ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ: «Φορτουνάτος», «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α», «Τιτανικός»

  • «Φορτουνάτος» και σύγχρονα κείμενα στο Εθνικό
  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 29 Απρίλη 2009

«Φορτουνάτος»

«Φορτουνάτος», στη «Νέα Σκηνή»

  • «Γόνος» της Κρητικής Αναγέννησης κι «απόγονος» της ιταλικής κομέντια ντελ άρτε, η κωμωδία του (γεννημένου στην Κρήτη) Μάρκου Αντώνιου Φόσκολου «Φορτουνάτος» (1662), θα διδάσκει εσαεί τι εστί δραματουργία: ευφάνταστος μύθος, διαλογική πλοκή, ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, ζωντανή γλώσσα. Μάστορας της κωμωδίας ο Φόσκολος, με ένα σοφά απλό, αλλά και ευφάνταστο και παιγνιώδη μύθο, με ομοιοκατάληκτα στιχουργημένη την κρητική γλώσσα, γλώσσα γεμάτη χυμούς, ζωντάνια, αμεσότητα και κωμικότητα, μίλησε για της «τύχης τα γραμμένα» και με τρυφερότητα παρηγόρησε την πίκρα των συγκαιρινών του για την απώλεια αγαπημένων, που θεωρούν «χαμένους» σε ώρες πολέμου, σε άλλη γη, ή άλλες θάλασσες. Παιδί της «τύχης», της «κακοτυχιάς» όταν ήταν μωρό, αλλά τελικά της «καλοτυχιάς» στη νιότη του, είναι ο Φορτουνάτος. «Χαμένος» από τον πατέρα του, «υιοθετημένος» και μεγαλωμένος από ντόπιο, ερωτευμένος με την όμορφη Πετρονέλλα, θα ξαναβρεί το γεννήτορά του, όταν εκείνος με τη μεσολάβηση προξενήτρας παντρολογιέται με την Πετρονέλλα. Τότε αλληλοανακαλύπτονται, αλληλοαγκαλιάζονται, αλληλοευτυχούν κι ο γάμος του Φορτουνάτου ευλογείται και με τις ευχές και την περιουσία του φυσικού του πατέρα. Το μυθοπλαστικό και γλωσσικό κάλλος του έργου προβάλλει ατόφιο με τη λιτή σε μέσα (ένα ριντό και βίντεο), με μορφή παιγνιώδους, πανηγυριώτικου λαϊκού δρώμενου και με καλοδιδαγμένο λόγο σκηνοθεσία της Μάρθας Φριντζήλα. Μέγιστη, θαυμαστή αρετή, ουσιαστικά «καθοδηγητής» της παράστασης είναι τα κωμικότατα, σχεδιαστικά ευφάνταστα, χρωματικά οργιώδη (φτιαγμένα με κομμάτια ποικίλων πετσετών και ταπέτων μπάνιου) κοστούμια του Αγγελου Μέντη και το εξαιρετικό μακιγιάζ. Εύστοχα παραπέμπουσα στην κομέντια ντελ άρτε είναι και η κίνηση που δίδαξε στους ηθοποιούς ο Καμίλο Μπεντακούρ και η παραπέμπουσα στον «Ερωτόκριτο» μουσική του Βασίλη Μαντζούκη (καλά διδαγμένη από την Μελίνα Παιονίδου και τραγουδισμένη από ηθοποιούς). Ολοι, ανεξαιρέτως, οι ηθοποιοί, αμιλλόμενοι με κέφι και ομοψυχία, κατέθεσαν τις καλύτερες υποκριτικές δυνάμεις τους. Επιχειρώντας μια ιεραρχική αξιολόγηση των ερμηνειών θα προτάσσαμε τις ερμηνείες των: Γαλήνης Χατζηπατέρα (ελπιδοφόρα νέα ηθοποιός, υπέροχη στην Πετρονέλλα και μεταμορφωμένη στην Τύχη), Μαρία Ζορμπά (εκφραστικότατη Πετρού, με ευθύβολο χιούμορ), Βαγγέλης Χατζηνικολάου (απολαυστικός στον ψευτοπαλικαρά Τζαβάρλα), Γιάννης Αναστασάκης (χυμώδης Λιόλιος). Αξιέπαινες είναι και οι ερμηνείες των Μιχάλη Τιτόπουλου, Μιχάλη Φωτόπουλου, Θάνου Τοκάκη, Βασίλη Ανδρέου, Αγορίτσας Οικονόμου, Γιώργου Φριντζήλα, Κίκας Γεωργίου.
«Τιτανικός»

«Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α», στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας»

  • Ολο και περισσότερο βλέπουν το φως της ελληνικής σκηνής διάφορα πρωτοπρόσωπα μονολογικά κείμενα, αφηγηματικού χαρακτήρα. Κείμενα, συνήθως, ομφαλοσκοπικού – βιωματικού περιεχομένου, αυτόματης γραφής (συχνά γραμμένα όχι με τη βάσανο της πένας, αλλά παρορμητικά μέσω μαγνητοφώνου). Ανάμεσα στις διάφορες εξηγήσεις που μπορεί να δοθούν γι’ αυτό το φαινόμενο είναι και οι εξής: Κόπωση ή απομάκρυνση (εκούσια ή ακούσια) από το θέατρο έμπειρων θεατρικών συγγραφέων (κάποιοι στράφηκαν στην πεζογραφία) και φιλοδοξίες πεζογράφων να χρησθούν και θεατρικοί συγγραφείς με αφηγηματικά πεζογραφήματά τους, δηλαδή με την εύκολη λύση κι όχι κοπιάζοντας για να μάθουν και να κατακτήσουν την τέχνη της δραματουργικής. Επιπλέον, το ανέβασμα ενός μονοπρόσωπου αφηγήματος κοστίζει λίγο… στη θεατρική επιχείρηση. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα είναι ότι το πεζογραφικό αφήγημα, ακόμα κι όταν έχει κάποια θεατρικά στοιχεία, δε συνιστά πλήρη δραματουργία κι ούτε λύση για το θέατρό μας. Κι αυτό το ζήτημα, κατά τη γνώμη της στήλης, πρέπει να απασχολήσει σοβαρά κάποιες ταλαντούχες πεζογραφικές πένες, ιδιαίτερα όταν προέρχονται από το θέατρο, όπως η Λένα Κιτσοπούλου. Μετά «Το πράσινό μου φουστανάκι» (παίχτηκε πέρσι), φέτος βλέπει το φως της σκηνής το, επίσης, πρωτοπρόσωπο αφηγηματικό πεζογράφημά της «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α». Με υπόδηλα βιωματικά – αυτοβιογραφικά στοιχεία, με το γνωστό σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό χιούμορ της, με αυτόματη, παρορμητική, συχνά παραληρηματική, κοφτερή, ωμή γλώσσα, όπως όταν οι άνθρωποι μέσα στο σπίτι τους μονολογούν βγάζοντας το άχτι τους και τα εσώψυχά τους, η Κιτσοπούλου, μέσω μιας βαίνουσας στα σαράντα συνηθισμένης γυναίκας, «καθρεφτίζει» τη γυναικεία εκδοχή της συνεχώς αυξανόμενης στις μέρες μας μοναχικής, αποξενωμένης από οικογενειακούς και άλλους δεσμούς, χωρίς αγάπη, χωρίς αληθινό έρωτα, χωρίς επικοινωνία και ελπίδα, αδιέξοδης ζωής όλο και περισσότερων ανθρώπων. Ζωή, με τη «λογική» του ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε… Ζωή του σήμερα, όχι και του αύριο, κλεισμένη σε τέσσερις τοίχους, χωρίς πίστη σε κανέναν και σε τίποτα, χωρίς ιδέες, χωρίς κάποιο όνειρο, κοινωνικά αμέτοχη και αδιάφορη, που «κηρύσσει» την απογοήτευση για όλα και όλους, κοινωνικά αμέτοχη και αδιάφορη. Ζωή, που καθώς δεν βλέπει άλλη διέξοδο επιλέγει την αυτοκτονία, καταπίνοντας ένα χάπι που το λένε «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α» (με τα αρχικά αυτά η συγγραφέας συνθέτει ένα δηλητηριώδους χιούμορ λογοπαίγνιο). Η ζωή της γυναίκας του έργου δεν έχει καμιά χαρά, καμιά ικανοποίηση, καμιά ελπίδα, καμιά προοπτική. Ολα τα βλέπει στραβά κι ανάποδα. Τη δουλιά της, τον εραστή της, τους ανθρώπους, την κοινωνία. Απαισιόδοξο, απελπισμένο, καταθλιπτικό, σπαρακτικό κατά βάθος, το κείμενο της Κιτσοπούλου, απασχολείται με ένα σοβαρό, πράγματι, πρόβλημα του ανθρώπου στη σύγχρονη κοινωνία – και την ελληνική. Ομως, δεν αναζητεί καν τα αίτια που το προκαλούν. Δεν διακρίνει ότι αυτό το πρόβλημα ούτε το μόνο, ούτε το κύριο, ούτε γενικευμένο είναι. Αλίμονο, αν ήταν. Οτι υπάρχει και η άλλη όχθη της ζωής. Τα μιλιούνια των γυναικών και αντρών που δε θεωρούν την ύπαρξή τους «κέντρο του κόσμου», που αντιμετωπίζουν καθημερινά ζέοντα προβλήματα, δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται για να ανθρωπέψουν, να δώσουν νόημα κι αξία στη ζωή τους, πολλοί και για τη ζωή των άλλων. Ευτύχημα για το κείμενο αποτελεί η εξαίρετη, εσώτατης αλήθειας, αφειδώλευτης ψυχοσωματικής κατάθεσης ερμηνεία της Μαρίας Πρωτόπαπα. Το ρεαλιστικό σκηνικό (Ελλη Παπαγεωργακοπούλου), το βίντεο, η βουβά συμβολική ερμηνεία της Λ. Κιτσοπούλου και η λιτή σκηνοθεσία, στήριξαν, επίσης, το κείμενο.
«Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α»

