Ουτοπίας αναίρεση

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Από την παράσταση του «Πλούτου» µε τους Αλέξανδρο Μυλωνά (Χρεµύλος), Δηµήτρη Λιγνάδη (Πλούτος) και Μάνια Παπαδηµητρίου (Καρίων)
  • Ο «Πλούτος» είναι, νοµίζω, η πιο πολυπαιγµένη κωµωδία του Αριστοφάνη µεταπολεµικά

Μετρώ, και πιθανόν κάτι µου διαφεύγει που δεν είδα, δεκαοκτώ παραστάσεις που είδα εγώ από τη σκηνοθεσία του Κουν του 1957 στο Πεδίον του Αρεως. Εκτοτε τη σκηνοθέτησαν ο Τριβιζάς, ο Αποστόλου, ο Ντουφεξής, ο Ευαγγελάτος, δύο φορές ο Μπάκας, δύο ο Παροίκος, ο Αρµένης, ο Φασουλής, ο Κουγιουµτζής, ο Καρακατσάνης, δύο φορές ο Μαστοράκης και δύο φορές µε τη φετινή ο Χρονόπουλος και βέβαια ο Λούκα Ρονκόνι.

Το φαινόµενο δεν είναι ανεξήγητο. Ο «Πλούτος» είναι µια ιδιότυπη ουρά στο αριστοφανικό έργο, αφού, όπως λέγεται από τους ιστορικούς του θεάτρου, ανήκει πλέον στη µέση κωµωδία και αχνοφέγγει η νέα κωµωδία που δόξασε ο Μένανδρος. Ο κατ’ εξοχήν αριστοφανικότερος και ως σκηνοθέτης και ως µελετητής του µεγάλου κωµωδιογράφου (µε το διεθνές µπεστ σέλερ του «Ο ζωντανός Αριστοφάνης») Αλέξης Σολοµός, ενώ ανέβασε τις δέκα από τις ένδεκα κωµωδίες του Αριστοφάνη, δεν ανέβασε τον «Πλούτο» γιατί, κατά τη γνώµη του, ανήκε σε άλλη κατηγορία θεάτρου και ως ύφος και ήθος ποιητικό (δεν είχε χορικά) ήταν κείµενο ή νόθο ή παρακµιακό του κουρασµένου ή απογοητευµένου σατιρικού. Πράγµατι ο «Πλούτος» είναι µια ισχνή κωµωδία και φανερά µιµείται κουρασµένα και χιλιοφορεµένα κωµικά µοτίβα της ένδοξης αριστοφανικής ευρηµατικής. Γραµµένη µετά την κατάρρευση της αθηναϊκής δηµοκρατίας, σε εποχή εσωστρέφειας και συγκρότησης µιας αστικής κοινωνίας, όπου ο παλαιός πολίτης έχει παραχωρήσει τη θέση του σε έναν αδιάφορο πολιτικά κλειστοφοβικό µικροαστό, που σωρεύει δραχµούλες, συναλλάσσεται καχύποπτος στην Αγορά και τον απασχολεί µόνο η επιβίωση και η τιµή του σπιτικού του, σε µια επίσης εποχή που οι θεσµοί της δηµοκρατίας έχουν εκφυλιστεί, µεταξύ αυτών και η χορηγία, έτσι ώστε µια θεατρική παράσταση δεν καλύπτεται µε τα έξοδα και το κόστος χορού (νοικιάζονται περιοδεύοντες σαλτιµπάγκοι, ακροβάτες, ορχηστρίδες ως ιντερµέδια, εφόσον υπάρχουν διαθέσιµα χρήµατα).

Με τέτοια κατάντια ένδοξων παλαιότερα θεσµών καλλιτεχνικών και παιδευτικών, πέραση πάντα έχουν στην τέχνη τα όνειρα, οι ουτοπίες και οι ψευδαισθήσεις.

Ενας πενόµενος θεσµός, της κωµωδίας (που στα χρόνια της ακµής αντί των 15 µελών του χορού της τραγωδίας είχε 24 µέλη) καταφεύγει στο παραµύθι και στην παρηγοριά τού όποιος πεινάει καρβέλια ονειρεύεται.

Ο Αριστοφάνης εκµεταλλεύεται την κοινόχρηστη παράδοση πως ο Πλούτος είναι τυφλός και επινοεί ένα ευφυές ουτοπικό και ηθογραφικό έργο για να µας αφηγηθεί πως ο Πλούτος είδε και από τότε και στο εξής θα µοιράζει δίκαια τα αγαθά. Για να επιτευχθεί το προσδοκώµενο πρέπει να µεσολαβήσει ο θεός και να γίνει θαύµα. Λύση, τουλάχιστον για τον µεγάλο ποιητή της σάτιρας, µελοδραµατική.

Υπάρχει κάτι το αρκούντως ευφυές στον τρόπο που ο Αριστοφάνης ισορροπεί τα πράγµατα, βάζοντας στο ουτοπικό παραµύθι αντιζύγι την Πενία.

Και εδώ ας σταθώ. Στα αρχαία ελληνικά άλλο πράγµα ήταν η πενία κι άλλο η φτώχεια, αφήστε πως ανάµεσα στις δύο αυτές έννοιες µπορεί κανείς να διακρίνει ένα ευρύ φάσµα υποδιαίρεσης της στέρησης: ανέχεια, ένδεια. Η πενία, ουσιαστικό του «πένοµαι» που σήµαινε κατ’ αρχάς κοπιάζω, µοχθώ, αφού στη ρίζα του υπάρχει η λέξη πόνος που σήµαινε µόχθος, κόπωση, κούραση. (Κατάλοιπα σήµερα τα: γεωπόνος, δασοπονία και πονηρός!)

Ο Αριστοφάνης φέρνει στη σκηνή για να συνετίσει τους αλλοπαρµένους µε το παραµύθι του ανοιχτοµάτη Πλούτου Αθηναίους την Πενία, την εργατικότητα, τη φιλοπονία, τη λιτότητα, την ολιγάρκεια κι όχι τη φτώχεια, τη ζητιανιά, την εξαθλίωση κ.τ.λ.

Ο Γιάννης Βαρβέρης, ένας από τους λίγους εγγράµµατους και λόγιους µεταφραστές µας, γνωρίζει ελληνικά και ορθά είδε πως ο Αριστοφάνης υπονοµεύει την ουτοπική παρηγοριά στον άρρωστο φαντασίωση µε τον βλέποντα Πλούτο και προτείνει στη θέση της ψευδαίσθησης και της φαντασίωσης την έντιµον πενίαν, την αξιοπρεπή διαβίωση και την αυτάρκεια µέσω της ολιγάρκειας διά της εργασίας.

Δεν είναι εξάλλου η πρώτη φορά που ο Αριστοφάνης καταφεύγει στην ουτοπία του πρώιµου κοµµουνισµού, µετά τις «Εκκλησιάζουσες» και τους «Ορνιθες». Στα χρόνια µας µεγαλώσαµε µε την ισότητα προς τα κάτω που ευαγγελίστηκε ο υπαρκτός σοσιαλισµός ώσπου αποκαλύφτηκε ο θρίαµβος του Τυφλού Πλούτου της Νοµενκλατούρας.

