Κριτική Θεάτρου

Νοεμβρίου 25, 2009

“Μάνα, μητέρα, μαμά” – “Ψηλά απ’ τη γέφυρα” – “Τα μάτια τέσσερα”

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 25 Νοέμβρη 2009
  • Σύγχρονος κοινωνικός ρεαλισμός

«Ψηλά απ’ τη γέφυρα» στο «Βρετάνια»

«Μάνα, μητέρα, μαμά»

Απελπιστική φτώχεια. Αναγκαστική μετανάστευση. Ξεριζωμός και αποχωρισμός από αγαπημένους. Αγωνία και σκληρός αγώνας για ένα αβέβαιο μεροκάματο πείνας. Συνέχιση της στέρησης για να βοηθηθεί η πεινασμένη οικογένεια στην πατρίδα και συντριβή της ελπίδας για λίγη ευτυχία. Ανθρωποι της ανάγκης, Ιταλοί προλετάριοι, είναι τα πρόσωπα του σπουδαίου, διαχρονικού και πολύ επίκαιρου σήμερα λόγω των εκατομμυρίων δύστυχων απανταχού μεταναστών, έργου του «κλασικού» Αμερικανού δραματουργού Αρθουρ Μίλερ «Ψηλά απ’ τη γέφυρα». Υπόδειγμα καθάριου κοινωνιολογικού και ψυχογραφικού ρεαλισμού το έργο διαδραματίζεται στην πολυεθνική εργατούπολη του Μπρούκλιν, όπου από τις αρχές του 20ού αιώνα σωρεύθηκαν και χιλιάδες «άμοιροι» Ιταλοί. Αχθοφόρος ο Καρμπόνε χρόνια πάλεψε για να πάρουν εκείνος κι η γυναίκα του μόνιμη άδεια παραμονής στις ΗΠΑ. Ατεκνος, μεγάλωσε με απέραντη αγάπη την ορφανεμένη από νήπιο ανιψιά της γυναίκας του. Το κορίτσι αυτό είναι η μόνη χαρά του. Εργατικός, τίμιος, λογικός, φιλότιμος, συμπονετικός άνθρωπος ο Καρμπόνε φιλοξενεί στο σπιτικό του δύο αδελφούς, ξαδέλφια της γυναίκας του, παράνομους μετανάστες. Αβυσσος, όμως, η ψυχή του ανθρώπου. «Μαγεμένος» από την όμορφη νιότη της ανιψιάς του, όταν εκείνη ερωτεύεται και αποφασίζει να παντρευτεί τον νεότερο μετανάστη αδελφό για να αποκτήσει υπηκοότητα, ο Καρμπόνε «τρελός» από έρωτα «καρφώνει» στην Αστυνομία τους φιλοξενούμενούς του, μα και γίνεται φονιάς του μεγάλου αδελφού (πατέρα μικρών παιδιών), μπροστά σε άλλους εργάτες, γιατί δεν αντέχει τη δίκαιη κατηγορία του, ότι αυτός τους «κάρφωσε». Γίνεται φονιάς μην αντέχοντας την ντροπή ότι αυτός, ένας εργάτης, κατέδωσε εργάτες. Το έργο, με γλωσσικά άμεση και «θερμή» μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ, λιτά επιβλητικό σκηνικό και αρμόζοντα κοστούμια του Γιώργου Πάτσα, υπηρετείται απόλυτα με τη ρεαλιστικής απλότητας και δραματικού μέτρου σκηνοθεσία του Γρηγόρη Βαλτινού. Ο ίδιος πλάθει με δραματική δύναμη, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, και με ψυχογραφική και χαρακτηρολογική ακρίβεια τον Καρμπόνε, αποδείχνοντας, για πολλοστή φορά, την ευρύτητα και μεταμορφωσιμότητα του υποκριτικού ταλέντου του. Εξαιρετική και η Μαρίνα Ψάλτη με την άμεση, φυσική, «θερμή» ερμηνεία της. Ο Στέφανος Κυριακίδης «κοσμεί» με το πολύπειρο ερμηνευτικό κύρος, την απλότητα και στιβαρότητα του λόγου του το ρόλο του αφηγητή. Πολύ καλός και φυσιογνωμικά κατάλληλος για το ρόλο του ο Βασίλης Ρισβάς. Συμπαθής η υποκριτική προσπάθεια της Μαριάννας Πολυχρονίδη.

«Μάνα, μητέρα, μαμά» στο «Βεάκη»

«Ψηλά απ’ τη γέφυρα»

Πασίγνωστο και σπουδαίο έργο το «Μάνα, μητέρα, μαμά» του Γιώργου Διαλεγμένου, δε χρειάζεται συστάσεις. Πρωτοπαίχθηκε τριάντα χρόνια πριν και τότε καταξιώθηκε σαν σημαντικός «σταθμός» της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας. Κριτικός και ηθογραφικός ρεαλισμός, κοινωνιολογικός και ανθρωπολογικός, έως μυελού οστέων, αλλά με πικρό ειρωνικό χιούμορ. Η Αθήνα, γενικότερα η Ελλάδα της αντιπαροχής, της ανούσιας, αδιέξοδης, κοινωνικά αμέτοχης ζωής, της εκμετάλλευσης καταστάσεων και του «βολέματος», της αποθέωσης του μικροαστισμού, της δημιουργίας «χωματερών» απόρριψης αξιών και ανθρώπων. Μια τέτοια κοινωνία γεννά θύτες και θύματα. Κάνει αβυσσαλέο το, εν μέρει φυσικό, «χάσμα» των γενεών. Στις μάχες μεταξύ φουκαράδων όλοι, λίγο – πολύ χαμένοι είναι. Η χήρα γριά μάνα, δε θα ‘θελε να φύγει από το παλιό μικρό σπιτάκι της, με τον κηπάκο, μα το δίνει για αντιπαροχή για χάρη των δυο γιων της. Δημοσιοϋπαλληλάκος ο ένας, ψευτοπορεύεται και με τη σύνταξη της μάνας του, που την έχει στο σπίτι και τη φροντίζει η γυναίκα του, υποφέροντας με τις παραξενιές της. Ο άλλος, λούμπεν, μικροκομπιναδόρος, ζει χρόνια και σε βάρος της κομμώτριας ερωμένης του. Ολο κι όλο το «όνειρο» των γιων είναι να ζήσουν στο διαμέρισμα «κλουβί». Μόνη δυνατότητα φυγής της μάνας απ’ το «κλουβί», ο θάνατός της. Τι αξία έχουν πια τα δάκρυα; Ποιος και τι κέρδισε, ποιος και τι έχασε; Στο «Βεάκη» έχουμε, μια ακόμη αρμοστή στο έργο σκηνική ερμηνεία του, σε ρεαλιστική σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη, με χαρακτηριστικά μικροαστική σκηνογραφία και ενδυματολογία του Γιώργου Πάτσα, φωτισμούς του Αντώνη Παναγιωτόπουλου και μουσική επιμέλεια του Στέφανου Τορτοπόγου. Πολύ καλές οι ερμηνείες των Γιώργου Νινιού (χάριν της φυσικότητας ο λόγος του δεν αρθρώνεται όσο καλά απαιτείται στο θέατρο), Βάσως Γουλιελμάκη, Πάνου Σκουρολιάκου (γέρνει προς μια χιουμοριστική υπερβολή). Κυρίαρχες είναι οι ερμηνείες της Ντίνας Κώνστα (τρίτη φορά παίζει τη μάνα) και της άμεσης, φυσικής Ελισσάβετ Μουτάφη.

«Τα μάτια τέσσερα», στο «Θέατρο Τέχνης»

«Τα μάτια τέσσερα»

Μετά το «Αξύριστα πιγούνια», ο Γιάννης Τσίρος καταθέτει ένα ακόμα πολλά υποσχόμενο για το μέλλον έργο τολμηρού κοινωνικού ρεαλισμού, βάζοντας στο οξύτατα κριτικό στόχαστρό του τη σημερινή ελληνική κοινωνία, με τους διαβρωμένους και διαπλεκόμενους θεσμούς της πολιτικής, της δικαιοσύνης, της αστυνομίας – όργανα προστασίας των ισχυρών και καταρράκωσης των αδυνάτων. Σημειολογικός είναι ακόμα και ο τίτλος του έργου του, «Τα μάτια τέσσερα». «Τα μάτια τέσσερα» έχουν οι ισχυροί απέναντι στους ανίσχυρους. Πολύ περισσότερο «τα μάτια τέσσερα» πρέπει να έχουν οι ανίσχυροι για τους ισχυρούς. Το έργο είναι δραματουργία με όλη τη σημασία της λέξης. Εχει σαφή θεματολογία και μάλιστα ταξικής αντίληψης. Συγκροτημένη πλοκή, με κλιμακούμενες συγκρούσεις αλλά και ψυχολογικές καταστάσεις, με καλογραμμένους χαρακτήρες που εκπροσωπούν τους δύο κοινωνικούς πόλους, τους ισχυρούς και τους ανίσχυρους. Τους φορείς της εξουσίας και το λαό. Επίκεντρο της μυθοπλοκής του έργου είναι η σημερινή νεολαία, τα παιδιά του λαού – πρώτα θύματα μιας κοινωνίας που συντρίβει όλα τα όνειρά τους. Μια ορφανή απόφοιτη λυκείου, μεγαλωμένη από τον πάμφτωχο παππού της, πρωταθλήτρια στο σχολείο, της οποίας τις αθλητικές επιδόσεις εκμεταλλεύθηκε εκλογοθηρικά και την αθώα νιότη εκμεταλλεύθηκε σεξουαλικά, αν και παντρεμένος με μια πανέμορφη γυναίκα, ένας δικηγόρος – βουλευτής της επαρχίας της, έρχεται στην Αθήνα αναζητώντας δουλειά. Ανεργη και άφραγκη κλέβει ένα κραγιόν από μεγαλοκατάστημα. Κυνηγιέται από αστυνομικίνα, για να μη συλληφθεί και φαρμακωθεί ο παππούς της κλωτσά την αστυνομικό στο πόδι, πυροβολείται από την αστυνομικό και θρυμματίζεται το πόδι της. Συλλαμβάνεται, οδηγείται στο δικαστήριο και κινδυνεύει να φυλακιστεί με το νόμο περί αντίστασης κατά της αρχής. Ο δύστυχος παππούς της εκλιπαρεί την αστυνομικό να αποσύρει την κατηγορία περί αντίστασης κατά της αρχής. Μάταια. Προσπαθεί να συναντήσει τον συμπατριώτη του βουλευτή, στο απόρθητο φρούριο – σπίτι του για να ζητήσει βοήθεια, αλλά εκείνος τον αποφεύγει. Εχει σοβαρότερη δουλειά… να εισηγηθεί στη Βουλή ένα νομοσχέδιο για αυστηρότερες ποινές για μικροπαραβάσεις και αντίσταση κατά της αρχής. Μέσω μιας συμπατριώτισσάς του, υπηρέτριας μεγαλοδικαστικού, ζητά επίσης βοήθεια. Μάταια. Ενας δημοσιογράφος προσπαθεί να πείσει το κορίτσι να του μιλήσει για να γράψει για το δράμα της και για την ανάγκη ακρωτηριασμού του κακοφορμισμένου ποδιού της. Το κορίτσι αρνείται να γίνει «βορά» των ΜΜΕ. Δικάζεται, καταδικάζεται και δίνει τέλος στη ζωή της, αφού δεν έχει πια πόδια για να ξεφύγει από μια κοινωνία «φυλακή». Με εντελώς αφαιρετικό σκηνικό (Ελένη Μανωλοπούλου), με σκιώδεις φωτισμούς (Αλέκος Αναστασίου), με μουσικές και βίντεο που υπογραμμίζουν τις δραματικές κλιμακώσεις και βίντεο (Μάνος Χασάπης), ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης σκηνοθέτησε με απέριττο ρεαλισμό, καθοδηγώντας και αφήνοντας το λόγο και τα πρόσωπα, χάρη και στις συνολικά πολύ καλές ερμηνείες των ηθοποιών – να εκφράσουν τη δυνατή «μηνυματική» αλήθεια του έργου. Κυρίαρχη, συνταρακτική, με την αμεσότητα, τη δραματικότητα, τη λαϊκότητά της, είναι η ερμηνεία του Βασίλη Κολοβού (παππούς). Λιτή, βαθύτατης εσωτερικής αλήθειας ερμηνεία της Μυρτώς Αυγερινού. Στο πολύ καλό παραστασιακό αποτέλεσμα συμβάλλουν και οι αξιόλογες ερμηνευτικές καταθέσεις και των Αλίκη Αλεξανδράκη, Δημήτρη Καμπερίδη, Κλέονα Γρηγοριάδη (η υπογράφουσα είδε την παράσταση πριν τραυματισθεί ο ηθοποιός), Γιώργου Πυρπασόπουλου, Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη, Ερρικα Μπιγιού.

