• Μια γυναίκα, τέσσερις άνδρες
  • Δύο ομοφυλόφιλα ζευγάρια, το έιτζ και η Μαρία Κάλλας στο έργο του Τέρενς ΜακΝάλι
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 6 Iουνίου 2010
  • Τερενς ΜακΝαλι «The Lisbon Traviata», σκην.: Λάζαρος Γεωργακόπουλος. Θέατρο Aκης Δαβής – Αλκμήνη

Παλιά -πριν από 20 – 30 χρόνια- το έιτζ ήταν μια θανατερή αρρώστια από την οποία δεν γλίτωνε κανείς. Σήμερα, μπορεί  η «νόσος των ομοφυλοφίλων», όπως την είχαν λανθασμένα χαρακτηρίσει εκείνες τις εποχές, να μη θεραπεύεται ολοκληρωτικά ακόμα, αλλά με τα φάρμακα μπορεί κανείς να ζήσει και μάλιστα με καλό επίπεδο ζωής πολλά χρόνια. Oμως, δεν ήταν απλώς η αντιμετώπιση του έιτζ που άλλαξε τη γενική ατμόσφαιρα σε ό,τι αφορά την ομοφυλοφιλία τις τελευταίες δεκαετίες. Τόσο ο ομοερωτικός προσανατολισμός όσο και η ρατσιστική ομοφοβία δεν είναι πλέον αυτό που ήταν τη δεκαετία του ’80. Υπήρξε μια γρήγορη εξέλιξη. Ο δυτικός κόσμος αποκτά πλέον μια νέα συνείδηση. Πριν από δύο μήνες ένα άρθρο στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης», που το υπέγραφε ο Patrick Healy, είχε τον τίτλο «Το σύγχρονο γκέι θέατρο στρέφεται πλέον περισσότερο στην αγάπη παρά στην πολιτική».

Στο κείμενο ο κριτικός ανέφερε πως πάει πια η εποχή των ’80 και ’90 όταν στη σκηνή κυριαρχούσαν τα γκέι «μαχητικά, πολιτικά, απελευθερωτικά μανιφέστα» όπως σε έργα του τύπου «Φυσιολογική καρδιά» και «Αγγελοι στην Αμερική» – με το οποίο μόλις άρχισε το Φεστιβάλ Αθηνών. «Τώρα πια η νέα σεζόν (στη Ν.Υ.) χαρακτηρίζεται από έργα με προσωπικούς προβληματισμούς για κοινωνική εξέλιξη όπου η όποια απελευθέρωση είναι καθαρά προσωπική υπόθεση». Οποιος είδε την ξεχωριστή ταινία «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα, όπου κυριαρχεί μια καθημερινότητα πέρα για πέρα αντίθετη στην τρέχουσα «ηθική», και όπου το τελικό συμπέρασμα είναι -παρ’ όλα αυτά- απόλυτα χαρωπό, μπορεί να συμπεράνει πως η Ελλάδα είναι σίγουρα μπροστά από την «προοδευτική» Αμερική. Τουλάχιστον στον τομέα μιας απογκετοποίησης.

Η θεατρική Αθήνα ανακάλυψε σχετικά πρόσφατα την ομοφυλοφιλία στο θέατρο. Τουλάχιστον αντιμετωπίζοντάς την σοβαρά και όχι σαν καρικατούρα. Βλέπε μια από τις μεγάλες επιτυχίες της χρονιάς «Το Κλουβί με τις Τρελές», το οποίο -όπως αναφέρει το παραπάνω άρθρο- πρόκειται να ξαναπαρουσιαστεί στο Μπροντγουέι με επίκεντρο όχι τόσο τις τραβεστί που κάνουν ντραγκ σόου, αλλά την ιστορία δύο ώριμων ανδρών που συμβιώνουν μεγαλώνοντας μάλιστα και ένα παιδί.

