**«Μην κρίνεις έναν άνθρωπο από την ουρά του» «Νοητή Γραμμή» – Φούρνος

  • Η διαφορετικότητα φέρνει ζωντάνια και χαρά

  • **«Μην κρίνεις έναν άνθρωπο από την ουρά του» «Νοητή Γραμμή» – Φούρνος
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Με έναν ιντριγκαδόρικο ως συνήθως τίτλο, η ομάδα «Νοητή Γραμμή» της Ολγας Ποζέλη προχωρά στη νέα της πρόταση, πάνω στον ταλαιπωρημένο -από την κακή, αλλά κυρίως από την πολλή χρήση- άξονα του Devised Theatre.

Πάνω από δέκα χρόνια η ομάδα ακολουθεί έναν δρόμο θεάτρου που θέλει τον ηθοποιό βασικό διαμορφωτή αλλά και πολύσημο εκφραστή της παράστασης. Ιδέα δημιουργική όσο και άνιση: Αποδίδει καλύτερα όταν εντάσσει την εκάστοτε πρότασή της σε ένα σαφές πλαίσιο, όταν ακολουθεί μια σταθερή ιδέα, παρά όταν εκτονώνεται σε ένα είδος επιδεικτικού ιμπρεσιονισμού.

Την αρχική σύλληψη του «Μην κρίνεις…» αυτή τη φορά δίνουν τα άλμπουμ του εικαστικού έργου «Ο κύκλος 10 χαρακτήρες», του γνωστού και στην Ελλάδα Ουκρανού εννοιολογικού κατασκευαστή Ιλία Καμπακόφ. Πάνω σε δέκα ιδιόρρυθμες προσωπικότητες, που περιλαμβάνουν από τον εκκεντρικό αυτισμό έως ιδιαίτερες περιπτώσεις ελευθεριακού υπαρξισμού, ο Καμπακόφ εγκλωβίζει την αύρα του ανθρώπου που δεν μπορεί να περιγραφεί με σαφείς ιδιότητες και έτοιμα ερμηνευτικά πλαίσια. Πρόκειται για την εμφάνιση στο ανάμεσα της ζωής μιας ανθρώπινης φιγούρας που τάσσεται να υπηρετεί το διαφορετικό, το άξαφνο και το ξεχωριστό.

Κατασκευή ασφαλώς εικαστική όσο και θεατρική, τουλάχιστον καθώς αναζητά το πρόσωπο του ανθρώπου μέσα από το ελλιπές απείκασμά του στο πεδίο του κόσμου. Ούτως ή άλλως τονίστηκε εξαρχής η εσωτερική θεατρικότητα του Καμπακόφ, η δυναμική αλληλεπίδραση που αναπτύσσει με τον θεατή-επισκέπτη του στα διαρκώς κινούμενα κάδρα του, που αποκαλύπτουν τις πτυχές του έργου, στους διαδρόμους της «αφήγησης», τους οποίους ακολουθεί ο περιηγητής κατά την πορεία ανακάλυψης του έργου. Η κατάληξη δεν είναι τελικά μια σύνθεση αλλά, αντίθετα, η εξαφάνιση του προσώπου στις δαιδαλώδεις ανακλάσεις του, στις γνώμες των ειδικών και τις απόψεις της φιλοσοφίας, στις ερμηνευτικές απόπειρες της ψυχολογίας και στην αισθηματική, βιωματική επίδρασή του, τέλος στη σκιά της λογοτεχνικής μορφής και στον αφορισμό του κοινού νου.

Με την επεξεργασία του Γιώργου Τζεδόπουλου η σύλληψη της Ποζέλη μετατρέπεται σε ένα παραστασιακό παραμύθι, έχοντας σύμμαχο την παρένθετη μουσική του Νίκου Βίττη και τους ανορθολογικούς στίχους του Τιμ Μπάρτον. Η παράσταση καταπιάνεται με την οπτική ενός παράξενου κόσμου: κάποιος που κλείνεται στην ντουλάπα του, κάποιος άλλος που χαρίζει στους ανθρώπους περίεργα παρατσούκλια… Οι ιστορίες ολοκληρώνονται όχι με τον θάνατο, όπως θέλει ο Καμπακόφ, αλλά με την εξαφάνιση του προσώπου, με την απορρόφησή του από τον κοινωνικό ιστό. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι το πέρασμά του από τον κόσμο προκάλεσε μια μικρή δόνηση, που η τέχνη οφείλει να καταγράψει.

Η αλήθεια είναι πως η ίδια πάνω-κάτω ιδέα έχει γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης και στον «Ανθρωπο που…» των Μπρουκ και Εστιέν κάποια χρόνια πριν, στο Θέατρο Πορεία. Και εκεί οι διάφορες (νευρολογικές κυρίως) ιδιαιτερότητες έδιναν την αφορμή για την είσοδο στη σκηνή της λοξής ματιάς στον κόσμο. Εδώ όμως η ιδέα γίνεται πόρτα για να μπει στο θέατρο η χαρά και η ζωντάνια που φέρνει η αποδοχή της διαφορετικότητας. Η παράσταση είναι γεμάτη ευρήματα αυτοσχεδιασμού και επιτρέπει μια αθώα οπτική στον εσωτερικό μηχανισμό του θεάτρου της επινόησης. Αν και για μια ακόμη φορά οφείλω να εκφράσω την αντίρρησή μου για την ενδιάθετη παιδικότητά της, που τη θεωρώ περισσότερο νάζι παρά αυθορμησία.