Νοεμβρίου 23, 2009

Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία. Στο Εθνικό Θέατρο

  • Διακτινισμός καζαντζακικών ιδεών
  • Η μεταμοντέρνα φιγούρα του Αλέξη Ζορμπά από το παγερό Βίλνιους της Λιθουανίας
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/11/2009
  • Τσεζαρις Γκραουζινις: Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία. Θέατρο: Εθνικό (Νέα Σκηνή)

Μόλις διάβασα ένα σημαντικό βιβλίο-μανιφέστο («Πάρε το μηδέν…» Εκδ. Ωκεανίδα) το οποίο πραγματεύεται αυτό που ο συγγραφέας -ο Κωνσταντίνος Καμάρας γεννημένος το 1965- ονομάζει η «Γενιά της Εκτροπής». Αναφέρεται δηλαδή στη γενιά της Μεταπολίτευσης ή καλύτερα σ’ αυτή που ακολούθησε τη γενιά του Πολυτεχνείου. Μια γενιά η οποία έβλεπε μεν την «αλλαγή» ως καλό, αλλά κι από την άλλη δεν κατέβηκε ποτέ στους δρόμους για να διεκδικήσει διάφορα σε «αγώνες» πράγμα που κάνει η μετέπειτα, η σημερινή, γενιά των 700 ευρώ και των νέων ανέργων.

Με ένα τόσο καλογραμμένο -και γεμάτο χιούμορ- σύγγραμμα στα χέρια συγκεκριμενοποίησα για μια ακόμα φορά το πόσο -μερικές φορές- ορισμένες φόρμες, και στη συγκεκριμένη περίπτωση θεατρικές φόρμες, είναι το πόσο σφιχτά δεμένες με συγκεκριμένες νοοτροπίες, γενιές και εποχές. Για παράδειγμα όσο μεγαλειώδεις κι αν υπήρξαν ο σουρεαλισμός του Φ. Φελίνι και η ποιητική υπερβατικότητα του Ζαν Λικ Γκοντάρ είναι πάντα δεμένες με τέσσερις-πέντε δεκαετίες πίσω. Πράγμα που σημαίνει πως δύσκολα επαναλαμβάνονται.

  • Παγκόσμια γνωστή

Βλέποντας τώρα τον «Ζορμπά» (υπότιτλος «η πραγματική ιστορία») του Λιθουανού Τσέζαρις Γκραουζίνις στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, δεν μου ήρθαν στο μυαλό μόνο οι πολύ προσωπικές «ονειροπαρμένες» εξιστορήσεις των ξεχωριστών δημιουργών του ‘60 και ‘70, αλλά και οι -τότε- θλιβερές απομιμήσεις τους από δευτερότριτους δημιουργούς. (Κλασικό παράδειγμα «Τα ψάρια βγήκαν στη Στεριά», 1967, του Μιχάλη Κακογιάννη). Η φιγούρα του Αλέξη Ζορμπά είναι πλέον παγκόσμια γνωστή, εκπροσωπώντας έναν ξέγνοιαστο τύπο που χορεύει και γλεντάει. Ηταν «ένας άνθρωπος πρακτικός και προσγειωμένος, δίχως υπερβατικές σκέψεις και ψυχικές ανησυχίες», όπως αναφέρει ο μελετητής -και διαχειριστής του έργου του Καζαντζάκη- δρ Πάτροκλος Σταύρου, ο οποίος πάντως συμπληρώνει πως: «Στην ουσία όμως είναι εμποτισμένος με φιλοσοφικές ιδέες και θεωρίες. Μπορεί ο ίδιος να μην τις συνειδητοποιούσε, όμως τις εζούσε και τις εξέπεμπε».

Ο διακτινισμός παρόμοιων καζαντζακικών ιδεών έφθασε όντως πολύ μακριά. Από την Ινδία («Ο Βούδας βρίσκεται κοιμισμένος μέσα στον Ζορμπά» θυμάμαι ν’ ακούω τον Οσσο να λέει όταν βρέθηκα κι εγώ στα ανήσυχα νιάτα μου για κάποιες εβδομάδες στο «Ασραμ» του Μπαγκουάν στην Πούνα) μέχρι το παγερό Βίλνιους της Λιθουανίας, απ’ όπου προήλθε και ο μεταμοντέρνος Τσέζαρις Γκραουζίνις, ο οποίος δανείστηκε… αλήθεια τι από τον Καζαντζάκη; Στον «Ζορμπά» του Γκραουζίνις μια ομάδα η οποία θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως μια θεραπευτική ομάδα (ακριβώς όπως και στο «Ολα ή τίποτα») μιλάει «εκ των έσω» περί εμπειριών και εσώψυχων μέχρι που ένας ένας τους ν’ απομακρυνθεί από μια dominatrice φιγούρα επάνω σ’ ένα τροχήλατο φορείο. Απαράλλαχτα όπως και στο «Ολα ή τίποτα» ούτε κι εδώ υπάρχει πλοκή ή αρχή, μέση και τέλος.

Αυτό όμως που υπάρχει -σε αντίθεση από το προαναφερθέν έργο- είναι ένας χαρακτήρας ονόματι «Ζορμπάς» (ο γενειοφόρος Μανώλης Μαυροματάκης). Ολοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί (Εύα Κεχαγιά, Δημήτρης Πασσάς, Απόστολος Πελεκάνος, Μάρω Παπαδοπούλου, Δημοσθένης Κουρούμπαλης, Πολυξένη Ακλίδη) αναφέρονται μεθοδικότατα ως Κυρία ή Κύριος αριθμημένοι από το 1 μέχρι το 9. Εμφανίζονται δε και δρουν ως περίεργοι χαρτονένιοι τύποι δίχως κουκούτσι χαρακτήρα.

  • «Ολα ή τίποτα»

Οπως και στο «Ολα ή τίποτα» η μουσική είναι κι εδώ του Βίταουτας Μπιαλομπζέσκις. Συγγνώμη αλλά παρέλειψα να αναφερθώ στο «Ολα ή τίποτα». Οχι, δεν είδα την ομώνυμη παράσταση που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Τσέζαρις Γκραουζίνις με την ομάδα του Cezario πριν από δύο μήνες στην πατρίδα του, αλλά από όσα, τουλάχιστον, διαβάζω η γενική ιδέα και η φόρμα ήταν ακριβώς ή ίδια – δίχως τον Καζαντζάκη. Ο ίδιος ο συγγραφέας λέει πως ο χορευταράς Ζορμπάς «έδινε παρθενιά στα αιώνια καθημερινά στοιχεία, αγέρα, θάλασσα, φωτιά, γυναίκα, ψωμί». Ομως τι άραγε μένει απ’ αυτόν τον Λιθουανό Ζορμπά; Εξαρτάται βέβαια από τον θεατή. Για μένα προσωπικά μένει μια «ντεμέκ μοντέρνα» φόρμα, ένα «αδειανό πουκάμισο» περασμένης τεχνοτροπίας. Γι’ άλλους πάλι μένουν το ακριβώς αντίθετα. Πριν μια εβδομάδα διάβαζα -στο vouvokinima. blogspot- έναν μπλόγκερ που έλεγε πως:

«Ο Τσέζαρις Γκραουζίνις, κατέκτησε και μάγεψε εξ ολοκλήρου την ψυχή, το μυαλό και την καρδιά μου, με έκανε να αισθανθώ αδαής και τιποτένιος μπροστά στο νόημα της παράστασης αυτής, αποκαθήλωσε κάθε ιδιαίτερο, όπως νόμιζα, στοιχείο του χαρακτήρα μου, εξάγνισε ακόμη και το πιο μικρό πάθος μου, καθάρισε τη συνείδησή μου, γαλήνεψε την επί σειρά ετών ταραγμένη ψυχή μου, καθαίρεσε την όποια δική μου ανθρώπινη τραγωδία, μεγάλωσε την ύπαρξή μου αποδίδοντάς της, ξεχασμένα τα τελευταία χρόνια, στοιχεία μεγαλοψυχίας μα και αθωότητας». Γούστα είναι αυτά.