Ο Βαρβέρης έχει προικίσει τη µεταφραστική µας εποποιία µε τις ευφυείς και σοφές µετασκευές του σε κωµωδίες µετ’ ασµάτων των έργων του Μενάνδρου. Διείδε λοιπόν πως ο «Πλούτος» έχει τα ίδια στηµόνια και υφάδια και διασκεύασε µε ήθος και ύφος κωµειδυλλίου του 19ου αιώνα τον «Πλούτο». Εξοχα. Μετ’ ασµάτων και σχολίων όπως τα τραγούδια που παρενέβαλε ο Σκόκος στην «Τύχη της Μαρούλας» του Κοροµηλά. Και όποιος έχει αντίρρηση ας θυµηθούµε πως ο «Πλούτος» που µας πρωτογνώρισε ο Κουν το 1957 (και παλιότερα) ήταν διασκευή στα καθ’ ηµάς κατά τα πρότυπα του «Τυχοδιώχτη» και του «Υπαλλήλου» του Μιλτιάδη Χουρµούζη. Ο Βαρβέρης έχει σύµµαχό του τον Ραγκαβή της «Διός Επισκέψεως» και του «Κουτρούλη ο γάµος» που είχε, όπως πρόσφατα έγραψα, χορικά που ξεπατίκωναν δοµικά και ρυθµικά τα χορικά των «Ιππέων». Ας συνέλθουν λοιπόν µερικοί αστοιχείωτοι και αδιάβαστοι.

  • Στα χνάρια του Κουν και του Κουγιουµτζή

Ο Χρονόπουλος ανεβάζει δεύτερη φορά τη µετάφραση του «Βαρβέρη» και απλώς άλλαξε τον άξονα τονίζοντας τη θετική στην ουσία θέση του ποιητή υπέρ της έντιµης Πενίας. Εστησε µια ευφρόσυνη παράσταση πάνω στα χνάρια των ερµηνευτικών µοτίβων της παράδοσης του Κουν και του Κουγιουµτζή που ανέβασε επίσης τον «Πλούτο». Ο Κουν και οι µαθητές του (και ο Χρονόπουλος είναι µαθητής του Κουν, ξεχασιάρηδες) καλλιέργησαν τον λαϊκό εξπρεσιονισµό, όπως συχνά έχω µιλήσει γι’ αυτό το ανθηρό αισθητικό εγχείρηµα: γκροτέσκο στοιχείο, καρναβαλίστικος ρυθµός, παζάρι, καραγκιόζης, κωµωδία της µπάτας. Ο µέγας Χρήστος Λεοντής, ευφρόσυνος, γεµάτος φρέσκιες ιδέες και γνώστης όλων των λαϊκών και αστικών µουσικών δρόµων, έγραψε σουξέ! Ο Μέξης, φαντεζί κοστούµια και λαϊκό σκηνικό πανηγυριού.

Η Σπυράτου δίδαξε µια εξόχως ευάγωγη οµάδα ηθοποιών (φιντάνια της σχολής) να χορέψουν και να το χαρούν. Ο Παυλόπουλος τους καλοφώτισε. Η οµάδα των πρωταγωνιστών πετούσε. Η Γέρου στα κέφια της, η Μάνια Παπαδηµητρίου δαιµόνια, ο Μυλωνάς πάντα λοξά µοντέρνος, ο Λιγνάδης µε αυτοσαρκαστικό χιούµορ, ο Λουκαδής έκπληξη, ο Καπελώνης και ο Βελέντζας ευθύβολοι και οι υπόλοιποι µαζί µε τον χορό προσπάθησαν να βάλουν νέφτι σ’ ένα έργο που έχει τις αδυναµίες του και µια παρακµιακή µελαγχολία.

Μια ωραία ερασιτεχνική παράσταση

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 26/09/2010

Παρ’ ότι διακωμωδούνται οι πλατωνικές αντιλήψεις για μια καινούργια οργάνωση της πόλης, έχω την αίσθηση ότι ο Πλάτων θα έφευγε με ένα μειδίαμα ικανοποίησης από την παράσταση αυτού του έργου, όπου εξισορροπούνται σε σωστές δόσεις η χαρά και η λύπη, ανταποκρίνεται δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, στο ιδανικό του για την κωμωδία, όπως το εκθέτει στον «Φίληβο» και σε άλλους διαλόγους του

Γραμμένες και διδαγμένες το 392 π.Χ. οι «Εκκλησιάζουσες» μοιάζει να παρωδούν συστηματικά τις «κομμουνιστικές» ιδέες που κυκλοφορούσαν τότε στην Αθήνα, για κατάργηση της ιδιοκτησίας και κοινοκτημοσύνη, είκοσι χρόνια πριν τις συστηματοποιήσει ο Πλάτων στην «Πολιτεία» του. Ο δαιμόνιος Αριστοφάνης προλαβαίνει τον φιλόσοφο, βάζοντας τις γυναίκες της Αθήνας να εμφανίζονται στην Εκκλησία του Δήμου ντυμένες άντρες… και να ψηφίζουν να δοθεί σε αυτές η εξουσία ώστε να εφαρμόσουν το ριζοσπαστικό τους πρόγραμμα κοινωνικοποίησης όλων των αγαθών, στα οποία περιλαμβάνουν τον εαυτό τους και τους άντρες! Το έργο τελειώνει με ένα ομαδικό γενναίο τσιμπούσι, αφού έχουμε προηγουμένως παρακολουθήσει την κωμικοτραγική σκηνή… του τραβολογήματος σχεδόν μέχρι διαμελισμού για χρήση ερωτική ενός πανέμορφου νέου, από τρεις κακάσχημες γραίες, οι οποίες τον διεκδικούν βάσει του περί κοινοκτημοσύνης ψηφίσματος! Η κωμική ανατροπή των πάντων ολοκληρώνεται με την κατάργηση των τελευταίων παραδοσιακών ρόλων, του άνδρα -κυνηγού και της γυναίκας- θηράματος. Τα επάνω ήρθαν κάτω.

Άγνωστο παραμένει αν άρεσε το έργο αυτό στους Αθηναίους και αν τίμησαν τον ποιητή του με βραβείο. Πρόκειται για μια μάλλον πικρή και μελαγχολική κωμωδία που συνοδεύει το τέλος μιας ολόκληρης εποχής και το γκρέμισμα των ψευδαισθήσεών της. Έχει λεχθεί, σωστά, ότι με τις «Εκκλησιάζουσες» εγκαινιάζεται η μικτή μέση κωμωδία, πρόγονος του συγχρόνου θεάτρου, τα θέματα της οποίας αντλούνται κυρίως από την καθημερινή ζωή. Ο άμεσος πολιτικός σχολιασμός υποχωρεί, ο χορός παίζει δευτερεύοντα ρόλο, ενώ απουσιάζει εντελώς η «παράβαση», η αυτοπρόσωπη δηλαδή παρουσία του ποιητή που ως κορυφαίος πετάει τη μάσκα και τα λέει σε πρώτο πρόσωπο στο κοινό.

Παρ’ ότι διακωμωδούνται οι πλατωνικές αντιλήψεις για μια καινούργια οργάνωση της πόλης, έχω την αίσθηση ότι ο Πλάτων θα έφευγε με ένα μειδίαμα ικανοποίησης από την παράσταση αυτού του έργου, όπου εξισορροπούνται σε σωστές δόσεις η χαρά και η λύπη, ανταποκρίνεται δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, στο ιδανικό του για την κωμωδία, όπως το εκθέτει στον «Φίληβο» και σε άλλους διαλόγους του.

Από τη θεατρική ομάδα του Δήμου Γαλατσίου δόθηκαν οι «Εκκλησιάζουσες» σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Κωτσή, μετάφραση – διασκευή και στίχους Νατάσας Μαρκεσίνη. Το καλόγουστο σκηνικό είναι του Δημήτρη Κωτσή, τα κοστούμια του ίδιου και της Μαρίνας Σαραντουλάκη. Η πολύ καλή δουλειά της χορογράφου Βαγγελιώς Ιερωνυμάκη φαίνεται στην κίνηση των ηθοποιών και του χορού, ενώ η διδασκαλία των τραγουδιών είναι της Χριστίνας Καλογεροπούλου.

Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Κωτσής δουλεύει για πολλά χρόνια με τη θεατρική του ομάδα που έχει πλέον αποκτήσει ύφος ενιαίο και «πατίνα». Επιπλέον η κωμωδία και ειδικότερα ο Αριστοφάνης «του πάει». Οι ρυθμοί είναι γρήγοροι και οι ρόλοι βγαίνουν «σε μια ανάσα».

Η Νατάσα Ζαρουλέα διαθέτει προσόντα «κομίκας» που αξιοποιούνται από τη σκηνοθεσία έτσι ώστε να δώσει μια μεστή και γεμάτη Πραξαγόρα… επαγγελματικών προδιαγραφών. Πέριξ του κεντρικού ρόλου κινείται ο υπόλοιπος θίασος, περισσότερο από ικανοποιητικά: Βασίλης Χίμπαν (Βλέπυρος), Λάμπης Καρκανόπουλος (Χρέμης). Βαγγέλης Παπαγεωργίου, Γιώργος Ιωανίδης, Αριστείδης Αγάθος, Κώστας Γκιώνης, Νατάσα Μαρκεσίνη. Η σκηνή με τις τρεις γραίες και το νέο δίνεται έξοχα και σπαρακτικά από τους Ν. Κριμιτζά (νέος), Νέλλη Βλαχοπούλου, Νάνση Διονά και Ματίνα Γεωργοπούλου.

Μια αριστοφανική παράσταση «ερασιτεχνική» που δεν είχε όμως τίποτα να ζηλέψει από πολλές επαγγελματικές.

Με αυτό το σημείωμα ολοκληρώνεται η περιπλάνησή μας στον κόσμο των καλοκαιρινών παραστάσεων.

Περί αναδιανομής του πλούτου

  • Μια παράσταση ανάμεσα στο αναμενόμενο και στο επαγγελματικά οργανωμένο
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010
  • Πλούτος – Πενίας Θρίαμβος, σκην.: Διαγόρας Χρονόπουλος. Θέατρο Τέχνης – ΔΗΠΕΘΕ Βόλου
  • «H έξοδος από την κρίση θα γίνει μόνο με αναδιανομή εισοδήματος σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο». Ετσι τουλάχιστον δήλωνε στις 12 Ιουλίου ο Γιώργος Παπανδρέου μετά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Στίγκλιτς λίγο πριν ξεκινήσουν οι εργασίες του Συμποσίου της Σύμης. Ωραίες, φευ, σοσιαλιστικές ιδέες που στην πράξη αποδείχτηκαν όνειρα απατηλά. Κι αυτό γιατί ενώ ο διεθνής τραπεζικός τομέας όσο και οι μεγάλες βιομηχανίες σημείωναν τρελά ποσοστά κέρδους, τόσο το 2009 όσο και στο μισό του 2010, τα ποσοστά φτώχειας και ανεργίας χτυπούσαν κόκκινο. Πλούτος και Πενία σήμερα. Γιατί καλή η θεωρία, αλλά ο στόχος είναι προς «μια συνεχή και σκληρή αναδιανομή του πλούτου από κάτω προς τα πάνω!» όπως δήλωνε ο Αμερικανός οικονομολόγος James Galbraith («Ελευθεροτυπία», 14 Αυγούστου). Αυτά για το σήμερα.
  • Προχθές, όμως -συγκεκριμένα το 388 π.Χ. όταν γράφηκε η τελευταία σωζόμενη κωμωδία του Αριστοφάνη, «Πλούτος»- ο συγγραφέας διακωμωδούσε κι αυτός την κακή διανομή του Πλούτου, που επειδή είναι τυφλός πηγαίνει στους κακούς. Τα ίδια τότε και τώρα; Σε συνέντευξή του ο Διαγόρας Χρονόπουλος που σκηνοθέτησε το καλοκαίρι με το Θέατρο Τέχνης τον «Πλούτο» -δέκα χρόνια αφότου τον είχε δείξει στο ΚΘΒΕ- είπε: «Παρακολουθώντας τη δίνη της οικονομικής κρίσης, τα μέτρα της κυβέρνησης, αναγκαία αλλά και άδικα, τη λύπη που μας βαραίνει, τον φόβο για το μέλλον, την αγανάκτηση του λαού, αποφάσισα -σε συνεργασία με τον Γιάννη Βαρβέρη- να ανεβάσω τον “Πλούτο – Πενίας Θρίαμβος”».
  • Η σκέψη ήταν καλή. Ομως για την εκτέλεση έχω ανάμεικτα συναισθήματα. Ο Αριστοφάνης εδώ βάζει έναν χρηστό πολίτη, τον Χρεμύλο, μαζί με τον πανούργο δούλο του να περιθάλψουν τον τυφλό, τιμωρημένο από τον Δία, θεό Πλούτο, ο οποίος είχε τυφλωθεί για να αποφεύγει τους δικαίους και τους έντιμους. Τον βοηθούν να ξαναβρεί το φως του κι εκείνος προσφέρει τα πλούτη του στους αγαθούς. Τους μέχρι τότε πλούσιους και κακούς τους κάνει φτωχούς. Στο τέλος της παράστασης του Θ. Τέχνης ο Πλούτος ξανατυφλώνεται και οι φτωχοί άνθρωποι στεγάζονται κάτω από μια μπεκετική Πενία – Ουίνι, γεγονός που με δυσκόλεψε να βρω τη σχέση της με το θέμα τόσο της αριστοφανικής κωμωδίας (με το θριαμβευτικό χάπι εντ) όσο και του σήμερα, όπου ασφαλώς ταιριάζει το ζοφερό συμπλήρωμα «Πενίας Θρίαμβος».
  • Ηταν μια παραδοσιακή παράσταση, η οποία δεν προσβάλλει αλλά ούτε απογειώνεται. Μελανότερο σημείο τα παιδικά σκηνικά και τα αλλοπρόσαλλα κοστούμια του Πάρι Μέξη, καθώς και η «ενζενύ» Πενία της εδώ αδύναμης και σίγουρα ακατάλληλης για το ρόλο Κάτιας Γέρου. Οι χορογραφίες της Σοφίας Σπυράτου παραφορεμένες και γνωστές. Είχα δει την παράσταση του Δ. Χρονόπουλου το 2000, πάλι με μετάφραση του Γ. Βαρβέρη, με κέντρο βάρους τη μανία των Νεοελλήνων για το εύκολο κέρδος. Ηταν η εποχή της δίνης του Χρηματιστηρίου. Τώρα το έργο αρχίζει και τελειώνει με την Πενία. Το ιδεολόγημα της σημερινής παράστασης ανέτρεψε σχετικά αυτό του έργου προτείνοντας μια κάπως «διδακτική λύση». Λύση η οποία συνίσταται στην εργατικότητα και στην τιμιότητα, σηκώνοντας μοιρολατρικά (;) τα χέρια μπροστά στην Πενία. Αυτή μπορεί να είναι μια ευκταία πρόταση, ανέφικτη ωστόσο. Κι έτσι αφ’ ενός μεν ανανεώνεται το έργο, αφ’ ετέρου όμως βρίσκεται εκτός σημερινής πραγματικότητας, αν και πάλι κοντά σε κάποια αριστοφανίζουσα ουτοπία.
  • Η μουσική του Χρήστου Λεοντή παρακολούθησε με ευσυνειδησία το έργο – ένας ευγενικός τρόπος για να πω ότι δεν είχε τη λάμψη που όφειλε να εκπέμπει. Το καλύτερο ήταν τα δύο παλιά τραγούδια με στίχους της Μαριανίνας Κριεζή από την παράσταση του Μίμη Κουγιουμτζή. Μπορεί να θεωρηθεί δύσκολο το να γράφει κανείς για συγκάτοικους στην ίδια στήλη. Θεωρώ την ψιλοδουλεμένη -με άψογα μόρτικα, βλάχικα, καθαρευουσιάνικα κ.λπ.- μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη ως το μεγάλο ατού της παράστασης. Αλλο τεράστιο ατού ήταν και ο ζωντανός Χρεμύλος του Αλέξανδρου Μυλωνά ιδίως στον δυναμικό αγώνα ανάμεσα στον Πλούτο και τον Χρεμύλο.
  • Στο ρόλο του Πλούτου ο Δημήτρης Λιγνάδης χωρίς να μ’ ενοχλήσει με την κάποια μανιέρα του, δεν μ’ έπεισε κιόλας για το μέγεθος του θεού που εκπροσωπούσε. Δεν ξέρω γιατί ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε γυναίκα για το ρόλο του δούλου Καρίωνα, όσο κι αν η Μάνια Παπαδημητρίου μόχθησε εμφανέστατα και υπερβολικά. Ο Κ. Καπελώνης (Δίκαιος Πολίτης) ερχόταν από τον παλιό Κουν – πράγμα που δεν είναι αναγκαστικά φιλοφρόνηση. Επίσης από την ίδια παλιά εποχή -αλλά με σύγχρονη υποκριτική δύναμη- ήταν τόσο ο Βλεψίδημος όσο και ο ιερέας του Κ. Βελέντζα. Με κέφι και γούστο προσωποποίησε τον Συκοφάντη ο Λ. Λουκαδής. Αδύναμος ο Θ. Αντωνιάδης στο αδύναμο -από γεννησιμιού του- επεισόδιο του Ερμή. Η Γριά του Β. Λέμπερου αναφομοίωτη καρικατούρα. Υπερβολικός ο Αλ. Πέρρος ως Νέος. Τελικά, ο Δ. Χρονόπουλος μας έδωσε κάτι ανάμεσα στο αναμενόμενο και στο επαγγελματικά οργανωμένο. Θετική εξαίρεση το εύρημα του τέλους -ο καγχασμός της πάντα παρούσας Πενίας- στο οποίο κανείς συμφωνεί ή όχι. Προσωπικά ψηφίζω όχι!