Κεντρικό πρόσωπο στο έργο του Τέρενς ΜακΝάλι «The Lisbon Traviata», που σκηνοθέτησε ο Λ. Γεωργακόπουλος είναι μια γυναίκα η οποία δεν εμφανίζεται, βέβαια, στη σκηνή: η Μαρία Κάλλας. (Ο Τέρενς ΜακΝάλι έχει επίσης γράψει το Master Class, έναν μονόλογο όπου La Divina κάνει ένα μάθημα – διάλεξη για την όπερα. Το έργο που βραβεύτηκε με το βραβείο Tony, το 1996, παίχθηκε στην Ελλάδα από την Κάτια Δανδουλάκη.) Οι υπόλοιποι τέσσερις χαρακτήρες είναι ομοφυλόφιλοι άνδρες, οι οποίοι διαφέρουν χαρακτηριστικά μεταξύ τους. Ο καθένας είναι προϊόν της εποχής του. Ο μεγαλύτερος στην ηλικία, ο Μέντι (Φ. Καστρής), είναι λάτρης της όπερας και κυρίως της Μαρίας Κάλλας. Εμφανώς της παλιάς σχολής, τρέμει το έιτζ κι έχει πάνω του αρκετά ντεμοντέ γυναικωτά τερτίπια. Με τον κάπως νεότερο Στέφεν (Λ. Γεωργακόπουλος) τον συνδέει ένας ανολοκλήρωτος έρωτας και η κοινή λατρεία για το λυρικό θέατρο. Το δεύτερο ζευγάρι είναι νεότερο και δεν έχει πάνω του το παραμικρό σημάδι της «εποχής Παράβα». Απόλυτα «κανονικοί» στην εμφάνιση και στην επαγγελματική τους απασχόληση, ο Μάικ -το μακρόχρονο ταίρι του Στέφεν- (Β. Μπισμπίκης) και ο νεαρός  Πολ (Λ. Βασιλάκης) εκπροσωπούν ακριβώς αυτό στο οποίο αναφέρεται το άρθρο των Ν.Υ. Τάιμς: μια νέα γενιά, η οποία νιώθει απόλυτα ελεύθερη και δεν φέρει κανένα απολύτως εξωτερικό σημάδι που να τους ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους συνομηλίκους της.

Με μία μακρόσυρτη σχεδόν κωμική πρώτη πράξη, η οποία επαναλαμβάνει διαρκώς τη λατρεία του Μέντι για την Κάλλας (ο τίτλος του έργου αναφέρεται σε μια «πειρατική» ηχογράφηση της «Τραβιάτα», το 1958, στην Πορτογαλία) και με μία δεύτερη πράξη όπου η σύγκρουση ενός από τα δύο ζεύγη παίρνει τις διαστάσεις που έχουν οι belcanto όπερες με μελοδραματικό τέλος, το μέτριο έργο προσφέρει παρ’ όλ’ αυτά, καλές ευκαιρίες στους τέσσερις ερμηνευτές του για να χτίσουν ολοκληρωμένους χαρακτήρες.

Οπως είναι ευκολότερο να αποφύγουν το καρατερίστικο στοιχείο στους ρόλους τους οι νεότεροι -ο Β. Μπισμπίκης και ο Λ. Βασιλάκης- είναι ευνοημένοι από τον συγγραφέα. Το τραγικό πάντως στοιχείο, ο τρόμος της μοναξιάς, οι αμφιλεγόμενοι χαρακτήρες που τραμπαλίζουν ανάμεσα στα ευφυολογήματα και στα φιλοσοφημένα συμπεράσματα, όλα αυτά ο ΜακΝάλι τα έχει εναποθέσει στο δεύτερο ζευγάρι. Στους ωριμότερους. Ο Λ. Γεωργακόπουλος σκηνοθέτησε ρεαλιστικά και έπαιξε συγκρατημένα πικρόχολα τον διανοούμενο Στέφεν. Εχοντας επωμισθεί τον πλέον επικίνδυνο ρόλο του «κραγμένου» πλην οπερετικά ενημερωμένου Μέντι, ο Φ. Καστρής ισορρόπησε με επιτυχία, ανάμεσα στο έντεχνο κιτς και το κωμικοτραγικό. Ο Γιώργος Πάτσας κατορθώνει να σφραγίζει ακόμα και τις πιο λιτές δουλειές του, όπως εδώ, με τα σκηνικά και κοστούμια του.

Advertisements