Νοεμβρίου 22, 2009

Από τον Σαίξπηρ στον Στόπαρντ

Κατηγορίες: Πολενάκης Λέανδρος — damiza @ 1:51 μμ
  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 22/11/2009

 

Η Μαρία Μπεληγιάννη ως Ιουλιέτα

Στο “Θέατρο του Νέου Κόσμου” παρακολουθήσαμε σε μετάφραση του Διονύση Καψάλη μια παράσταση του έργου του Σαίξπηρ “Ρωμαίος και Ιουλιέτα” με το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. Όπου πλην της Ιουλιέτας, τους άλλους γυναικείους ρόλους έπαιζαν άνδρες ηθοποιοί. Την καθοριστική αυτή επιλογή του νέου σκηνοθέτη Μίλτου Σωτηριάδη, δεν μπόρεσα ομολογώ, να κατανοήσω. Το γεγονός ότι στην Ελισαβετιανή εποχή τους γυναικείους ρόλους έπαιζαν πάντα άνδρες, δεν είναι κατά τη γνώμη μου δικαιολογία. Οι συνθήκες τότε ήταν εντελώς διαφορετικές επιπλέον υπήρχαν νέοι ηθοποιοί εξειδικευμένοι να παίζουν απόλυτα “φυσικά” το αντίθετο φύλο. Εδώ αντίθετα οι άνδρες έπαιζαν προγραμματισμένα “φυσικά” το φύλο τους, μάλιστα μέσα σε πολυτελή γυναικεία κοστούμια εποχής, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα ένα “παραξένισμα”, το οποίο έφερνε στους θεατές αμηχανία στην αρχή και ύστερα γέλιο, παρασύροντας όλο το πράγμα στον χώρο της κωμωδίας. Ακόμη, οι περιστασιακές μάσκες α λα “κομέντια” ορισμένων ανδρικών ρόλων, πώς να δέσουν με το αταίριαστο στον Σαίξπηρ ούτως ή άλλως, γενικό νατουραλιστικό ύφος της παράστασης;

Παραλείποντας την τελική ταφική σκηνή, όπου ο θάνατος αφήνει μια αύρα μεταθανάτιας ένωσης των δύο εραστών και συμφιλιώνει τη διχασμένη πολιτικά Βερόνα, η άστοχη “δραματουργική επεξεργασία” (λες και την είχε καμιά ανάγκη το κείμενο) της θεατρολόγου – ηθοποιού Τζωρτζίνας Κακουδάκη με τη συνεργασία υποθέτω του σκηνοθέτη, δεν έκανε τίποτε άλλο απ’ το να καταστρέψει μια βασική συνιστώσα του έργου, το λαϊκό μοτίβο του γάμου – θανάτου και του ανίκητου νεανικού έρωτα που επιβάλλει στο τέλος το δικό του ενωτικό νόμο στον σπαραζόμενο από κακή έριδα κόσμο των ενήλικων.

Με όσα επισήμανα πιο πάνω, και παρά την παρουσία με πολλαπλούς ρόλους μιας ομοιογενούς ομάδας νεαρών ηθοποιών, απόφοιτων όλων της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου, με καλλιέργεια χάρη, σεμνότητα και το αμάχητο τεκμήριο της ηλικίας, που καταλαβαίνω καλά την αγωνία τους να δώσουν κάτι καινούργιο ανταποκρινόμενο στους πάθους της γενιάς τους, αλλά χωρίς την απαραίτητη πείρα (οι: Δημήτρης Αντωνίου, Σπύρος Κυριαζόπουλος, Μαρία Μπεληγιάννη, Μίλτος Σωτηριάδης, Μιχάλης Τιτόπουλος, Στέλιος Χλιαράς), το έργο “κάθισε” στα ρηχά νερά μιας καθημερινότητας, χάνοντας την ποίηση και όλη την ορμή του, ώστε να μπορέσει να κάνει (κι εμείς μαζί του) ένα μεγάλο ταξίδι πέρα από καθιερωμένα σύνορα… Τα άρτια πάντως κοστούμια και σκηνικά (θα ταίριαζαν σε μια πιο κλασικίζουσα παράσταση) είναι του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, η ενδιαφέρουσα μουσική του Σταύρου Γασπαράκη και οι λειτουργικοί φωτισμοί του έμπειρου Σάκη Μπιρμπίλη. Οι προσεγμένες επιμέλειες κίνησης και λόγου οφείλονται αντίστοιχα στις Σεσίλ Μικρούτσικου και Ρηνιώ Κυριαζή.

***

Στο θέατρο “Βικτώρια” παίζεται μια έξυπνη, λαμπερή κωμωδία του σπουδαίου Τομ Στόπαρντ, τσεχικής καταγωγής αλλά πολιτικογραφημένου Βρετανού, με τον τίτλο: “Αυτό θα το δούμε”. Πρόκειται για “θέατρο μέσα στο θέατρο”, σάτιρα και παρωδία εξωφρενική ενός γνωστού αστυνομικού έργου, της “Ποντικοπαγίδας” της Αγκάθα Κρίστι, η οποία διευρύνεται όμως τόσο, ώστε να περιλάβει ολόκληρο τον κόσμο του θεάτρου, τη σκηνή και τα παρασκήνια, τους ηθοποιούς, τους σκηνοθέτες, τους σκηνογράφους, τους θεατές… ακόμη και τους κριτικούς! Ένα τέτοιο, αμίμητο “Μπεκετικό” α λα Πότζο και Λάκι ζεύγος θεατρικών κριτικών, βλέπουμε στο έργο να παρακολουθούν την παράσταση από το θεωρείο τους, να τη σχολιάζουν με διάφορες περισπούδαστες βαρύγδουπες ανοησίες, μέχρι που… κατεβαίνουν στη σκηνή και απορροφώνται απ’ την παράσταση, γίνονται μέρος της! Η “φευγάτη” κωμωδία του Στόπαρντ με έντονα στοιχεία θεατρικού παράλογου, δεν ανήκει ωστόσο στο σχεδόν τυποποιημένο και προβλέψιμο αγγλικό “παράλογο” που φέρει τόπους – τόπους μια άνεση πρώην αυτοκρατορίας, αλλά περισσότερο σε εκείνο της ανατολικής Ευρώπης, ποτισμένο με πικρό χιούμορ και αυτοσαρκασμό, γεννημένο μέσα σε πολύ δύσκολες, εξοντωτικές ιστορικές καταστάσεις και συνθήκες.

Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Κομνηνός σε μετάφραση – διασκευή δική του είναι εξίσου λαμπερή ευρηματική και “φευγάτη” με το πρωτότυπο έργο. Πιάνει αστραπιαίους ρυθμούς, παίζει με όλα τα γνωστά υφολογικά ρεύματα, τα περιπαίζει, τους βγάζει γλώσσα και τα ανατρέπει, στηριγμένος πάνω σε μια δεμένη ομάδα ασκημένων, πολυδύναμων ηθοποιών.

Ο Στέλιος Γούτης είναι ένας υπέροχος Εγγλέζος ταγματάρχης του αποικιακού στρατού, σχεδιασμένος α λα Φιλέα Φογκ. Ο Μελέτης Γεωργιάδης και ο Μανώλης Σκιαδάς φτιάχνουν… το αχτύπητο δίδυμο των κριτικών της συφοράς. Ο Δημήτρης Ντάσκος δημιουργεί ένα ντόπιο επιθεωρητή α λα Σέρλοκ Χολμς. Η Μαρίνα Βρόντη είναι μια έξοχα αστεία “καμαριέρα”, η Μαριάννα Λαμπίρη σχεδιάζει αγγλοπρεπώς τη “λαίδη” και η Χαρά Τσιώλη γράφει ανέτως τη μοιραία “Φελίσιτι”.

Σκηνικά και κοστούμια (Γιώργος Λυντζέρης), μουσική και οπτικά (Ανδρέας Τρουπάκης), φωτισμοί (Αντ. Παναγιωτόπουλος) και ήχοι (Βαγγέλης Ζαχαριάδης), χορογραφίες του Μεταξόπουλου, κάνουν τη σωστή δουλειά. Η καλή μουσική διδασκαλία είναι της Βασιλικής Ρόρη.

<!–

Από τον Σαίξπηρ στον Στόπαρντ

–>

Νοεμβρίου 21, 2009

* «Αττική Οδός» – Θέατρο Εμπορικόν

Κατηγορίες: Αττική Οδός, Ιωαννίδης Γρηγόρης — damiza @ 5:05 μμ
  • Μεγαλομεσαίοι και μικρομεσαίοι

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Θεμιτή η πρόθεση των συγγραφέων Θ. Παπαθανασίου και Μ. Ρέππα να βουτήξουν το κοινό τους σε νερά βαθύτερα και σκοτεινότερα από εκείνα που το έχουν γενικά συνηθίσει.

Ο Γιάννης Τσιμιτσέλης και  η Ελένη Γερασιμίδου δίνουν με άνεση στους ρόλους  τους βάρος και νόημα

Ο Γιάννης Τσιμιτσέλης και η Ελένη Γερασιμίδου δίνουν με άνεση στους ρόλους τους βάρος και νόημα

Λίγοι άλλωστε έχουν τη δική τους αίσθηση της σκηνής και ακόμα λιγότεροι το ταλέντο τους να βλέπουν ιστορίες κάτω από την καθημερινότητα. Το πρόβλημα όμως είναι πως όταν θέλει κανείς να προσεγγίζει φιλόδοξα σχέδια, χρειάζεται ανάμεσα στα άλλα και το προσόν της αφοσίωσης. Και εδώ το δίδυμο μοιάζει να υστερεί. Μπαίνει για λίγο στα βαθιά, για να βγει αμέσως ύστερα πίσω στα αβαθή.

Οπως διατείνονται οι συγγραφείς, στόχος στην «Ατική Οδό» υπήρξε η καταγραφή αυτής της περίφημης ελληνικής «μεσοαστικής» τάξης, στόχος που ξεκινά από τη διαπίστωση μιας περίεργης απουσίας στην ελληνική δραματουργία. Πράγματι είναι γεγονός ότι η σοβαρή δραματουργία μας στράφηκε μεταπολεμικά σε αντιληπτά φαινόμενα της αστικής ζωής που αφορούσαν συχνά εκφάνσεις της λαϊκής κουλτούρας και του περιθωρίου. Ο ρεαλισμός στο ελληνικό θέατρο έμπλεξε ώς έναν βαθμό τους στόχους του με αυτούς της ηθογραφίας και δέχτηκε στην αστική όψη της σκηνής του την απεικόνιση μιας κοινότητας που βρισκόταν σταθερά εκτός της πλατείας του.