«Τιτανικός», στην «Πειραιώς 260»

  • Μετά την περσινή «Μπόσα Νόβα», μια ακόμη εντυπωσιοθηρικά θεαματική, κοσμοπολίτικης αισθητικής, χοροθεατρική παράσταση ανέβασε ο χορογράφος Κωνσταντίνος Ρήγας, με θέμα το ναυάγιο του «Τιτανικού» και κείμενα (μικρά μονολογικά) της Ξένιας Αηδονοπούλου, βασισμένα σε διάφορα βιβλία, σε δημοσιογραφικές «πηγές» περί του ναυαγίου του «Τιτανικού» και προπάντων στην ομότιτλη ταινία. Με καλαίσθητα κοστούμια της Νατάσας Δημητρίου, με σκιερούς, θαλασσινής, υγρής, νεφελώδους ατμόσφαιρας φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη, με σύνθεση δύο τραγουδιών (με αγγλόφωνους στίχους), επιλογή οκτώ γνωστών αγγλόφωνων τραγουδιών και μουσική διδασκαλία του Δημοσθένη Γρίβα, με ερμηνευτές ταλαντούχους ηθοποιούς, μερικούς πολύ καλούς επαγγελματίες χορευτές και δεκάξι σπουδαστές της Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, ο Κ. Ρήγος σχεδίασε και δίδαξε εξαιρετικά χορογραφικά κομμάτια, αξιοποίησε τη χορευτική ικανότητα κάποιων ηθοποιών και κίνησε εύστοχα τις πολυεπίπεδες και πολυπρόσωπες σκηνές. Μεγάλα στηρίγματα της μελαγχολικής διάθεσης σκηνοθεσίας του ήταν οι αισθαντικές ερμηνείες των – έμπειρων, αβοήθητων από τον ίδιο όσον αφορά στο λόγο – καλών ηθοποιών Αρη Λεμπεσόπουλου, Δήμητρας Ματσούκα, Μαρίας Ναυπλιώτου, Ιωάννας Παππά, Αιμίλιου Χειλάκη, Εμιλυς Κολιανδρή. Αξιοι αναφοράς για την ερμηνευτική συμβολή τους είναι και οι υπόλοιποι ηθοποιοί και οι χορευτές (αλφαβητικά): Αντώνης Αντωνίου, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Παναγιώτης Κοντονής, Γιώργος Κοτσιφάκης, Μαρκέλλα Μανωλιάδου, Σάββας Μπαλτζής, Αμαλία Μπένετ, Ελενα Τοπαλίδου, Ιωάννα Τουμπακάρη, Γιάννης Τσεμπερλίδης.

*«Φορτουνάτος» Εθνικό Θέατρο – Νέα Σκηνή

* «Τρομεροί γονείς» – Θέατρο της Ανοιξης

Με την πρέπουσα επιμέλεια και τον απαιτούμενο σεβασμό ο Γιάννης Μαργαρίτης καταπιάνεται στο τέλος της περιόδου με τον Ζαν Κοκτό και με ένα από τα τρομερά βουλεβάρτα του.

Χρυσάνθη Δούζη, Δημήτρης Πασσάς και Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη στην τίμια αλλά κουρασμένη παράσταση του Γιάννη Μαργαρίτη

Χρυσάνθη Δούζη, Δημήτρης Πασσάς και Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη στην τίμια αλλά κουρασμένη παράσταση του Γιάννη Μαργαρίτη