«Αρχοντοχωριάτης» ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης – Θέατρο Δόρας Στράτου

  • Μολιέρος χωρίς νεύρο και ενθουσιασμό

  • «Αρχοντοχωριάτης» ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης – Θέατρο Δόρας Στράτου
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010

Ακόμη μια παράσταση από το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, με όλα τα συμπαρομαρτούντα της θερινής παραγωγής δημοτικού φορέα: τον δημοφιλή πρωταγωνιστή, την επιμελημένη παραγωγή, τη συμβατική σκηνοθεσία και το απαραίτητο τρεχαλητό του θιάσου στην επικράτεια.

Πιατάς - Παλαντζίδης: όταν απομένουν οι δυο τους στη σκηνή, η παράσταση γίνεται επιτέλους πειστική και εύφορη

Πιατάς – Παλαντζίδης: όταν απομένουν οι δυο τους στη σκηνή, η παράσταση γίνεται επιτέλους πειστική και εύφορη

Δίνω ιδιαίτερη σημασία στο θέατρο της Κρήτης. Ξεχωρίζει από τα ανάλογα δημοτικά θέατρα, αν μη τι άλλο γιατί κατορθώνει να στηρίζει ακόμα το ίδιο τις παραγωγές του, επιδεικνύοντας σε καθεμιά την αξιοπρέπεια που χαρίζει η αυτονομία. Επειτα, πιστεύω πως η περίπτωσή του εκφράζει περισσότερο από κάθε άλλη τον μέσο όρο των δημοτικών θεάτρων, από πλευράς ποιότητας και παραγωγικότητας, μετά τα τόσα χρόνια της λειτουργίας τους.

Οι παραγωγές του, βέβαια, είναι άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο επιτυχημένες – το ζήτημα όμως δεν βρίσκεται εκεί. Είναι που, όπως γενικά συμβαίνει με τα δημοτικά θέατρα, δύσκολα διακρίνει κανείς την κάθε παραγωγή πίσω από τη ρουτίνα της επαναλαμβανόμενης καλλιτεχνικής «εξόρμησης». Το θέατρο της Κρήτης παράγει αναμφισβήτητα έργο -κάτι που στην κατάσταση που έχουν περιέλθει τα ΔΗΠΕΘΕ είναι και αυτό κάτι-, αν όμως κάποιος θέλει να διακρίνει πίσω από τις παραγωγές μια κάποια πρόταση, κάτι το καινούργιο, μια έκπληξη, θα περιμένει εις μάτην. Το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης έχει φτάσει στα όρια τού κανόνα που λέει τι μπορεί να περιμένει κάποιος από ένα δημοτικό θέατρο σε αυτή τη χώρα, με αυτές τις συνθήκες, με αυτούς τους συμβούλους, με αυτές τις δυνάμεις, με αυτές τις προοπτικές…

  • Κωμωδία – καθρέφτης

Στον «Αρχοντοχωριάτη» λοιπόν. Που με κέντρο τον Δημήτρη Πιατά περισσότερο, παρά τον σκηνοθέτη Γιάννη Καλατζόπουλο και τη σκηνοθεσία του, παρουσιάστηκε στο κοινό σε μια παράσταση χωρίς ιδιαίτερο νεύρο ή ενθουσιασμό, μπορώ να πω ακόμα και χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις από τη μεριά των ηθοποιών της. Κι όμως, ο «Αρχοντοχωριάτης» είναι μια κωμωδία που κανονικά ξεπερνάει τις προδιαγραφές του: ξεκινάει σαν κωμωδία-μπαλέτο, προκειμένου να εκμεταλλευτεί τη μόδα της εποχής για τον οθωμανικό εξωτισμό. Και γίνεται, με την ευφυΐα του Μολιέρου και τη μοναδική ικανότητά του να εισπνέει θεατρικούς τύπους και να εκπνέει ανθρώπους, ανατομία των απωθημένων της ανερχόμενης αστικής τάξης, σάτιρα του αριστοκρατικού τρόπου ζωής. Γίνεται καθρέφτης διπλός, που παραμορφώνει το είδωλο της πλευράς που κάθε φορά καθρεφτίζεται μέσα του.