Ωστόσο είναι γεγονός πως οι συγγραφείς δεν κινούνται στον μέσο όρο αυτής της «μεσοαστικής τάξης» αλλά μάλλον στα δύο άκρα της. Εκείνη που εμφανίζεται στην «Αττική οδό» είναι στην πραγματικότητα η μεγαλομεσαία αστική τάξη, που συμβιώνει με τη μικρομεσαία σε ένα σπίτι δίπλα στην Αττική οδό, στη βασιλική οδό της μεταπολιτευτικής αντιπαροχής και απαλλοτρίωσης. Η κυρία Αθηνά, λεπτεπίλεπτη αστή με καλλιέργεια και παιδεία καλής οικογενείας, έχει προσλάβει για οικιακή βοηθό της την κυρα-Ντίνα, που έρχεται από την επαρχία με τους δυο γιους της. Ο άνδρας τής πρώτης έλειπε χρόνια στην εξορία και παραμένει ουσιαστικά και τώρα χαμένος στα αλλεπάλληλα εγκεφαλικά και την προσκόλληση στο χαμένο παρελθόν του. Η ιστορία της δεύτερης είναι απλά κυνική: αυτήν ο άνδρας της την εγκατέλειψε για μια Ρωσίδα.

Πρόκειται επομένως για έργο και δράμα γυναικών. Που κατορθώνουν να αναστήσουν την οικογένειά τους και να την κρατήσουν ενωμένη. Είναι έργο που μιλά για τη γυναικεία αφοσίωση και αυταπάρνηση. Και ίσως μιλά ακόμη για τη γυναικεία μοναξιά. Ανάμεσα στις συζητήσεις των νεότερων αστών για αυτοκίνητα και χρήμα, για τη φανερή ή κρυφή εξουσία τους, η μόνη που μπορεί να καταλάβει τελικά την παλιά κυρία Αθηνά είναι μόνο αυτή η παλιά γυναίκα της επαρχίας.

Ανεξάρτητα από τις όποιες προθέσεις των συγγραφέων της, η «Αττική Οδός» παραμένει τυπική ηθογραφία, με έναν διόλου τυπικό αστερίσκο. Ακολουθώντας και αυτή την οδό του ελληνικού δράματος, καταδεικνύει ότι στο ελληνικό παράδειγμα ο άνθρωπος δεν αποδόθηκε μόνο ως αποτέλεσμα του περιβάλλοντος, της κληρονομικότητας ή της ταξικής του προέλευσης. Υπήρξε φορέας αξιών ικανών να διαμορφώσουν τη μεγάλη ή μικρή ιστορία του.

Είναι ασφαλώς ενδιαφέροντα όλα αυτά: θα λειτουργούσαν καλύτερα αν ήταν περισσότερο χωνεμένα. Οι συγγραφείς δυσκολεύονται να κρατήσουν χαμηλούς τους ρυθμούς και τα πράγματα χαμηλόφωνα. Κάνουν χοντροκομμένα σχήματα, σημεία κραυγαλέα, και οδηγούνται μοιραία στην υπερβολή. Καθώς διακατέχονται από το φόβο του κενού και της ανίας, γεμίζουν με την πληθωρική φαντασία τους την υπόθεση, ώσπου ο πυρήνας της να καταλήξει στο οικογενειακό μελόδραμα, στη νατουραλιστική εκζήτηση και άλλοτε, ακόμη χειρότερα, στους όρους του τηλεοπτικού σίριαλ.

Στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα πάντως κινούνται εμφανώς πιο άνετα και βοηθούν την Ελένη Γερασιμίδου, τον Σταύρο Καραγιάννη και τον Γιάννη Τσιμιτσέλη να δώσουν στους ρόλους τους βάρος και νόημα. Η Τζένη Ρουσσέα είναι θαυμάσια στο δαντελένιο, γεμάτο αξιοπρέπεια και μελαγχολία προφίλ της. Οι υπόλοιποι έχουν να αντιμετωπίσουν πρόσωπα χωρίς επαρκή αιτιολόγηση. Αντιμετωπίζουν έτσι την ανάθεση με την επίκληση της τεχνικής: Γιώργος Τζώρτζης, Σταύρος Ζαλμάς, Σταύρος Μερμήγκης, Δάφνη Λαμπρόγιαννη, Βίβιαν Κοντομάρη και Κατερίνα Τσάβαλου. *

* «Το Κτήνος στο φεγγάρι» Θέατρο Πορεία

  • Το βάρος του παρελθόντος

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Πώς να μείνεις απαθής μπροστά σε αυτό το γεμάτο συγκίνηση και τρυφερότητα έργο; Και πώς να σταθείς κριτικός σε αυτά τα πλάσματα, που έρχονται από μια φρικτή αλήθεια, κουβαλούν στη σκηνή το φορτίο της ακρωτηριασμένης εικόνας του παρελθόντος και διαφεύγουν στο τέλος από αυτό με την απόφαση μιας καλύτερης ζωής;

Η Ταμίλα Κουλίεβα και ο Δημήτρης Τάρλοου, το ζευγάρι των δύο Αρμενίων που ζητούν τη λύτρωση από τις μνήμες της Γενοκτονίας στο Νέο Κόσμο

Η Ταμίλα Κουλίεβα και ο Δημήτρης Τάρλοου, το ζευγάρι των δύο Αρμενίων που ζητούν τη λύτρωση από τις μνήμες της Γενοκτονίας στο Νέο Κόσμο

Το Θέατρο Πορεία επιστρέφει σε μια παλιότερη επιτυχία του, το «Κτήνος στο φεγγάρι», και γεμίζει το κοινό του με το αίσθημα της συμπάθειας και την αίσθηση μιας υποχρέωσης: Πρέπει να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη, μήπως δούμε να κρύβεται και εκεί το Κτήνος.

Ο Καλινόσκι δεν κάνει κάτι άλλο από αυτό που ως συγγραφέας του Νέου Κόσμου γνωρίζει έτσι κι αλλιώς να κάνει καλύτερα από τον καθένα: συνδυάζει το συναίσθημα με τη θέση, το θέατρο του ποιητικού ρεαλισμού με το κοινωνικό δράμα. Κινείται από το παράδειγμα στο υπόδειγμα και από τη χαρακτηριστική ατομική περίπτωση στο πανανθρώπινο. Το κάνει αυτό ακολουθώντας τα βήματα της αμερικανικής δραματουργίας, και ίσως την τάση της για συναισθηματική εκμετάλλευση ενός θέματος. Στην περίπτωση του «Κτήνους» όμως, τα πράγματα σοβαρεύουν: η επίκληση της Γενοκτονίας των Αρμενίων δίνει στο δράμα το έρεισμα της αληθινής ιστορίας, την ένταση της διαρκούς υπενθύμισης.

Ο Καλινόσκι ωστόσο πιστεύει ότι η μετάβαση των μεταναστών, των προσφύγων, φυγάδων ή διασωθέντων στο Νέο Κόσμο αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα τους προς τη νέα ζωή: για να ευτυχήσουν οι δύο Αρμένιοι πρέπει πρώτα να απελευθερωθούν από τα δεσμά της τραυματικής μνήμης, από το βάρος του παρελθόντος, που προκαλεί μια σχεδόν εθελούσια προσήλωση στον πόνο. Πρέπει επίσης να συναντήσουν ο ένας τον άλλο μέσα από μια ουσιαστική και ελεύθερη σχέση, μέσα από το σεβασμό και την πίστη που επιβάλλουν τα ελεύθερα όντα. Ο τίτλος του έργου ακούγεται από αυτή την άποψη ειρωνικός: το κτήνος της βίας, του πολέμου και της υποταγής υπάρχει αληθινά, και δεν βρίσκεται κάπου στο φεγγάρι. Βρίσκεται μέσα μας.

Ο Αράμ ζητά να κουβαλήσει την παλιά στη νέα του πατρίδα, όπως κουβάλησε μαζί του στην Αμερική τη φωτογραφία της αποκεφαλισμένης από τους Τούρκους οικογένειάς του. Η Σέτα αντιπροτείνει να ανακαλύψουν από κοινού και εκ νέου τη χαμένη πατρίδα τους στα νέα χώματα. Δεν είναι λησμονιά αυτό που προτείνει ούτε φυγή από το παρελθόν: είναι ο επαναπροσδιορισμός του νέου ανθρώπου, ή μάλλον του ανθρώπου της νέας ανθρωπότητας, όπου ο καθένας συμμετέχει ελεύθερα και αυτοβούλως με την ευθύνη της εθνικής και πολιτισμικής κληρονομιάς του. Είναι αυτή η συμμετοχή που τον αφήνει να ζει στον καινούργιο θαυμαστό κόσμο, διατηρώντας την παλιά ταυτότητα άθικτη στο νέο διαβατήριο του αλληλοσεβασμού, της ανεξιθρησκίας, της ισότητας.

