Μπέρτολτ Μπρεχτ – Κουρτ Βάιλ: Η Οπερα της Πεντάρας.

  • Κριτική και σάτιρα πήγαν περίπατο
  • Αγνώριστο ακόμη μια φορά το διασημότερο και κλασικό πλέον έργο των Μπρεχτ και Βάιλ
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, 27/09/2009
  • Μπέρτολτ Μπρεχτ – Κουρτ Βάιλ: Η Οπερα της Πεντάρας. Θέατρο: ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας – ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας

Ο Κουρτ Βάιλ πέθανε το 1950 και ο Μπέρτολτ Μπρεχτ το 1956. Μετά θάνατον, οι άμεσοι κληρονόμοι, οι νόμιμες γυναίκες τους, Λόττε Λένυα και Χελένε Βάιγκελ, υπήρξαν άγρυπνοι φύλακες του μουσικού και συγγραφικού τους έργου. Είναι γνωστές οι ιστορίες για το πως η Βάιγκελ έγινε έξω φρενών και απαγόρευσε στο Θέατρο Τέχνης να συνεχίσει τις παραστάσεις του «Κύκλου με την Κιμωλία» επειδή ο Κάρολος Κουν είχε προτιμήσει την –ρομαντικά ορθόδοξη– μουσική του Μάνου Χατζιδάκι από την αρχική –συναισθηματικά ψυχρή σύνθεση– του Πάουλ Ντεσάου. Ή πάλι το πώς ή ίδια αρνήθηκε να δώσει στην Κατίνα Παξινού τα δικαιώματα της «Μάνας Κουράγιο» για «…να μην το κάνει τραγωδία». Η Παξινού το έπαιξε μόνο μετά τον θάνατο της Βάιγκελ. Δόξα τω Θεώ, οι σημερινοί απόγονοι του Μπρεχτ –ο γιος Στέφαν που ζει στη Νέα Υόρκη και η κόρη Μπάρμπαρα στο Βερολίνο– δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τον όποιο σεβασμό δείχνουν οι ξένοι σκηνοθέτες στο έργο του πατέρα τους. Κι όσο για τον Κουρτ Βάιλ, αυτός δεν απέκτησε παιδιά, οπότε στην περίπτωσή του τα πράγματα είναι ακόμα ευκολότερα.

  • Η παράσταση

Ετσι, το διασημότερο –κλασικό πλέον– έργο των Μπρεχτ και Βάιλ, η «Οπερα της Πεντάρας» μπορεί πλέον να γίνει άνετα λάστιχο στα χέρια οποιουδήποτε διασκευαστή κρίνει ότι μπορεί να το «βελτιώσει». Οπως, καλή ώρα, στην περίπτωση του Θέμη Μουμουλίδη που το πήρε, το… άλλαξε, το φόρτισε με κάποιον συναισθηματισμό και το περιέφερε αγνώριστο το φετινό καλοκαίρι σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.

Εντάξει. Μπορεί το τραγούδι της «Τζένυ των Κουρσάρων» να άλλαξε ερμηνεύτρια ήδη από την εποχή της Μελίνας Μερκούρη που το τραγούδησε ως Τζένυ αντί για την Πόλυ για την οποία είναι γραμμένο –και έτσι– κατά κάποιον τρόπο; – η αλλαγή νομιμοποιήθηκε. Ομως, στην παράσταση ακούγονται κι άλλα. Ακούγεται, για παράδειγμα, το «Alabama Song» και το Yukali που είναι από άλλα έργα, όμως δεν ακούγεται το πρώτο φινάλε της όπερας εκείνο το εκπληκτικό –καγχαστικό– τρίο «περί της αστάθειας της ανθρώπινης φύσης».

Κι άλλες προσθήκες κι άλλες παραλείψεις. Πού να τα αριθμήσω τώρα όλα.

Τέλος πάντων, αυτή η σαρδόνια καγχάζουσα «Οπερα», της οποίας το «ηθικό δίδαγμα» συμπυκνώνεται στο αξίωμα ότι η ίδρυση μιας τράπεζας εξισούται με την ληστεία μιας τράπεζας, και ότι «για να παραμείνεις ζωντανός πρέπει να φας τον άλλον» διαθέτει πάνω απ’ όλα μία σαρωτικά σαρκαστική μουσική, η οποία εκπέμπει ταυτόχρονα και σπάνια ανθρώπινη ευαισθησία.