Ο κόσμος όμως που συρρέει στον «Φούρνο» νομίζω πως ζητάει κάτι άλλο: εκείνο το νεύμα κατανόησης που ξεκινάει από το θέατρο και καταλήγει πίσω σε αυτό. Εκεί ακριβώς η παράσταση της Ποζέλη έχει να καταθέσει την πιο ακριβή της πρόταση. Παίζουν οι Σπύρος Περδίου, Ολγα Ποζέλη, Ελενα Μαρσίδου, Στέβη Φόρτωμα και Σωτήρης Καρκαλέμης. *

Advertisements

**«Ο έβδομος σταθμός» του Ευγένιου Τριβιζά στο «Τρένο στο Ρουφ»

  • Η τέχνη μαλακώνει και την εξουσία

  • **«Ο έβδομος σταθμός» του Ευγένιου Τριβιζά στο «Τρένο στο Ρουφ»
  • Της ΜΑΡΙΑΣ-ΛΟΥΙΖΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
  • Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Στον «Εβδομο σταθμό», που για δεύτερη χρονιά συνεχίζει το ταξίδι του στο «Τρένο στο Ρουφ», ο Ευγένιος Τριβιζάς προσφέρει στα παιδιά μια ευφάνταστη παραβολή εμπνευσμένη από την «Ιδανική πολιτεία» του Πλάτωνα και τις «Χίλιες και μια νύχτες». Θεματική της: το ανώφελο και η αναγκαιότητα της τέχνης.

Τρεις καλλιτέχνες καταζητούνται ως ιδιαίτερα επικίνδυνοι, μιας και πεισματικά συνεχίζουν να ασχολούνται με τη μουσική, τον χορό την κλοουνερί -περιττές και επιβλαβείς ασχολίες για την αστυνομοκρατούμενη τεχνοκρατική χώρα του Σαρδόνιου Βουρδουλούμ. Οταν η Εριέτα Πιρουέτα, ο Τσίμπαλος Κλαμπατσίμπαλος και ο Ζιπ Ζουζαζίπ συλλαμβάνονται -σαν τη Σεχραζάντ στα παραμύθια της Χαλιμάς- προσπαθούν να σώσουν τη ζωή τους αφηγούμενοι τις περιπέτειες του πειρατή Μπελαφούσκ. Μέσα από τη δραματοποιημένη αφήγηση, που έντεχνα διακόπτουν σε κάθε σταθμό, ερεθίζουν την περιέργεια του αστυνομικού επιθεωρητή Γκραν ντε Λεγκράν. Προκειμένου να ακούσει ολόκληρη την ιστορία, ο επιθεωρητής αναβάλλει από στάση σε στάση την παράδοσή τους, μαλακώνει η καρδιά του και, τελικά, τους σώζει τη ζωή.

Ο Ευγένιος Τριβιζάς φτιάχνει κόσμους γκροτέσκους αλλά όχι και τόσο μακρινούς. Ολοένα και πιο επίκαιρη γίνεται η παραβολή του, καθώς η τέχνη, η ζωγραφική, ο χορός, η μουσική διαρκώς χάνουν τη φροντίδα της πολιτείας στο οικονομικό δούναι και λαβείν. Εξάλλου στο πρόγραμμα του σχολείου μια αδικαιολόγητη νοοτροπία έχει «περιθωριοποιήσει» τα καλλιτεχνικά μαθήματα.

Η Τατιάνα Λύγαρη στήνει μια πολύ ζωντανή παράσταση με έντονη κινησιολογία (Ζωή Χατζηαντωνίου), που αβίαστα ξεδιπλώνεται στον λιλιπούτειο χώρο της αμαξοστοιχίας. Η σκηνοθεσία στοχεύει να αφυπνίσει τις αισθήσεις των παιδιών. Η σκηνική δράση εκτυλίσσεται γύρω από τους ανήλικους θεατές, που έχουν την αίσθηση πως συνταξιδεύουν με τους ηθοποιούς. Με τα διαβατήρια στα χέρια, νιώθουν κάποιες στιγμές το βαγόνι να κινείται πραγματικά, ενώ πάνω από τα κεφάλια τους ακούγονται από τον μεγάφωνα οι βρυχηθμοί μιας τίγρης που έχει εισβάλει λαθραία στο τρένο. Το βλέμμα και η ακοή αλλάζουν κάθε στιγμή κατεύθυνση… Ο «στροβιλισμός» αυτός και η γειτνίαση με τα δρώμενα δίνουν το άρωμα της παράστασης και προσφέρουν μια διαφορετική εμπειρία στα παιδιά.

Τα κοστούμια της Ντόρας Λελούδα μέσα στο φυσικό σκηνικό του τρένου αναδεικνύουν εύστοχα την ποιότητα των δύο κόσμων. Οι πολίτες της αυταρχικής τεχνοκρατικής κοινωνίας είναι ντυμένοι ομοιόμορφα με άχρωμο, άκομψο, γκρι, ενώ οι καλλιτέχνες φορούν ζωηρά κοστούμια, ρομαντικά, ανατρεπτικά, παιχνιδιάρικα.

Στα αδύναμα στοιχεία της παράστασης: η εκτενής και γι’ αυτό κουραστική παρατακτική σύνθεση της ιστορίας του πειρατή Μπελαφούσκ. Στην επαναληπτικότητα του κειμένου δεν βρέθηκε κάποια σκηνοθετική λύση. Ετσι η «αγωνία» για την εξέλιξη της δράσης περιοριζόταν προς το τέλος. Απουσίαζε επιπλέον η αίσθηση πως η ιστορία αυτοσχεδιάζεται κάθε στιγμή στο παρόν -δύσκολο ζητούμενο.

Ο Μανώλης Σορμαΐνης ήταν εξαιρετικός ως επιθεωρητής Γκραν ντε Λεγκράν. Αμεσος, κινήθηκε με μαεστρία ανάμεσα στη βλοσυρότητα του ρόλου και στο λανθάνον χιούμορ του. