμα αισθητικής παιδείας και ευφυούς πλούσιας ευρηματικότητας, του Δημήτρη Αδάμη, ο οποίος είναι και ο θεατρικός συγγραφέας του έργου, διασκευή του λυρικού και περιπετειώδους λαϊκού παραμυθιού «Η Πούλια και ο Αυγερινός», που όπως μας πληροφορεί ο ίδιος στο πρόγραμμα της παράστασης, υπάρχουν άλλες 27 παραλλαγές. Ο συνδυασμός του ελληνικού παραμυθιού με το παραμύθι «Ο αδερφός και η αδερφούλα» των Αδερφών Γκριμ, έφερε ένα υπέροχο αποτέλεσμα. Και έτσι η παράσταση ήρθε και έδεσε με τη διεθνή χρονιά Αστρονομίας (2009).

Ολο το κλίμα της παράστασης είναι παραμυθιακό και μαγικό. Τα παιδιά εντυπωσιάζονται από τις υπέροχες ερμηνείες όλων των ηθοποιών. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε η ερμηνεία του ταλαντούχου Δημ. Πάσσου, ο οποίος απέδωσε τους ρόλους του (ιδίως του κυνηγού) με υπέροχη κινησιολογία, εκφραστικότητα και χιούμορ.

Η μουσική της παράστασης είναι εντυπωσιακή και επιβλητική. Οι στίχοι των τραγουδιών και η επιμέλεια είναι του Δημ. Αδάμη, η ενορχήστρωση – Διασκευή του Γ. Κωνσταντινίδη και η μουσική τραγουδιού φινάλε της Τατιάνας Ζωγράφου. Οπως και στην προηγούμενη παράσταση (με κλασική μουσική) ο Δημ. Αδάμης, όσον αφορά τις μουσικές επιλογές, κάνει και στην παρούσα παράσταση την έκπληξη: ακούγεται το δημοτικό τραγούδι της Κύμης Εύβοιας, «Καλωσόρισμα» και ένας κύκλος συμφωνικών τραγουδιών του Μορίς Ραβέλ («Πέντε ελληνικά δημοτικά τραγούδια»), βασισμένος σε ελληνικά δημοτικά τραγούδια.

Τα σκηνοθετικά ευρήματα είναι ποικίλα και εντυπωσιακά, όπως για παράδειγμα: ο χορός με τα ατομικά κόκκινα μαντίλια, η συζήτηση Αυγερινού και Πούλιας με το άπλωμα και μάζεμα ενός μεγάλου κόκκινου πανιού, το λιβάδι, το δάσος, η θάλασσα, με στοιχεία σωματικού θεάτρου και θεατρικού παιχνιδιού, οι διάφανες σημαίες που με διάφορα ηχητικά εφέ έδιναν την αίσθηση της βροχής και του ανέμου, με τα διάχυτα αστέρια σε σκηνή και πλατεία και με τη βοήθεια οπτικών και ηχητικών εφέ, ρυάκι (με μπλε πανί), ελάφι, ηχητικά εφέ για σκυλιά και βούκινα, ανεμοκώδωνας, το άπλωμα της κόκκινης κλωστής στα δάκτυλα των υπηρετών, κατά την ώρα της συζήτησης γριούλας – βασιλιά, μεταλλόφωνα, το ντύσιμο επί σκηνής με αλληλοβοήθεια των ηθοποιών κ.ά.

Η συγκίνηση είναι διάχυτη, κατά σημεία, όπως με το τραγούδι «Αγάπη», Πούλια και Ροδιά κλπ.

Τα σκηνικά της Χριστίνας Κωστέα θαυμάσια, καθώς και τα κοστούμια του Αλ. Κομπόγιωργα. Το ίδιο και η κίνηση-χορογραφία, της οποίας την ευθύνη έχει η Αρτεμις Ιγνατίου. Οι φωτισμοί του Γ. Ανεστόπουλου, πολύ φροντισμένοι.

Η διανομή των ρόλων είναι η εξής: Αντ. Γκρίτσης (Τσαλαπετεινός – Υπηρέτης – Κυνηγός Β΄), Μαρία Μπρανίδου (Πούλια), Δημ. Πάσσος (Βασιλιάς – Κυνηγός), Γιάν. Πλιάκης (Αυγερινός), Ν. Σταματόπουλος (Λαγός – Πρίγκιπας), Μαριλίζα Χρονέα (Παραμάνα – Μαγείρισσα), Εύη Φωτίου (Βασίλισσα).

  • 2η ΧΡΟΝΙΑ:

Συνεχίζονται και φέτος με επιτυχία οι παραστάσεις του έργου «Ενα μπαλόνι μυστικά» των Βαλεντίνας Παπαδημητράκη και Νικολίας Καραγιάννη, στο θέατρο «Επί Κολωνώ» από το «Θέατρο του παπουτσιού πάνω στο δέντρο». Ενα έργο, που σκορπάει ηρεμία και αισθητική, με σωματικό θέατρο, θεατρικό παιχνίδι, παραδοσιακή μουσική και στέλνει το μήνυμα για «την αρμονική συμβίωση του ανθρώπου και της φύσης». Κυκλοφορεί σε βιβλίο-CD από τις εκδ. Κέδρος.

Ενα θαυμάσιο έργο, που μετουσιώνεται σε μια εξίσου υπέροχη παράσταση, με τη σκηνοθετική επίβλεψη και τη μουσική επιμέλεια της Βαλεντίνας Παπαδημητράκη, τα σκηνικά-κοστούμια της Εμμας Μολλέ, την επιμέλεια κίνησης της Μυρτώς Παπαδοπούλου και τη μουσική διδασκαλία-ενορχήστρωση της Ελλης Βασιλάτου. Παίζουν με ξεχωριστές υποκριτικές ικανότητες οι ίδιοι, με πέρυσι ηθοποιοί, Αννα Γαρεφαλάκη και Τάσος Καρακύλας και στο λαούτο, κιθάρα, φλογέρα και κρουστά είναι, ζωντανά επί σκηνής, ο ταλαντούχος Σταμ. Διαμαντόπουλος.

21/11/2008– Παράδοση, υγιεινή διατροφή και μυθολογία

Νοεμβρίου 11, 2009

“Εσκοριάλ” από την “Ομάδα πρωτοπορίας” και “Ρωμαίος και Ιουλιέτα” στο “Θέατρο Νέου Κόσμου”

Κατηγορίες: Εσκοριάλ, ΘΥΜΕΛΗ, Ρωμαίος και Ιουλιέτα — damiza @ 4:23 πμ
  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • Σαίξπηρ και Γκελντερόντ
  • ΘΥΜΕΛΗ, Ριζοσπάστης, Τετάρτη 11 Νοέμβρη 2009

«Εσκοριάλ» από την «Ομάδα πρωτοπορίας»

 

«Εσκοριάλ»

Στο θέατρο «Βαφείο», η «Ομάδα πρωτοπορίας» (δημιουργοί της ο αδικοχαμένος Ακης Δαβής και η Ελένη Δεμερτζή) παρουσίασε το άπαιχτο στην Ελλάδα μονόπρακτο έργο του Μισέλ ντε Γκελντερόντ «Εσκοριάλ», σε θαυμαστή μετάφραση του Κωστή Σκαλιώρα. Ο Βέλγος δραματουργός (1898 – 1962), επηρεασμένος από το ελισαβετιανό και το κλασικό ισπανικό θέατρο, τον Στρίντμπεργκ, τον Πιραντέλο και άλλους σπουδαίους δραματουργούς, από την κοινωνικοπολιτική κριτική του γερμανικού εξπρεσιονισμού, από τις φλαμανδικές λαϊκές παραδόσεις, αλλά και την κοινωνικά καταγγελτική ζωγραφική μεγάλων ζωγράφων όπως οι Ιερώνυμος Μπος, Μπρίγκελ, Γκόγια και Βελάσκεθ, συνεργαζόμενος στο διάστημα 1926 – 1932 με το πρωτοποριακό Φλαμανδικό Λαϊκό Θέατρο, το 1926 έγραψε αυτό το εξαιρετικής καυστικής αλληγορίας μονόπρακτο. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει, αλλά έναν νέο, τον Β’, σχεδίαζαν τύραννοι χρηματιστές και βασιλιάδες και για να τον κάνουν επέβαλαν ένα νέο «μεσαίωνα» και ανάλογο ηγέτη. Αλληγορώντας, ο Γκελντερόντ, πλάθει έναν – διαχρονικής και επίκαιρης αξίας – μεσαιωνικού ήθους, σκοτεινής ατμόσφαιρας μύθο, που με δηλητηριώδη σαρκασμό καταγγέλλει την υποκρισία, τον υπανθρωπισμό, τον ανθρωποφαγισμό, τον κυνισμό, τη βία, τη δολοφονική μανία, τον εγωτισμό, τον εκτροχιασμό, τελικά τον παραλογισμό της τυραννικής εξουσίας. Το αξιοσημείωτο είναι ότι ο Γκελντερόντ πλάθει το μύθο, καθιστώντας κύριο «κατήγορο» της τυραννικής εξουσίας την ίδια. Η δράση τοποθετείται στο ζοφώδες παλάτι του Εσκοριάλ, που θυμίζει τη μεσαιωνική Ισπανία της Ιεράς Εξέτασης. Στο παλάτι παραμονεύει το «μάτι και το αφτί» του βασιλιά και ο κίνδυνος, ανά πάσα στιγμή, με διαταγή του βασιλιά να τιμωρηθεί και να θανατωθεί οποιοσδήποτε «ύποπτος», ακόμα και η βασίλισσα. Μια μέρα ο βασιλιάς ζητά από τον «τρελό» του να τον διασκεδάσει με τις σοφές «τρέλες» του. Ο βασιλιάς «βυθισμένος» στη μοναξιά, την ανία, τον τρόμο που έχει σπείρει, ενοχλημένος που η βασίλισσα συμπαθεί τον «τρελό», επιβάλλει στον «τρελό» ένα «παιχνίδι» αλλαγής ρόλων, αποκάλυψης του «είναι» και του «φαίνεσθαι» και των δύο. Ο «τρελός» ως βασιλιάς και ο βασιλιάς ως «τρελός» βγάζουν τα προσωπεία τους και αποκαλύπτουν το «είναι» τους. Καταπιεσμένο ανθρώπινο πλάσμα ο «τρελός», μα «ελεύθερο» πνεύμα τολμά να ομολογήσει ότι αγαπά μα και λυπάται ένα άλλο καταπιεσμένο και ετοιμοθάνατο πλάσμα – τη βασίλισσα. Αμείλικτο «τέρας» ο βασιλιάς, μην αντέχοντας την αλήθεια, μετά το άδικο «παιχνίδι» που εκείνος επέβαλε, παραδίδει τον «τρελό» του στο δήμιο, εντείνοντας ακόμα περισσότερο την αβυσσαλέα «τρέλα» της εξουσίας του. Το δραματουργικό ήθος, η αλληγορία και το διαχρονικό μήνυμα του έργου υπηρετήθηκε απολύτως με τη λιτά ρεαλιστική σκηνοθεσία της Ελένης Δεμερτζή, με τη συμβολή του αφαιρετικά υποβλητικού σκηνικού και των κοστουμιών (Αση Δημητροπούλου), των «σκοτεινών» φωτισμών (Τάσος Σκλαβούνος), της ανησυχαστικής μουσικής (Στέλιος Γιαννουλάκης), της εκφραστικής κινησιολογίας (Γιάννα Φιλιπποπούλου). Προπάντων υπηρετήθηκε με λεπτομερειακά δουλεμένη (στο λόγο, την έκφραση του προσώπου, την κίνηση), δυναμική και ταυτόχρονα λιτή, εξαιρετική ερμηνεία της Ελένης Δεμερτζή (Βασιλιάς). Συμπαθής η υποκριτική προσπάθεια του Θάνου Κοντογιώργη (στο ρόλο του τρελού). Θετικές οι παρουσίες των Νίκου Μαυρουδή, Δανάης Ρούσσου, Βίκυς Κυριακοπούλου.

