«DNA» Σατιρικό Θέατρο – Εβδομάδα Κυπριακού Θεάτρου

  • Ο Αμλετ της κυπριακής τραγωδίας

  • «DNA» Σατιρικό Θέατρο – Εβδομάδα Κυπριακού Θεάτρου
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

Το κυπριακό θέατρο ήλθε στην Αθήνα με δύο από τα τελευταία αποκτήματά του. Μπόρεσα να παρακολουθήσω δυστυχώς μόνο τη δεύτερη εκδήλωση του μίνι φεστιβάλ που οργάνωσαν από κοινού το Κυπριακό και το Ελληνικό Κέντρο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου.

Η Δέσποινα Μπεμπεδέλη και ο Βασίλης Μιχαήλ

Η Δέσποινα Μπεμπεδέλη και ο Βασίλης Μιχαήλ

Το έργο του Γιώργου Νεοφύτου «DNA» από το Σατιρικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Δέσποινας Μπεμπεδέλη, αποτελούσε εξαρχής το βασικό κίνητρο: ρεαλισμός, πολιτική και τραγωδία σε ένα μίγμα που μόνο κάποιος βασανισμένος λαός μπορεί να δώσει χωρίς ασυνέχειες ή ψιμύθια.

Το έργο ασχολείται με το θέμα των αγνοουμένων της Κύπρου ή, μάλλον, με το αμφίβολο τέλος του. Τριάντα πέντε χρόνια μετά τον «Αττίλα», η συμφωνία των δύο πλευρών έδωσε τη δυνατότητα να ανοιχτούν οι τάφοι και μέσω της σύγχρονης τεχνολογίας να ταυτιστούν οστά χαμένων αγωνιστών. Πολλοί από τους αγνοούμενους κατέληξαν έτσι ετεροχρονισμένα στο πεπρωμένο τους. Τριάντα πέντε χρόνια μετά οι νεκροί επιστρέφουν σπίτι· και το σπίτι μπορεί επιτέλους ν’ αρχίσει να ξεχνάει.

Ο Νεοφύτου δείχνει για ακόμη μία φορά την ευαισθησία του, αγγίζοντας το επίκαιρο θέμα με τον πλέον διακριτικό τρόπο. Η διάθεσή του τον φθάνει μάλιστα στο ακριβό μετάλλευμα του θεάτρου: την πηγή μιας ζωής που συνεχίζει πιστεύοντας ένα ψέμα. Η τεχνική του ακολουθεί την αντιπαράθεση δύο κατ’ ουσίαν μονολόγων, μάνας και γιου, απέναντι στην πάντα παρούσα απουσία του εραστή, συζύγου, αγωνιστή και αγνοούμενου πατέρα. Η μάνα μένει τραγικά προσκολλημένη στο ζωτικό ψεύδος: ο άντρας της ζει. Και αν χάνεται κάτι, δεν είναι παρά εκείνη, που μεγαλώνοντας απομακρύνεται βιολογικά από τον τελευταίο τους αποχαιρετισμό. Ο γιος όμως; Αυτός δεν έχει γνωρίσει τον πατέρα. Γι’ αυτόν η παρουσία του αποτελεί ένα φάντασμα -όχι και πολύ διαφορετικό από εκείνο που εκκινεί τον Αμλετ- που επιβάλλει στα νεανικά του χρόνια ένα είδος στρατευμένου υπαρξισμού.

Γνωρίζω ότι ο Νεοφύτου έχει στηρίξει σκηνικά το έργο του στο πρόσωπο της μάνας (και κατ’ επέκτασιν στην ερμηνεία της Μπεμπεδέλη). Πιστεύω όμως ότι δραματουργικά το ενδιαφέρον βρίσκεται σε αυτό το πρόσωπο του γιου. Μεγαλωμένος σε καλούπι θρήνου, ο γιος αποκτά βυθό απροσμέτρητο. Θέλει να βρει τον πατέρα, κυρίως όμως -πιστεύω- ζητά να ελευθερωθεί από την αναμονή του. Και όταν ο πατέρας κάποια στιγμή επιστρέφει -«σε ένα μικρό λεβέτι μέσα…» μέσω του DNA του-, ο γιος πιάνεται από κάπου για να προχωρήσει… Ακόμα και αν γνωρίζει πως μια τέτοια αναγνώριση δεν δίνει καμιά σε βάθος παρηγοριά.

Δεν γνωρίζω το κατά πόσο ο Νεοφύτου αντιλαμβάνεται ότι με το έργο του φέρνει το κυπριακό θέατρο σε μια κατάληξη. Με το πρόσωπο του γιου που επινοεί, το βάρος μεταφέρεται στη γενιά που χωρίς να λύσει τους λογαριασμούς με το παρελθόν, δεν μπορεί να χειριστεί άλλο το βάρος ενός χαμένου μέλλοντος. Είναι μια προτροπή για την κυπριακή συνείδηση να προχωρήσει. Και μάλιστα μια προτροπή «από τα μέσα», από την καρδιά του κοινωνικού ρεαλισμού, από έναν συγγραφέα που έστερξε τα προβλήματα του λαού του με θλίψη και περίσκεψη.

Περιττό να τονίσω ότι η Μπεμπεδέλη είναι καταιγιστική στην απόδοσή της. Με αυτήν στη σκηνή δεν ακούγεται παρά ένας ψυχικός τριγμός δυνατότερος από τις αναλύσεις μας. Αν με ρωτήσετε, ωστόσο, από τη μελοδραματική παρουσία της ως μητέρας προτιμώ τον χαμένο στα διλήμματα γιο τού Βασίλη Μιχαήλ. Δεν είναι επιβλητικός ρόλος, είναι όμως στέρεος και κυρίως κοιτάει μπροστά… Η Μαρία Χριστοδούλου παίζει δίπλα του τον μάλλον άχρωμο χαρακτήρα της συντρόφου του. *