Ο,τι και να προσάψει κανείς στο αμερικανικό θέατρο του ρεαλισμού, η αλήθεια είναι ότι στην επικράτειά του οι ηθοποιοί βρίσκουν πάντα γόνιμο έδαφος να δουλέψουν. Χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα του «Κτήνους», η Ταμίλα Κουλίεβα και ο Δημήτρης Τάρλοου, καθοδηγημένοι πάλι από τον Στάθη Λιβαθινό, προχωρούν τον κόσμο των προσώπων ένα βήμα παραπέρα, επιχειρώντας μια ελαφρά απόκλιση από το γνήσιο ιδίωμα του ρεαλισμού. Μια δόση εξπρεσιονισμού φουσκώνει τα πρόσωπα, τα κάνει εντονότερα και σαφέστερα. Ο λόγος της επιλογής είναι απλός: είναι αλλιώς εύκολο να χαθεί ο θεατής στο εύκολο και αδιέξοδο συναίσθημα και η κατάθεση του συγγραφέα να φτάσει στο μελόδραμα. Ο Γιώργος Μπινιάρης κρατά με ήρεμη ένταση το ρόλο του Κυρίου αφηγητή. Ενώ στο ρόλο του Βίνσεντ ο μικρός Φίλιππος Μοσχάτος αφήνει τη δροσιά μιας άγουρης ακόμη, μα αυθεντικής φωνής. *

Νοεμβρίου 20, 2009

“Η πάχνη” των αδελφών Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη

Κατηγορίες: Κούφαλη Αφοί, Πάχνη, Πολενάκης Λέανδρος — damiza @ 4:22 πμ
  • Ο καθρέφτης και το έσοπτρον
  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 15/11/2009

Το ιδιαίτερα περίπλοκο ψυχοπολιτικό νεοελληνικό τοπίο, προϊόν διασταύρωσης δύσκολων κοινωνικών καταστάσεων και δυσμενών ιστορικών συγκυριών, διαμορφώθηκε πλήρως τους τελευταίους δύο αιώνες πάνω σε μια σχέση αγάπης – μίσους, έλξης- απώθησης με το άλλο πρόσωπό μας, που κάποτε το ονομάζουμε “ευρωπαϊκό” και κάποτε του δίνουμε άλλα ονόματα. Δεν είναι άρα εύκολο να ανιχνευθεί, με γνώμονες αποκλειστικούς την ορθόδοξη ψυχανάλυση ή το μαρξιστικό εργαλείο, όπως επιχειρούν πολλοί, για να καταλήξουν σε απλουστευτικά και όχι για αυτό λιγότερο επικίνδυνα κολοβά συμπεράσματα. Χρειάζεται κάτι επιπλέον για αυτό, ο “καθρέφτης” του θεάτρου. Που δεν πρέπει να είναι όμως κοινός καθρέφτης αλλά “έσοπτρον”, ένα εργαλείο ικανό δηλαδή να συνθέσει δημιουργικά το ατομικό με το κοινωνικό και τον μύθο με την ιστορία. Μέσα στο οποίο θα μπορέσουμε ίσως τότε να δούμε το γνωστό – άγνωστο πρόσωπό μας να αντανακλάται ως άλλο αλλά όχι ως κάτι ξένο, ανοίκειο, που μας τρομάζει.

“Η πάχνη” των αδελφών Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη είναι ένα τέτοιο θεατρικό εργαλείο, ένα “έσοπτρον”, μέσα στο οποίο μπορούμε να δούμε να αντανακλάται ως οικείο το κρυμμένο μας γνωστό – άγνωστο πρόσωπο. Επειδή στοχεύει στον πυκνό πυρήνα των ελεϊνών και φοβερών παθών που συνθέτουν τη νεοελληνική πραγματικότητα, πατώντας επάνω στο κυρίαρχο και σχεδόν ενδημικό πια ψυχικό “σύνδρομο της μητροκτονίας”. Την απωθημένη επιθυμία φόνου μιας μάνας, η οποία έχει όμως προηγουμένως “κρύψει” με ποικίλους τρόπους από το αρσενικό παιδί της τον πατέρα. Είτε “σεληνιακή μητέρα” την ονομάσουμε, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του μύθου, είτε “μνημειακό και δεσπόζον μητρικό υπερεγώ”, χρησιμοποιώντας την ορολογία της ψυχανάλυσης, πρόκειται σε ανάλυση τελική για ένα και το αυτό πράγμα.

Το έργο των αδελφών Κούφαλη, πυρηνικό όπως ήδη ανέφερα, δεν στοχεύει σε μια “ομοιοπαθητική θεραπεία” διά της αναπαραγωγής του αρχέγονου τρόμου της ύπαρξης μέσω μιας πιστής αναπαράστασης τρομακτικών και αδυσώπητων πραγμάτων, αλλά πηγαίνει πιο πέρα, στη “μίμηση”, με την αρχετυπική, θα το έλεγα, έννοια του όρου, τέτοιων παθημάτων. Με τη μέθοδο της αναλογίας, που εδώ λαβαίνει τη μορφή ενός θεατρικό παιγνίου ανάμεσα στα όρια του πραγματικού και του φανταστικού, της σκιάς και ειδώλου, του φωτεινού και του σκοτεινού, για να αφηγηθεί μια ιστορία και ειδώλου, του φωτεινού και του σκοτεινού, για να αφηγηθεί μια ιστορία όχι όπως έγινε αλλά όπως θα μπορούσε να έχει γίνει, σε άχρονο χρόνο. Επειδή, όπως λέει και ο μέγιστος ποιητής Αισχύλος, “δεν υπάρχει τίποτε απ’ όσα θα συμβούν στο μέλλον που να μην συμβαίνει ετούτη τη στιγμή”.

Δυο παιδιά κακοποιημένα σωματικά και ψυχικά από “μητέρες αμήτορες”, σχεδιάζουν μαζί τον φόνο της μίας. Ορέστης και Πυλάδης “στον κατακερματισμένο μοντέρνο κόσμο, στο νυχτερινό τοπίο μιας πόλης, πάνω σε μια μηχανή, στα φώτα μιας λεωφόρου… Μια περιπλάνηση στα ανελέητα πυκνά στρώματα της πάχνης των παιδικών τους χρόνων… Έχει σημασία τελικά αν όλα όσα οργανώνουν, σχεδιάζουν, αποκαλύπτουν οι ήρωές μας, είναι αλήθεια ή ψέματα, αν συνέβησαν κάποτε ή όχι;”. (Αντιγράφω από το πρόγραμμα της παράστασης). Φυσικά και δεν έχει σημασία, σημασία όμως έχει ότι το έργο σημασιοδοτεί μια αμοιβαία αναγνώριση των θεατών με τους ήρωες, πρόσωπο με πρόσωπο, “εν εσόπτρω” όπως είπα πιο πάνω. Και ότι δεν αρκείται να μας μιλά για τους νέους, αλλά επίσης τους αγαπά. Με ένα λειτουργικό ευρηματικό τέλος των “εν φιλίαις παθών” τους, καταφατικό στη ζωή, που δεν θα το αποκαλύψω στον αναγνώστη.

Η παράσταση στο θέατρο “Πορεία”, σκηνοθετημένη από τον Τάκη Τζαμαργιά (επιμέλεια κίνησης της Ζωής Χατζηιωάννου), τοποθετεί το έργο καίρια στο πιο πάνω όριο μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, αλήθειας και φαντασίας, σαν σε “εσόπτρο”, χρησιμοποιώντας χρώματα “μουντά” και το ομόλογο ύφος ενός αόριστου, αφηρημένου ρεαλισμού. Διαθέτοντας γρήγορη, αδιάκοπη ροή κινηματογραφικών εικόνων μιας “φθαρμένης κόπιας”, ενώ τα βίντεο, η ώριμη μουσική του Δημήτρη Ζαβρού, τα ωραία σκηνικά του Γιάννη Θεοδωράκη και τα κοστούμια (ΜΑΚΩ), δίνουν το στίγμα ενός ομιχλώδους αλλά όχι ερμητικά κλειστού κόσμου – τοπίου. Οι ρόλοι έχουν διδαχθεί και δουλευτεί εξαντλητικά σε όλες τους τις λεπτομέρειες από δύο νέους, εξαιρετικά προικισμένους ηθοποιούς: τον Μάνο Καρατζογιάννη και τον Γιώργο Ντούση, που λειτουργούν με πλήρη συντονισμό, σαν συγκοινωνούντα δοχεία, δίνοντας ένα συναρπαστικό “διπλό” πρόσωπο – προσωπείο του έφηβου πάθους που αποκαλύπτεται σφαιρικά. Ένα έργο και μια παράσταση που πρέπει οπωσδήποτε να προσεχθούν.

Δυο κλασικά λαϊκά παραμύθια

Κατηγορίες: ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ, Καραγιάννης Θανάσης — damiza @ 4:05 πμ
«Ο Λουδοβίκος ντε Λυκ… και η Κοκκινοσκουφίτσα»

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 20 Νοέμβρη 2009 (Του συνεργάτη μας ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ).–

ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΑΡΑΒΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ: «Αλαντίν». Ενα παραμύθι από τις «Χίλιες και μια νύχτες», σε διασκευή Ανδρης Θεοδότου, στο «ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΡΟΛΟΥ ΚΟΥΝ», από την Παιδική του Σκηνή

Πρόκειται για μια υπέροχη θεατρική παράσταση του κλασικού λαϊκού παραμυθιού «Ο Αλαντίν και το μαγεμένο λυχνάρι» από τη σειρά των αραβικών παραμυθιών «Χίλιες και μια νύχτες» της Σεχραζάτ ή Χαλιμάς. Τα παιδιά/ θεατές που είδαν ήδη την παράσταση ευτύχησαν, αφού το επιτελείο των συντελεστών της είναι και πλούσιο και εκλεκτό. Η Ανδρη Θεοδότου κατόρθωσε μια θαυμάσια θεατρική διασκευή, τη σκηνοθεσία – όπως πάντοτε – επινόησε με πολλά και ενδιαφέροντα ευρήματα ο Δημ. Δεγαΐτης, τα αραβικής έμπνευσης σκηνικά είναι του Πάρι Μέξη, ο οποίος μαζί με την Εύη Καλογηροπούλου είχαν την ευθύνη για τα υπέροχα κοστούμια, η μουσική που ταξιδεύει στα βάθη της Ανατολής τους θεατές είναι του Νίκου Τσέκου (όλοι οι ηθοποιοί τραγουδούν περίφημα, ακόμη και με διφωνίες), οι χορογραφίες (καλοδουλεμένα μπαλέτα) είναι ευθύνη της Λίας Τσολάκη και οι υποβλητικοί φωτισμοί του Κωστή Καπελώνη. Αποκλείω την τυχαία συγκυρία, αλλά βλέπω πίσω απ’ όλα το ταλέντο, τη φαντασία, το πείσμα και την εργατικότητα του σκηνοθέτη, του μαέστρου της συλλογικής υπόθεσης. Ολοι οι ηθοποιοί απέδωσαν τους ρόλους τους με υποδειγματικό τρόπο. Ξεχώρισαν, κατά τη γνώμη μου, ο Πάρις Θωμόπουλος (Φρουρός Α΄ , Το Χαλί, Χαρόν), αλλά την παράσταση έκλεψαν ο Σαμψών Φύτρος (σπουδαίο ταλέντο, στο ρόλο: Τζίνι του λυχναριού) και η Ανδρη Θεοδότου (αποκάλυψη για μένα, στο ρόλο: Τζίνι του δακτυλιδιού). Κανείς δεν υστέρησε.

