«Cinemascope. Ενα ντοκιμαντέρ για το τέλος του κόσμου» Ομάδα blitz – BIOS – Φεστιβάλ Αθηνών

  • Ενας κόσμος που πεθαίνει σαν θέαμα

  • «Cinemascope. Ενα ντοκιμαντέρ για το τέλος του κόσμου» Ομάδα blitz – BIOS – Φεστιβάλ Αθηνών
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

Σύλλας Τζουμέρκας και Μαργιαλένα Μαμαρέλη περιμένοντας το τέλος της  ανθρωπότητας

Σύλλας Τζουμέρκας και Μαργιαλένα Μαμαρέλη περιμένοντας το τέλος της ανθρωπότητας

Κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί πως οι blitz έχουν καλές ιδέες. Στις μέχρι σήμερα προσπάθειές τους διακρίνει κανείς την ομάδα που έχει εξαρχής επενδύσει στη «φεστιβαλική» προσέγγιση της τέχνης, στη ριζική αναθεώρηση της σκηνικής πράξης, στον έλεγχο της σχέσης καλλιτέχνη και κοινού, στην επαναδιατύπωση της θεατρικής γλώσσας.

Αυτή τη φορά, όμως, ξεπέρασαν τον εαυτό τους. Η τελευταία παραγωγή τους για το Φεστιβάλ ξεπερνά τα εσκαμμένα και αφορά πια τον ίδιο τον ορισμό του θεάματος, καθώς και τον διάλογο της τεχνολογίας με τα μέσα της σκηνικής τεχνικής.

Στο «ντοκιμαντέρ» που στήνουν οι blitz το θέατρο ακολουθεί την κινηματογραφική τεχνική του μονόπλανου, εγγράφοντας στο εύρος και στην ανεπαίσθητη κίνησή του τη θεατρικότητα του Μαρτάλερ, τη διαδικασία του χάπενινγκ, την επέκταση του θεάτρου εκτός των τειχών του οίκου του. Η τεχνολογία των ασύρματων ακουστικών με τα οποία προμηθεύουν οι συντελεστές τους θεατές (ένα θαυμαστικό αξίζει εδώ, δίπλα από τα ονόματα των παραγωγών) δεν είναι μόνο μια καινοτομία: είναι ένα εύρημα που απλώνει και εμπλουτίζει το θεατρικό βλέμμα. Από μια άποψη πρόκειται για το παλιό εκείνο «κρυφοκοίταγμα», που τόσο αγαπάει το θέατρο. Οχι όμως ένα κρυφοκοίταγμα «προς τα μέσα», όπως το θέλησε κάποτε ο νατουραλισμός, αλλά «προς τα έξω», προς τον δρόμο που περικλείει το θέατρο, τους διαβάτες και τις μυστικές ζωές που διαφεύγουν την πραγματικότητά του.

Από εκεί και πέρα μπορούν να ειπωθούν πολλά. Οπως ότι η φωνή που φτάνει στα αυτιά μας απευθύνεται σε όλο το κοινό, όσο και στον καθένα ξεχωριστά, σε μια συλλογική εντύπωση ή σε μια εντύπωση που συντίθεται από μονάδες. Μια διπλή παραβίαση λοιπόν: Ακούμε τα μυστικά των προσώπων που διαβαίνουν στον δρόμο, και την ίδια στιγμή νιώθουμε ότι πλησιάζουν υπερβολικά κοντά, πως μιλούν στο αυτί, αποκλειστικά σε εμάς.

Είναι αυτά θέματα που ασφαλώς θα κερδίσουν εκτενείς αναφορές στις μελλοντικές αποτιμήσεις της παράστασης. Προς το παρόν ας περιοριστούμε στο ότι η ίδια υπηρετεί ένα εσχατολογικό θέμα: δείχνει τις τελευταίες μέρες της ανθρωπότητας, μια πορεία που αφορά όχι μόνο την κοινότητα, αλλά και τον άνθρωπο. Καθώς οι άνθρωποι έχουν χάσει την εσωτερικότητά τους, μένουν διάφανοι και ευάλωτοι, διαπερατοί στη φθορά και στο φως. Μοναδική παρηγοριά η λογοτεχνία, ίσως, ο κινηματογράφος, -και μαζί: η αυτοσκηνοθεσία του χαμού. Θαρρείς πως όλοι συμμετέχουν σε ένα μελοδραματικό τέλος ή πως φιλιώνουν με τον θάνατο ποζάροντας μπροστά στον φακό του. Είναι ένας κόσμος που πεθαίνει σαν θέαμα.