Ποια να ήταν άραγε η ερμηνεία του νεόπλουτου κυρ Ιορδάνη στα αυλικά του ανεβάσματα: ασφαλώς η γελοιοποίηση των άξεστων αστών που αδυνατούν να ακολουθήσουν τα σπορ της αριστοκρατίας. Και όταν το ίδιο έργο ανεβαίνει στα θέατρα της εποχής, τι βλέπουν σε αυτό οι αστοί θεατές; Μα κάποιον αστό αγαθιάρη, που γελοιοποιείται ακριβώς γιατί αγωνίζεται να μιμηθεί τους γελοίους τρόπους ζωής των ευγενών…

  • Ο Πιατάς λαϊκίζει

Ο Δημήτρης Πιατάς έχει κατακτήσει τη θέση (ή τον τίτλο) του αναγνωρισμένου και αναγνωρίσιμου κωμικού ηθοποιού. Φέρει έναν προσωπικό υποκριτικό κώδικα, ώστε να αποτελεί ο ίδιος πια, πέρα από ερμηνευτή, χαρακτηριστικό «τύπο» του θεάτρου μας. Λίγοι ηθοποιοί μπορούν πράγματι να καυχηθούν για αυτό το εύφορο «γέμισμα» της σκηνής, το πρόβλημα όμως είναι για όσους αγωνίζονται να χωρέσουν στον εναπομείναντα χώρο. Ο σκηνοθέτης Γιάννης Καλατζόπουλος έχει μια γλυκιά, κάπως παιδική -δεν το λέω για κακό- συναίσθηση των πραγμάτων. Αφήνει τους ηθοποιούς να ακολουθήσουν ελεύθερα το παιχνίδι του θεάτρου. Καλό ίσως για θιάσους που διαθέτουν το ίδιο πάνω – κάτω δυναμικό ηθοποιών. Με ηθοποιούς όμως σαν τον Πιατά, η τακτική οδηγεί μοιραία σε ανομοιογένειες, γεγονός που τελικά δεν κάνει καλό ούτε στον ίδιο τον πρωταγωνιστή της παράστασης. Που, καθώς βρίσκεται απροσανατόλιστος στη σκηνή και δεν ακούει την ηχώ του γέλιου του στους άλλους, καταφεύγει στις έτοιμες παρακαταθήκες της τεχνικής και στα τεχνάσματα του κλάδου του. Με άλλα λόγια, καταλήγει να λαϊκίζει με τον Μολιέρο.

Είναι περιττό να περιμένουμε ενθουσιασμό από τους ηθοποιούς σε αυτή την αυστηρά επαγγελματική συνεργασία. Το πράγμα θυμίζει παιδικές παραστάσεις που έχω κατά καιρούς παρακολουθήσει: οι ηθοποιοί περιμένουν να διασκεδάσουν πρώτα τα παιδιά, για να διασκεδάσουν στη συνέχεια και οι ίδιοι… Επειτα είναι και η φανερή αδεξιότητά μας στο είδος του μουσικού θεάτρου, στο οποίο θεωρητικώς τείνει η σκηνοθεσία του Καλατζόπουλου. Αναμενόμενο. Πόσοι Ελληνες ηθοποιοί μπορούν να εκφραστούν με ένα σώμα που χορεύει, τραγουδά και υποκρίνεται σε ενιαία ερμηνευτική γραμμή, χωρίς παύσεις και χάσματα;

  • Ξεχωρίζει ο Παλαντζίδης

Θα μου επιτραπεί ωστόσο να εκθειάσω -δεν είναι η πρώτη φορά- χωριστά την παρουσία του Τάσου Παλαντζίδη. Από μια άποψη η παρουσία του στον ρόλο του Κοβιέλου ξενίζει. Είναι φανερά αταίριαστος ηλικιακά, αλλά και τυπολογικά με αυτό το πειραχτήρι της αυτοσχέδιας ιταλικής κωμωδίας. Κι ωστόσο, κατορθώνει να μεταφέρει στη μορφή του τη μουσικότητα του τύπου, τον ρυθμό και την ανάσα του μετρονόμου, που θέτει το κωμικό ως άρση και κατάφαση. Ισως γι’ αυτό, όταν απομένουν οι δυο τους στη σκηνή, Πιατάς και Παλαντζίδης, το θέατρο αποκτά -επιτέλους- την ενέργεια της πειστικής και εύφορης πραγματικότητας του Μολιέρου.

Δύο ακόμα επισημάνσεις. Πρώτα, για τα εντυπωσιακά κοστούμια της Βάλιας Μαργαρίτη, που αποδεικνύουν το μεράκι του ΔΗΠΕΘΕ στον τομέα της παραγωγής. Υστερα, για τα σκηνικά του Αντώνη Χαλκιά. Φιλοδοξούν να υπενθυμίσουν την παραμόρφωση του κόσμου από την αστική μέθη, ακόμα και αν μετεωρίζονται ασύμβατα με τη συνολική αισθητική της παράστασης. *

Δημοτικών Θεάτρων … καλοκαίρι

«Μαλλιά κουβάρια»
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 22 Σεπτέμβρη 2010
Βαρέως «χειμαζόμενα», λόγω της μακρόχρονης οικονομικής ασφυξίας τους, τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα (ΔΗΠΕΘΕ), παλεύοντας προσδοκούν να πάρουν μια «ανάσα ζωής» το καλοκαίρι, με περιοδεύουσες παραστάσεις τους, ακόμα και συμπράττοντας με ιδιωτικούς θιάσους. Μετά την παράσταση των «Ιππέων» του Αριστοφάνη, στα Επιδαύρια, από το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, σε σύμπραξη με τη «Θεατρική Διαδρομή», η σημερινή στήλη κλείνει την αναφορά της στο φετινό θεατρικό καλοκαίρι, με τις παραστάσεις τεσσάρων άλλων ΔΗΠΕΘΕ.

— ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας – «Οι αγαπητικοί της βοσκοπούλας».

Την παλιά αγάπη, πρωτοπόρα και μαεστρική τέχνη του, στο «Θεσσαλικό Θέατρο», την επιθεώρηση, «αναβίωσε» φέτος ο διευθυντής του Κώστας Τσιάνος. Γιορτάζοντας τα 35χρονα του Θεάτρου, ανέβασε μια επιθεώρηση, η οποία πρωτίστως κειμενικά, αλλά και μουσικο-στιχουργικά, αποτελεί μια σοβαρή προσπάθεια «αναζωογόνησης» του επιθεωρησιακού είδους. Μια επιθεώρηση που επαναφέρει στο φως της σκηνής εξαιρετικά, ανθεκτικά και σήμερα νούμερα από παλιές επιθεωρησιακές παραστάσεις του Θ.Θ., νούμερα που είχαν γράψει ο Λάκης Λαζόπουλος και οι Θανάσης Παπαθανασίου – Μιχάλης Ρέππας και το θαυμάσιο υμνητικό τραγούδι για κορυφαίους θεατρίνους της παλιάς επιθεώρησης, σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου. Προσθέτει νέα, επίκαιρης θεματικής νούμερα του ίδιου και της Αννας Χατζησοφιά. «Μνημονεύει» τον Γιάννη Φλερύ, με το σπαρταριστό νούμερο «Βραδιά μπαλέτου» (παρωδία της «Λίμνης των κύκνων»), βασισμένο σε μια ιδέα του αλησμόνητου χορογράφου. Και, επιπλέον, τιμά την προσφορά του Μποστ, με το «μποστικά» έμμετρο σατιρικό κείμενο που έγραψε ο Κ. Τσιάνος, με τίτλο «Οι αγαπητικοί της βοσκοπούλας». Κείμενο με σπονδυλωτά αλλά ενιαίας μορφολογικής και επίκαιρης θεματολογικής «ραχοκοκκαλιάς» νούμερα, που «ηθογραφούν» ανθρώπινους τύπους και αντιλήψεις της ελληνικής υπαίθρου υπό τις σημερινές συνθήκες της «Τρόικας» και του ΔΝΤ. Παλιά και νέα κείμενα, οι μελωδικότατα χιουμοριστικές συνθέσεις του Διονύση Τσακνή (ιδίως το τραγούδι της έναρξης και το «Ρέκβιεμ»), με την «εύφορη» χορογραφία του Φωκά Ευαγγελινού και τα εύστοχα κοστούμια και το σκηνικό του Αγγελου Μέντη, υπό την πολύπειρη σκηνοθετική και υποκριτική καθοδήγηση του Κώστα Τσιάνου, συνθέτουν μια πολύ ευφρόσυνη παράσταση, με ομόψυχο υποκριτικό κέφι και καλές επιδόσεις από όλους, ανεξαιρέτως, τους ηθοποιούς, με κυρίαρχες των Γιώργου Ψυχογιού, Πάνου Σταθακόπουλου, Γρηγόρη Σταμούλη, Ελένη Ουζουνίδου.