  • Γραμμένοι το ’38, οι «Τρομεροί γονείς» δίνουν τη βάση για τη μεταπολεμική πρωτοπορία, προλειαίνουν το έδαφος, καθαρίζουν τα ζιζάνια και σπέρνουν τους σπόρους της ανατροπής. Με πολύ στιλ όμως και με αβρότητα. Αυτό είναι άλλωστε το θέατρο του Κοκτό: μισό δοσμένο στο βουλεβάρτο και μισό στην ποιητική ανάληψη του υπερρεαλισμού. Εκεί, στο μεταξύ, ο Κοκτό μπορεί να ανατρέπει εκ των έσω και να ξαφνιάζει την ίδια του την τάξη, εμφανίζοντας στη μέση του σαλονιού άλλοτε τα δικά του φαντάσματα και άλλοτε τους δικούς της βρικόλακες.
  • Οι «Τρομεροί γονείς» φέρουν εκτός από μηχανισμό του βουλεβάρτου, το ήθος του κόσμου που γέννησε το θεατρικό αυτό μόνιππο. Σε ένα πρώτο επίπεδο το έργο παρουσιάζει την «ιερή συμμαχία» που συνάπτουν ο πατέρας και η μητέρα της οικογένειας για να κρατήσουν τον γιο τους στον κύκλο τους, μακριά από την ερωμένη του. Τα πράγματα όμως στη συνέχεια χρωματίζονται ροζ όταν πατέρας και ο γιος, όπως αποκαλύπτεται, μοιράζονται εν αγνοία τους την ίδια ερωμένη. Χρωματίζονται έπειτα μοβ, όταν μητέρα και ο γιος μοιράζονται την -τυπική για τον Κοκτό- οιδιπόδεια σχέση. Και χρωματίζονται τελικά μαύρα, όταν πατέρας και μητέρα μοιράζονται την πρόθεση να ικανοποιήσουν σαν κακομαθημένα παιδιά τις πιο απίθανες αντιλήψεις τους σε βάρος του γιου, της νεότητας, της υγείας και της λογικής. Ετσι οι «Τρομεροί γονείς» αποκτούν σταδιακά την απόχρωση της πιο μαύρης κωμωδίας, ενός τσίρκου με το οποίο θα μπορούσαμε να γελάσουμε, αν ο ακροβάτης δεν μας προκαλούσε τόσο τρόμο.
  • Ο Γιάννης Μαργαρίτης, όπως πάντα, έστησε μια τίμια παράσταση. Οι ηθοποιοί είναι επαρκέστατοι στους ρόλους τους. Ο Μαργαρίτης σαν Ζορζ έχει χάρη και γούστο, η Ιβόν της Χρυσάνθης Δούζη αποκτά με άνεση το πρόσωπο της αιώνιας μπεμπέκας αλλά και της γυναίκας αράχνης. Ο Μισέλ του Δημήτρη Πασσά παρασύρεται κάπως από την ορμή του και η Μαντλέν της Νικολέτας Κοτσαηλίδου δεν πετυχαίνει πάντα να συμφιλιώσει στην ερμηνεία της την παρθένα και ερωμένη· ωστόσο, η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη δίνει στο ρόλο της Λεό έναν αινιγματικό και πρωτότυπο τόνο.
  • Αναγνωρίζω την προσπάθεια του σκηνοθέτη, δυσκολεύομαι όμως να πεισθώ από το αποτέλεσμα. Οι «Τρομεροί γονείς» έτσι και αλλιώς δεν έχουν μυστικά, μιλούν από μόνοι τους. Αυτό που χρειάζονται είναι ένα ανέβασμα που θα σέβεται τον μηχανισμό τους και θα αφήνει το περιεχόμενο να τρώει τη σάρκα του. Τα διάφορα ευρήματα του βίντεο, τα στοιχεία τσίρκου και τα μικρόφωνα μοιάζουν με πεισματάρικες προσπάθειες να εισαχθεί στο ύφος της παράστασης μια εξωτερική, όχι και πολύ πειστική «πρωτοπορία». Το ειρωνικό είναι βέβαια πως έτσι ο αναρχισμός του Κοκτό αδυνατίζει: μετατρέπεται σε πρόωρα ανοιγμένο δώρο.
  • Ολα μοιάζουν κουρασμένα στο «συγκεντρωτικό» σκηνικό του Θεάτρου της Ανοιξης. Το πρόβλημα βρίσκεται βαθύτερα: η σκηνική εικόνα οφείλει -ιδιαίτερα σε προσπάθειες που αγγίζουν την πρωτοπορία- να αποτελεί μια ομαδική κατάκτηση. Δεν μπορεί να βασίζεται στην προσωπική ματιά του σκηνοθέτη, χωρίς αυτή να υπηρετείται -ή να κατανοείται πλήρως- από τους βασικούς συντελεστές. Στους «Τρομερούς γονείς» είχα αντίθετα διαρκώς την εντύπωση ότι οι ηθοποιοί δεν ακολουθούσαν παρά οδηγίες, χωρίς βαθύτερη συμμετοχή ή συμβολή σ’ αυτό που βλέπαμε. *

ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ: Κωμωδίες και σάτιρες

  • «Μολιέρου Αρχοντοχωριάτης»
«Αρχοντοχωριάτης»
  • Του ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 17 Απρίλη 2009

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

  • Κάρμεν Ρουγγέρη «Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη… σαν παραμύθι» στο θέατρο «ΕΓΝΑΤΙΑ» από την «CULTURE FACTORY: Ν. Χριστοδούλου – Σ. Μανάφης»
Η Κάρμεν Ρουγγέρη αποδίδει το αρχαίο κείμενο στη δημοτική, προσαρμοσμένο για παιδιά. Οι «Γυναίκες στην Εκκλησία του Δήμου», όπως περιφραστικά ήθελε τον τίτλο της αριστοφάνειας κωμωδίας ο Θρασύβουλος Σταύρου. «Σαν παραμύθι» τη θέλει η Ρουγγέρη. Ο Αριστοφάνης σατιρίζει την ουτοπική, όπως θεωρούσε, κοινωνική αλλαγή της εποχής του, παραχωρώντας βήμα για μια ακόμη φορά στις γυναίκες και ευκαιρία να ‘ρθουν στο θεατρικό και …κοινωνικό προσκήνιο (όπως στη «Λυσιστράτη» και στις «Θεσμοφοριάζουσες»). Αλλαγή, βέβαια, για κοινοκτημοσύνη και πολυγαμία, για «φυσική και κοινωνική ισότητα», όπως υποστήριζε ο σοφιστής Αντιφών. O Στάθης Δρομάζος σχολιάζει ότι «ο ποιητής φεύγει άλλη μια φορά από τα «εγκόσμια» προβλήματα και φτάνει στη σάτιρα της ουτοπίας».

Η Ρουγγέρη εντάσσει στην παράσταση τον ίδιο το συγγραφέα και στη συνέχεια του ζητά να παίξει το ρόλο του Βλέπυρου, άντρα της πρωταγωνίστριας Πραξαγόρα, μιας δυναμικής γυναίκας, που μπαίνει μπροστάρισσα στον αγώνα των γυναικών. Πράγματι, εκείνες αφού μεταμφιέζονται σε άνδρες συνεδριάζουν στην Πνύκα και ψηφίζουν νέους νόμους, προς έκπληξη των ανυποψίαστων συζύγων τους, τους οποίους πιάνουν κυριολεκτικά και μεταφορικά στον ύπνο. Η συνέχεια είναι γνωστή.

Η σκηνοθεσία της Κάρμεν Ρουγγέρη δίνει μια εξαιρετική διάσταση στην υπόθεση, με καινοτομίες και ευρηματικές προτάσεις. Το κέφι, το μπρίο, ο ενθουσιασμός όλων των ηθοποιών κατακτούν το ακροατήριο των λιλιπούτειων θεατών, χωρίς να παραλείπονται κάποιες υπερβολές, με φωνασκίες και γηπεδικού τύπου τακτικές, προκαλώντας τα παιδιά στη δημιουργία οχλοβοής, κατά σημεία. Τα ιδεώδη της ισότητας, ειρήνης, δημοκρατίας, ελευθερίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και κοινοκτημοσύνης ήταν διάχυτα στον αέρα της παράστασης, ασκώντας κοινωνικο-πολιτική επίδραση στα παιδιά/θεατές.

«Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη …σαν παραμύθι»

Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Χριστίνας Κουλουμπή, όπως πάντοτε, εντυπωσιακά, η μουσική διασκευή – σύνθεση του Γιάννη Μακρίδη, γνωστών μοτίβων και δημοτικών τραγουδιών, από διάφορες περιοχές της χώρας μας, έδωσε τον επιτρεπόμενο αισθητικά τόνο στην παράσταση, οι χορογραφίες του Πέτρου Γάλλια συμβατές στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, συνέβαλαν στη θετική έκβαση της παράστασης και οι στίχοι των τραγουδιών του Ανδρέα Κουλουμπή αρκετά ενδιαφέροντες, από ποιητική άποψη.Τους ρόλους ερμήνευσαν ικανοποιητικά, χωρίς κάποιος να υστερήσει, οι: Ειρήνη Ανδρέου, Σοφία Βούλγαρη, Νίκος Ζώκας, Γιώτα Ευσταθίου, Γιάννης Καραμφίλης, Νάντια Κλάδη, Γεωργία Κούρτη, Χρυσοβαλάντης Κωστόπουλος, Κατερίνα Λύκου, Κωνσταντίνος Μελίδης, Ελένη Πετροπούλου, Βιργινία Ταμπαροπούλου.