«Ρωμαίος και Ιουλιέτα»

«Ρωμαίος και Ιουλιέτα» στο «Θέατρο Νέου Κόσμου»

Δεν υπήρξε και ούτε θα υπάρξει ποτέ μια νέα γενιά του θεάτρου που να μη γητευθεί από την ποίηση, την οικουμενικότητα και διαχρονικότητα του σαιξπηρικού αριστουργήματος «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Ο πρώτος νεανικός έρωτας του ανθρώπου ουδέποτε ξεχνιέται. «Γέννημα» της ορμής της άγουρης, βιαστικής, άπειρης, ανυποψίαστης για τους σκοπέλους, τους κινδύνους, ακόμα και ασυλλόγιστης νιότης, ο έρωτας μπορεί και να «καεί» από την ίδια τη «φωτιά» της νιότης. Μήπως, ο ίδιος ο κίνδυνος – να «καεί» – δεν ελοχεύει σε κάθε πρώτο βήμα του νέου ανθρώπου, σε κάθε πρώτη δοκιμασία του σε οποιονδήποτε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας και έκφρασης, μέχρι να μάθει; Και βέβαια, αν δεν «καεί» πώς θα μάθει; Αυτό είναι το δράμα, αλλά και η ομορφιά και η ελπίδα της νιότης. Με τα παραπάνω, η στήλη συνοψίζοντας τον πασίγνωστο μύθο του σαιξπηρικού έργου, προσπαθεί να επισημάνει και τον κίνδυνο που ελοχεύει και για κάθε πρώτη ενασχόληση νεαρών καλλιτεχνών με τα μεγάλα κλασικά έργα, δίνοντας και το «στίγμα» της «δοκιμασίας» έξι νεότατων ηθοποιών με το σαιξπηρικό έργο, με σκηνοθέτη τον έναν εξ αυτών – τον μόλις ενός έτους ηθοποιό Μίλτο Σωτηριάδη. Ο Μ. Σωτηριάδης, έχοντας το προνόμιο να του διατεθούν η σύγχρονη, ευθύβολη γλωσσικά αλλά και ποιητικού αισθήματος μετάφραση του Διονύση Καψάλη, ο οικείος του θεατρικός χώρος και έμπειροι καλλιτεχνικοί συντελεστές, τόλμησε να ριψοκινδυνεύσει δοκιμαζόμενος και ως σκηνοθέτης. Περιέκοψε το κείμενο, ώστε έξι ηθοποιοί να υποδυθούν όλους τους βασικούς ρόλους και έστησε μια συμπαθή, ανάλαφρη, χωρίς δραματικές εντάσεις, «πειραματική» παράσταση. Παράσταση, που φανερώνει το συλλογικό μόχθο, τη φρεσκάδα, αλλά και τη βιασύνη και απειρία της νιότης. Αξιοσημείωτες, στα μέτρα της σκηνοθεσίας, είναι οι υποκριτικές μεταμορφώσεις σε διάφορους ρόλους των ηθοποιών Δημήτρη Αντωνίου, Στέλιου Χλιαρά και Σπύρου Κυριαζόπουλου. Σεμνή η υποκριτική προσπάθεια του Μιχάλη Τιτόπουλου (Ρωμαίος). Η πιο αξιόλογη και ελπιδοφόρα για το μέλλον είναι η ερμηνεία της Μαρίας Μπεληγιάννη (Ιουλιέτα).

Νοεμβρίου 9, 2009

Συγγενείς φωνές και ψυχές

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

  • TA NEA: Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009
Η Νίτα Παγώνη με την Μαρία  Παπαγιάννη στην παράσταση  «Τηλεφώνησε ο γιος σου» που παίζεται  στη Δεύτερη Σκηνή του «Θεάτρου της  Άνοιξης» κάθε Δευτέρα και Τρίτη
  • Το έργο «Τηλεφώνησε ο γιος σου», είναι ένας μονόλογος στο πλαίσιο ενός διαλόγου βλέμματος και σωμάτων

Πρέπει να χρωστάμε ευγνωμοσύνη στη φιλόλογο, θεατρολόγο, μεταφράστρια από τα ισπανικά Μαρία Χατζηεμμανουήλ, που τα τελευταία χρόνια μάς έχει συνδέσει με σπάνια ενημέρωση και αξιόλογη εκλεκτικότητα με το σύγχρονο ισπανικό θέατρο. Έχω κι άλλες φορές επισημάνει πως με τις πλησιέστερες γεωγραφικά ως μεσογειακές χώρες και συγγενέστερες ως ιδιοσυγκρασία πολιτιστικές κοινότητες, την Ιταλία και την Ισπανία, έχουμε όχι μόνο πλημμελή ενημέρωση για τη σύγχρονη λογοτεχνική και θεατρική τους παραγωγή αλλά πλήρη άγνοια. Μυστήριο. Όσον αφορά μάλιστα την Ισπανία, αγνοούμε και τα θεατρικά αριστουργήματα της κλασικής της παραγωγής. Μετρημένα στα δάχτυλα είναι τα έργα του Λόπε ντε Βέγκα και του Καλντερόν αλλά και του Ινκλάν, του Μπεναβέντε που έχουν τιμηθεί με παραστάσεις στην ελληνική σκηνή.

Πριν από λίγα χρόνια (2006) η Μαρία Χατζηεμμανουήλ άρχισε να τροφοδοτεί τη θεατρική μας αγορά με την τελείως σύγχρονη θεατρική συγκομιδή των Ισπανών δραματουργών. Έτσι είδαμε, εκτός των άλλων, στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού το έργο του Ιγνάθιο δελ Μοράλ «Το βλέμμα του μελαψού άντρα» σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού. Μια βαθιά και τραυματική ματιά στον ρατσισμό και στο φυλετικό σύνδρομο της αμοιβαίας δυσπιστίας. Από πέρυσι παίζεται και φέτος συνεχίζεται στο «Θέατρο της Άνοιξης» το έργο που έγραψε ο Ιγνάθιο μαζί με τη Μαργαρίτα Σάντσεθ με τον ελληνικό τίτλο «Τηλεφώνησε ο γιος σου», μεταφρασμένο πάντα από την Χατζηεμμανουήλ. Η ελληνική παράσταση είναι παγκόσμια πρώτη, κάτι που σημαίνει πως η μεταφράστρια βρίσκεται σχεδόν χωμένη μέσα στα συρτάρια των Ισπανών συγγραφέων, οι οποίοι την περιβάλλουν με εμπιστοσύνη και εκτίμηση.

Το έργο είναι ένας μονόλογος στο πλαίσιο ενός διαλόγου βλέμματος και σωμάτων. Μονολογεί μια αποκλειστική νοσοκόμα, ενώ έχει απέναντί της στο αναπηρικό αμαξίδιο μια γηραιά κυρία με άνοια. Η απόλυτη μοναξιά! Οι συγγραφείς έχουν μελετήσει σε βάθος την ψυχολογία και τις συμπεριφορές αυτών των γυναικών (το 95% των αποκλειστικών νοσοκόμων είναι γυναίκες) και έχουν διαπιστώσει πως «πάσχουν» από μια ιδιόρρυθμη φλυαρία, αντίδοτο στη μοναξιά τους. Ομιλούν χωρίς ανταπόκριση απέναντι σε έναν ανίκανο να επικοινωνήσει ασθενή, ή σε έναν φανταστικό συνομιλητή, ή στο κινητό τηλέφωνο ακαταπαύστως. Λες και τρέμουν μήπως ξεχάσουν το ανθρώπινο προνόμιο της ομιλίας.

Οι δύο Ισπανοί συγγραφείς (ο Ιγνάθιο 52 ετών, η Σάντσεθ 42) βρίσκουν έναν υπόγειο λώρο για να συνδέσουν, εκτός της εξάρτησης «νοσοκόμας- ασθενούς», τα δύο πρόσωπα. Και οι δύο γυναίκες, χήρες, έχουν από έναν γιο. Διπλωμάτης πολυάσχολος ο γιος της γηραιάς κυρίας, μετανάστης στη Σουηδία και παντρεμένος ο γιος της αποκλειστικής. Και οι δύο για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, χωρίς πιθανόν να παύσουν να γνοιάζονται για τις μητέρες τους, αποφεύγουν την επαφή, επικοινωνούν με διαμεσολαβητές, έχουν σχεδόν ξεγράψει τις ρίζες τους.

Το δραματουργικό εύρημα των δύο συγγραφέων είναι η πίστη (από ένστικτο, από ανάγκη επικοινωνίας) της αποκλειστικής πως η κατάκοιτη κυρία αντιλαμβάνεται ό,τι λέγεται και γίνεται, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν μπορεί να ομιλεί. Αυτό την κάνει να πιστεύει πως ο μονόλογός της, η φλυαρία της, το προσωπικό της δράμα, οι εξομολογήσεις της ακούγονται και κατανοούνται! Αυτή η σχέση κάνει ενδιαφέρον το υποκριτικό παιχνίδι. Λύνει πολλά από τα προβλήματα που θέτει η φόρμα των μονολόγων, πού δηλαδή απευθύνεται ο μονολογών ηθοποιός, στον εαυτό του, στο κοινό, σε έναν φανταστικό ακροατή. Αν εξαιρέσει κανείς τους μονολόγους-τηλεφωνήματα (του Κοκτό, π.χ., του Καμπανέλλη στον «Επικήδειο»), το πρόβλημα παραμένει. Υπάρχουν βέβαια και οι σιωπηλοί, παρόντες, ακροατές των μονολογούντων προσώπων στην «Τέταρτη διάσταση» του Ρίτσου, αλλά αυτό το αφήνω, αν πρέπει να μιλάμε για θεατρικά κείμενα ή ποιήματα, όπου ο ποιητής απλώς φοράει προσωπεία του μύθου… Ο σκηνοθέτης της αθηναϊκής παράστασης Γιώργος Γιανναράκος δίδαξε με διάκριση τους δύο ρόλους, αξιοποίησε τις σιωπές και τις παύσεις (δεν είναι το ίδιο!) του κειμένου, εστίασε την προσοχή των ηθοποιών τους στην ψυχολογία της στιγμής και στο φορτίο του παρελθόντος που κουβαλάνε. Έκανε σεμνή και ουσιαστική δουλειά.