«Ο αρχοντοχωριάτης»

— ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης – «Ο αρχοντοχωριάτης».«Γιαλαντζί Μολιέρο» χαρακτηρίζεται αυτοσαρκαζόμενη η παράσταση του μολιερικού «Αρχοντοχωριάτη», σε απόδοση, διασκευή και σκηνοθεσία του Γιάννη Καλατζόπουλου. Κι όμως, πρόκειται για διασκευή υπόδειγμα σεβασμού απέναντι σε ένα κλασικό έργο. Σεβασμός που συχνά εκλείπει σε ανεβάσματα κλασικών έργων από «επιφανείς» ξένους και εγχώριους διασκευαστές και σκηνοθέτες. Ο Γ. Καλατζόπουλος, με μακρά και πολύ επιτυχή ενασχόληση με διασκευές σπουδαίων θεατρικών έργων και κλασικών παραμυθιών, έχει κατακτήσει το «μέτρο» εκείνο που σέβεται το περιεχόμενο και τη μορφή, το ήθος και το πνεύμα, την πλοκή, τους χαρακτήρες και τη γλώσσα του πρωτοτύπου έργου. Καμιά αρετή, κανένα χαρακτηριστικό, ούτε καν η εποχή του μολιερικού έργου δε χάθηκαν με τη διασκευή και σκηνοθεσία του Γ. Καλατζόπουλου. Το διασκευαστικό και σκηνοθετικό «πείραγμα» του έργου έγινε με το γλωσσικό εκσυγχρονισμό του. Με κωμικές «πινελιές» που θυμίζουν γελοίες επιθυμίες, συμπεριφορές σημερινών ανοήτων που μεγαλοπιάνονται και προσπαθώντας να γίνουν αποδεκτοί από τη σημερινή κοινωνική «αριστοκρατία» κινδυνεύουν να γίνουν όχι μόνο περιγέλαστοι αλλά και βορά διαφόρων παρασίτων, αετονύχηδων και απατεώνων, όπως κινδυνεύει ο κυρ-Ιορδάνης, ο πρωταγωνιστής της μολιερικής κωμωδίας. Και με τον εμπλουτισμό του έργου με τραγούδια και χορευτικά. Η μετατροπή – καλοζυγισμένη μάλιστα – του «Αρχοντοχωριάτη» σε μουσικο-χορευτική κωμωδία είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και αρχόζουσα στην – καταγόμενη από τη λαογέννητη κομέντια ντελ άρτε – μολιερική κωμωδία. Η σκηνοθεσία με το χιούμορ, την υπογράμμιση των φαρσικών καταστάσεων και τη γοργορυθμία της, τα όμορφα κοστούμια εποχής της Βάλιας Μαργαρίτη, τη ζωντανά εκτελεσμένη επί σκηνής εύηχη μουσική του Δημήτρη Λέκκα, τα χορογραφικά «παίγνια» της Κατερίνας Ανδριοπούλου και τις πολύ κεφάτες, αρμόζουσες στα πρόσωπα που έπλασε ο Μολιέρος, ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς, κάνουν απολαυστική την παράσταση. Με κυρίαρχους στην πρόκληση γέλιου τους πηγαία κωμικούς ηθοποιούς Δημήτρη Πιατά (Αρχοντοχωριάτης), Τάσο Παλατζίδη (υπηρέτης Κοβιέλος), Τάκης Παπαματθαίου (γελοιογραφικότατος Δάσκαλος Χορού και κόμης Κοράντης) και το σουμπρετίστικο μπρίο της Νικολέττας Βλαβιανού (καμαριέρα).

«Οι αγαπητικοί της Βοσκοπούλας»
AGLOPOULOS

— ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας – «Μαλλιά κουβάρια».Το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας, σε συμπαραγωγή με την «Αττική Αυλαία», ανέβασε το έργο του Νικολάου Λάσκαρη «Μαλλιά κουβάρια». Μια φαρσοκωμωδία γραμμένη το 1897, που πρωτοπαρουσιάστηκε την ίδια χρονιά στην ακμάζουσα τότε – οικονομικά και θεατρικά – Σύρο, προς διασκέδαση μεν της συριανής αστικής τάξης, αλλά και «καυτηρίασης» των πολιτικών αφελειών, των προλήψεων, των οικογενειακών, συζυγικών, ερωτικών, φιλικών και κοινωνικών σχέσεων και συμπεριφορών της αστικής τάξης. Με πρόσχημα το Μακεδονικό πρόβλημα, ο συγγραφέας εμπλέκει όλα τα πρόσωπα του έργου σε αλλεπάλληλες φαρσικές καταστάσεις. Το κεντρικό πρόσωπο, ο Κουντουπής, χάριν των σκοπών της Εθνικής Εταιρείας για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, φεύγει για λίγες μέρες από το σπίτι του, λέγοντας ψέματα στη ζηλιάρα σύζυγό του ότι χρειάζεται μπάνια για τους ρευματισμούς του. Με το ψέμα, την απουσία του, τη ζήλια της γυναίκας του, την πεθερά του, κι ένα χαζοβιόλη ομοϊδεάτη του, θα μπερδευτούν ονοματεπώνυμα, ένα παντρεμένο και ένα υποψήφιο ζευγάρι. Θα γίνουν όλοι και όλα «μαλλιά κουβάρια». Τελικώς, όλα και όλα ξεμπλέκουν αισίως. Η κωμωδία υπηρετήθηκε γόνιμα από όλους τους συντελεστές της: Θανάσης Θεολόγης (σκηνοθεσία), Πέννυ Αμπλά (κοστούμια), Ακης Χειρδάρης (σκηνικό), Θανάσης Ροδίτης (μουσική επιμέλεια). Πρωτίστως υπηρετήθηκε από τους κυρίαρχους υποκριτικά Γιώργο Παρτσαλάκη και Ελένη Καστάνη και τις καλές κωμικές ερμηνείες των Κώστα Φλωκατούλα, Μαίρης Σαουσοπούλου, Παναγιώτη Παναγόπουλου.


Το κεντρί και το φαρμάκι

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 19/09/2010

Στους «Ιππής», ένα έργο γραμμένο λίγο μετά τη μεγάλη νίκη των Αθηναίων στη Σφακτηρία, όταν ανόητα κλότσησαν τη μεγάλη ευκαιρία που τους δινόταν τότε (424 π.Χ.) να κερδίσουν ουσιαστικά τον πόλεμο εναντίον της Σπάρτης και απέρριψαν τη συνθήκη ειρήνης που τους πρότειναν οι αντίπαλοί τους, ο Αριστοφάνης βγάζει κυριολεκτικά το μένος του, ξερνώντας φαρμάκι για τη διεφθαρμένη δημοκρατία της πόλης του, που την εμφανίζει ως έναν ξεκουτιασμένο γέρο («Δήμος»), για τους πολιτικούς της, που τους παρομοιάζει με πονηρούς παρατρεχάμενους δούλους, και κυρίως για τον ηγέτη της δημοκρατικής παράταξης, Κλέωνα, στον οποίο σούρνει μύρια όσα, διασύροντάς τον δημόσια ως αδίστακτο δημαγωγό, κλέφτη, απατεώνα, τραμπούκο, αγράμματο και ό,τι άλλο. (Ο Κλέων ανήκε στα μικρομεσαία στρώματα που είχαν πλουτίσει από τον πόλεμο και ήταν ιδιοκτήτης μιας αλυσίδας, θα λέγαμε σήμερα, βυρσοδεψείων, ένας περπατημένος, άξεστος πρώην ταμπάκης, νυν επαγγελματίας πολιτικός).