«Αλαντίν»

Η ατμόσφαιρα ήταν μαγευτική/ ονειρική. Η σύγκρουση του καλού με το κακό ήταν διάχυτη σκηνοθετικά, όπως διάχυτα ήταν τα συναισθήματα των παιδιών και γονιών. Το χιούμορ πλημμύριζε τους διαλόγους, λεπτό και καλοδουλεμένο, δοσμένο μέσα από διάφορες παραμυθιακές καταστάσεις και επεισόδια, με στοιχεία παντομίμας, θεατρικού παιχνιδιού και σωματικού θεάτρου.Τα σκηνικά, αν και αφαιρετικά, έδιναν την εντύπωση, με τα διάφορα αντικείμενα που μπαινόβγαιναν αδιάκοπα στη σκηνή, ότι τελικά ήταν πλουσιότατα. Εξαίρω ιδιαίτερα το πρωτότυπο εύρημα των «ανθρώπινων κατασκευών», όπου κατάλληλα τοποθετημένα τα σώματα όλων των ηθοποιών έδιναν την αίσθηση δημιουργίας: σπηλιάς, ταμειακής μηχανής, σιντριβανιού, καμήλας, ήλιου που βασιλεύει, πύλης κήπου (και με πανιά), τρεις βρύσες με κεφάλια λιονταριών, δέντρων με καρπούς, καραβανιού, βουνού, πιθαριού κ.ά.

Η διανομή των ρόλων, εκτός από τους προαναφερθέντες, είναι: Κώστας Βελέντζας (Σερίφ, Ράφτης, Σουλτάνος), Α. Θεοδότου (επίσης: Φακίρης, Υπηρέτρια), Σ. Φύτρος (επίσης: Εμπορος χαλιών, Ράφτης), Θαν. Ακοκκαλίδης (Αλαντίν), Βασ. Λέμπερος (Αμίρ, Μάγος, Φρουρός Β΄ ), Ειρήνη Στρατηγοπούλου (με μελωδικότατη φωνή – Κοπέλα, Πριγκίπισσα), Αναστασία Γεωργοπούλου (Γυναίκα Β΄ , Μάνα), Αλ. Πέρρος (Κάσιμ, Ράφτης, Βεζίρης), Βένια Σταματιάδη (Γυναίκα Α΄ , Υπηρέτρια).

Μια αντάξια της Ιστορίας του «Θεάτρου Τέχνης» παράσταση, που προτείνω να δουν παιδιά, γονείς και εκπαιδευτικοί. Το Πρόγραμμα της παράστασης είναι πολύ κατατοπιστικό και αισθητικά υπέροχο, με πλούσιο φωτογραφικό και θεωρητικό/ ιστορικό υλικό!

ΤΟΥΛΑ ΚΑΚΚΟΥΛΗ: «Ο Λουδοβίκος ντε Λυκ… και η Κοκκινοσκουφίτσα», στο «ΘΕΑΤΡΟ ΕΛΥΖΕ», από την «ΠΑΛΚΟ ΚΟΜΜΕΝΤΙΑ»

Πιστεύω ότι η Κριτική Θεάτρου, αν και είναι υποκειμενική αφού ο κριτικός εκφράζει προσωπικές του απόψεις, πρέπει να διαθέτει αντικειμενικά στοιχεία, εκφρασμένα με φίλτρο τη λογική, περισσότερο, και λιγότερο το συναίσθημα, ή έστω με μέτρο και από κοινού. Επίσης, ο κριτικός πρέπει να είναι καλοπροαίρετος, έχοντας ως σκοπό με τα κείμενά του, όταν βέβαια τα δημοσιεύει, να πληροφορήσει, να προβληματίσει, να εκφράσει απόψεις, προτάσεις, ιδέες κ.ο.κ., ν’ ανοίξει ένα διάλογο μεταξύ των συντελεστών μιας παράστασης και των θεατών της, χωρίς αλλότριες σκέψεις ή κακόβουλες και λιβελογραφικές διαθέσεις.

Ο έμπειρος και καλός ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, Μάρκος Λεζές, αποφάσισε ν’ αποκτήσει δικό του θίασο για παιδιά και φέτος ανεβάζει, σε δική του σκηνοθεσία, ένα έργο της Κύπριας δασκάλας και δραματουργού Τούλας Κακκουλή.

Η επιλογή του έργου και το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της παράστασης, μου δημιούργησαν θετικά και αρνητικά συναισθήματα και προβληματισμούς: Εχουμε το δικαίωμα να διασκευάζουμε κατά το δοκούν, κλασικά λαϊκά παραμύθια, τα οποία έχουν δημιουργηθεί από το λαϊκό υποσυνείδητο, διατηρώντας μέχρι σήμερα τους συμβολισμούς τους και παραπέμποντάς μας στην κοινωνική, ιστορική και οικονομική τους αφετηρία δημιουργίας τους και στην τότε κοινωνική λειτουργικότητά τους; `Η, έστω, αν επιχειρηθεί κάποια υπέρβαση του μύθου, δεν απαιτείται, άραγε, πολύ δυνατή συγγραφική πέννα; Οπως και σε άλλες παραστάσεις, βέβαια, έτσι κι εδώ, έχουμε, κατά σημεία, μέτρια υποκριτική δεινότητα από ορισμένους ηθοποιούς, ένα παραδοσιακό σκηνικό χωρίς φαντασία, εκκωφαντική μουσική (αυτό μπορεί να βελτιωθεί), με έντονη και μονότονη ρυθμικότητα (νομίζω ότι η μελωδικότητα κάποιων τραγουδιών κρίνεται απαραίτητη, κατά σημεία, με ηπιότερους και πιο αργούς ρυθμούς). Εκφράζω και πάλι την προσωπική μου άποψη για ζωντανό (και όχι μαγνητοφωνημένο) τραγούδι από καλλίφωνους ηθοποιούς. Η σκηνοθετική ευρηματικότητα κάπως περιορισμένη, δε βοηθά στο πέταγμα της φαντασίας, δεν ερεθίζει τα παιδιά αισθητικά, ενώ σε άλλα σημεία είναι αρκετά καλή. Προτείνω ότι ο Λουδοβίκος ντε Λυκ, ρόλο τον οποίο υποκρίνεται ο ταλαντούχος Γιώργος Δουρής (ξεχώρισε η ερμηνεία του), δεν πρέπει να απευθύνεται τόσο συχνά στα παιδιά (επιθεωρησιακή τεχνική, παρά διαδραστικό θέατρο), διότι διακόπτεται η ομαλή ροή της παράστασης και δημιουργείται οχλοβοή. Επίσης, πρέπει ν’ αποφεύγεται η συνεχής ένταση της φωνής, ορισμένων ρόλων, που δημιουργούν εκνευρισμό στην πλατεία.

Η παράσταση διαθέτει αρκετά θετικά στοιχεία, τα οποία με σκληρή δουλειά είναι δυνατό να πολλαπλασιαστούν και οι όποιες αδυναμίες να βελτιωθούν. Το πιστεύω και το ελπίζω, αφού η παραγωγή συνεργάζεται με έμπειρους και αποδεδειγμένα ικανούς συντελεστές: τον ταλαντούχο σκηνοθέτη Μ. Λεζέ, τον μουσικό Σταμάτη Χρήστου, τον σκηνογράφο Χάρη Σεπεντζή και την ενδυματολόγο Μάγδα Παρασκευά. Τους ρόλους αποδίδουν, με καλά και βελτιώσιμα στοιχεία, οι εξής: Κατερίνα Χλόη (Κοκκινοσκουφίτσα), Σούλα Διακάτου (Μητέρα – Γιαγιά), Πέτρος Πέτρου (Παραμυθάς – Κυνηγός – Α΄ Πουλί), Μάνος Αντωνίου (Μάρκος, Β΄ Πουλί).

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: «Κωμωδία στον πλανήτη Δία». Από το θίασο «ΘΕΑΤΡΟΠΑΙΧΝΙΔΙ»

Είχα και εξακολουθώ να έχω την άποψη ότι οι επαγγελματικές παραστάσεις οφείλουν να παίζονται στο φυσικό τους χώρο, που είναι το θέατρο. Τα περιφερόμενα «μπουλούκια» ανήκουν στο χώρο της Ιστορίας του Θεάτρου. Κι όμως ορισμένοι επιμένουν να περιφέρονται από σχολείο σε σχολείο και να δίνουν παραστάσεις, με υποτυπώδη και πενιχρά μέσα, μια και δεν υπάρχουν χρήματα για ενοικίαση αίθουσας, σκηνικά και κοστούμια, για την αμοιβή πολυμελούς επιτελείου ηθοποιών και των άλλων συντελεστών της παράστασης. Η βιοπάλη, λοιπόν, τροχοπέδη στην αισθητική/ καλλιτεχνική ποιότητα; Μπορεί, όμως, και να μην είναι αναγκαίο κακό.

Ο παρουσιαζόμενος θίασος ιδρύθηκε το 1995, είναι οικογενειακός (πατέρας και γιος, ο Ανδρέας και ο Μάξιμος Παπαδόπουλος). Σκηνή; Η αίθουσα ενός Δημοτικού Παιδικού Σταθμού. Σκηνικά; Δυο υφάσματα. Υλικά; Δυο φιγούρες (Πασάς και Χατζηαβάτης) από το Θέατρο Σκιών (χωρίς μπερντέ και σκιές), δυο προβολείς, μαγνητόφωνο, δυο κούκλες (λιοντάρι και ποντίκι, του αισώπειου μύθου), δυο – τρία κοστούμια. Με πολλούς αυτοσχεδιασμούς, με στοιχεία παντομίμας και με κινήσεις και γκριμάτσες κλόουν, με αφηγήσεις παραμυθιών, ως πρόλογο (κάπως εκτενέστερο του δέοντος), ο Γαλακτίνος και Φρουτολίνος προσπαθούσαν – ομολογουμένως με επιτυχία – μέσα από καταστάσεις φαρσοκωμωδίας (και πολύ ιδρώτα), να κρατήσουν την προσοχή και το ενδιαφέρον των λιλιπούτειων θεατών, ηλικίας 2,5 έως 5 χρόνων.