ΙΝFΟ: «Τηλεφώνησε ο γιος σου» στη Δεύτερη Σκηνή του «Θεάτρου της Άνοιξης» κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00 (Γερμανικού 20, Κεραμεικός. Τηλ. 210-5238.870).

Το βάρος στις δύο ηθοποιούς

Όλο το βάρος βέβαια έπεσε στους ώμους των δύο ηθοποιών. Η Μαρία Παπαγιάννη που υποδύθηκε τον δύσκολο, βωβό αλλά όχι ουδέτερο θεατρικά ρόλο της γηραιάς ασθενούς κυρίας είχε έξοχα αντανακλαστικά, μετρημένη συμπεριφορά και συναισθηματικές εκρήξεις που δεν παρέσυραν το κοινό σε μελοδραματικές αντιδράσεις.

Η Νίτα Παγώνη στον θηριώδη, περίπου δίωρο μονόλογο έδωσε ρέστα. Ηθοποιός μεγάλης πείρας που έχει γράψει την ιστορία της σε ένα ευρύ δραματολόγιο από την τραγωδία έως το σύγχρονο δράμα, με εμφανή τα σημάδια της σχολής που τη γαλούχησε (του Εθνικού Θεάτρου), σχολής που θεράπευσε και καλλιέργησε τα σωστά ελληνικά, τη μουσική, ρυθμική και σημασιολογική τους ακρίβεια, συναρτήσει μιας εσωτερικής τεχνικής που εξασφαλίζει αυτοματισμούς και ομαλά περάσματα από μια κατάσταση σε άλλη χωρίς να διακόπτεται ο ειρμός, ο ιστός που υπόγεια εξασφαλίζει επίσης τη συναισθηματική ενότητα αλλά και την αιτιώδη συνέπεια των μεταπτώσεων.

Μνήμη και βάσανο

Η Λαλούλα Χρυσικοπούλου με λιτά αλλά θεατρικά συμβολικά μέσα σχεδίασε και κατασκεύασε ένα σκηνικό περιβάλλον που θέλει να φαντάζει φυσικό αλλά είναι τεχνητό και παγιδευμένο και σχεδίασε θεατρικά κοστούμια που έχουν και μνήμη και βάσανο αλλά και περασμένα «μεγαλεία»!

Ο Δημήτρης Μαυρομάτης έγραψε πρωτότυπη μουσική και ένα έξοχο εξόδιο τραγούδι σε ισπανικούς στίχους της Αγαθής Δημητρούκα! Θα ήθελα να ακούσω και μια στιχουργική υποδομή (κουπλέ- ρεφρέν) στα ελληνικά!

Νοεμβρίου 8, 2009

Διάθεση για επιστροφή στα «παλιά»

Κατηγορίες: Παγιατάκης Σπύρος — damiza @ 8:59 μμ
  • Τεχνική «καραγκιόζη», συγκρούσεις με τη θρησκευτική εξουσία  και μονόλογος για ένα μύθο
  • Δ. Βυζάντιος, Βαβυλωνία, σκην.: Δήμος Αβδελιώδης. Θέατρο: ΚΘΒΕ
  • Θωμάς Ψύρρας, Μαράν Αθά, σκην.: Δήμος Αβδελιώδης. Θέατρο: Μεταξουργείο
  • Γιάννης Ρίτσος, Σονάτα των Ατρειδών, σκην.: Γ. Μαργαρίτη. Θέατρο: Ανοιξης
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 08/11/2009

Ανέκαθεν ο Δήμος Αβδελιώδης μου έδινε την εντύπωση ότι βρισκόταν ανάμεσα στη μεγαλοφυΐα και την παράνοια (με την έννοια της παράνοιας που δίνει ο Γ. Μπαμπινιώτης, όταν δηλαδή κάποιος βρίσκεται σε «…κατάσταση στην οποία απουσιάζει η λογική τεκμηρίωση…). Γεννημένος στη Xίο το 1952, μ’ ένα ιδιαίτερα γόνιμο θεατρικό και -κυρίως- κινηματογραφικό έργο, το οποίο χαρακτηρίζεται από την επαναλαμβανόμενη διάθεση για επιστροφή στα «παλιά», στην ηλικία της απονήρευτης παιδικής εποχής, στη «νοσταλγία που όλοι οι άνθρωποι έχουμε να ξαναγυρίσουμε στην αθωότητά μας», όπως είχε πει κι ο ίδιος ο δημιουργός. Χαρακτηριστική είναι και η επιμονή του Δ.Α. στον «ρετρό» Καραγκιόζη με τον οποίο έχει ήδη ασχοληθεί δυο – τρεις φορές.

Τώρα με τη «Βαβυλωνία» (1836) του Δ. Βυζάντιου όπου οι ήρωες «όλοι Ελληνες όντες, να μη δύνανται να εννοώσι ο είς τον άλλον χωρίς της ανάγκης μεταφράσεως, ή εξηγήσεως των προφερομένων αφ’ ένα έκαστον λέξεων», όπως αναφέρει στον πρόλογο ο συγγραφέας, ο Αβδελιώδης επέλεξε να επικεντρώσει τη σκηνοθεσία του πάλι στην τεχνική του θεάτρου σκιών. Η σύγκρουση ανάμεσα σ’ έναν Κρητικό κι έναν Αρβανίτη σ’ αυτή την πρώιμη νεοελληνική κωμωδία δημιουργείται από μια απλοϊκή λεκτική παρεξήγηση, κι αποζητά σκηνικά τερτίπια για να δικαιωθεί. Γιατί το έργο αυτό -«πολύ φτενό σε μύθο, πλοκή και σύγκρουση και γενικώς θεατρικότητα» κατά τον Μ. Καραγάτση- χαρακτηρίζεται έτσι κι αλλιώς από μια «απλοϊκή ελαττωματική τεχνική», όπως σωστά έγραφε το 1947 ο Αλκης Θρύλος.

Προβληματικό έργο

Ακόμα και ο συνήθως γενναιόδωρος ιστορικός του ελληνικού θεάτρου, Γιάννης Σιδέρης, το είχε χαρακτηρίσει ως ένα «ακατασκεύαστο σκαλάθυρμα». Με δυο λόγια έχουμε να κάνουμε με έργο προβληματικό για τη σκηνή, το οποίο επέζησε χάρις στη σεβαστή ηλικία του και σε λίγες μνημειώδεις σκηνοθεσίες (Φ. Πολίτη 1932 και Κ. Κουν πριν από τριάντα πέντε χρόνια βασισμένες στο λαϊκότροπο πανηγυριώτικο στοιχείο). Ομως, για να ολοκληρωθεί μία τεχνική «καραγκιόζη» επάνω στη σκηνή απαιτούνται είτε η άρτια στη συγκεκριμένη, όλο γωνίες, κίνηση εκπαιδευμένων ηθοποιών, είτε μια πολύ μακρόχρονη περίοδος προβών την οποία ο σκηνοθέτης προφανώς δεν διέθετε. Μοιραία, λοιπόν, η παράσταση βγήκε θολή και μουντζουρωμένη ακριβώς εκεί όπου έπρεπε να λάμπει: στην κινησιολογία της. Πολύ πιο δημιουργικός εκεί όπου μπορούσε να δράσει μόνος του, δηλαδή στη διαμόρφωση του σκηνικού χώρου (σκηνικά – κοστούμια έκανε η Μαρία Γεράρδη-Πασσαλή), στους τολμηρούς φωτισμούς και στη χορογραφία, ο Δ. Αβδελιώδης έδωσε γενναίες γεύσεις από τη μεγαλοφυή προσωπικότητά του.

Ετυχε να δω σε διάστημα λίγων μόνο ημερών -και σε απόσταση 500 χιλιομέτρων, στο Θέατρο Μεταξουργείο- μία άλλη σκηνοθετική Διδασκαλία (μ’ όλη τη σημασία της λέξης!!) του Δ. Αβδελιώδη όπου η φήμη του «μεγαλοφυούς-παρανοϊκού» εδραιώνεται μεγαλοπρεπώς. Σ’ έναν υποκριτικό άθλο δυόμισι ωρών μία συγκλονιστική ηθοποιός, η Γιασεμί Κηλαηδόνη, αφηγείται σ’ έναν μονόλογο όσα αναδύονται στη μνήμη ενός 90χρονου μοναχού, ο οποίος αναγκάστηκε να συγκρουστεί με τη θρησκευτική εξουσία – και τελικά να χάσει.

Ενα γοητευτικό παραμύθι -από το μυθιστόρημα «Μαράν Αθά» του 55χρονου Θωμά Ψύρρα- σε μια ιδιότυπη στην εκφορά της αφήγηση («Και μετ’ αυτά εννόησα καλώς πλέον πως ο νους μ’είχε πιαστεί εις δόκανον, τι όλον τα γυναικεία είχον εις τη σκέψιν. Ο νους μ’ήτον φυλακωμένος εις τον καθρέφτην αυτηνής που θε να σπείρει τον χαλασμόν…») – διασκευασμένο από τον σκηνοθέτη. Κάπου άκουσα ότι ο Αβδελιώδης δούλευε, λέει, με την εντυπωσιακή στο λόγο και στην κίνηση Γιασεμί Κηλαηδόνη επτά μήνες επάνω σ’ αυτό τον μονόλογο. Αλήθεια ψέματα, η αναλυτική δουλειά φαίνεται ολοκάθαρα σ’ αυτή την παράσταση – για τους λίγους ανθεκτικούς, και παθιασμένους θεατρόφιλους.

Ποιητικά κείμενα

Αλλος μονόλογος -από τη Χρ. Δούζη- με τραγούδια (από τον Κ. Θωμαΐδη) στο Θέατρο της Ανοιξης. Ποιητικά κείμενα του Γιάννη Ρίτσου βασισμένα στα πρόσωπα του μύθου των Ατρειδών. Τώρα, να με συμπαθάτε, αλλά εμένα προσωπικά ποτέ δεν μου άρεσε ο αναλυτικότατος, υπερβολικά αφηγηματικός για τα γούστα μου, πολυγραφότατος Γ. Ρίτσος. Σύμφωνοι! Ηταν ένας ποιητής με έντονη κοινωνική συνείδηση, αλλά με κείμενα αραιά, δίχως πυκνότητα.

Τώρα έτσι που τον αντιληφθήκαμε να τον απαγγέλει μία αλλοπαρμένη(;) ώριμη, σαλεμένη Οφηλία (Χρ. Δούζη) με κουρελιασμένα, βρώμικα πέπλα (;!!) και μαραμένο στεφάνι στα μαλλιά της, μου άρεσε ακόμα λιγότερο. Κι η μουσική του Θ. Μικρούτσικου δεν είχε τίποτα παραπάνω να προσθέσει στο αλλόκοτο θέαμα μιας πρωτοπορίας περασμένων εποχών. Μοναδική παρηγοριά η ξεκάθαρη, καλογυμνασμένη φωνή του Κ. Θωμαΐδη.

“Πουθενά”: Ένας παραδείσιος “ου τόπος”

Κατηγορίες: ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ, ΠΟΥΘΕΝΑ, Πολενάκης Λέανδρος — damiza @ 12:43 μμ
  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 08/11/2009

Το Εθνικό Θέατρο ανακαινισμένο άνοιξε πάλι τις πύλες του πανηγυρικά, με ένα θέαμα του πάντοτε χαρισματικού Δημήτρη Παπαϊωάννου, με τον τίτλο “Πουθενά”. Λίγα απαραίτητα λόγια πρώτα, για την ανακαίνιση του ιστορικού κτηρίου του Τσίλλερ. Πράγματι, έχει γίνει σπουδαία και σοβαρή δουλειά παντού, με σεβασμό στο ιδιαίτερο ύφος του οικοδομήματος που δεν είναι απλώς ένα αξιόλογο αρχιτεκτονικό μνημείο αλλά ένα κόσμημα της Αθήνας, αληθινό. Η κεντρική σκηνή αποκαταστάθηκε πλήρως στην πρώτη μορφή της αναδεικνύοντας την αρχοντιά και τη χάρη της αρχιτεκτονικής σύλληψης των δημιουργών του. Ένσταση έχω να προβάλω για τους χώρους υποδοχής, που με την απόλυτη λευκότητα, τη γύμνια από έπιπλα και τον ψυχρό φωτισμό, μάλλον απηχούν την ασκητική άποψη ότι οι θεατές πρέπει να υποβάλλονται σε ένα είδος προκαταρκτικής “κάθαρσης”, αφήνοντας έξω κάθε άλλη εικόνα, πριν εισέλθουν στον “κυρίως ναό” της θεατρικής μύησης… Η “κάθαρση” όμως είναι, θέλω να πιστεύω, έργο αποκλειστικά της θεατρικής τέχνης, που είναι σήμερα εγκόσμια και δεν έχει σε τίποτα να κάνει με θρησκευτικές ή άλλες σχετικές τελετές. Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, ο χώρος υποδοχής του κοινού ενός συγχρόνου θεάτρου θα πρέπει να είναι διακριτικά μεταβατικός, με τρόπο που να μην κόβει “με το μαχαίρι” την οπτική και ακουστική επαφή με τον έξω κόσμο. Το θέατρο εξ ορισμού δεν ήταν ποτέ “στεγανό”, απομονωμένο από όσα συμβαίνουν (και συμβαίνουν πολλά), στη γειτονιά, στον δρόμο (βλ. και το σημαντικό βιβλίο του Πέτρου Μαρτινίδη, με πλουσιότατη εικονογράφηση: “Μεταμορφώσεις του θεατρικού χώρου – τυπικές φάσεις κατά την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των θεάτρων στη Δύση”, των εκδόσεων “Νεφέλη”, Αθήνα 1999).

Το εναρκτήριο θέαμα της καινούργιας φάσης του “Εθνικού” είναι μια ιδιοφυής σύλληψη του χαρισματικού, θα το πω και πάλι, Δημήτρη Παπαϊωάννου, ένα μουσικοχορευτικό μιμόδραμα εκτελεσμένο λαμπρά, που εκθέτει εν δράσει στα μάτια των θεάτρων τον εξελιγμένο, τελευταίας γενιάς εξοπλισμό του θεάτρου, τους κρυφούς και αθέατους μηχανισμούς της σκηνής που στηρίζουν την παράσταση. Αλλά όχι μόνο. Μια ασκημένη, πειθαρχημένη, συντονισμένη ομάδα λαμπρών χορευτών – ηθοποιών τελούν σχεδόν ακροβατικά “γυμνάσματα” με όργανα τις “μηχανές” του θεάτρου. Παλεύουν με αυτές, παγιδεύονται και απελευθερώνονται “γοητεύοντάς” τες με τη χάρη τους. Το σώμα ως “μεμηχανημένον παίγνιον” (αρθρωτή μαριονέτα) και η μηχανή όχι ως απειλή αλλά ως συνεργός του σώματος του ανθρώπου εδώ συνεργάζονται, όχι για τη “γνώση” αλλά για τη χάρη, που εξημερώνει αμφότερους. Μέσω του παιγνίου της θεατρικής, μιμητικής λειτουργίας.

Σημείο αναφοράς της παράστασης είναι νομίζω το “Δοκίμιο για τη μαριονέτα” του Κλάιστ του 1810, γραμμένο σε θεατρική μορφή, όπου αναπτύσσεται ένας διάλογος ανάμεσα στον αφηγητή (Κλάιστ) και στον χορευτή, γύρω απ’ το θέατρο της μαριονέτας, το οποίο θαυμάζει βαθιά ο χορευτής επειδή: “η παντομίμα ανδρεικέλων μπορεί με τη χάρη της να τον διδάξει. Η χάρη παρουσιάζεται αναπάντεχα, όταν η γνώση φεύγει στο αχανές και διακρίνεται καθαρά στο σώμα εκείνο που δεν έχει διόλου γνώση ή έχει γνώση απέραντη, δηλαδή στο ανδρείκελο ή στον Θεό συνοψίζει ο χορευτής. Και ο αφηγητής – Κλάιστ αναρωτιέται: “Μήπως θα έπρεπε να ξαναγευθούμε τον καρπό του δένδρου της γνώσεως κάνοντας μια ολόκληρη πορεία προς τα πίσω για να ανακαλύψουμε την αθωότητα της κούκλας και να επιστρέψουμε στον χαμένο παράδεισο, στην ηλικία της αθωότητας;”.

“Γνώση, περιπλάνηση, επιστροφή. Ας θυμηθούμε δύο κοσμογονικούς μύθους της γερμανικής μυθολογίας. Ο ένας αναφέρεται στη δημιουργία από τον Οντίν του πρώτου ανθρώπινου ζευγαριού. Πρόκειται για τη μετάπλαση δύο δέντρων, του Ασκρ και της Έμπλα, στα οποία δόθηκε ψυχή, νους, αισθήσεις και ανθρωπόμορφη θωριά. Ο άλλος μιλά για δυο ανθρώπινα όντα που αναδύθηκαν από το δέντρο του κόσμου. Αν ο Κλάιστ πιστεύει σε αυτή την επιστροφή, τότε πρόκειται για επιστροφή από τον άνθρωπο στο δέντρο – ξύλο, δηλαδή στη μαριονέτα. Όπως από ξύλο πλάστηκε ο άνθρωπος έτσι και θα ξαναγίνει ξύλο – μαριονέτα, για να βρει τη χαμένη χάρη του. Η χαμένη αθωότητα μοιάζει να είναι καλά ριζωμένη στη γερμανική μυθολογία και μάλιστα στο κέντρο του κόσμου, στο δέντρο του…” (Βλ. Πέπη Ρηγοπούλου, “Η αθωότητα του θηρίου και η νοσταλγία του ποιητή – Διαβάζοντας το δοκίμιο του Κλάιστ για τη μαριονέτα”, περ. “Δρώμενα” τ. 3/4, σελ. 32-36).

Η παράσταση του Παπαϊωάννου τελειώνει με μια εικόνα έκπαγλης ομορφιάς κι αθωότητας. Με δυο γυμνά σώματα, του άνδρα και της γυναίκας αγκαλιασμένα, ενώ πλέκονται γύρω τους τα χέρια της υπόλοιπης ομάδας και σχηματίζουν τον όφι. “Το φως πλησιάζει το σκοτάδι, ο κόσμος ενώνεται, η σκηνή ανοίγει στο θείο και το δαιμονικό μαζί που είναι η ανθρώπινη μαριονέτα…”. Έτσι γίνεται κατανοητός ο τίτλος “Πουθενά” της παράστασης: ένας παραδείσιος, ουτοπικός “ου τόπος”.

<!–

“Πουθενά”: Ένας παραδείσιος “ου τόπος”

–>

Νοεμβρίου 7, 2009

* «Ο Ανθρωπος, το Κτήνος και η Αρετή» Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη

  • Με Πιραντέλο στην παράδοση του Κουν

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

Τα σαράντα δημιουργικά χρόνια του στο θέατρο και τα δεκάχρονα του θεάτρου του στα Εξάρχεια γιορτάζει φέτος ο Γιώργος Αρμένης, με μια σειρά παραγωγών που στέκονται στο ύψος και τη γραμμή του δάσκαλου, του Κάρολου Κουν.

Διόλου τυχαία για πρώτη παραγωγή τής σεζόν έχει επιλεγεί το ενενηντάχρονο έργο του Πιραντέλο (1919), που ανήκει και αυτό στο ρεπερτόριο και τον μύθο του Θεάτρου Τέχνης. «Ο Ανθρωπος, το Κτήνος και η Αρετή» είναι από τα έργα που επέβαλαν στη γενική συνείδηση την κυριαρχία του Κουν στην πρόσληψη του Ιταλού δραματουργού, όπως και την ερμηνευτική ιδιοφυΐα ενός σπουδαίου συνεργάτη του Θεάτρου Τέχνης, του Βασίλη Διαμαντόπουλου.

Παρά τη διαχρονική επιτυχία του όμως, το εξπρεσιονιστικό αυτό πόνημα του Πιραντέλο δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει τον ίδιο τον συγγραφέα ή το έργο του. Ανήκει μάλλον στις περιπτώσεις όπου ο δραματουργός αφήνει για λίγο τη δραματική εκδοχή του σολιψισμού για μια περισσότερο ανάλαφρη, λιγότερο λόγια, λαϊκή ανάσα θεατρικής ζωής. Επιστρέφει γι’ αυτό στην παράδοση και το σύμπαν της αυτοσχέδιας κωμωδίας, όπου ανακαλύπτει -και εκεί- το σχήμα της παραδοξότητας, ντυμένο όμως με τα πολύχρωμα ρούχα του γλεντιού. Και φτιάχνει μια φάρσα όπου το παράδοξο περνάει φυσικότατα για λογικό και όπου η ηθική αντιμάχεται με θράσος την αρετή.

Την υπόθεση θα μπορούσε να θαυμάσει η κάθε φάρσα, μόνο που η τυπική ερωτική πλεκτάνη βρίσκεται εδώ αναγραμματισμένη και ανεστραμμένη. Ο σεβαστός καθηγητής Παολίνο διακατέχεται από πόθο για την παντρεμένη και παραμελημένη από το σύζυγό της Αρετή. Το μεταξύ τους μοιραίο έχει συμβεί προ μηνών και απ’ ό,τι φαίνεται έχει μετατρέψει την κατάσταση από γενικώς σε ειδικώς ενδιαφέρουσα. Τώρα ο Παολίνο πρέπει, για το καλό της Αρετής και της ηθικής της, να πείσει τον πλοίαρχο σύζυγό της να θυμηθεί τα συζυγικά του καθήκοντά και να αναλάβει έστω και καθυστερημένα κάποιο μερίδιο ευθύνης από τα τετελεσμένα.

Πρόκειται με άλλα λόγια για απάτη που γίνεται στο όνομα της αρετής και απιστία που υπηρετεί τη συζυγική πίστη. Το πράγμα μπερδεύεται ακόμη περισσότερο όταν, με τη γνωστή μεροληψία του Πιραντέλο, τα πρόσωπα διαχέονται σε κατηγορίες χαρακτηρισμών: ο Ανθρωπος με κεφαλαίο Α είναι ο ανθρωπάκος Παολίνο, κατά περίπτωση θεράπων και κήνσορας της συζυγικής κλίνης. Αρετή, είναι η γυναίκα που μετατρέπεται από αθώα κοπελίτσα σε ερωμένη και αντιστρόφως. Και Κτήνος είναι ο καπετάνιος, ο άλλοτε αγροίκος και άλλοτε θύμα. Μέσα σε αυτή την πληθύ χαρακτηρισμών, το έργο του Πιραντέλο κινείται από την παρωδία στο δράμα και από την ιλαρότητα στην τραγική διαπίστωση της απουσίας ενός σταθερού κέντρου. Κοινός παρονομαστής η υποκρισία, που συγκροτεί και εξυπηρετεί την αστική ηθική.

Η σκηνοθεσία του Γιώργου Αρμένη κινήθηκε στην κουνική παράδοση του να τονίζονται τα γελοιογραφικά στοιχεία και να οξύνονται οι αιχμές της μπρούτας κωμωδίας. Εκεί οφείλεται και η ελευθεριότητα της διασκευής του Ερρίκου Μπελιέ, που τροφοδοτεί το έργο με το μπαρούτι της επιθεωρησιακής αθυροστομίας. Ωστόσο, ο κίνδυνος του νατουραλισμού αποφεύγεται με μια διαφυγή του ηθοποιού προς το εξπρεσιονιστικό, προς την γκροτέσκο μορφή, που δεν ανήκει σε άλλη πραγματικότητα από την πραγματικότητα της σκηνής. Η Αριέτα Μουτούση μοιάζει κάπως βαριά σαν λαϊκή σουμπρέτα. Ο Πασχάλης Τσαρούχας όμως, κρύβει κάτω από το μπρούτο ύφος την αίσθηση της ανατροπής. Και η υπηρέτρια της Χριστίνας Βαρζοπούλου φέρνει σε πέρας το δύσκολο διπλό ρόλο της υπερβολής και του κοινού νου.

Ενδιαφέρον στοιχείο της παράστασης αποτελούν όμως και οι νέοι ηθοποιοί: Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Χρήστος Κοροβίλας, Στέφανος Μαρκάκης, Σάκης Σιούτης. Ομορφο να ριζώνει και να αναπτύσσεται δίπλα στην παλιά Σχολή ένας φρέσκος τρόπος έκφρασης. *

* «Φθινοπωρινή ιστορία», θέατρο ΑΛΜΑ

Κατηγορίες: Ιωαννίδης Γρηγόρης, Φθινοπωρινή ιστορία — damiza @ 8:42 πμ
  • Ρεσιτάλ υποκριτικής

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

Πρόκειται για έξοχο παράδειγμα της γνωστής ρήσης ότι το αληθινά καλό θέατρο δεν γνωρίζει ούτε πατρίδα ούτε εποχή. Αλλιώς, η «Κωμωδία παλιάς μόδας» του Αλεξέι Αρμπούζοφ έρχεται από μια πραγματικά παλιά μόδα και από μια ακόμη παλιότερη ιστορία.

Ο Αλεξέι Αρμπούζοφ υπήρξε τυπικά πολίτης μιας «καινούργιας πολιτείας» που δεν υπάρχει πια, της Σοβιετικής Ενωσης, και τροβαδούρος ενός «μακρινού δρόμου» που δεν οδήγησε πουθενά. Κι όμως, το έργο του διασώζεται σε πείσμα των στοιχείων προέλευσης, ιδεολογικής καταγωγής και ιστορικής αναφοράς του, σε αντίθεση ακόμη και με το ίδιο το όραμα του συγγραφέα του. Ο λόγος είναι απλός. Ο Αρμπούζοφ ξέζεψε κάποια στιγμή το δραματουργικό τρακτέρ της κομματικής πειθαρχίας για να καβαλήσει το μόνιππο της ρωσικής παράδοσης. Η γνώμη μου είναι πως δεν υπήρξε ποτέ κάτι άλλο από σπουδαίος θεατρικός μεταπράτης, θαυμάσιος εκλαϊκευτής του ρωσικού ποιητικού ρεαλισμού και της μυστηριώδους ικανότητας των συγγραφέων του να ανάγουν το κοινότοπο και ταπεινό σε μέγιστο παράδειγμα. Το θέατρο του Αρμπούζοφ όμως κράτησε στις καλύτερες στιγμές του το κεντρικό ίχνος των παραδοτέων ιστοριών, διατήρησε την ιθαγενή τεχνική τού να κλείνεις καταιγίδες στο βυθό λιμνών.

Τώρα, για άλλους λόγους και σε άλλα κανάλια σκέψης, στην άλλη άκρη του κόσμου και της ιστορίας, στην Αμερική, οι συγγραφείς κινήθηκαν πάνω κάτω στην ίδια κατεύθυνση. Αυτός είναι ο λόγος που η «Φθινοπωρινή ιστορία» του Σοβιετικού Αρμπούζοφ, αποκαθαρμένη από τη σοσιαλιστική ιδέα, θυμίζει τόσο πολύ σήμερα αμερικανικό μελόδραμα, με τον απαραίτητο γυναικείο «συμπαθητικό τύπο», τον αστό γιατρό, με τη μοναξιά για φόντο και την ευαισθησία του κόσμου που γέρνει προς το τέλος του. Το μυστικό της επιτυχίας, όμως, βρίσκεται τελικά αλλού: ο Αρμπούζοφ και το θέατρό του απλώθηκαν από τη Σοβιετική Ενωση σε όλο τον κόσμο, κάνοντας πρώτα γκελ στον τοίχο του Πρωταγόρα: μέτρο για τα πάντα, απομένει, τελικά, ο άνθρωπος.

Ονομάζουμε το έργο «μελόδραμα», κρίνοντας από τα αισθήματα που προκαλεί, ωστόσο τα μεγάλα πάθη και οι κρίσεις του είδους απουσιάζουν. Μια πρώην τσιρκολάνα ασθενής θα φέρει στη φθινοπωρινή ζωή του αρχίατρου την αναλαμπή τής περασμένης άνοιξης, την αναταραχή και ανατροπή της απροσχημάτιστης αφέλειάς της. Η ρήξη της με την τάξη του σανατόριου θα προσεγγίσει μια ψυχή που έχει αποτραβηχτεί στον προσχηματικό μισογυνισμό και τον υπηρεσιακό κυνισμό της. Στο τέλος, οι δύο ζωές συγκλίνουν ελαφρά και ακουμπούν στο κοινό στοιχείο των ανθρώπων: όλοι ανήκουμε στο ίδιο πεπρωμένο και μοιραζόμαστε όλοι το ίδιο παρελθόν.

Η σκηνοθέτιδα Ιωάννα Μιχαλακοπούλου, χωρίς να ταράξει την ισορροπία του έργου, προσπάθησε να μεταδώσει το χαρακτήρα του. Εδωσε αίσθηση ροής στην αποσπασματική, κινηματογραφική του σύνθεση, χρησιμοποίησε έξυπνα το σκηνικό διάδρομο, έφερε στο έργο τη νότα μελαγχολίας και τρέλας του τσίρκου. Κυρίως εκμεταλλεύτηκε το αληθινό στήριγμα του έργου, που είναι βέβαια οι ερμηνείες του. Το υποδόριο χιούμορ του Γιώργου Μιχαλακόπουλου, η μοναδική του ικανότητα να παίζει με τα ημιτόνια, καθώς και η δύναμη της Κατερίνας Μαραγκού στην υποκριτική υπόδειξη αποτελούν τον απόλυτο εγγυητή της επιτυχίας. Ο κύριος αποδέκτης είναι βέβαια το αναμενόμενο μεσοαστικό κοινό του θεάτρου, το ενδιαφέρον ωστόσο σε ένα τέτοιο ρεσιτάλ υποκριτικής, και μάλιστα πάνω στο σταθερό σχήμα του παλιού θεάτρου πρόζας, οφείλει να είναι πλατύτερο. *

Νοεμβρίου 6, 2009

Οχι στις ταυρομαχίες, αγάπη στους ανθρώπους

Κατηγορίες: Καραγιάννης Θανάσης — damiza @ 5:51 πμ
Από την παράσταση «Ο ταύρος που έπαιζε πίπιζα»
  • (Του συνεργάτη μας ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ)
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 6 Νοέμβρη 2009
  • ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΤΡΙΒΙΖΑ «Ο ταύρος που έπαιζε πίπιζα» στο θέατρο «ΑΚΑΔΗΜΟΣ» από τη θεατρική σκηνή «Μίμηση πράξης»

Ο Ευγένιος Τριβιζάς, ένας πνευματικός ακούραστος εργάτης και του Θεάτρου για παιδιά (εκτός από πολυγραφότατος συγγραφέας), ένας δημιουργικός και ευφάνταστος Δραματουργός, κατά την τρέχουσα θεατρική περίοδο παρουσιάζει στο παλκοσένικο τέσσερα θεατρικά έργα του: α. «Ο Ταύρος που έπαιζε πίπιζα» (υπάρχει σε ευσύνοπτη μορφή στο ομώνυμο βιβλίο του, στη σειρά «Ιστορίες από το νησί των Πυροτεχνημάτων», εκδ. «Κέδρος»), στο θέατρο «ΑΚΑΔΗΜΟΣ», β. «Τα μαγικά μαξιλάρια» (σε πρόζα υπάρχει στο ομώνυμο βιβλίο του, εκδ. «Πατάκης»), στην Παιδική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, γ. «Για μια φούχτα μπάμιες» (ανέκδοτο, 2009), στο Θέατρο Πειραιώς 131 και δ. «Ο Εβδομος σταθμός. Το μυστικό του πειρατή Μπελαφούσκ», στο Θεατρικό βαγόνι της Αμαξοστοιχίας-Θεάτρου «Το Τρένο στο Ρουφ» (2η χρονιά).

Ο Δραματουργός δημιουργεί ένα κείμενο με φιλοζωικά μηνύματα, τα οποία επικεντρώνονται στην αντίθεσή του στη διεξαγωγή των ταυρομαχιών στην Ισπανία (κατά Τριβιζά: Ισπεπονία). Εντυπωσιάζει η πλοκή του έργου και η δράση των ηρώων. Το έργο είναι συναρπαστικό, με ανεπάντεχες αλλεπάλληλες εξελίξεις και ανατροπές. Σημαντική θεωρώ την εναλλαγή του κωμικού και του δραματικού στοιχείου, έτσι που το δάκρυ άλλοτε να βγαίνει από γέλιο και άλλοτε από τον πόνο ορισμένων ηρώων. Πρόκειται για κωμωδία με δραματικά στοιχεία ή για δράμα με κωμικά στοιχεία; Μάλλον, το είδος του συγκεκριμένου κειμένου δεν προσδιορίζεται επακριβώς. Τα παιδιά μαθαίνουν ν’ αγαπούν τα ζώα και να απεχθάνονται το βασανισμό τους, που για εμπορικούς λόγους – και εν μέρει εθιμοτυπικούς – κάποιοι βασανίζουν τους ταύρους για χάρη του θεάματος και της απόλαυσης ορισμένων αιμοχαρών ανθρώπων. Εδώ, όμως, όλα εξελίσσονται εντελώς διαφορετικά από τα αναμενόμενα, λίγες ώρες πριν από την έναρξη μιας ταυρομαχίας. Η ευρηματικότητα του συγγραφέα στην πλοκή της υπόθεσης είναι καταπληκτική, με αποτέλεσμα οι ηθοποιοί να εμπνέονται από το κείμενο και σε συνεργασία με τους άλλους συντελεστές της παράστασης ν’ αποδίδουν επί σκηνής καλύτερα. Η ψυχογραφία του ταυρομάχου και του υπό εκτέλεση ταύρου έχουν κάτι το κοινό. Ο ένας δημιούργησε παιδικά ψυχικά τραύματα στον άλλο, σε ανύποπτο χρόνο, και καθόρισε την εκδικητικότητα και το μίσος του άλλου για τους ταύρους. Το απρόσμενο τέλος υπογραμμίζει τις παράξενες ανθρώπινες ψυχικές καταστάσεις, αλλά και τις οφειλόμενες ηθικές σχέσεις των ανθρώπων με τα ζώα.

Από την παράσταση «Ραπουνζέλ»

Τους ρόλους απέδωσαν με επιτυχία οι εξής ηθοποιοί, με υποκριτική, κινησιολογία, εκφραστικότητα σε ικανοποιητικά επίπεδα, χωρίς ωστόσο να δημιουργήσει κάποιος την έκπληξη: Κων/νος Πέτρου (Ελ Πεπόλδο), Σωτ. Χατζηνικολάου (Ελ Γκρουμ, Μουγγανίξ), Μιχ. Καλιότσος (Ελ Εσκριμπάρ, Ελ Μιγκουέλ, Μουσουδίξ), Αργυρώ Βούρου (Αμαλασούνθα), Μαρία Δρακοπούλου (Δόνα Ροζίτα, Καραμελίτα), Ιγνάτιος Αξής (Ελ Παραδιόν, Μοσχαρίξ), Παν. Σερεφίδης (Δον Παλάμπρα, Εβούλσιος). Ξεχώρισε, κάπως ιδιαίτερα, ο Σ. Χατζηνικολάου στο ρόλο του Ελ Γκρουμ, δείχνοντας κάποια καλά, βελτιώσιμα βεβαίως, στοιχεία υποκριτικής. Ισως, η ένταση της πρεμιέρας να επηρέασε τον ταυρομάχο, κάνοντάς τον να μιλάει γρήγορα, παραπάνω απ’ ό,τι απαιτείται για τη σαφή κατανόηση του λόγου από το κοινό στην πλατεία.Εν γένει η παράσταση ενθουσίασε το κοινό και τη θεωρώ αρκετά καλή. Αλλωστε, ο σκηνοθέτης της, Παν. Σερεφίδης, έχει μακρά και επιτυχή πορεία στο χώρο, προσφέροντας στα παιδιά καλές παραστάσεις με ποιοτικά θεατρικά κείμενα. Γι’ αυτό άλλωστε ο Ευγ. Τριβιζάς εμπιστεύεται τη «Μίμηση πράξης», παραχωρώντας τους έργα του τα τελευταία χρόνια.

Οι χορογραφίες της Γεωργίας Γιατράκου, κατά τη γνώμη μου, είναι μέτριες ως προς τη σύλληψη και επίσης αποδοσμένες μέτρια από τους ηθοποιούς, με ανεπαρκείς χορευτικές ικανότητες, οι οποίες ενδεχομένως στις επόμενες παραστάσεις να βελτιωθούν. Υπάρχουν θίασοι, οι οποίοι κατά την επιλογή των ηθοποιών θέτουν ως αξιολογικό κριτήριο και τις σπουδές τους σε συγκεκριμένους χορούς και σχολές (όπως εδώ που πρόκειται για την ισπανική σχολή του φλαμέγκο). Τα σκηνικά και τα κοστούμια, που εμπνεύστηκε η Αννα Μαχαιριαννάκη, αποδίδουν το παραμυθιακό κλίμα του έργου, ενώ παράλληλα είναι συμβατά με τον ιστορικό χρόνο και το γεωγραφικό χώρο, στον οποίο αναφέρεται το κείμενο, και η μουσική του Σταύρου Παπασπύρου αρκετά εναρμονισμένη με την όλη ατμόσφαιρα.

  • ΑΔΕΡΦΩΝ ΓΚΡΙΜ «Ραπουνζέλ» σε διασκευή της Ανδρης Θεοδότου στο θέατρο «ΠΡΟΒΑ»

Η Ανδρη Θεοδότου παρουσιάζει κατά την τρέχουσα θεατρική περίοδο, με δική της θεατρική διασκευή (ανέκδοτο, 2009), το παραμύθι των Αδερφών Γκριμ, «Ραπουνζέλ», το οποίο κυκλοφορεί παράλληλα σε πρόζα από διάφορους εκδοτικούς οίκους: Μίνωας (Ραπουνζέλ), Παπαδόπουλος (Ραπουνζέλ, η φυλακισμένη του πύργου), Το Ποντίκι (Ραπουνζέλ και άλλα παραμύθια), κ.ά. Είναι η τρίτη συνεργασία του καλλιτεχνικού/θεατρικού ζεύγους Δεγαΐτη-Θεοδότου με το θέατρο της Αχαρνών και Ηπείρου 39. Τα άλλα δύο έργα της Ανδρης Θεοδότου, σε σκηνοθεσία του Δ. Δεγαΐτη είναι: «Η Ροδή και το Χρυσό Βεργί», και «Το παραμύθι με τα τέσσερα καπέλα» (του Πάντσο Πάντσεφ, σε διασκευή Ανδρης Θεοδότου).

Το εν λόγω παραμύθι είναι γνωστό στα παιδιά. Εδώ, όμως, παίρνει στα μάτια και στην ψυχή τους άλλες διαστάσεις. Η επιθυμία ενός φτωχού ζευγαριού να γεννήσει ένα μωρό, η περίοδος της εγκυμοσύνης και οι προετοιμασίες για τον ερχομό του μωρού, οι παράξενες και επίμονες απαιτήσεις της εγκύου, η άλλοτε πρόθυμη και η άλλοτε απρόθυμη ανταπόκριση του συζύγου για να της φέρει από το μποστάνι του γειτονικού έρημου/μυστηριώδους κήπου λίγα ραπουνζέλ για σαλάτα και για πίτα, η εμφάνιση της μάγισσας και οι εκβιασμοί της, η εκχώρηση σ’ αυτή του νεογέννητου μωρού είναι οι πρώτες σκηνές του έργου. Ολα εξελίσσονται γοργά και η χρυσομαλλούσα πανέμορφη Ραπουνζέλ μεγάλωσε με τη γριά μάγισσα και έγινε 15 χρόνων, χωρίς να γνωρίζει καν τους γονείς της. Η μάγισσα φοβούμενη μήπως τη χάσει τη φυλακίζει κυριολεκτικά στον πύργο της και της απαγορεύει να βγαίνει. Τα μακριά μαλλιά της χρησιμεύουν ως σκάλα για να ανεβοκατεβαίνει η μάγισσα στον πύργο. Και … εμφανίζεται ο πρίγκιπας έτσι, που η υπόθεση παίρνει άλλη τροπή… Η αληθινή αγάπη θριαμβεύει και οι φιλικές ανθρώπινες σχέσεις διαλύουν τον εγωισμό, το φόβο και την κακία.

Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο ταλαντούχος Δημ. Δεγαΐτης, ο οποίος έχει την ικανότητα, ακόμη και αν δεν υπάρχει αρκετός σκηνικός χώρος, να δημιουργεί τις απαραίτητες συνθήκες που απαιτεί η παράσταση. Κι εδώ έχουμε να κάνουμε με τις ιδιαιτερότητες του μικρού σκηνικού χώρου του θεάτρου «ΠΡΟΒΑ», στο οποίο η καταξιωμένη ηθοποιός Μαίρη Ραζή και ο σύζυγός της, επίσης καταξιωμένος ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας Σωτήρης Τσόγκας επιμένουν να παρουσιάζουν ποιοτικό ρεπερτόριο για παιδιά και ενηλίκους, σ’ ένα διατηρητέο νεοκλασικό διώροφο, όπου λειτουργεί με επιτυχία η «Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης», την οποία ίδρυσαν το 1984. Η σκηνοθετική ευρηματικότητα, επίσης, είναι εντυπωσιακή: Κινητό παράθυρο, στοιχεία παντομίμας (δέντρο, τοίχος κήπου), η αλλαγή κοστουμιών επί σκηνής, η συχνή εναλλαγή του σκηνικού, το θεατρικό παιχνίδι και το θέατρο σκιών, κλπ.

Η μουσική του Νίκου Τσέκου ρυθμική και χορευτική, στο παραμυθιακό κλίμα, συν τα ωραία ηχητικά εφέ, τα σκηνικά (σαρμανίτσα, καρεκλάκια, καλάθι με ρούχα, χαλιά, κουρτίνες στους τοίχους κ.ά.) και τα κοστούμια του Παν. Μέξη είναι λειτουργικά, οι στίχοι των τραγουδιών της Ανδρης Θεοδότου αρκετά καλοί.

Η διανομή των ρόλων έχει ως εξής: Πηνελόπη Ανδρεαδάκη (Μάγισσα, Γ΄ Γυναίκα, Β΄ Αυλικός, Χωριάτισσα), Ν. Ευσταθιάδης (Πρίγκιπας, Αγόρι, Αφηγητής), Νάντια Κλάδη (Σιδερού, Α΄ Γυναίκα, Α΄ Αυλικός, Σκύλος-Αφηγητής), Ν. Μωυσιάδης (Σιδεράς, Αλφρέδος, Ανδρας, Χωριάτης, Αφηγητής), Μιλένα Παρθενίου (Ραπουνζέλ, Γ΄ Αυλικός, Αφηγήτρια), Ινώ Στεφανή (Β΄ Γυναίκα, Μαξιμιλιανός, Αφηγήτρια), Ομαδικοί αυτοσχεδιασμοί: Δέντρα, Βρύση, Τσουκάλι, Ρολόι, Μαϊμού, Τίγρης, Πύλη. Ολοι οι ηθοποιοί απέδωσαν θαυμάσια τους ρόλους τους.

2η ΧΡΟΝΙΑ:

Με επιτυχία συνεχίζονται για 2η χρονιά οι παραστάσεις του έργου της Λένας Τερκεσίδου, «Οι σωματοφύλακες της κατσαρόλας», στο «Θέατρο της Ημέρας». Οι συντελεστές της παράστασης παραμένουν και φέτος σχεδόν οι ίδιοι: Σκηνοθεσία: Ανδρομάχη Μοντζολή, Παιδαγωγική επιμέλεια: Λάκης Κουρετζής, Μουσική & τραγούδια: Γιάννης Μακρίδης, Σκηνικά: Νίκος Κασαπάκης (πέρυσι ήταν της Α. Μοντζολή), Επιμέλεια κίνησης: Βασιλική Σαχπάζη, Βοηθός Σκηνοθέτη: Ανδριάνα Ταβαντζή, με την ερμηνεία των ίδιων ηθοποιών: Παντ. Τσόγκα, Δανάης Δασκαλάκη, Θωμ. Κρητικού και Ολγας Μουργελά.

Το σκηνικό θέαμα είναι συνυφασμένο με τις παιδαγωγικές δραστηριότητες, οι οποίες επιχειρούνται με τη συμμετοχή όλων των παιδιών/θεατών έτσι, που μέσα από το θεατρικό παιχνίδι να διαμορφώνεται εν μέρει και η εξέλιξη της υπόθεσης του έργου. Υπεύθυνες εμψυχώτριες/θεατροπαιδαγωγοί είναι οι: Ια Χρυσανθοπούλου και Ανδριάνα Ταβαντζή (απόφοιτοι του Εργαστηρίου Παιδαγωγικής Θεάτρου – Θεατρικού Παιχνιδιού «Λάκης Κουρετζής», το οποίο επιτελεί σημαντικό έργο υπό την καθοδήγηση του σπουδαίου Παιδαγωγού – Σκηνοθέτη Λάκη Κουρετζή και της Σκηνοθέτριας Ανδρομάχης Μοντζολή).

Νοεμβρίου 4, 2009

“Η πάχνη” στο “Πορεία”, “Τα ορφανά” στο “Αγγέλων βήμα”, “20 Νοεμβρίου” στο “Θέατρο του Νέου Κόσμου”

Κατηγορίες: 20 Νοεμβρίου, Πάχνη, Τα ορφανά — damiza @ 4:50 πμ
  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • Εκδοχές υπαρξιακής και κοινωνικής «ορφάνιας»
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 4 Νοέμβρη 2009

«Η πάχνη» στο «Πορεία»

«20 Νοεμβρίου»

Οι αδελφοί Αντώνης και Κωνσταντίνος Κούφαλης (δικηγόρος και φαρμακοποιός, αντίστοιχα), συνασκούνται γράφοντας θέατρο με όλο και καλύτερα αποτελέσματα. Το έκτο έργο τους, «Η πάχνη», θεματολογικά και μορφολογικά, αποτελεί σημαντικό δραματουργικό «άλμα» τους. Οι συγγραφείς καταπιάστηκαν με ένα σοβαρό υπαρξιακό και κοινωνικό πρόβλημα. Την ορφάνια, κυριολεκτική και μεταφορική, την ψυχοσωματική κακοποίηση και εμπορία, την περιθωριοποίηση και απελπισία παιδιών και εφήβων. Με βαθιά θλίψη, ανθρωπιά, τρυφερότητα συνέθεσαν ένα έργο «ποιητικού» ψυχογραφικού ρεαλισμού, που κορυφώνεται με ένα συμβολιστικό μήνυμα: Παραπέμποντας στο φινάλε της αριστουργηματικής ταινίας του Τρυφώ «400 χτυπήματα» – με το ορφανό αγόρι που βρίσκει τη δύναμη να «δραπετεύσει» από την «κόλαση» όπου ζούσε και να αγωνιστεί να αλλάξει τη ζωή του. Πρόσωπα στην «Πάχνη» είναι δυο νεολαίοι. Τη φιλία τους γεννούν οι παρόμοιες δυστυχίες τους. Ο μεγαλύτερος (Δούκας), «ορφάνεψε» μικρούλης. Ο πατέρας του έφυγε, εξαφανίστηκε. Η μάνα του βυθισμένη στον παρασιτισμό και τη χαρτοπαιξία, από μικρό τον εξανάγκαζε να τη ζει, ακόμα και πουλώντας το κορμάκι του. «Ορφανεμένος» και ο δεκαεξάχρονος Στέφανος. Από νήπιο βιάζεται ψυχοσωματικά από ένα διεστραμμένο «πατέρα», με συνένοχη τη μάνα. Από μίσος, αηδία και απελπισία ο Στέφανος σχεδιάζει να σκοτώσει τους «γονείς» του και έπειτα να αυτοκτονήσει. Ζητά τη βοήθεια του φίλου του στο φόνο. Ο Δούκας, όμως, έχοντας ήδη «δραπετεύσει» από τη δική του «κόλαση», δουλεύοντας τίμια, σαν υπάλληλος σε βιντεοκλάμπ, σώζει και τον Στέφανο από την έσχατη δυστυχία – το φόνο και την αυτοκτονία. Βλέποντας μαζί του στο βιντεοκλάμπ την αγαπημένη του ταινία, τα «400 χτυπήματα» του Τρυφώ, του υποδείχνει τη διέξοδο από την «κόλαση» προς την ανθρώπινη ζωή. Ο Τάκης Τζαμαριάς σκηνοθέτησε μια πολύ καλή παράσταση. Με ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα που σηματοδοτούν το επικίνδυνο «τοπίο» του κοινωνικού περιθωρίου όπου ωθούνται πολλά δύστυχα πλάσματα, (Γιάννης Θεοδωράκης), λίγες βιντεοεικόνες (com. odd. or), αρμόζουσα μουσική (Δημήτρης Ζαβρός), και με καθοριστικό στήριγμά του την εκφραστική κινησιολογία (Ζωή Χατζηαντωνίου), στο παταράκι του «Πορεία» έστησε μια παράσταση περίσσιας ευαισθησίας, μελαγχολικής ατμόσφαιρας, αναδείχνοντας τη σκληρή ρεαλιστική αλήθεια, την ποιητικότητα και το εξαιρετικό μήνυμα του έργου και καθοδηγώντας τις καλές ερμηνείες των δύο νέων ηθοποιών. Του Γιώργου Ντούση, που εντυπωσιάζει με την ανεπιτήδευτη φυσικότητα και αλήθεια του (Δούκας) και του αισθαντικού Μάνου Καρατζογιάννη.

«Τα ορφανά» στο «Αγγέλων βήμα»

«Τα ορφανά»

Οι συνέπειες της ορφάνιας, προπαντός στην ανάλγητη αμερικανική κοινωνία που πετά κάθε δύστυχο στον τρομερό «καιάδα» της, μια ανθρώπινη «χωματερή» όπου βασιλεύει η παραβατικότητα, η βία, η εγκληματικότητα, το «σώσον εαυτόν σωθήτω», είναι το θέμα του – γνωστού από παλιότερες παραστάσεις – έργου του Αμερικανού δραματουργού Λάιλ Κέσλερ, «Τα ορφανά». Εργο μαστορικά ψυχογραφικό, βαθύτατα ανθρωπιστικό, τρυφερό παρά τη σκληρότητά του, που, επίσης, τελειώνει με μια «αχτίδα φωτός», υποδείχνοντας την «έξοδο» από την υπαρξιακή δυστυχία και την κοινωνική «κόλαση». Δυο νεαρά αδέλφια, που έχασαν τους γονείς τους σε μικρή ηλικία, παραπεταμένα από την κοινωνία, στερημένα ακόμα και το σχολειό. Ο μεγαλύτερος, μην έχοντας άλλη δυνατότητα, για λίγη άθλια τροφή και μια καμαρούλα για τον ίδιο και τον αρκετά μικρότερο, φιλάσθενο αδελφό του, καταφεύγει στην παραβατικότητα. Κινούμενος μέσα στην κοινωνική «ζούγκλα» της βίας και εγκληματικότητας, για να προστατεύσει το μικρότερο αδελφό από αυτήν, του επιβάλλει να μένει κλεισμένος στην καμαρούλα τους. Ολος κι όλος ο «κόσμος» του μικρού αδελφού είναι η τηλεόραση και ο δρόμος που βλέπει από το παράθυρο. Ξάφνου μια νύχτα ο μεγάλος γυρνά στο σπίτι με έναν άγνωστο, ο οποίος για να γλιτώσει από τους μαφιόζους διώκτες του, ζήτησε από τον νεαρό να διανυκτερεύσει στο σπίτι του. Ο άγνωστος, ορφανεμένος από μικρός, έχοντας ζήσει σε ένα άθλιο ορφανοτροφείο, καταντώντας κλέφτης εξ ανάγκης, ξέροντας ότι είναι προγραμμένος από τους αρχιμαφιόζους, θα γίνει ο «καταλύτης» στη ζωή των δύστυχων αδελφών. Με τη θλίψη ότι ποτέ στη ζωή του δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να τον συμβουλέψει για να ξεφύγει από το κοινωνικό περιθώριο, να ζήσει σαν άνθρωπος, με υπόκρυφη πατρική τρυφερότητα, θα τους δείξει τη διέξοδο. Προειδοποιώντας το μεγάλο αδελφό ότι ο δρόμος που πήρε θα είναι ο χαμός του και «απελευθερώνοντας» τον μικρό αδελφό. Ανακαλύπτοντας ότι ο μικρός έμαθε μόνος του να διαβάζει και να «ονειρεύεται» τον κόσμο και τη ζωή διαβάζοντας κρυφά ωραία βιβλία, ο άγνωστος του δίνει έναν οδικό χάρτη της πόλης, τον βγάζει στον έξω κόσμο και τον αφήνει να ανακαλύψει ότι η ζωή έχει και καλές πλευρές. Ο μεγάλος αδελφός μη βρίσκοντας τον μικρό στο σπίτι, μάταια τον αναζητά στην πόλη. Οταν ο μικρός επιστρέφει στο σπίτι αποφασισμένος να φύγει οριστικά από τη «φυλακή» της ζωής τους, να γνωρίσει και να ζήσει την «άλλη πλευρά του φεγγαριού», ο μεγάλος συνειδητοποιεί ότι ο άγνωστος άντρας, και με το θάνατό του, δίδαξε και σε εκείνον να απεγκλωβίσει τα νιάτα του από τη χαμοζωή και το κοινωνικό περιθώριο. Το έργο, σε ρέουσα μετάφραση (Μαργαρίτα Δαλαμάγκα – Καλογήρου), υπηρετείται απόλυτα από τη ρεαλιστικά λιτή αλλά και αισθαντική σκηνοθεσία του Κοραή Δαμάτη, το καλαίσθητο σκηνικό και τα κοστούμια (Παύλος Ιωάννου, ψευδώνυμο που κρύβει το σκηνογραφικό και ενδυματολογικό ταλέντο του Κοραή Δαμάτη), τη μουσική (Αρτεμις Μπρατάκου). Η σκηνοθετική καθοδήγηση απέσπασε και καλές ερμηνείες από τους τρεις ηθοποιούς. Ο Παναγιώτης Μπρατάκος, με συγκινητική αλήθεια και απλότητα, πλάθει τον καλοκάγαθο, φοβικό αλλά τελικά θαρραλέο μικρό αδελφό. Ο Στέλιος Καλαϊτζής, με «νεύρο» στο λόγο και την κίνησή του, «κουβαλά» τη βία του έξω κόσμου, αλλά και τον τρόμο του μήπως αυτή βλάψει τον αδελφό του. Αξιόλογη είναι και η ερμηνεία του Κώστα Ανταλόπουλου στο ρόλο του αγνώστου.