  • Σίσσυ Αλατά «Μολιέρου Αρχοντοχωριάτης» στο θέατρο «ΑΛΙΚΗ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ» από την «Παιδική Σκηνή»

Η μεταφράστρια – διασκευάστρια του παρόντος μολιερικού έργου, Σίσσυ Αλατά, πέτυχε απόλυτα στο εγχείρημά της. Μετέφερε στα παιδιά το σατιρικό πνεύμα του διαχρονικού Γάλλου κωμωδιογράφου Μολιέρου (1622-1673). Από το 1670, που πρωτοανεβάστηκε στη γαλλική σκηνή το έργο, κύλησε αρκετό νερό στην κοίτη της Ιστορίας. Ο Μολιέρος στον «Αρχοντοχωριάτη» του σατιρίζει τους μεγαλοαστούς που επιδιώκουν ν’ αποκτήσουν αριστοκρατικούς τίτλους ευγενείας. Ομως, παράλληλα στηλιτεύει τη μεγαλομανία και τη ματαιοδοξία των ανθρώπων για επίδειξη και διάκριση έτσι, που να διαμορφώνουν έναν ευάλωτο στην εκμετάλλευση χαρακτήρα, ο οποίος οδηγείται τελικά στη γελοιοποίηση. Νεοπλουτισμός και μικροαστισμός, επίδειξη πλούτου και μεγαλομανία είναι «φρούτα» και της εποχής μας, καθώς και η μαϊμουδίστικη συμπεριφορά κάποιων, που φτάνει ως τα όρια του γελοίου, όπως μας έδωσε τα στοιχεία αυτά θεατρικά ο Δημ. Ψαθάς, στη «Μαντάμ Σουσού» κ.ο.κ.
«Μάντεψε ποιος;»

Πρόκειται για φαρσοκωμωδία, μια «Κωμωδία χαρακτήρων», η οποία αναδεικνύει την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων τύπων και σχέσεων. Ο Μολιέρος είχε, σαφώς, επηρεαστεί από τα δραματικά έργα του Πλαύτου και του Τερέντιου, από τις μεσαιωνικές φάρσες, από την κομέντια ντελ’ άρτε κ.λπ.Η σκηνική απόδοση του έργου ήταν ικανοποιητική, μεταφέροντας τα παιδιά/θεατές στην ατμόσφαιρα της εποχής με τα υπέροχα σκηνικά και κοστούμια (πλούσιο βεστιάριο, περούκες, μακιγιάζ κ.ά.) της Κωνσταντίας Δίγκα, με την αριστοτεχνικά γραμμένη μουσική, σε «δρόμους» της κλασικής μουσικής της εποχής του Μπαρόκ (1600-1750) του Παναγιώτη Μανουηλίδη, αλλά και με θαυμάσια ηχητικά εφέ, καθώς και με τις εξαίσιες χορογραφίες του Χρήστου Κατίδη. Αν και ήταν η πρώτη σκηνοθετική του δουλειά στο θέατρο για παιδιά, ο Δημήτρης Βαλσαμίδης έδειξε τα προσόντα του και ευελπιστώ για ένα καλύτερο μέλλον στο χώρο. Η υποκριτική ικανότητα των ηθοποιών ήταν αρκετά καλή. Ισως, κάποια ελάχιστα αρνητικά στοιχεία επιβεβαιώνουν το πολύ καλό αποτέλεσμα, στοιχεία που μπορούν οι ίδιοι να βελτιώσουν με την εμπειρία και την αυτογνωσία τους. Αναφέρω ενδεικτικά την τσιριχτή φωνή της Λουκίλης. Είναι ένα πρόβλημα, βέβαια, η περίπτωση που ο ηθοποιός παίζει περισσότερους από έναν ρόλο στην ίδια παράσταση και στην προσπάθειά του να διαμορφώσει (και με τη φωνή του) τις ιδιαιτερότητες του ήρωα που υποδύεται κάθε φορά, να περνά στην υπερβολή, με αποτέλεσμα να μην κατανοεί ο θεατής το κείμενο που αποδίδει με λόγο, ενδεχομένως λόγω της τσιριχτής φωνής του. Ισως, λεπτομέρειες, που όμως κατά τη γνώμη μου δίνουν άλλη ποιότητα και διάσταση στο τελικό αισθητικό αποτέλεσμα.

Του ρόλους απέδωσαν οι: Γ. Τούλης (αρχοντοχωριάτης), Αρετή Αγγέλου (Νικολέτα, μαρκησία), Νόπη Ράντη (φιλόσοφος, Γιορδάνης), Πάνος Ιωαννίδης (μουσικοδιδάσκαλος, ράπτης, υπηρέτης, Κλεόντης), Κων/να Λάλου (Λουκίλη, χοροδιδάσκαλος, υπηρέτης), Αλέξ. Ζαφειριάδης (Δοράντης, ξιφομάχος, ράπτης-κάλφας). Οι ίδιοι ηθοποιοί αποδίδουν και άλλους δευτερεύοντες ρόλους.

  • Καλλιόπη Παπαδάκη «Μάντεψε ποιος;» στο θέατρο «ΣΟΦΟΥΛΗ» από την «Παιδική Σκηνή»

Κοινωνικό δράμα με χιουμοριστικά στοιχεία, έντονη πλοκή και απρόοπτες καταστάσεις στην εξέλιξη του μύθου, θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει το παρόν θεατρικό έργο, που έγραψε η Καλλιόπη Παπαδάκη και σκηνοθέτησε η Παυλίνα Χαρέλα.

Η υπόθεση του έργου αντλεί στοιχεία από μοτίβα (κακιά μητριά, αγαθός πατέρας, αποκάλυψη αδερφών κ.ά.) της αρχαίας τραγωδίας και των λαϊκών μας παραμυθιών, όπου διαδραματίζονται συγκρούσεις μεταξύ της αγάπης και της πονηριάς, της απλότητας και της κακίας, δίνοντας πάντοτε τη νίκη στην καλοσύνη, στην αγνότητα, στην αγάπη και στην απλότητα του ανθρώπινου χαρακτήρα. Η δικαίωση έρχεται τελικά αποκαθιστώντας την ισορροπία στον ηθικό κοινωνικό κώδικα. Το εύρημα με την ανθρωποποιημένη κούκλα, αλλά και με τις πραγματικές κούκλες, είναι πετυχημένο, όπως αυτό ζωντανεύει στον πρόλογο της παράστασης. Βέβαια, υπάρχουν και άλλα ευρήματα, όπως η διακοπή της ροής του νερού στο σιντριβάνι όταν έριξαν μέσα υπνωτικό κ.ο.κ.

Η σκηνοθεσία καθώς και η σκηνογραφία/ενδυματολογία κινούνται σε παραδοσιακά πλαίσια του θεάτρου για παιδιά, με τα θετικά και αρνητικά στοιχεία παρόμοιων εγχειρημάτων. Στα θετικά της σκηνογραφικής δουλειάς των Κώστα Μόνα και Βαλεντίνου Βαλάση είναι τα απλά παραδοσιακά σκηνικά (σπίτι, σιντριβάνι, πιθάρι, πέτρες-βράχος κ.ά.) και η ευφάνταστη εναλλαγή των σκηνικών αντικειμένων. Υπεύθυνη για τα κοστούμια ήταν η ίδια η σκηνοθέτρια με θετικά: τις πετυχημένες μεταμφιέσεις των επισκεπτών (σε παπάδες, Κρητικούς, γύφτο με αρκούδες, κλόουν), τα ωραία νυφικά (παρουσιάζοντας τη σχετική σκηνή με στοιχεία μαύρου θεάτρου) κ.ο.κ. Τη μουσική ευθύνη είχε ο Θανάσης Αμπατζίδης (με ελληνικούς δημοτικούς χορούς, αλλά και ξένους: ροκ εντ ρολ, τουίστ), παρουσιασμένους με χιουμοριστικό τρόπο. Αφθονο γέλιο, βέβαια, πρόσφερε και όλη η παράσταση. Καλές ήταν και οι χορογραφίες του Χρήστου Κατίδη.

Στα αρνητικά της παράστασης, που χρήζουν διορθώσεων και παρεμβάσεων ήταν τα προβλήματα ορθοφωνίας ορισμένων ηθοποιών και η νευρικότητα άλλων κατά την κίνησή τους, κατά σημεία, δημιουργώντας μια κάποια ένταση στην πλατεία, που δεν ενδείκνυται σε όλες τις περιπτώσεις της θεατρικής δράσης των ηρώων.

Τους ρόλους υποκρίθηκαν οι: Κώστας Αποστόλου (μπαμπάς, φύλακας) ξεχώρισε ως ηθοποιός, Κατερίνα Γεωργούση (Ακριβή), Χρήστος Κατίδης (Γκόγκος), Νίκη Κατσαρού (Νενέκα), Κώστας Καφαντάρης, Ζωή Τζωάννου (Κακίστρω) αρκετά καλή, Θωμάς Χαβιανίδης (Νικόλας). (Μανωλιός)

«Το υπέροχό μου διαζύγιο» στο «Αγγέλων Βήμα», «Πολύ καλά!» στο «Θέατρο Εξαρχείων», «Ανάσα ζωής» στο «Απλό Θέατρο»,

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • Σύγχρονο ξένο έργο
  • ΘΥΜΕΛΗ
  • Τετάρτη 15 Απρίλη 2009
«Το υπέροχό μου διαζύγιο»

«Το υπέροχό μου διαζύγιο» στο «Αγγέλων Βήμα»

  • Τι μπορεί να σημαίνει διαζύγιο, σήμερα, για μια μεσήλικη γυναίκα, που απομένει μόνη στο σπίτι, με φευγάτο μακριά της το ένα και μοναδικό παιδί της, κι άνεργη, αφού πριν χρόνια, λόγω των συζυγικών και μητρικών υποχρεώσεων, εγκατέλειψε τη δουλειά της; Σημαίνει δυσκολία αναπροσαρμογής στη νέα της πραγματικότητα. Μοναξιά, ανασφάλεια, βύθισμα στις σκέψεις της. Συνεχείς αναδρομές στο παρελθόν της, στις μνήμες της νιότης, στον έρωτα, στα καλά και τα κακά του συζυγικού βίου της. Στις προσδοκίες, στις διαψεύσεις και απογοητεύσεις της. Σημαίνει απολογισμό της μέχρι τώρα ζωής της, φόβο για το αύριο, τρόμο για τα γηρατειά και το μοναχικό τέλος. Σημαίνει είτε ότι βουβαίνεται, είτε μονολογεί φωναχτά, ίσως και παραληρηματικά, για τις απώλειες της ζωής της. Μπορεί να μιλά με τον εαυτό της, μόνο και μόνο για να ακούει τουλάχιστον τη δική της φωνή. Για να γεμίζει λίγο την «άδεια» ζωή της, τον «άδειο» από άλλο πλάσμα και υπό μετακόμιση σπίτι της. Για να μην πάψει να είναι ζωντανό – έλλογο πλάσμα, να μη χάσει τις ανθρώπινες ιδιότητές της. Να μην τρελαθεί… που ο άχαρος πια σεξουαλικά άντρας της, μισόγερος πια το ‘ριξε στον έρωτα με νεαρές. Να βάλει σε τάξη το μυαλό της, ίσως, και με ψυχολογική στήριξη. Αυτό συμβαίνει με τη γυναίκα που με θαυμαστή απλότητα, αμεσότητα, γλυκόπικρη ειρωνεία, κυρίως με ψυχογραφική δεινότητα, έπλασε η Ιρλανδή συγγραφέας Τζέραλντιν Αρον, στο μονολογικό έργο «Το υπέροχό μου διαζύγιο». Το πρόσωπο του έργου είναι μια συνήθης γυναίκα, που με αξιοπρέπεια μάχεται τη μοναξιά και την πίκρα της, συνειδητοποιώντας ότι ένα διαζύγιο δε σημαίνει και το τέλος της ζωής της. Οτι έχει δικαίωμα να ξαναβρεί τον εαυτό της, να συνεχίσει να ζει φυσιολογικά, να ξαναγαπηθεί. Το έργο, σε εκπληκτικής αμεσότητας, αλήθειας, χυμώδους γλώσσας μετάφραση της Μαργαρίτας Δαλαμάγκα – Καλογήρου, με λιτότατα καλαίσθητο και συμβολικό σκηνικό του Παύλου Ιωάννου, με απέριττα ρεαλιστική αλλά και με αίσθηση του χιούμορ, σκηνοθεσία του Κοραή Δαμάτη. Η σκηνοθεσία κεντράροντας στην αλήθεια του προσώπου, εμπιστεύθηκε και αφέθηκε απόλυτα στη μεγάλη θεατρική απόλαυση, στη συγκίνηση αλλά και το γέλιο, που προσφέρει η υπέροχη, γεμάτη αλήθεια, αμεσότητα, μελαγχολία αλλά και πληθωρικό χιούμορ, μεγάλης εκφραστικότητας και σκηνικής λάμψης ερμηνεία της πολύτιμης για το θέατρό μας ηθοποιού Σμαράγδας Σμυρναίου. Μια ερμηνεία λεπτουργημένης βυθοσκόπησης και χειμαρρώδους ανάδυσης του ψυχισμού μιας πληγωμένης, προδομένης, μοναχικής γυναίκας, που όμως με αξιοπρέπεια, υπομονή και σθένος συνεχίζει να δίνει τη «μάχη» που λέγεται ζωή. Μια ερμηνεία «ύμνος» τελικά για τη ζωή.
«Ανάσα ζωής»

«Πολύ καλά!» στο «Θέατρο Εξαρχείων»

  • Δομημένο με την τεχνική του «θεάτρου μέσα στο θέατρο», εξομολογητικά αυτοβιογραφικό και αυτοψυχαναλυτικό, αλλά και αυτοσαρκαστικής διάθεσης κωμωδία είναι το έργο της Αμερικανίδας δραματουργού Λίζα Κρον «Πολύ καλά!». Σήμερα ουκ ολίγοι ψυχολόγοι θεωρούν τη θεατρική πράξη ως αποδοτικό μέσο ψυχοθεραπείας. Ουκ ολίγοι θεωρούν ότι οι καλλιτέχνες του θεάτρου υποχρεούμενοι από την τέχνη τους να αναλύουν, να ενδοσκοπούν, να ενσαρκώνουν χαρακτήρες, συναισθήματα, προβλήματα, συγκρούσεις ποικίλων ανθρώπινων υπάρξεων και ποικίλων κοινωνικών φαινομένων και καταστάσεων, κατά κάποιο τρόπο, συνειδητά ή ασυνείδητα υπόκεινται σε αυτοψυχανάλυση και, ίσως, εν μέρει σε αυτοθεραπεία. Η Αμερικανίδα συγγραφέας φαίνεται να πιστεύει στην ψυχαναλυτική ιδιότητα του θεάτρου και αυτό κάνει με το έργο της, βγάζοντας στη φόρα, επί σκηνής, τα ψυχολογικά «άπλυτά» της. Την ψυχολογική σχέση της, τα «κόμπλεξ» της, την προσπάθειά της να απογαλακτιστεί από τη φαινομενικά απλοϊκή αλλά δυναμική γριά πια μάνα της. Η κόρη γράφει, σκηνοθετεί και προσπαθεί να παρουσιάσει μια παράσταση που να βιογραφεί και να ψυχαναλύει την ίδια, όσο ζούσε με την οικογένεια, αλλά και τη μάνα της, η οποία, αν και λαϊκή γυναίκα, είχε το χάρισμα να ασχοληθεί με τα κοινά ζητήματα της κοινότητάς τους, δραστήρια και αποτελεσματικά και να καταξιωθεί στη συνείδηση όλων των κατοίκων. Παρά τη συγγραφική, σκηνοθετική και παραστασιακή προσπάθεια της κόρης να καταξιωθεί ως δυνατότερη και σημαντικότερη της μάνας προσωπικότητα, η τελευταία με την ψυχολογικά υγιή, ανεπιτήδευτη απλότητα, παρορμητικότητα, λαϊκή αφέλειά της, άθελά της αποδιοργανώνει και διαλύει την παράσταση. Κερδίζει τις εντυπώσεις και γίνεται το επίκεντρο του «παιχνιδιού». Το ενδιαφέρον και έξυπνα γραμμένο έργο, με ρέουσα μετάφραση της Αννίτας Δεκαβάλλα, λειτουργικά μεταμορφούμενο σκηνικό και σύγχρονα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού, με χιουμοριστική μουσική του Πλάτωνα Ανδριτσάκη και αρμόζοντες φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, σκηνοθετήθηκε με πολύ χιούμορ από τον Τάκη Βουτέρη, σαν σουρεαλιστικό «παιχνίδι» θεάτρου. «Παιχνίδι» που ψυχογραφεί όχι μόνο τα δύο κύρια πρόσωπα, αλλά και την ψυχολογία των θεατρίνων και παράλληλα αποκαλύπτει την «κουζίνα» του θεάτρου, των παρασκηνίων, των απρόβλεπτων ατυχημάτων, των τεχνικών μέσων και των λαθεμένων χειρισμών τους κατά την προετοιμασία ακόμα και την ώρα της παράστασης. Κυρίαρχη, μεταξύ του συνολικά καλού υποκριτικού επιπέδου, είναι η ερμηνεία της Ελένης Γερασιμίδου. Με την έμφυτη, πληθωρική αλλά και πάντα καλοζυγιασμένου μέτρου κωμικότητά της, την αμεσότητα, τη φυσικότητα, την αλήθεια και το λαϊκό αίσθημά της η Ε. Γερασιμίδου πλάθει απολαυστικά αλλά και συγκινητικά τη μάνα. Πολύ καλή, με πικρόγευστη αίσθηση του χιούμορ είναι η ερμηνεία της Αννίτας Δεκαβάλλα. Γόνιμες οι ερμηνείες των Λιάνας Παρούση, Ανδρης Θεοδότου, Τάσου Πολιτόπουλου και Γιώργου Δεπάστα.
«Πολύ καλά!»