Βασικός θεματικός καμβάς υπήρχε, όπως και μύθος: Το ταξίδι ενός φιλόδοξου ανθρώπου με πύραυλο στον πλανήτη Δία για να κερδίσει χρήματα και δόξα. Τα φιλειρηνικά και κοινωνικά μηνύματα, όμως, δεν έβγαιναν αβίαστα, μέσα από την πλοκή του μύθου και τη δράση των ηρώων, αλλά με ηθικο-διδακτικό διάλογο του Γαλακτίνου με τα προνήπια, προφανώς διότι οι ηθοποιοί υπέθεταν ότι τα νήπια δε θα τα κατανοήσουν. Οι ήρωες, η δράση και ο λόγος τους, αναμφίβολα, αποτελούν πρότυπο για νήπια και παιδιά. Δε χρειάζονται άλλα λόγια, και μάλιστα διαρκούσης της παράστασης. Οι όποιες μεταφυσικές αναφορές, κατά τη γνώμη μου, ήταν παράκαιρες και μη συμβατές με τον ψυχο-πνευματικό κόσμο των νηπίων.

Ιδίως, ο Ανδρέας Παπαδόπουλος διαθέτει υποκριτικές ικανότητες, αεικίνητος και επικοινωνιακός, καθώς είναι, μπορεί να σταθεί επάξια σε επαγγελματικούς θιάσους.

Παραθέτω λίγους στίχους, από τα τραγούδια που ακούστηκαν στην παράσταση: Το ποντικάκι απευθυνόμενο στο λιοντάρι: «Και τώρα άρχοντα τρανέ / ποτέ μη λησμονείς / πως τη βοήθεια ενός μικρού / μπορεί να χρειαστείς.» και «Μωαμεθανοί και Χριστιανοί θα ζουν αρμονικά / και δε θα βλέπουμε ξανά πολέμους και φωτιά. / Ειρήνη θα μοσχοβολά σαν χίλια άσπρα κρίνα / ποτέ δε θα πεθαίνουνε παιδιά από την πείνα».

Α. Κουικ – Σ. Ουεϊνραϊτ “Ιστορίες από τα μπαρ των χαμένων ψυχών”

  • Στα μπαρ, ψυχή τε και σώματι
  • Η πολυεθνική απόγνωση σβήνει τους καημούς ανάβοντάς τους με αλκοόλ
  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η Καθημερινή, 15/11/2009
  • Α. Κουικ – Σ. Ουεϊνραϊτ: Ιστορίες από τα μπαρ των χαμένων ψυχών, σκην.: Α. Κουίκ. Θέατρο: Συνεργασία Εθνικού – ΘΟΚ – Βρετανικού Συμβουλίου (στο Σύγχρονο Θ. Αθήνας)

Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου και στην αίθουσα του «Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας», το Εθνικό, ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου και το Βρετανικό Συμβούλιο, σε συνεργασία με την τριεθνή ομάδα «Imitating the dog», παρουσίασαν ένα ιδιότυπο μουσικοθεατρικό θέαμα εν είδει αμαρτωλού μεταφυσικού ρέκβιεμ υπό τον τίτλο «Ιστορίες από τα μπαρ των χαμένων ψυχών».

Το κείμενο, χαλαρό και ρευστό, αυτού του project ανήκε στον σκηνοθέτη Αντριου Κουίκ και στον Σάιμον Ουέινραϊτ. Λίγη όμως σημασία είχε το κείμενο αυτό επειδή, έμφορτο από κοινότοπες φράσεις περί επιθυμίας, αμαρτίας και θανάτου, ήταν κατώτερο της γόνιμης κεντρικής σύλληψης: σ’ ένα χώρο απωλείας, σ’ ένα μπαρ ενός λιμανιού, επτά ετερώνυμες φιγούρες με βασικότερη ένα ναύτη, περιδινούνται, Ελληνες, Κύπριοι και Αγγλοι, καθώς είναι, γύρω από τις εθνικές τους ωσμώσεις περί τον πόθο που πάντοτε ανακαλεί τον θάνατο. Κυριαρχούν σ’ αυτό το θέαμα μερικές έμμονες ιδέες ως καταλυτικοί συμβολισμοί: το επίτηδες amaro (πικρό) ποτό που πίνεται ως καταστροφικό δέλεαρ σε μια ορισμένη στιγμή της μέρας, οι διαρκείς ζαλιστικές μετακινήσεις μεγάλων χάρτινων τελάρων που εμφανίζουν και εξαφανίζουν το μπαρ και τους ανθρώπους του, μια αίσθηση διαρκούς απειλής που συχνά γίνεται βία, καθώς κι ένας πολύ επιτυχημένος ζώνεκρος raisonneur που αργοπεθαίνει σπαράζοντας και που κάποιες στιγμές, ως βίντεο, υποκαθιστά την παλλόμενη καρδιά του Ναύτη. Το όλο project έχει έναν καταιγιστικό ρυθμό που κατορθώνει να σε παρασύρει σε μιαν ατμόσφαιρα σεξουαλικότητας, αμφιθυμιών και όλο και αυξανόμενων εντάσεων. Αυτό το αποπνικτικό κρεσέντο οφείλει πολλά στην πρωτότυπη και δυναστευτικά δυνατή μουσική και τα τραγούδια του αγγλικού συγκροτήματος «Hope and Social», τα οποία εκτελούνται από έναν πιανίστα σε εικαστικά εφιαλτικό φόντο.

Πράγματι, το μπαρ είναι δυνητικά τόπος πολυεθνικός, στον οποίο η ανωνυμία και το οινόπνευμα συνιστούν ένα εκρηκτικό μείγμα ευεπίφορο στην ακρότητα. Τότε οι άνθρωποι δοκιμάζονται, αλλάζουν ρόλους, προσωπεία και ιδιότητες, οι αναστολές τους αίρονται και, μέσα στη δίνη του αλκοόλ, τα πάντα γίνονται μπωντλερικώς επιτρεπτά, ενώ κανείς δεν γνωρίζει τι μπορεί να συμβεί από στιγμή σε στιγμή – κατάθλιψη, σεξ, ή φόνος.

  • Η παράσταση

Τις ανωτέρω λοιπόν, αισθήσεις, που όποιος έχει πολυχρόνια μπαρική θητεία τις γνωρίζει καλά στο πετσί του, η παράσταση τις μετέφερε. Αλλά πιστεύω πως το όλο εγχείρημα, σοφά «στριμωγμένο» στην ασφυξία περιορισμένης, σχεδόν μισής σκηνής, θα κέρδιζε πολύ περισσότερο τη συμμετοχή των θεατών αν τα σκηνογραφικά και ενδυματολογικά του μέρη δεν ήσαν τόσο φτωχά (Λόρα Χόπκινς, Σάιμον Κένυ). Δεν μιλώ ασφαλώς για φαντασμαγορία, ίσως όμως για μια πιο εμπλουτισμένη, ενδεχομένως φελλινίζουσα, παρουσίαση του μπαρ, σε πιο ευέλικτους και όχι τόσο φανερούς στο κοινό μηχανισμούς των δραστικότατα κινούμενων τελάρων και, τέλος, σ’ έναν πιο υπογραμμισμένο (χρωματικά; εθνολογικά; χαρακτηρολογικά;), με μεγαλύτερη έξαψη, ενδυματολογικό σύνολο. Δεν μπορώ να θεωρήσω αυτή τη σκηνογραφική πενία έλλειψη πόρων, μια και το εγχείρημα υποστηρίζεται από τρεις ισχυρούς φορείς, διαφωνώ δε με την ενδεχομένως εσκεμμένη θαμπή επιλογή που, κατά τη γνώμη μου, απομείωσε το αποτέλεσμα. Ενας τέτοιος χώρος απαιτεί κρύσταλλα, μπουκάλια κι όλες τις σχετικές ενδείξεις παρακμής.

  • Ερμηνείες

Στην διαρκή αλλά και περίπου σιωπηρή τους υπερκινητικότητα μέσα στους τεχνητούς λαβυρίνθους του μπαρ, όλοι οι ηθοποιοί ανταποκρίθηκαν με επαγγελματική ακρίβεια και τεχνική αρτιότητα. Ελληνες ήσαν ο Δημήτρης Καρτόκης και η Νικολέτα Κοτσαηλίδου. Κύπριοι, η Μυρτώ Κουγιάλη και η Εμμανουέλα Χαραλάμπους. Και Βρετανοί, ο Σάιμον Ουέινραϊτ, ο Ανταμ Νας και ο Τόνυ Γκιλφόιλ.

Καθώς είδα ενωμένους Ελληνες, Κύπριους και Αγγλους, το μυαλό μου πήγε στο amaro εκείνο ποτό της αιμόφυρτης δεκαετίας ’50 – ’60, σ’ εκείνους που το σερβίρισαν (ελέω μιας δολιότατης «τριεθνούς») και σ’ εκείνους που το ήπιαν… μαύρο πάτο. Αλλ’ ας μη μπούμε σ’ αυτό το εν πονηρίαις γηράσαν μπαρ, που ακόμα δεν λέει να κλείσει…

 

* «Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία» Εθνικό Θέατρο – Νέα Σκηνή

  • Παίζοντας με το θέατρο

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Θα πρέπει πράγματι να στάθηκε καθοριστική για τη ζωή και την πνευματική πορεία του Καζαντζάκη η γνωριμία του με τον Αλέξη (κατά κόσμον Γιώργη) Ζορμπά. Δίπλα στη μορφή του Ομήρου, στον καθηγητή του και πρώιμο υπαρξιστή Μπερξόν, στον πνευματικό του δάσκαλο Νίτσε, ο Ελληνας λογοτέχνης βρήκε κάποτε χώρο για να συμπεριλάβει τον Μακεδόνα μεταλλωρύχο στην προθήκη των δασκάλων του.

Το «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», το απόλυτο ευπώλητο του Καζαντζάκη και της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό, μπόρεσε να καθορίσει τον τρόπο και το ύφος του Ελληνα, να γίνει δοξαστικό μιας γήινης, φιλότιμης και επιπόλαιας ράτσας που θεωρεί την ελευθερία σαν φυσική κατάσταση του γένους. Στην πιο εμπορική εκδοχή, η μορφή του Ζορμπά κατέληξε σε ένα εθνικό τρέιντμαρκ, στο εκμαγείο ενός θεότρελου, ερωτύλου, καραμπουζουκλή Βαλκάνιου, με μεγάλη και όξω καρδιά, που επιβιώνει ξυπόλυτος στις παραλίες.