Πιστεύω ότι σ’ αυτήν την περίπτωση ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έρχεται δεύτερος μετά τον συνθέτη. Η παράσταση που σκηνοθέτησε (για τρίτη φορά – το είχε ήδη κάνει το 1998 και το 2005) ο Θ. Μουμουλίδης δεν είναι ακριβώς κακή. Είναι λάθος. Μοιάζει κουρασμένη, ανόρεχτη και εκτός θέματος. Αναγκαστικά συντομευμένη για να παιχτεί δίχως διάλειμμα, έχει αποκτήσει βέβαια κάποια σβελτάδα, οι ηθοποιοί τραγουδούν σωστά παρά τη δυσκολία ενός play back που τους υποχρεώνει να ακολουθούν αυτοί μια μουσική η οποία, κανονικά, θα έπρεπε να τους συνοδεύει.

Πλησιέστερα στο πνεύμα της μουσικής ήταν οι χορογραφίες του Δημήτρη Παπάζογλου. Χορογραφίες υπολογισμένες για ηθοποιούς οι οποίοι ξέρουν απλώς να κινούνται σωστά. Αλλωστε, το ίδιο ισχύει και για το τραγούδι. Ο Κ. Βάιλ έγραψε μια δήθεν «οπερετική» μουσική κατάλληλη να τραγουδηθεί ακόμα και από αγύμναστες φωνές. Η μόνη «σοβαρή» άρια με τίτλο «Θα πεθάνει από το τζιν που την κερνάω» (την οποία συνήθως παραλείπουν, όπως άλλωστε έγινε κι εδώ) είναι μία άλλη εμφανέστατη παρωδία πάνω στην μπελκάντο όπερα.

  • Ερμηνείες

Στα θετικά της παράστασης είναι και το σκηνικό και τα κοστούμια του Γιώργου Πάτσα, όχι τόσο για κάποια ξεχωριστή αισθητική τους, όσο υπολογίζοντας το καθημερινό στήσιμο – ξεστήσιμο σε διαφορετική πιάτσα. Στον διόλου πρωταγωνιστικό ρόλο της πόρνης Τζένυ μια σωστά απόμακρη Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

Βέβαια, πρώτοι γυναικείοι ρόλοι στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η Κυρία Πίτσαμ –μία πρώτης τάξεως Ρένια Λουιζίδου– η κόρη της Πόλυ (αξιοθαύμαστη η εκπαιδευμένη φωνή της Νάντια Κοντογεώργη) και μια κουτσουρεμένη Λούση (με την εντυπωσιακή Μάρα Βλαχάκη). Βέβαια μόνιμοι σταρ του έργου είναι οι άνδρες. Διαθέτοντας τον πλέον αβανταδόρικο ρόλο ο αφηγητής – κομπέρ Αλέξανδρος Μπουρδούμης δεν τα πήγε κι άσχημα. Κι όσο για τον Στέλιο Μάινα (Μακήθ, ο «αντεροβγάλτης» και ο εξίσου λαμόγιας όσο και δυνάμει τραπεζίτης στην όπερα) αυτός έφερε εις πέρας ένα ντούμπλ-φας χαρακτήρα με την άνεση ενός καλού ηθοποιού. Ο Στ. Μάινας και ο Μάνος Βακούσης (ο ηθικολόγος «Βασιλιάς των Ζητιάνων», Ιερεμίας Πίτσαμ) κατόρθωσαν να βγάλουν την διπλή σάτιρα στους χαρακτήρες τους. Ηταν οι καλύτεροι. Ο Ηλίας Κουνέλης, σαν ο αρχιδιαπλεκόμενος αστυνομικός διευθυντής της αστυνομίας, παρέμεινε μονοδιάστατος. Μια «όπερα» που στα καθ’ ημάς δείχνει να είναι πολύ ακριβότερη απ’ ό,τι τη θέλησαν οι Μπρεχτ και Βάιλ. Εγώ θα την αξιολογούσα στα 3 – 4 ευρώ. Εκεί.

Advertisements

Λίζα Κρον «Πολύ καλά», Μπέρτολτ Μπρεχτ «Αποσπάσματα»

  • Μια μικροαστική καθημερινότητα

  • Αφήγηση φορτωμένη με υπαρξιακο-συμπλεγματικές εμμονές πέραν του Ατλαντικού

  • Του Σπυρου Παγιατακη
  • Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 10/5/2009

ΛΙΖΑ ΚΡΟΝ Πολύ καλά, σκην.: Τάκης Βουτέρης. Θέατρο: Εξαρχείων

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ Αποσπάσματα, σκην.: Κάτια Γέρου. Θέατρο: Καρόλου Κουν

  • Οχι δηλαδή, πως έχει και μεγάλη σημασία αλλά η –σωστότερη και πιο ταιριαστή– μετάφραση του τίτλου «Well» της 47χρονης Αμερικανίδας Λίζα Κρον θα ήταν περισσότερο ένα γενικόλογο «Λοιπόν» παρά αυτό το καθοριστικά θετικό «Πολύ Καλά» που του χάρισε η μεταφράστριά του Αννίτα Δεκαβάλλα. Κι αυτό επειδή τόσο το είδος –αυτοβιογραφικό και stand-upish– του γραψίματος όσο και το περιεχόμενο του κοινότοπου θεατρικού έργου της, το οποίο όλως περιέργως γνώρισε επιτυχία στις αγγλοσαξονικές χώρες, δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερα θετικό ώστε να ’ναι όλα «Πολύ Καλά». Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει εδώ όπως πρόκειται για την αφήγηση μιας μίζερης, αμερικανο-μικροαστικής καθημερινότητας φορτωμένης με υπαρξιακο-συμπλεγματικές εμμονές, με ανεξιχνίαστες αλλεργίες και άγχη ώστε να ξεπεραστούν κάποιες νεγρο-εβραϊκές εμμονές. Ολες τους, δηλαδή, καταστάσεις οι οποίες βρίσκονται μακριά από την υπερ-ατλαντική μας πραγματικότητα. Ακόμα δε περισσότερο κι από την ελληνική.

Ερμηνείες

  • Η μόνη ομοιότητα με ντόπιες καταστάσεις εντοπίζεται στην ηλικιωμένη –δευτεραγωνιστική– μάνα (Ελένη Γερασιμίδου) που βρίσκεται καθηλωμένη στην πολυθρόνα της αναπολώντας τις δόξες από τους παλιούς αντιρατσιστικούς της αγώνες. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος είναι της μονολογούσης κόρης (Αννίτα Δεκαβάλλα) η οποία μπαινοβγαίνει από νοσοκομεία για να θεραπεύσει τις αλλεργικές της νευρώσεις, και μονολογεί απευθυνόμενη στο κοινό.
  • Με εμφανώς λιγότερο τσιριχτή φωνή από τις τυποποιημένες εμφανίσεις της στην τηλεόραση η Ελένη Γερασιμίδου αποδεικνύει το πόσο δύσκολο είναι ν’ απελευθερωθεί ένας καλός ηθοποιός –σαν κι αυτή– από τις προσοδοφόρες τηλεοπτικές ευκολίες του. Δίχως ένα κεντρικό πρόσωπο –τη Λίζα Κρον– με ιδιαίτερα έντονη προσωπικότητα το οποίο να αστράφτει ειλικρίνεια και χιούμορ, ο κεντρικός ρόλος θαμπώνει και παραμένει στατικός κι αδιάφορος. Παρ’ όλες τις αξιοπρεπέστατες πλην ανεπιτυχείς προσπάθειές της, η Αννίτα Δεκαβάλλα δεν κατόρθωσε ν’ απογειωθεί. Ατυχέστατες οι «μουντζουρωμένες» εμφανίσεις των ηθοποιών που υποδύονταν τους «έγχρωμους». Αυτή τη φορά η σκηνοθεσία του Τάκη Βουτέρη διέθετε ελάχιστη έμπνευση κι ευρηματικότητα.

Χατζιδάκις

  • Στην παράσταση με αποσπάσματα από έργα που παίχθηκαν στις ηρωικές εποχές του (υπόγειου) θεάτρου Τέχνης – Καρόλου Κουν η καλή Κάτια Γέρου μου θύμισε το Reader’s Digest. Τα παλιά χρόνια, το αμερικανικό αυτό περιοδικό δημοσίευε μπεστ σέλερ «εν συντομία». Συμπυκνωμένα. Ποιος ξέρει, μπορεί να συμβαίνει ακόμα. Τέλος πάντων, στους μονολόγους –με συνοδεία πιάνου από τον Θόδωρο Κοτεπάνο– η Κ. Γέρου θύμιζε τα παλιά τεύχη του Reader’s Digest. Πάντως τραγουδούσε κιόλας και μάλιστα σωστά. Τραγούδησε κι ένα – δυο τραγούδια από τον «Κύκλο με την Κιμωλία» του –πρώτου νομίζω– Μπέρτολτ Μπρεχτ στην Ελλάδα. Σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι και τη λυρικότατη μετάφραση (σωστότερο είναι « απόδοση» όπως κι αναγράφεται) του Οδυσσέα Ελύτη. Το «Τρεις Στρατηγοί» κι ένα άλλο. Τραγούδια που μου άρεσαν πολύ στα νιάτα μου.
  • Διαβάζω τώρα στο πρόγραμμα της παράστασης που έλεγα παραπάνω ένα σημείωμα του Μάνου Χατζιδάκι από το περιοδικό «Η λέξη» (1987). «Μήπως ο Μπρεχτ του «Κύκλου με την κιμωλία» και η θερμότητα που ανέδιδε είχε καμιά σχέση με τον ψυχοτριγωνομετρικό Μπρεχτ του «Μπερλίνερ Ανσάμπλ»; Ναι, αλλά η κυρία Ελεν Βάιγκελ, η γυναίκα του Μπρεχτ που απαγόρευσε την ανίερη συνέχειά μας, δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο ανάγκη είχε ο Μπρεχτ από την παράστασή μας αυτή για να γίνει λαϊκός». Να μην ανοίξουμε τώρα μεταθανάτια κουβέντα επ’ αυτού, Μάνο Χατζιδάκι. Θεωρώ πως σφάλλεις κι εσύ όπως και ο Μπρεχτ. Φυσικά και η μουσική σου ήταν περισσότερο εύπεπτη και πιο «λαϊκή» απ’ αυτήν του Πάουλ Ντεσσάου. Κι όσο για σένα Μπ. Μπ., η επιθυμία σου να «εκπαιδεύσεις σοσιαλιστικά» το κοινό σου παρουσιάζοντας μία Γκρούσα στον «Κύκλο» που αγαπούσε ένα ξένο παιδί περισσότερο από την αληθινή του μάνα, ή πάλι εκείνη την αδίστακτη Μάνα Κουράγιο που πουλούσε τα παιδιά της στον πόλεμο, μάλλον απέτυχε.
  • Ο –τότε– λαός προτιμούσε τον Ξανθόπουλο με την Βούρτση και –τώρα– τα μελένια τηλεοπτικά σήριαλ από τα δικά σου–διόλου ψυχοτριγωνομετρικά, πού εσφαλμένα χαρακτήριζε ο Μ. Χατζιδάκις. Δυστυχώς (;) ο χρόνος αποδεικνύει πλέον ότι ο (ανενημέρωτος;) λαός παραμένει πάντα με την καρδιά κοντά στο «θέατρο του πάθους» που έλεγε και ο Μάνος και στην αισθαντική μουσική του Χατζιδάκι και διόλου στο εγκεφαλικό αισθητικό γκέτο της μειονότητας που εξακολουθεί να λιγώνει με τον Μπρέχτ – και δεν είναι παρά μια μικρή μειοψηφία.

* «Ο κύκλος με την κιμωλία στον Καύκασο» ΚΘΒΕ – Μονή Λαζαριστών

του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Ακόμα ένας Μπρεχτ στο θέατρό μας -και μάλιστα σε δύσκολους καιρούς. Το ΚΘΒΕ παίρνει αυτή τη φορά το ρίσκο -ο Μπρεχτ είναι πάντα ρίσκο- και ανεβάζει τον «Κύκλο με την κιμωλία», έργο δηλαδή με ιδιαίτερη βαρύτητα στον διάλογο με τον συγγραφέα και την παρακαταθήκη του. Είναι ζήτημα αν τον Μπρεχτ τον κατακτήσαμε πότε στην ολότητά του -όπως, ας πούμε, κατακτήσαμε τον Λόρκα-, είναι πάντως αδιαμφισβήτητο ότι λίγοι άλλοι συγγραφείς μάς προβλημάτισαν τόσο, σήκωσαν μεταξύ μας τέτοια αντιπαράθεση, παρήγαγαν τόσο πλατιά συζήτηση στους κύκλους των διανοουμένων μας.

Γεγονός είναι πως ο άνθρωπος από τους μέλανες δρυμούς αιωρείται ακόμα πάνω από τη σκηνή μας σαν γοητευτικό αίνιγμα. Είναι αυτό η ευλογία και η κατάρα του. Κάθε φορά που βλέπουμε Μπρεχτ, εξετάζουμε εκ νέου τον παλιό διάλογο με την πολιτική μας θέση, τις θεωρητικές μας προτάσεις, τις έλλογες διαπιστώσεις μας: με άλλα λόγια, το επικό του θέατρο κινδυνεύει από κάποια στιγμή και μετά να γίνει εντός μας υπερ-επικό. Λησμονούμε έτσι πως αν βλέπουμε ακόμα έργα σαν τον «Κύκλο», είναι γιατί ο Μπρεχτ δημιούργησε πριν από όλα ένα σπουδαίο θέατρο.

Νομίζω όμως ότι τώρα πια, ύστερα από τόσες συζητήσεις γύρω από τον Μπρεχτ, είμαστε ίσως σε θέση να χαρούμε με τον Μπρεχτ. Ο Σωτήρης Χατζάκης, στον οποίο πέφτει το βάρος της διδασκαλίας, είχε όλα τα εχέγγυα για μια ώριμη προσέγγιση: διαπιστωμένη αντίληψη για το μπρεχτικό θεατρικό συμβάν, ύφος και, βέβαια, αρκετή εμπειρία για να αποφύγει το ολίσθημα της λογιοσύνης.

Ετσι, ο Χατζάκης μπόρεσε να δει τον «Κύκλο» σαν αυτό που, κατ’ αρχήν, είναι: σαν παραμύθι ανοιχτό στα ρεύματα των εποχών και στις ερμηνείες του μέλλοντος. Είδε στο κέντρο το πανάρχαιο ερώτημα: ποια είναι επικρατέστερη, η φύση ή η πράξη του ανθρώπου; Ακόμα και το πιο αδιαφιλονίκητο φυσικό δικαίωμα, ακόμα και η πιο κρατούσα κατοχή, η σχέση μάνας και παιδιού, λέει ο Μπρεχτ, είναι και αυτή σχέση που κατακτιέται και χτίζεται με τη θυσία και τον αγώνα. Αν πειστούμε πάνω σε αυτό, τότε καμιά ιδιοκτησία δεν θα μας φαίνεται πλέον «φυσική».

Εμφανίζεται όμως και εδώ, για ακόμη μια φορά, το πρόβλημα της μεγάλης σκηνής. Το έχουμε ξαναπεί: ακόμα και έμπειροι σκηνοθέτες μας δυσκολεύονται να λειτουργήσουν σε μεγάλες διαστάσεις. Το μικρό κυκλικό πατάρι που έχει τοποθετήσει στο κέντρο του θεάτρου ο Χατζάκης, πέρα από τις θεωρητικές ερμηνείες που σηκώνουν από μόνες τους συζήτηση, κάνει φανερό πως ο ίδιος θα ένιωθε άνετα σε κάποια μικρότερη σκηνή. Τώρα υπάρχει η αίσθηση ότι κάτι μένει άδειο και κούφιο, πως μετεωρίζεται χωρίς στήριγμα.

Δεν ακυρώνουν οι παρατηρήσεις αυτές την παράσταση, την εμποδίζουν όμως να απογειωθεί. Η Ταμίλα Κουλίεβα είναι ηθοποιός εγγύτητας. Δυσκολεύομαι να αισθανθώ την ερμηνεία της σαν Γρούσα στο πλατύ θέατρο. Χωρίς να αφήνει ιδιαίτερη αίσθηση περνά από δίπλα της και ο Σίμων του Μάνου Παπαγιάννη και οι περισσότεροι από τους άλλους ηθοποιούς.

Και τότε, πάνω στην ώρα, εμφανίζεται ο Αζτάκ του Κώστα Σαντά. Ναι, έχει μανιέρα. Εχει όμως προσωπικότητα -και έχει, όπως πάντα, τρομερό γκελ. Ξυπνάει με μιας το κοινό και κουρδίζει μια παράσταση που βαραίνει από επεισόδιο σε επεισόδιο.

Η μουσική της Σαβίνας Γιαννάτου υποστηρίζει τα δρώμενα, αλλά δεν εντυπωσιάζει -είναι άλλωστε τέτοια η μουσική που έχει εμπνεύσει κατά καιρούς ο Μπρεχτ! *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 10/01/2009