«Ανάσα ζωής» στο «Απλό Θέατρο»

  • Γνωστή από την κινηματογραφική μεταφορά της η «Ανάσα ζωής» του Ντέιβιντ Χέαρ, αν και δεν είναι έργο μεγάλης δραματουργικής πνοής, με τη λιτή ρεαλιστική πλοκή του, με το θέμα του και προπάντων με την ψυχογραφική εμβέλειά του, προσφέρεται για υποκριτική άμιλλα, για δύο μεγάλες γυναικείες ερμηνείες. Πρόσωπα του έργου είναι δυο μεσήλικες γυναίκες. «Αντίζηλες» επί πολλά χρόνια, εγκαταλειμμένες και οι δυο από τον άνδρα – ο άνδρας υπήρξε εραστής της μίας (μιας ανύπαντρης, συνταξιούχου επιστήμονα) και σύζυγος της άλλης – με πρωτοβουλία της συζύγου, συναντιούνται για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή τους. Η σύζυγος αναζητά μια «εξήγηση» του γιατί ο άντρας της παντρεύτηκε εκείνην, ενώ με την άλλη ήταν ερωτευμένος και στα νιάτα του, αλλά και δεν τη λησμόνησε ποτέ. Εκείνη που ερωτεύθηκε στη νιότη του, παρέμεινε το πρόσωπο αναφοράς της ζωής του. Η επίσκεψη της συζύγου – γνωστής συγγραφέα πια – στο σπίτι της ερωμένης γίνεται με το πρόσχημα ότι η πρώτη θέλει να γράψει ένα βιβλίο γύρω από τη ζωή της. Η συζήτηση, η αλληλοκατανόηση και η αλληλοπροσέγγιση των δύο γυναικών είναι δύσκολη. Συγκαλυμμένα οδυνηρή, γιατί αλληλοαναγκάζονται σε ανασκόπηση, απολογισμό, κριτική επανεκτίμηση της ζωής τους. Γιατί, με την επιστροφή στο παρελθόν, με την επιστροφή στο «καμίνι» της μνήμης «αναζωπυρώνουν» βιώματα, ιδέες, όνειρα, προσδοκίες της νιότης που διαψεύσθηκαν. Σταδιακά οι δύο γυναίκες οδηγούνται σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση, παραδοχή, αποδοχή της ζωής τους και τελικά στην αλληλοκατανόηση, στην αλληλοσυγχώρηση, στην αλληλοσυμπάθεια και τελικά στην αλληλολύτρωσή τους από τον «υπαίτιο» της μοναξιάς και της πίκρας τους. Το έργο σε εύγλωττα ψυχογραφική μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, ρεαλιστικής ακρίβειας και καλαισθησίας σκηνικό και σύγχρονα κοστούμια του Γιώργου Πάτσα, «ντυμένο» μελωδικά από την πάντα αισθαντική Ελένη Καραΐνδρου, σε ρεαλιστικά λιτή, ατμοσφαιρικού κλίματος σκηνοθεσία του Αντώνη Αντύπα, στηρίζεται στις πολύ καλές ερμηνείες δύο πραγματικά ταλαντούχων, πολύπειρων, υπεραισθαντικών, αλλά και με πνευματικότητα ηθοποιών. Της Ράνιας Οικονομίδου (υπερέχει ερμηνευτικά) και της Λυδίας Φωτοπούλου.

«Του νεκρού αδελφού» από τον Σωτήρη Χατζάκη

  • Στις ρίζες του τραγικού
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 13 Απριλίου 2009
Ο Νίκος Αρβανίτης με την Κίτι Σελμάνι Τζέτσεβιτς στην παράσταση του  Σωτήρη Χατζάκη «Του νεκρού αδελφού»

Με παλιότερο εκτεταμένο δοκίμιό μου στις «Ιδέες» του Σαββάτου είχα αναφερθεί στην καταγωγή των αφηγηματικών και συνάμα δραματικών δημοτικών τραγουδιών που χαρακτηρίζονται «παραλογές». Λέγαμε τότε πως η επιστήμη πιθανολογεί την προέλευσή τους από τα χρόνια των μεγάλων μεταβάσεων του αρχαίου κόσμου προς τη γεωγραφία και τη διασπορά της ελληνιστικής εξάπλωσης. Κυρίως με κέντρο την Αλεξάνδρεια και τις άλλες μεγάλες πόλεις της Ανατολής, χοάνες πολυπολιτισμικές (τύφλα να έχει η εποχή μας!) κοινότητες. Ο όρος «παραλογή» θεωρείται ότι προέρχεται λόγω γλωσσικής «συγκοπής», από τον όρο «παρακαταλογή» που ήταν μια μιμική πράξη συνοδευόμενη από μουσική και αφήγηση.

Πριν από περίπου πενήντα χρόνια είχε κυκλοφορήσει σε τεύχη η «Ποιητική Ανθολογία» της Ρίτας Μπούμη-Παπά και του Νίκου Παπά, δύο αξιόλογων ποιητών και λογίων. Ήταν Παγκόσμια Ανθολογία και περιελάμβανε σε μετάφραση και τη δημοτική ποίηση των λαών. Από τα Βαλκάνια έως τον Καύκασο και από τους Εσκιμώους και τους Νέγρους του Αμερικανικού Νότου έως τα τραγούδια των Αφρικανικών Φυλών. Νέοι τότε φιλόλογοι παρ΄ ότι ήμασταν πληροφορημένοι από μεγάλους καθηγητές Λαογράφους, τον Γεώργιο Μέγα και τον Στίλπωνα Κυριακίδη, τον Κ. Ρωμαίο και τον Λουκάτο, μείναμε άναυδοι για τη διασπορά μερικών δημοτικών τραγουδιών σ΄ όλα τα Βαλκάνια.