(Οι «Ιππής» του Αριστοφάνη)

«Φαεινή ιδέα» της κωμωδίας αυτής είναι το εύρημα… ότι ο μόνος τρόπος για να φύγει από την εξουσία μια κακή, αντιλαϊκή, βλαπτική παράταξη, είναι να βοηθήσουμε να έρθει στην εξουσία μια άλλη παράταξη… πολύ χειρότερη και με ακόμη πιο αγράμματο, άξεστο, επικίνδυνο, λαϊκιστή αρχηγό. Σας θυμίζει τίποτε αυτό;

Αμ’ έπος, αμ’ έργον, οι πονηροί δούλοι του ξεμωραμένου γερο – Δήμου ανακαλύπτουν έναν επίδοξο πολιτικό, που φαντάζει ως η μόνη… χειρότερη λύση, στο πρόσωπο του Αγοράκριτου, ενός ρέμπελου, μέθυσου «λούμπεν» που κατοικοεδρεύει στην αγορά, ξύνει πατσές και προμηθεύει τους ξενύχτηδες με ύποπτης κατασκευής λουκάνικα μέσα σε ψωμάκια. (Μπορούμε ίσως να τον φανταστούμε σαν κάποιον από τους ανάλογους υπαίθριους ψήστες που στήνουν σήμερα πάνω σε τρίκυκλα τα μαγαζάκια τους, ονομαζόμενα στη γλώσσα της πιάτσας «βρώμικα», έξω από τα ξενυχτάδικα, πουλώντας ανάλογη ύποπτη, φτηνή πραμάτεια στους θαμώνες που εξέρχονται «αποψιλωμένοι» και «στεγνοί»). Οι δούλοι του «Δήμου» (οι πολιτικοί της αντιπολίτευσης!) αποφασίζουν τότε… να σπρώξουν την πολιτική καριέρα του αγράμματου και αγροίκου πατσατζή ως αντίπαλου δέους, συμμαχώντας με την εύπιστη, συντηρητική, εύπορη αστική, θα λέγαμε σήμερα, τάξη των «Ιππέων», που αποτελούν τον χορό αυτής της κωμωδίας.

Το σχέδιο εφαρμόζεται αμέσως… και πετυχαίνει. Τα δύο… βρωμερότερα, κυριολεκτικά, επαγγέλματα της εποχής, του ταμπάκη και του πατσατζή, ανταγωνίζονται επαξίως σε… αγώνα ρητορικής, όπου το απύλωτο στόμα του πατσατζή νικά το ανάλογο του ταμπάκη και ο πιο σιχαμερός από τους δύο, που γίνεται κύριος του Δήμου, τον κόβει κομματάκια, τον βράζει σε μια χύτρα, τον μεταμορφώνει με ξόρκια και του ξαναδίνει τη χαμένη νιότη του!

Αυτό το διφορούμενο τέλος της κωμωδίας έχει γεννήσει πολλά ερωτηματικά. Άραγε ο Αριστοφάνης κλείνει αισιόδοξα το έργο ή, αντίθετα, σαρκάζει στα μούτρα μας; Πρόκειται ασφαλώς για το δεύτερο, φτάνει να προσέξουμε την τελική σκηνή με το μυθικό της υπόβαθρο. Το ξανάνιωμα του γερο – Δήμου γίνεται με τη μαγική συνταγή της Μήδειας, ο μύθος της οποίας, γνωστός στους Αθηναίους, έλεγε ότι η μάγισσα από την Κολχίδα, κατά τη σύντομη παραμονή της στην Ιωλκό του Πηλίου, έπεισε τις αφελείς κόρες του υπερήλικα βασιλιά Πελία… να τον κομματιάσουν και να βράσουν τα κομμάτια του μέσα σε μια μεγάλη χύτρα, βεβαιώνοντάς τις ότι ο πατέρας τους θα αναδυθεί μέσα από αυτήν ακέραιος, με ανακτημένη όλη τη νιότη! Αντ’ αυτού, προέκυψε… ένας Πελίας βραστός! Ίδια ακριβώς τύχη περιμένει, για τον Αριστοφάνη, και τον γέροντα Δήμο της Αθήνας: να γίνει βραστός στη χύτρα! Αυτό το σαρδόνιο χαμόγελο του ποιητή στην άκρη της κωμωδίας, που είναι «όλα τα λεφτά», ποιος θα βρεθεί να το προσέξει;

Ένα σχόλιο δικό μου: τα πράγματα δικαίωσαν μόνο εν μέρει τον Αριστοφάνη, αφού ο Κλέων σκοτώθηκε λίγο αργότερα στον πόλεμο, χωρίς αυτό να αλλάξει τίποτε. Την ηγεσία του Δήμου δεν ανέλαβαν οι λούμπεν και οι «βρώμικοι» για να τον καταστρέψουν, αλλά, αντίθετα, οι «σοφιστικέ» διανοούμενοι της ανώτατης κοινωνίας, τα μαθητούδια των σοφιστών, οι τότε «κολεγιόπαιδες», που τον κατέστρεψαν εξίσου. Τέλος του σχολίου.

Η παράσταση στο Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου που είδα στο «Θέατρο Αλέξης Μινωτής» στο Αιγάλεω, μια συμπαραγωγή της «Θεατρικής Διαδρομής» και του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, δόθηκε μεταφρασμένη από τον Κ.Χ. Μύρη, σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη. Κυρίαρχη αίσθηση που αποκόμισα είναι εκείνη της ασωτίας των μέσων: ύφος, ρυθμοί και τέμπα, υποκριτικές, όλα πάσχουν από έναν καλπάζοντα πληθωρισμό. Η στέρεη βάση της μετάφρασης του Μύρη υπερβαίνεται πολύ στην πράξη, ενώ η κατάχρηση των προσωπικών κωδίκων τους από τον Αρμένη, τον Χαϊκάλη αλλά και τον υπόλοιπο θίασο που τους ακολουθεί πιστά (Φύτρος, Κούκιος, Κοτσαρίνης, Θεοδωράκης και πολυμελής Χορός), φτάνει σε σημείο σχεδόν ενοχλητικό. Πολλή φασαρία, μαζί με πολλά ευρήματα ανισομερή και ανάκατα ριγμένα που αποδυναμώνουν την πολιτική διάσταση και οδηγούν την παράσταση σε νόθες μορφές απολιτικής επιθεώρησης ή ανώδυνης φάρσας.

Η παράσταση δεν βλέπει το σαρδιόνιο χαμόγελο του τέλους, επιλέγει τη γνωστή, πολυφορεμένη πανηγυριώτικη λύση της κωμωδίας και αφαιρεί από το κεντρί της όλο το φαρμάκι! Αμήχανος και σχεδόν διακοσμητικός παρελαύνει ο χορός των «Ιππέων». (Χορογραφία του Χρήστου Παπαδόπουλου). Μου άρεσε πάντως η μουσική της Αντιγόνης Τσολάκη, παρ’ ότι κατάλληλη για άλλη παράσταση. Συμφωνώ με το σκηνικό του Μετζικώφ, αλλά διαφωνώ ριζικά με τα κοστούμια του.