Το πρόβλημα με τους blitz είναι πως θέλουν να πουν πολλά, με την πρώτη. Η φαντασία τους εργάζεται ακατάπαυστα, δρα όμως με διασπαστικό τρόπο. Η ασάφεια επιτείνεται από τα επιμέρους θέματα, τις αναλύσεις, τον κύριο που μιλά «off-camera», τα μπρεχτικά κατ’ ιδίαν, τα ιντερμέδια… Η πρώτη εντύπωση ωστόσο παραμένει: ένα αληθινά σημαντικό πόνημα, κάτι επιτέλους που αξίζει να συζητηθεί στο Φεστιβάλ.

Το ότι το πράγμα βαίνει καλώς, το βλέπει κανείς στα μάτια των συντελεστών. Εχουν καταλάβει ότι βρήκαν λίθο πολύτιμο. Το τοπίο του «εντός δρόμου» σχηματίζεται από τους Θανάση Δεμίρη, Σιαμάκ Ετεμάντη, Βάσω Καμαράτου, Ελένη Καραγιώργη, Ελίνα Λούκου, Μιχάλη Μαθιουδάκη, Γιάννη Μαλογιάννη, Μαργιαλένα Μαμαρέλη, Σύλλα Τζουμέρκα και Μαρία Φιλίνη. Η σκηνοθεσία και η δραματουργία είναι συλλογικές, οι θαυμάσιοι φωτισμοί όμως του εξωτερικού χώρου ανήκουν στον Τάσο Παλαιορούτα.*

Κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί πως οι blitz έχουν καλές ιδέες. Στις μέχρι σήμερα προσπάθειές τους διακρίνει κανείς την ομάδα που έχει εξαρχής επενδύσει στη «φεστιβαλική» προσέγγιση της τέχνης, στη ριζική αναθεώρηση της σκηνικής πράξης, στον έλεγχο της σχέσης καλλιτέχνη και κοινού, στην επαναδιατύπωση της θεατρικής γλώσσας.

Advertisements

Σαν το παλιό, καλό «κρασί»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
«Ενας ήρωας, το καμάρι της δύσης»
  • «Ενας ήρωας, το καμάρι της δύσης», στο «Μεταξουργείο»