«20 Νοεμβρίου» στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου»

«Η πάχνη»

Τι άλλο εκτός ολέθρια «ορφάνια» – αποτέλεσμα της παραλογισμένης, εκτροχιασμένης, σάπιας σύγχρονης κοινωνίας, μιας κοινωνίας βίας, πολύμορφης εκμετάλλευσης, απαξίωσης και μηδενισμού του νοήματος της ανθρώπινης ζωής, κοινωνίας που απανθρωπίζει τον άνθρωπο, κοινωνίας – εχθρού των ανθρωπιστικών αξιών, ιδανικών και θεσμών που να υπηρετούν τον άνθρωπο – είναι τα όλο και συχνότερα αίτια παιδιών που «αναίτια» εισβάλλουν σε εκπαιδευτήρια, δολοφονούν άλλα παιδιά και αυτοκτονούν; Το έργο του Σουηδού δραματουργού Λαρς Νορέν «20 Νοεμβρίου», που παρουσιάζει η ομάδα «Οριο» στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», βασίζεται σε ένα τραγικό γεγονός. Ενας δεκαοκτάχρονος στο Αμστετεν, εξηγώντας μέσω διαδικτύου την πράξη του, οπλισμένος με καραμπίνες και χειροβομβίδες καπνού, εισέβαλε στο γυμνάσιο από το οποίο αποφοίτησε, τραυμάτισε οκτώ μαθητές και έπειτα αυτοκτόνησε. Ο συγγραφέας, χωρίς δική του κοινωνιολογική κριτική άποψη και ερμηνεία, μετέγραψε το ηλεκτρονικό μήνυμα του δεκαοκτάχρονου και το άφησε να «πει» τι ωθεί ένα παιδί να γίνει φονιάς – και μάλιστα άλλων αθώων παιδιών και αυτόχειρας. Ετσι, όμως, ο κοινωνικός ρόλος και ο προορισμός του συγγραφέα να συμβάλλει στο άνοιγμα «νέων οριζόντων» στην ατομική και κοινωνική ζωή του ανθρώπου, ξεπέφτει στο ρόλο του απλού αντιγραφέα. Ο δεκαοκτάχρονος μόνο τους γονείς και τα αδέλφια του δεν μισούσε. Μισούσε το τυφλό και στείρο, ταξικό εκπαιδευτικό σύστημα, τους τιμωρούς δασκάλους, τα καλοντυμένα πλουσιόπαιδα που τον περιφρονούσαν, τη διαφθορά, το ανταγωνιστικό κυνήγι της καριέρας και του χρήματος, τον τομαρισμό, τη διάχυτη, πολύμορφη, φανερή και υπόκρυφη βία και σαπίλα, ό,τι θεωρείται «in», συνολικά την κοινωνία. Αβοήθητος από τους κοινωνικά ασυνειδητοποίητους γονείς του, ανίκανος – και λόγω ηλικίας – να εντοπίσει, να αναλύσει και να αντισταθεί – έστω σε ατομικό επίπεδο – τι και γιατί γεννά μια τέτοια, πραγματικά αξιομίσητη κοιωνία, ο δεκαοκτάχρονος απελπισμένος, βυθισμένος σε μια ακραία αναρχομηδενιστική αντίληψη, θύμα της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας – όπως αμέτρητοι άλλοι άνθρωποι απανταχού της γης – μη βλέποντας καμιά διέξοδο, μη βρίσκοντας κανένα λόγο για να ζήσει, εκδικείται αυτή την κοινωνία, γίνεται θύτης, σκοτώνοντας αυριανούς «πολίτες» της και αυτοκτονώντας. Το έργο, σε εύγλωττη μετάφραση του Θαλή Σταθόπουλου, λιτή σκηνοθεσία της Δήμητρας Αράπογλου, απέριττο σκηνικό χώρο και κοστούμι της Αναστασίας Αρσένη, ατμοσφαιρικό φωτισμό του Σταμάτη Γιαννούλη, εξαιρετικά εκφραστική κινησιολογία της Αντιγόνης Γύρα, υπηρετείται με την – αφειδώλευτη ψυχοσωματικά – ερμηνεία της Μυρτώς Αλικάκη.

Νοεμβρίου 1, 2009

Ο «Πρίγκιπας» αγκαζέ με τον Prince

  • Μια πρωτότυπη, νεανική, ευφάνταστη ομοζυγία ενός μύθου κι ενός «μύθου»
  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η Καθημερινή, 01/11/2009
  • Οσκαρ Ουαϊλντ, Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας, σκην.: Γρηγόρης Χατζάκης. Θέατρο: Αίθριο Μουσείου Μπενάκη

Το 1997 είχα μεταφράσει για τις εκδόσεις «Υψιλον» το «Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας και άλλες ιστορίες» (1888) του μυθικού Οσκαρ Ουάιλντ (1854-1900), για τον οποίο ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, ερωτηθείς σχετικώς, είχε ανενδοίαστα πει πως μετά θάνατον τον μόνο άνθρωπο που θα ’θελε να συναντήσει ήταν ο μέγας αυτός κυνικός.

Ξανακοιτάζω τώρα εκείνες τις μεταφράσεις (που εκτός απ’ τον «Πρίγκιπα» περιέχουν και τα παραμύθια «Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο», «Ο εγωιστής γίγαντας», «Ο αφοσιωμένος φίλος» και «Η τρομερή ρουκέτα») και βλέπω πως, στο βωμό της ευχερούς κατανόησης απ’ τα παιδιά, είχα μάλλον θυσιάσει μέρος της ποιητικής τους αξίας, η οποία σαγηνεύει και τους ενήλικες. Πρόκειται, θα ’λεγα, περισσότερο για ποιήματα σε πρόζα, τα οποία παρότι εγράφησαν για τα δύο παιδιά του από την Κωνστάνς Λόυντ όταν ο Ουάιλντ ήταν ακόμα νέος, αποκαλύπτουν εν σπέρματι τα κύρια μελλοντικά του μοτίβα, τη σκληρή σάτιρα, την αποφθεγματικότητα, τη διεισδυτική ειρωνεία, τον ακραίο αισθητισμό του κινήματος «Η τέχνη για την τέχνη» (πνευματική συντροφιά που πρώτος αυτός δημιούργησε), την άψογη ποιητική γλώσσα αλλά και την απαισιόδοξη διάθεση, συνταιριασμένες με τα θέματα της άσκοπης θυσίας και της αχαριστίας.

  • Τρυφερή ιστορία

Η τρυφερή όσο και θλιβερή ιστορία του «Ευτυχισμένου Πρίγκιπα»: το χρυσό του άγαλμα το ερωτεύεται ένα χελιδόνι που, αντί να αποδημήσει στη θερμή Αίγυπτο, καθυστερεί γιατί σταδιακά ξεκολλά απ’ τον καλόψυχο και φιλάνθρωπο Πρίγκιπα το ρουμπίνι του σπαθιού του, τα ζαφειρένια μάτια του και τα φύλλα χρυσού απ’ το σώμα του για να βοηθήσει, όπως ο Πρίγκιπας το ζήτησε, όλους τους φτωχούς της πόλης. Τελικά, το χελιδόνι πεθαίνει από το κρύο και το άγαλμα, έχοντας πια χάσει τη λάμψη του, παίρνει τον δρόμο του κλίβανου με απόφαση του δημάρχου. Οταν ο Θεός ζήτησε από έναν άγγελό του τα δύο πολυτιμότερα πράγματα της πόλης, εκείνος του έφερε μέσ’ απ’ τα σκουπίδια, το νεκρό πουλί και τη σπασμένη αλλά άλιωτη μολυβένια καρδιά του Πρίγκιπα.

Είναι στ’ αλήθεια πολύσημο, γεμάτο συμβολισμούς και ηθικά διδάγματα το λαμπρό αυτό παραμύθι, χωρίς να του λείπουν ευφυείς λεπτομέρειες αλλά και εξωτικές περιγραφές.

  • Διασκευή

Ανάλογα βήματα αλλά με κάθε νομιμότητα επικαιροποιημένα ακολουθεί η διασκευή της ομάδας υπό τον ευφάνταστο νέο «ηλεκτρονικό» μουσικό Χρ. Θεοδώρου. Τη διασκευή και το λιμπρέτο που συνιστά άλλωστε το αξιολογότερο μέρος αυτής της εργασίας, το υπογράφει ο Χρ. Κανελλόπουλος: οικονομία λόγου, έξυπνες σύγχρονες σφήνες (χρηματιστήρια, πτωχεύσεις, καζίνο), ουσιαστικός σεβασμός στο ουαϊλδικό process, προσεγμένες ρίμες και φροντίδα για το λυρικό πρόσημο του όλου εγχειρήματος. Η πρωτότυπη ιδέα είναι ότι τον ρόλο του ουαϊλδικού «πρίγκιπα» παίρνει εδώ το οικουμενικό είδωλο της pop μουσικής Prince (γεν. 1958). Δεν ξέρω να σας πω πολλά γι’ αυτόν (ούτε λίγα). Ξέρω όμως πως η persona του υπήρξε εδώ ένας βατήρας για να αναπτύξει ένα πλήρες έργο σύγχρονου ήχου ο Χρ. Θεοδώρου. Εργο με αρκετές επιρροές, ενίοτε χατζιδακικές, αλλά με αξιοπαρατήρητη τη μελωδική ευλυγισία, έλκουσα την καταγωγή και από τη μαθητεία του Θεοδώρου στον πρύτανη Σταμάτη Κραουνάκη. Κατά τα άλλα, ο μύθος προχωρεί πιστά, με προεξάρχουσες, μεταξύ και άλλων καλλίφωνων νέων ηθοποιών, τις παρουσίες και τις φωνές των Βικ. Ταγκούλη (Prince) και Θαν. Χουλιαρά (χελιδόνι).

  • Ο χώρος της παράστασης

Αν ο χώρος της παράστασης δεν ήταν πονηρά παγιδευτικός όπως είναι το θεατρικά «απέραντο» αίθριο του Μουσείου Μπενάκη στην οδό Πειραιώς, ο νέος σκηνοθέτης Γρηγ. Χατζάκης θα είχε μεν χάσει κάτι απ’ τη φωτιστική άλλοτε φαντασμαγορία και άλλοτε υποβολή, θα είχε μπορέσει όμως να καταδείξει καθαρότερα τη σκέψη και τις επιμέρους εμπνεύσεις του. Ο γενναιόδωρος χώρος τραυμάτισε την παράστασή του με συνεχείς φυγόκεντρες δυνάμεις ως προς τη δράση και, αντίστοιχα, ως προς την προσήλωση του θεατή. Εξ άλλου, για τον ίδιο λόγο «χάθηκαν» τα μικρά συμβολικά αντικείμενα του σκηνικού (Δαν. Χατζάκη).

Και έτσι όμως, με τη λογική της απειρία, η εργασία αυτή είχε φρέσκο μάτι, γνήσιο λυρισμό και θεατρική σοβαρότητα από πολύ νέους ανθρώπους. Μακάρι να συνεχίσουν με την ίδια «τολμηρή περίσκεψη».

Παλιότερα άρθρα »

Blog στο WordPress.com.