Ιδιαίτερα το αριστουργηματικό «Του νεκρού αδελφού» κάλυπτε όλες τις γλώσσες των Βαλκανίων (πλην, ασφαλώς, της τουρκικής) και έφτανε έως την Ιρλανδία, όπου συναντάται ως το «Τραγούδι του Μπίλι». Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και με τα τραγούδια των Γεφυριών και της ανθρωποθυσίας για το στέριωμά τους, τόσο ώστε το «Γεφύρι του Ντρίνα» στη Σερβία έδωσε ως μυθιστορηματική ανάπλαση το Νόμπελ στον Άντριτς. Χωρίς τη συνδρομή των περιπλανώμενων μίμων, ιδιαίτερα στην περίοδο των διωγμών τους στο Βυζάντιο και στο Ισλάμ (δύο θρησκείες που μαζί με την άλλη μονοθεϊστική με προπάτορα και των τριών τον Αβραάμ που γυρεύουν τη μίμηση και την κατασκευή «ειδώλων και παντός είδους ομοιωμάτων» ιδέ Εικονομαχία και ακόσμητα Τζαμιά και Συναγωγές) δεν θα μπορούσαν να διαλυθούν γεωγραφικά αυτά τα πυρηνικά δραματικά θέματα.

Εξάλλου η ξενιτειά, το εμπόριο και οι μικροπαντρεμένες με πλούσιους μακριά απ΄ το πατρικό τους κόρες καθώς και χαροκαμένες χήρες με πολλά παιδιά που χάνονται σε ναυάγια, πανούκλες, χολέρες και πειρατείες, ληστείες, άλλο τίποτα η βαλκανική εμπειρία. Κι άλλο τίποτε από την εποχή του Ομηρικού Ελπήνορα και του ειδώλου του Δαρείου, της Κλυταιμνήστρας και του Ευριπιδικού Πολύδωρου από εμφανίσεις και επιφάνειες φαντασμάτων στο δράμα και στη συνέχεια στα παραμύθια των λαών.

Ο Σωτήρης Χατζάκης είναι ένας βαθιά μυημένος στη λαϊκή παράδοση, στους μύθους, στα παραμύθια αλλά και στη λόγια λογοτεχνία (σοβαρή και ειρωνική) που καταπιάνεται με μύθους, συναξάρια, λαϊκές αφηγήσεις και άλλα «Μυστήρια» πράγματα. Με τη «Νύχτα του Τράγου» τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, την «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη αλλά και την ανθολόγηση συναξαριών αγίων και μαρτύρων και της μνημειώδους πορείας των προσκυνητών της αφήγησης του Κόντογλου προς το μοναστήρι «Καταβύθιση», ο Χατζάκης «έπαιξε» με τις λαϊκές τελετές, το πένθος, τον θάνατο, τις επιφάνειες νεκρών, τον φόνο, τη μεταμφίεση, τη λαϊκή ευσέβεια και τα διαχρονικά (αρχαιοελληνικά, παγανιστικά, διονυσιακά και χριστιανικά) λατρευτικά ήθη.

Κατ΄ αρχάς αναζητεί τον εσωτερικό ρυθμό της λαϊκής γλώσσας, τον βηματισμό του στίχου, όταν υπάρχει, τις ανάσες των τομών και κάνει τον Λόγο παρακλητικό της κίνησης, έτσι ώστε η χειρονομία, η κλίση της κεφαλής, η ματιά να εντάσσονται σε έναν αναγνωρίσιμο κώδικα τελεσμάτων. Το μέλημά του είναι να φτάσει να αναγνώσει με φρέσκια ορμή τελετές που ανήκουν στην προϊστορία του θεάτρου. Αυτά τα μοτίβα επαναφορτίζει ο Χατζάκης και επαναφέρει ίσως ασυνείδητα το ερώτημα και την καταγωγή του Τραγικού. Είναι γνωστό ότι στην επικρατούσα θεωρία του Αριστοτέλη για την καταγωγή της τραγωδίας από τον διθύραμβο και τους Εξάρχοντες του Χορού άρα τη διονυσιακή εορτή, υπάρχει και η ερεθιστική θεωρία που αποδίδει την καταγωγή του δράματος στις ταφικές τελετές. Προσωπική μου πίστη είναι πως η τραγωδία, γέννημα ώριμων ιστορικών χρόνων, θα ήταν αδιανόητο να μην έχει εμβολιαστεί και με στοιχεία λαϊκών και λατρευτικών τελετών, θρησκευτικών διονυσιακών πανηγύρεων, λυρισμού και αφηγηματικής τέχνης, όπως χωρίς αμφιβολία μπολιάστηκε και από τη σοφιστική και κυρίως τη ρητορική τέχνη.

  • Στις βαλκανικές γλώσσες

Ο Σωτήρης Χατζάκης δημιούργησε με αποσπάσματα από το θέμα του «Νεκρού αδελφού» σ΄ όλες τις βαλκανικές γλώσσες (και στην αυθεντική του εκφορά) μια παρτιτούρα «μουσικής» ανάγνωσης της παραλογής στις παραλλαγές της! Και έστησε ένα αυτόνομο, ανανεωμένο δρώμενο με το συνταρακτικό θέμα της αδελφικής υπόσχεσης, της ξενιτεμένης νύφης, της θανατηφόρας πανδημίας, της κατάρας (ανακάλημα- επίκληση νεκρού στο μνήμα) της μάνας και της προσωρινής «ανάστασης» του νεκρού, της φοβερής οδοιπορίας εν νεφέλαις και της τραγικής εξόδου του δράματος. Με ζωντανή ορχήστρα επί σκηνής, μια βαλκανική κοινότητα τελεστών- ηθοποιών- χορευτών- τραγουδιστών «τραγούδησε» και τραγώδησε στις εξαίσιες μουσικές γλώσσες των γειτόνων μας λαών τα πάθη χωρίς ανάσταση του θνητού Κόσμου. Παντρεύτηκε έτσι ο Πόντος με τη Θράκη, η Σερβία με τη Βουλγαρία, η Βόρεια Ήπειρος με τη Φλώρινα και η Αλβανία με τη Μικρά Ασία.

  • Το όραμα της Χάρτας του Ρήγα

O Σωτήρης Χατζάκης έκανε πράξη μέσα από το κύρος της λαϊκής ευσέβειας στα τιμαλφή των λαών το όραμα της Χάρτας του Ρήγα, αποδεικνύοντας πως με τους Βαλκάνιους γείτονες έχουμε περισσότερα ριζιμιά πράγματα που μας ενώνουν παρά όσα οι εκάστοτε ιστορικές σκοπιμότητες πολιτικάντηδων μας εξανάγκασαν να πιστέψουμε πως μας χωρίζουν. Και οφείλουμε άπειρη ευγνωμοσύνη στο Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Ωνάσης που χορήγησε (με την πρώτη σημασία του όρου) το τραγικό πρόπλασμα του Χατζάκη. Μόνο εγκώμια οφείλουμε στη σκηνογραφία της Έρσης Δρίνη, στον ενδυματολόγο Γιάννη Μεντζικώφ, στη χορογραφία τραγικού Χορού της Μαρίας Γκούτη, στους έξοχους φωτισμούς του Α. Παναγιωτόπουλου. Στις μεγάλες καλλιτέχνιδες Μάγια Μόργκενστερν (Ρουμανία), Μαργαρίτα Τζέπα (Αλβανία), Μαρία Κατσιαδάκη (Ελλάδα) συνταρακτικές μανάδες, στον Νίκο Αρβανίτη λυρικότατο Κωνσταντή, στη λιτή φιγούρα της Κίτι Σελμάνι Τζέτσεβιτς (Αρετή) και στη θαυμαστή διαβαλκανική λαϊκή κοινότητα τον Χορό της Πένθιμης Πανηγύρεως, βαθιά συγκινημένα ευχαριστήρια.

Ιβάν Βιριπάεφ «ΓΕΝΕΣΙΣ Νο 2», Ντούζαν Κοβάτσεβιτς «Ο Επαγγελματίας», Αντώνης Νικολής «Λισσαβώνα»

  • Η σημερινή σλάβικη «πρωτοπορία.