Αιώνες βασανισμένος από την αγγλοκρατία ο ιρλανδικός λαός γέννησε ουκ ολίγους μεγάλους ποιητές, πεζογράφους, δραματουργούς, που με το έργο τους, άλλοι υπερασπίστηκαν τους αγώνες κι άλλοι τις λαϊκές παραδόσεις και την πολιτιστική «ταυτότητα» του λαού τους. Μεταξύ των πρωτεργατών – διαμορφωτών της εθνικής «ταυτότητας» του ιρλανδικού θεάτρου ήταν και ο (πεθαμένος στα 38 του χρόνια) ποιητής και πεζογράφος Τζον Μίλινγκτον Σινγκ (1871-1909), ο οποίος, παρακινημένος από τον φίλο του και κορυφαίο Ιρλανδό ποιητή Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, ασχολήθηκε με τη δραματουργία. Το ελληνικό κοινό από πολλά χρόνια πριν γνώρισε τον Σινγκ από τα έργα του «Καβαλάρηδες της θάλασσας» και «Η Ντίαρντρη των θλίψεων» και το έργο του «Λεβεντόπαιδο απ’ τη δύση» (1906, η παρουσίασή του το 1907, στο Δουβλίνο, και το 1911 στις ΗΠΑ, ενόχλησε τους στενόμυαλους υπερεθνικιστές Ιρλανδούς). Αυτό το έργο με τίτλο «Ενας ήρωας, το καμάρι της δύσης», επανέφερε στο φως της σκηνής, στο «Μεταξουργείο», ο σκηνοθέτης που συνηθίζει να ανεβάζει έργα παλιών σπουδαίων δραματουργών Στάθης Λιβαθινός, σε μια ελκυστική, χυμώδη θεατρικά παράσταση, από τις καλύτερες, μέχρι τώρα, του θεατρικού χειμώνα. Στο έργο προβάλλει η αγάπη του Σινγκ για την πάτρια γη και τις παραδόσεις της, η εκτίμησή του για το μόχθο του λαού του, η ικανότητά του να ηθογραφεί και ψυχογραφεί χαρακτηριστικούς λαϊκούς τύπους, αλλά και η τόλμη του να σατιρίσει στραβά κι ανάποδα, στενομυαλιές, κουταμάρες, συνήθειες (όπως το πιοτό) του λαού του. Κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι ένας ορφανεμένος από μάνα, καλοκάγαθος, μισοχαζούλης νεαρός αγρότης, που «σκότωσε» τον μέθυσο πατέρα του επειδή τον ξυλοφόρτωνε για να δουλεύει ασταμάτητα. Ο «πατροκτόνος» το σκάει από το σπίτι, κρύβεται μέρες και πεινασμένος καταλήγει στο καπηλειό του χωριού. Ζητώντας εκεί καταφύγιο, ομολογεί πως σκότωσε τον αυταρχικό πατέρα του. Η κόρη του κάπελα, που ο πατέρας της την παντρολογεί με έναν δειλό και ασχημούλη, θεωρώντας «ήρωα» τον «φονιά», ερωτοχτυπιέται μαζί του, όπως κι εκείνος. Ενώ οι δειλοί και οι πιωμένοι τον τρέμουν, μέχρι να εμφανιστεί ο «νεκραναστημένος» πατέρας, οπότε όλοι, και η αγαπημένη του, στρέφονται εναντίον του, αλλά και η πλοκή στρέφεται σε κωμωδιογραφικό αίσιο τέλος. Με τη χυμώδη γλωσσικά μετάφραση (Γιώργος Δεπάστας – Ζένια Κριτσέφσκαγια), το ευρηματικά λιτό σκηνικό και τα όμορφα (από γεώδη χρωματικά λινάτσα) κοστούμια (Ελένη Μανωλοπούλου), τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Αλέκος Αναστασίου), την ψυχοσωματοποιημένη κινησιολογία και χορογραφία (Κωνσταντίνος Μίχος), τη ζωντανά εκτελεσμένη μουσική (Κώστας Μαγγίνας), τις ενιαίου υποκριτικού ήθους ερμηνείες όλων των ηθοποιών- παλιών συνεργατών του Στ. Λιβαθινού (από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου), υπό τη λεπτομερειακά δουλεμένη, γοργόρυθμη, με αίσθηση του χιούμορ, σκηνοθετική καθοδήγηση, αναδύεται το ύφος ενός έργου που θυμίζει την τσεχοφική δραματουργία, αλλά και το ήθος και η ψυχή ενός λαού που θυμίζει πολύ το δικό μας λαό. Επαινο αξίζουν όλοι οι ηθοποιοί για την ομόψυχη ερμηνευτική τους κατάθεση, από την οποία ιδιαιτέρως ξεχωρίζουν οι ερμηνείες των Νίκου Καρδώνη, Αννας Κουτσαφτίκη (στους πρωταγωνιστικούς ρόλους των δύο ερωτευμένων νέων) και της Μαρίας Ναυπλιώτου. Μια παρατήρηση, που λίγο – πολύ αφορά όλες τις ερμηνείες, παρατήρηση που, ίσως, πρέπει να απασχολήσει τους αναμφίβολα ταλαντούχους ηθοποιούς, αλλά πρωτίστως τον σκηνοθέτη, καθώς εκείνος, από χρόνια, έγινε ο «μέντορας» και διαμορφωτής της υποκριτικής τους. Μιας – υπεράνω του μέτρου – καθ’ υπερβολήν εκφραστικής υποκριτικής, ενός περιγραφικού υπερπαιξίματος, που χρόνο το χρόνο, παράσταση την παράσταση, δείχνει να τείνει προς τη σχηματοποίηση, την επιτηδευμένη, την επιδεικτική πόζα.

«Χιούι»
  • «Χιούι» από τις «Οψεις»

Το άγνωστο μονόπρακτο του Ευγένιου Ο’ Νιλ «Χιούι» ανέβασαν (στο «Bios») οι «Οψεις» της Ασπας Τομπούλη, σε δική της μετάφραση και σκηνοθεσία. Το «Χιούι» (1941) είναι το μόνο σωζόμενο από μια σειρά 7-8 μονοπράκτων που έγραψε ο κορυφαίος Αμερικανός δραματουργός, με ενιαίο τίτλο «Αντί νεκρολογίας». Κάθε μονόπρακτο τιτλοφορούνταν με το όνομα ή το παρατσούκλι ενός νεκρού και είχε μόνο δύο πρόσωπα (το βασικό μιλά για κάποιον νεκρό, το άλλο απαντά, σιωπά, κυρίως σιωπά). Ο Ο’ Νιλ, επηρεασμένος ίσως από το αμερικανικό αστυνομικο-κοινωνικό φιλμ νουάρ, με το «Χιούι» συνθέτει ένα ποιητικά νατουραλιστικό (ο πρωταγωνιστής μιλά την αργκό της δεκαετίας του 1930) θεατρικό «νουάρ», προβλέποντας και σκηνική χρήση ειδικών ήχων και φιλμικών εικόνων. Ο μύθος τοποθετείται στη Ν. Υόρκη, το 1928. Η οικονομική κρίση στη «μητρόπολη» του καπιταλισμού φουντώνει, όπως και οι συνέπειές της: Ανασφάλεια, ανεργία, παρασιτικότητα, βία, εγκληματικότητα. Νύχτα. Οι θόρυβοι της νύχτας ακούγονται πιο ανησυχαστικοί. Εξάπτουν τη φαντασία. Ενσπείρουν φόβο. Στη ρεσεψιόν ενός φτηνού ξενοδοχείου ένας φουκαράς, τίμιος οικογενειάρχης, που – μετά το θάνατο του προηγούμενου νυχτερινού υπαλλήλου, που λεγόταν Χιούι – από ανάγκη δέχτηκε τη νυχτερινή βάρδια, με τους ανησυχαστικούς θορύβους «προσμετρά» τους κινδύνους, τη μοναξιά και αγρύπνια του για ένα ψωρομεροκάματο. Η πόλη βρίθει από λογής λογής μοναχικούς, έρημους ανθρώπους. Μοναχικός, ουσιαστικά έρημος και φοβισμένος είναι και ο πελάτης που εμφανίζεται. Ο Ερι, παλιός, περιστασιακός ένοικος του ξενοδοχείου, «φίλος» του Χιούι, ανεπάγγελτος, «παράσιτο», μονίμως άφραγκος – καθότι μικροκομπιναδόρος, παρακατιανός και εκτός μαφίας – χαρτοπαίκτης. Δυο διαφορετικοί άνθρωποι. Μόνη ομοιότητα, η μοναξιά και η βιοποριστική ανάγκη τους. Η μοναχικότητα του ρεσεψιονίστ εκφράζεται με τη σιωπή. Η μοναχικότητα του Ερι, με πρόσχημα τις αναμνήσεις του από τον πεθαμένο Χιούι, εκφράζεται με την ανάγκη του να επικοινωνήσει, να μιλήσει με έναν άνθρωπο, να εξομολογηθεί ιστορίες του, βιώματα, επιθυμίες, αλήθειες και ψέματα, ακόμα και σε έναν άγνωστο. Η μετάφραση και η λεπτοδουλεμένα ρεαλιστική, ατμοσφαιρικότατη – με τις νυχτερινές βιντεοεικόνες και τις όμορφες τζαζ συνθέσεις (Πλάτων Ανδριτσάκης – Μίκυ Παντέλους), ζωντανά εκτελεσμένες από τον δεύτερο – σκηνοθεσία ανέδειξε την ενδιαφέρουσα δραματουργική γραφή του έργου, αλλά και ευεργετήθηκε από τις ερμηνείες. Από τον ιδιόμορφα μελαγχολικής αισθαντικότητας Μάνο Σταλάκη (ρεσεψιονίστ) και προπαντός από τη σπάνια, έμφυτη νατουραλιστική αμεσότητα, φυσικότητα και αλήθεια του Κώστα Τριανταφυλλόπουλου. Δημιουργική η συμβολή των Ηλία Κωνσταντακόπουλου (φωτισμοί), Μαρίας Κονομή (σκηνικό) και Κλερ Μπρέισγουελ (κοστούμια).

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 21/01/2009

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