Λησμονούμε με αυτά ότι, παρά τη ζωική δύναμη που ρέει στο έργο, ο «Βίος» είναι έργο βουτηγμένο στην υπαρξιστική αγωνία. Αν είναι ειλικρινής, αφορά την αγωνία ενός φιλοσόφου που αναγνωρίζει έναν γνήσιο τρόπο ζωής, εκτός λόγου και τέχνης, και αρνείται να τον ακολουθήσει. Την αγωνία ενός αριστερού λόγιου που ζητά να ενωθεί με τον κόσμο της γης και του μόχθου σαν μέρος και δουλευτής του. Την αγωνία ενός λογοτέχνη που καταλαβαίνει ότι, στο τέλος, ο κόσμος κι αν μνημονεύει τον Ζορμπά, θα δοξάζει και θα ακολουθεί τον Καζαντζάκη.

Το «Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία» του Τσέζαρις Γκραουζίνις κατορθώνει κάτω από αυτή τη βαριά σκιά του καζαντζακικού έργου και την ακόμα βαρύτερη του εθνικού φολκλόρ να χαράξει μια μεταδραματική απόπειρα εξέτασης του κλασικού, και μάλιστα να παρουσιάσει ένα είδος θεάτρου που το ελληνικό θέατρο έχει σχεδόν λησμονήσει: το υπαρξιστικό θέατρο. Σε ένα μη χώρο (σκηνικά του Βίταουτας Ναρμπούτας) μεταξύ ζωής και θανάτου, στον ασαφή οντολογικά τόπο του θεατρικού φαίνεσθαι, στο άσυλο ή καθαρτήριο πλασμάτων της φαντασίας, ο κόσμος υπάρχει ως παίγνιο. Εκεί τα πλάσματα μετουσιώνουν τον εγκλεισμό σε χαρά της ζωής, την απελπισία τους σε «άξιον εστί» του μικρού και μεγάλου. Αρχηγός στο κίνημα της επανάστασης ενάντια στο θάνατο τίθεται βέβαια ο Ζορμπάς, αυτός που μπορεί να κλείσει τον κόσμο στη χούφτα του και να τον ρίξει έπειτα σαν το ζάρι. Η δύναμή του και η ενστικτώδης ευτυχία του μεταδίδεται στα ανώνυμα πρόσωπα της σάλας. Τα αριθμημένα πρόσωπα αποκτούν σταδιακά λάμψη από την κατάφαση της ζωής, από την αίσθηση ότι δεν καταλήγουν αλλά εξέρχονται από το τίποτα.

Το ίδιο έργο ωστόσο θα μπορούσε να διαβαστεί με το χαμόγελο ανεστραμμένο. Γιατί το ίδιο σύμπαν, η ίδια κοσμολογική και υπαρξιακή κατάσταση μπορεί να γίνει εμβατήριο ζωής, όσο και φρικώδης θρίαμβος του παραλόγου. Μέσα στη φυλακή, με την αίσθηση ότι το μεγάλο παιχνίδι δεν ανήκει παρά στον μεγάλο δεσμοφύλακα, η παιδικότητα μοιάζει επίπλαστη, η χαρά προσωρινή, η ουτοπία μάταιη, αν όχι γελοία.

Για μια ακόμη φορά ο Λιθουανός σκηνοθέτης διδάσκει μια ομάδα Ελλήνων ηθοποιών όχι να παίζει θέατρο, αλλά να παίζει με το θέατρο. Βασικό του στοιχείο είναι το παιχνίδι της παιδικής συναισθησίας, της ποιητικής αποκάλυψης των πραγμάτων. Το πιο σημαντικό για εμάς είναι ότι το κάνει αυτό με Ελληνες ηθοποιούς, βάζοντας τελεία στις αμφιβολίες για το αν μπορούν να παίξουν σε ένα μεταδραματικό πεδίο, αν μπορούν να ασκηθούν σε ελεύθερα σκηνικά δεδομένα. Με πρωτεργάτη τον Μανώλη Μαυροματάκη, που σημειώνει μια μεγάλη στιγμή για την ελληνική υποκριτική, υποδυόμενος έναν ρόλο που υποδύεται τον Ζορμπά (!), και οι εννιά (Εύα Κεχαγιά, Δημήτρης Πασσάς, Απόστολος Πελεκάνος, Μάρω Παπαδοπούλου, Δημοσθένης Ελευθεριάδης, Δέσποινα Κούρτη, Δημήτρης Κουρούμπαλης και Πολυξένη Ακλίδη) κατακτούν ένα θέατρο που διαχέεται σαν ζωική δύναμη στον κόσμο και ενώνει τα κομμάτια του σε ένα.*

* «Να μου στείλετε μια ρεπούμπλικα!» από την αυτοβιογραφία «Η ζωή μου στο Δρομοκαΐτειο» του Ρώμου Φιλύρα, στο Θέατρο ΑΡΓΩ

  • Η κόλαση στον πάνω κόσμο

  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

«Οι γιατροί, ο λευκοφόρος όμιλος που θέλει να μας κάνει καλά… Δηλαδή να γυρίσουμε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδούμε με την κρίση του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, πιο αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά…».

Με αυτή την τραγική διαύγεια στα φωτεινά διαλείμματα της ψύχωσής του, καταγράφει στα 1930 σε κουρελόχαρτα του ψυχιατρείου ο Ρώμος Φιλύρας (1888-1942) τη ζωή στο ίδρυμα, τα κλινικά συμπτώματα της αρρώστιας του και των άλλων «προνομιούχων της τρέλας», μαζί με πλήθος κοινωνικών σχολίων της εποχής.

Σχεδόν 70 χρόνια μετά τον θάνατό του στο Δρομοκαΐτειο «μόνου και ξεχασμένου», ο παραγνωρισμένος ποιητής Φιλύρας έρχεται σήμερα, με αφορμή μια παράσταση, να ταράξει το νου μας με τις συγκλονιστικές αυτοβιογραφικές σημειώσεις του στη διάρκεια του 15χρονου εγκλεισμού του στο άσυλο. Δεν είναι πια ο μεγαλομανής νάρκισσος της προηγηθείσας «Παράδοξης αυτοβιογραφίας», που σε τροχιά παραληρηματικής αυτοεξιδανίκευσης με εμμονή στους τίτλους ευγενείας, προείκαζε ίσως την επικείμενη διανοητική του κατάρρευση. Εχει βιώσει το γκρέμισμα της ουτοπίας και το σακάτεμα από την εγκατάλειψη και τον ζόφο. Είναι ένας «θαμμένος ζωντανός» εν πλήρει συνειδήσει: «Αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από τη λογική!».

Φυλαγμένα από φιλότιμους διασώστες του έργου του, τα ημερολόγια του Δρομοκαΐτειου εμφανίζουν τις φιλυρικές μεταπτώσεις από την πραγματικότητα στη μυθομανία, τις εξάρσεις υπομανιακής σύγχυσης, τη δεσπόζουσα φασματική παρουσία του έρωτα, ενώ βρίθουν από πλεοναστικά επίθετα και πυρετικές ολοσέλιδες προτάσεις. Ωστόσο, ο αφοπλιστικά αυθόρμητος, λαχανιασμένος, σχεδόν προφορικός λόγος, διαπνέεται από ποιότητα λογοτεχνικής έκφρασης, εκπληκτικές λυρικές διακυμάνσεις, ανατριχιαστική οξυδέρκεια και αυτοσαρκασμό, προσδίδοντας ρίγος τραγικού στη μετεώριση του ποιητή ανάμεσα στη λογική και την τρέλα, τον ρεαλισμό και την υπέρβασή του, καθώς και μια πρώιμη υπερρεαλιστική χροιά στο ύφος της γραφής του.

Ο μονόλογος που συνέταξε και σκηνοθέτησε ο Γιάννης Αναστασάκης με μαρτυρίες και ποιήματα του έγκλειστου Φιλύρα, θεατροποιεί την ιδιάζουσα εσωτερική αυτοβιογραφία λιτά, χαλαρά, χωρίς υφολογικά τεχνάσματα. Παρά τη νευρικότητα της πρεμιέρας, που εξωθούσε τον Δημήτρη Κοτζιά να «τρέχει» ενίοτε την αφήγηση αδικώντας την, ο ηθοποιός ανασυνθέτει σταδιακά με φυσική συστολή και ειλικρίνεια την ιδιοσυστασία ενός ανθρώπου σε κρίση. Μας αγγίζουν η λάμψη στο βλέμμα πίσω από τα μυωπικά γυαλιά και το αχνό τρωτό χαμόγελό του, καθώς προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην άβυσσο και τη νηφαλιότητα.

Στο μαύρο σκηνικό-κουτί με το παλιό νοσοκομειακό κρεβάτι και τα σκόρπια χειρόγραφα (σκηνικό: Ιουλία Σταυρίδου), ο «Φιλύρας» κουστουμαρισμένος και όρθιος, περιγράφει την «τρισελεύθερη» ζωή του μποέμ κοσμικογράφου έξω στην τρυφηλή αστική Αθήνα, πριν την «πετριά», τον ασίγαστο πόθο του για ζωή («εδώ αγαπούμε -αλίμονο- πιότερο τη ζωή»), σχολιάζει με συμπόνια τους πιο τρελούς απ’ αυτόν, επιζητεί τη μακαριότητα της πλήρους άνοιάς τους, αναλύει με ακρίβεια και μαύρο χιούμορ το μαρτύριο της δικής του «ελαττωματικής» κατάστασης («θέλω να αποτρελαθώ, να μη νιώθω πια τίποτα!»). Ενδιάμεσα, αποδιοργανωμένος από πανικούς, τρυπώνει κάτω από το κρεβάτι γρυλίζοντας, συνέρχεται, γράφει πυρετωδώς επιστολές σε μια φανταστική αγαπημένη, μέχρι να ξαναχτυπήσει «ο σίφουνας της μανίας», ενίοτε με έναν θόρυβο που του σπάει τα μηνίγγια και τον σαλτάρει, οπότε δένεται ρουτινιάρικα στο κρεβάτι από δύο βλοσυρούς νοσοκόμους (Ζαχαρούλα Οικονόμου, Κωστής Σειραδάκης).

Μια σπάνια καταβύθιση στον μουγκό κόσμο της σχιζοφρένειας, σε μια παράσταση ευαίσθητη, κατά τα ειωθότα του θεατρικού οργανισμού ΣΤΙΓΜΗ.*

Παλιότερα άρθρα »

Blog στο WordPress.com.