  • Θεατρικές «μοντερνιές» από τη Ρωσία, τη Σερβία και μια ελληνική προσέγγιση

  • Του Σπυρου Παγιατακη

  • Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 12/04/2009

Ιβάν Βιριπάεφ «ΓΕΝΕΣΙΣ Νο 2». Σκην.: Γ. Λεοντάρης

Ντούζαν Κοβάτσεβιτς  «Ο Επαγγελματίας». Σκην: Π. Δημητρακοπούλου

Αντώνης Νικολής «Λισσαβώνα». Σκην.: Θ. Παπαγεωργίου. Στοά

Βρίσκομαι ακόμα υπό την επήρεια ενός έντονου θεατρικού μοντερνισμού. Για μία ολόκληρη εβδομάδα είδαμε αυτό που έχουμε πλέον συνηθίσει να ονομάζουμε με μια ισχυρή δόση απαξίωσης, «μοντερνιές». Η ευκαιρία δόθηκε με το φετινό 13ο «Βραβείο της Ευρώπης» ένα θεσμό που υποστηρίζεται από την Ενωμένη Ευρώπη. Το βραβείο που προσελκύει θεατράνθρωπους απ’ όλη την Ευρώπη είχε πραγματοποιηθεί τις δύο τελευταίες φορές στη Θεσσαλονίκη οργανωμένο, με επιτυχία, από το ΚΘΒΕ. Αυτή τη φορά δόθηκε στον Πολωνό σκηνοθέτη Κρίστιαν Λούπα.

Είναι λυπηρό ότι υπήρχε μια δυνατότητα να παραμείνει το «Europe Theatre Prize» μόνιμα εδώ σε μας -πράγμα σημαντικό κι όχι μόνο πολιτιστικά- αλλά το χάσαμε.

Φέτος έγινε στο Βρότσλαβ της Πολωνίας, την πόλη που συνέδεσε το όνομά της με τον Γέρζι Γκροτόφσκι, και με την ευκαιρία μπουχτίσαμε πρωτοπορία. Είναι αξιοπερίεργο πως οι περισσότερες θεατρικές φόρμες που σήμερα ακόμα συνηθίζουμε να αποκαλούμε «μοντέρνες» γεννήθηκαν και πρόκοψαν καμιά εκατοσταριά χρόνια πριν. Αυτό έγινε αρχικά στη Ρωσία και στην μετέπειτα Σοβιετική Ενωση. Τώρα, τι να υποθέσει κανείς πως κατά πάσα πιθανότητα πρέπει να υπάρχει κάτι το «πρωτοποριακό» που ταξιδεύει μέσα στα σλαβικά θεατρικά γονίδια από τη μια γενιά στην άλλη; Υπήρξαν ασφαλώς και εκείνες οι υποχρεωτικές διακοπές στην περίοδο του κιτσάτου και κακόγουστου σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

  • «ΓΕΝΕΣΙΣ Νο 2»

Ομως αυτό το σημερινό «μετά-φευγάτο» -με όλη την καλή σημασία που διαθέτει αυτή η λέξη- το συναντά κανείς περισσότερο απ’ αλλού στην σλάβικη θεατρική avant-garde. Το είδαμε στο Βρότσλαβ, το είδαμε και στην Αθήνα με τον τον Ιβάν Βιριπάεφ -συγγραφέα, ηθοποιό και σκηνοθέτη- ο οποίος γεννήθηκε στο Ιρκουτσκ το 1974, έζησε και μορφώθηκε στη Σιβηρία και δείχνει να κληρονόμησε όλα τα καλά εκείνης της παλιάς καλής ρωσικής πρωτοπορίας. Α, ναι! Το βιογραφικό του αναφέρει ότι σπούδασε μεν σκηνοθεσία στη Μόσχα αλλά «δι’ αλληλογραφίας». Στο Παρίσι και στο Βερολίνο έχουν ανακαλύψει τα γεμάτα ανορθολογικούς πυρετούς κείμενά του από το 2001. Εμείς εδώ αργήσαμε μεν, αλλά είχαμε τουλάχιστον την τύχη να κάνουμε τη γνωριμία του με τον καλύτερο τρόπο: μας τον παρουσίασε ένας ευφάνταστος, χαμογελαστός στη δουλειά του σκηνοθέτης, ο Γ. Λεοντάρης, ο οποίος -ευτυχώς!- δεν επιχείρησε ουδεμία εκκεντρική «μοντερνιά», παρ’ όλο που το κείμενο προσφερόταν για τέτοιες λακκούβες.

Με τέσσερις πρώτης τάξεως εύστροφους ηθοποιούς: τη Μαρία Κεχαγιόγλου που ξέρει να χειρίζεται το χιούμορ σαν ισορροπιστής, με την Ρ. Τσιλιγκαρίδου με πολύ ξεχωριστή της την προσωπικότητα, με την Μ. Μαγκανάρη που ήδη με την εμφάνισή της δηλώνει ότι ανήκει σε μια νέα γενιά υποκριτικής, και με τον Π. Μάλαμα ο οποίος δείχνει πως γνωρίζει καλά την τέχνη της οικονομίας στη υποκριτική, το «ΓΕΝΕΣΙΣ Νο 2» είναι από τις πλέον ενδιαφέρουσες παραστάσεις της σεζόν που ξεψυχά.

  • «Ο Επαγγελματίας»

Από ένα αριστοτεχνικά δομημένο κείμενο του Σέρβου Ντούζαν Κοβάτσεβιτς (Ο Επαγγελματίας, Profesionalac 1990) το οποίο συγγενεύει εντυπωσιακά με την καλή ταινία του Γερμανού Φλόριαν Χένκελ φοβ Ντόνερσμαρκ «Οι ζωές των Αλλων» (αμφότερα πραγματεύονται την παρακολούθηση ατόμων σε ολοκληρωτικά καθεστώτα) κρατώ τις ερμηνείες του Γ. Τσορτέκη, του Γ. Μπινιάρη και της Δ. Σιδηροπούλου. Ακριβώς μ’ αυτή την αξιολογική σειρά. Ο Γ. Τσορτέκης είναι απ’ αυτούς τους πολύ χαρισματικούς ηθοποιούς μας. Ο Γιώργος Μπινιάρης που τον συντροφεύει στον χαρακτήρα ενός συνταξιούχου χαφιέ εκμεταλλεύεται αριστοτεχνικά την υπηρεσιακή παγερότητα που εκπέμπει στο ρόλο του επαγγελματία παρακολουθητή. Στον δύσκολο ρόλο ενός χαρακτήρα που λέει περισσότερα με τη σιωπή της παρά με το κείμενο η Δέσποινα Σιδηροπούλου πέτυχε.

Στην πρώτη της -αν δεν κάνω λάθος- θεατρική σκηνοθεσία η Πηγή Δημητρακοπούλου δίνει άριστα διαπιστευτήρια.

«Λισσαβώνα»

Θα μπορούσε να πει κανείς πως και η βαρύγδουπα φλύαρη «Λισσαβώνα» είναι κι αυτή πρωτοποριακή. Με την παρωχημένη όμως πρωτοπορία του ’60 και του ’70. Ανιαρό και μεγαλόστομο το έργο του Αντώνη Νικολή που εκπέμπει γκριζάδα και έπαρση. Κρίμα για τον Θανάση Παπαγεωργίου, ο οποίος έκανε και την κουρασμένη σκηνοθεσία. Διπλό κρίμα και για την καλή Λήδα Πρωτοψάλτη. Τους άξιζε καλύτερη τύχη τούτο το θεατρικό χειμώνα από το να αναπολούν μονότονα στιγμές από το θάνατο της κόρης τους που δεν γίνεται να ενδιαφέρουν παρά τους ίδιους προσωπικά.