Μια θεώρηση δύο επιθεωρήσεων

  • Εκφυλιστική εκδοχή η πρώτη και γόνιμη αναπαλαίωση του θρυλικού είδους η δεύτερη
  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η Καθημερινή, 19/09/2010

Ντ. Σπυρόπουλος – Γ. Γαλίτης
Πού πας βρε Γιωργάκη με τέτοιον καιρό
σκην.: Γ. Κωνσταντίνου
Θέατρο: Αθήναιον

Ομάδα συγγραφέων
Οι αγαπητικοί της βοσκοπούλας
σκην.: Κ. Τσιάνος
Θέατρο: ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας (στο Αττικό Αλσος)

Μέσα στην εκφυλιστική παράδοση που χειμάζει το είδος κινήθηκε περίπου η φετινή επιθεώρηση του θεάτρου Αθήναιον. Αναμενόμενα νούμερα, πολλά (όχι όλα) αστεία της πυρκαγιάς κι ένας θίασος που κάνει λιγότερα απ’ όσα μπορεί: ο επειγόμενος να τα πει και να φύγει Γ. Κωνσταντίνου, ο εκπληκτικός Στ. Ψάλτης, πριν κολυμπήσει στη χυδαιότητα, η Μ. Καραγιάννη, με σιγουριά, ταμπεραμέντο και αφοπλιστική αμεσότητα. Ο Κ. Ευριπιώτης ανήκει ώς τα μπούνια στο είδος, ο κειμενογράφος Ντ. Σπυρόπουλος με τον αυτοσαρκαζόμενο ως χαριτόβρυτο Β. Ζωνόρο σε μικρά εξελικτικά βήματα. Η Σ. Ζαννίνου λάμπει σε τραγούδι και χορό. Αρκούν αυτά εν όψει και των ισχνών κειμένων. Μόνον ως πρόχειρες αναμνήσεις των παλιών μαστόρων.

Το Θεσσαλικό

Εντελώς διαφορετική, ευφρόσυνη εικόνα παρουσιάζει η παράσταση του εμπειρότατου και πολυμήχανου σ’ αυτά σκηνοθέτη Κ. Τσιάνου, ο οποίος με εργασιακό πείσμα και επετειακή συγκίνηση της 35ετίας του Θεσσαλικού που συνίδρυσε το 1975, κατόρθωσε να θυμίσει τις επιθεωρήσεις του ’50 και του ’60 αποτίοντας φόρο τιμής στην Ντορ, στον Λειβαδίτη, στον Ρίζο, στη Βρανά, στον Αυλωνίτη, στη Βλαχοπούλου, στον Σταυρίδη. Ο Τσιάνος παίζει τους ρυθμούς στα δάχτυλα, δεν αφήνει κενά, κρύβει στοργικά όσο μπορεί τις τυχόν ηθοποιικές ατέλειες, γνωρίζει άριστα και διδάσκει την κίνηση, έχει απομνημονεύσει νούμερα – σταθμούς και τα προσαρμόζει στα καθ’ ημάς, επιτάσσει στους ηθοποιούς σβελτάδα καταιγιστική, αναγνωρίζει και οργανώνει τα κρεσέντι, τεχνολογεί σε κώδικες τα νούμερα και μέσω των ηθοποιών πλασάρει υπογραμμισμένα τα δυνατά σημεία. Το σκηνικό που διέθετε ήταν μικρό και συμβατικό, ευέλικτο σκηνικό περιοδείας, το οποίο υπογράφει ο Αγγ. Μέντης, που όμως διαπρέπει στα πολυάριθμα και ετερογενή κοστούμια. Οι ενορχηστρώσεις και οι πρωτότυπες μουσικές του Διον. Τσακνή, πονηρούτσικες, υπαινικτικές, ή έξω καρδιά, δείχνουν τον μουσικό που υπηρετεί την παράσταση και όχι τον Τσακνή (το σπαρταριστό νούμερο του «Ρέκβιεμ» είχε τη μουσική, ενδυματολογική και κινησιολογική μιμική συμπεριφορά που θύμιζε την τελειότητα και ακρίβεια του πάλαι ποτέ θρυλικού γαλλικού συγκροτήματος Φρερ Ζακ). Πανάλαφρες, ως έδει, οι χορογραφίες του Φ. Ευαγγελινού.

Το βασικό όμως ατού της επιθεώρησης αυτής ήταν τα (παλαιά και νέα) κείμενα που συνέλεξε ο Τσιάνος: δικά του και των Λ. Νικολακοπούλου, Λ. Λαζόπουλου, Α. Χατζησοφιά, Μ. Ρέππα, Θ. Παπαθανασίου. Και μόνα τα ονόματα σας ειδοποιούν για το εξελιγμένο χιούμορ, την καλογουστιά, την ευθυβολία και την πρωτοτυπία τους. Στο β΄ μέρος, ο Τσιάνος «δανείζεται» έως… επικαρπίας αλλά έξυπνα την παρωδία του βουκολικού δράματος που δίδαξε ο Μουστάκας μέσα απ’ τον μπόστειο γλωσσικό υπερρεαλισμό. Αφ’ ετέρου, όλα περίπου τα ζέοντα θέματα της πικρής μας επικαιρότητας σατιρίζονται στο α΄ μέρος πολύ εύστοχα.

Οι ηθοποιοί

Μπαίνοντας βέβαια στην αξιολόγηση των ηθοποιών, που σίγουρα δεν είναι τα ιερά τέρατα του είδους, βεβαιώνω για την αυτοθυσία, το κέφι, την προσφορά της ψυχής τους. Η Φ. Γέμτου υπερέχει σαφώς. Εχει προσωπικό κώδικα που θυμίζει την Μπέττυ Μοσχονά, είναι κωμίκα αποχρώσεων. Ο Π. Σταθακόπουλος, όταν του δόθηκε η καλή ευκαιρία στο «Μια οικογένεια» απέδειξε την κλάση του, αδικήθηκε όμως σ’ ένα αδύνατο σόλο. Ο Χ. Γρηγορόπουλος υπερασπίστηκε με πειστικότητα τους δύο «βλάχους» του. Μικρή αποκάλυψη το μπρίο της… χαρούμενα υπέρβαρης Τζ. Διαγούπη, απογόνου της Μ. Μεταξά, της Φρ. Αρβανίτη ή της Β. Μπετίνη, που όμως μετατρέπει τη… στρογγυλότητα σε διαολεμένο όπλο σκηνής. Ο Γ. Ψυχογιός είναι πολύ καλός, τζενέρικος κι έτσι προσαρμόστηκε με δυναμισμό σε μη οικείες του φόρμες (βοσκοπούλα). Το αυτό, σε μικρότερο βαθμό, ο εκ πρόζας καλός Γιάν. Στόλλας. Θετικά θηλυκά ζιζάνια η «υστερική» Ελ. Ουζουνίδου και η Αλ. Τσάκου. Προσαρμοσμένο στην εμφάνισή του το νούμερο του Μ. Ιωάννου και δροσερός κονφερανσιέ ο Γρ. Σταμούλης. Ομολογώ ότι δεν παρατήρησα κάτι ιδιαίτερο στις κυρίες Ελ. Καρακάση (πλην της φωνής) και Φ. Ντεμίρη.

Και στα 50 του Θεσσαλικού, κύριε Τσιάνο.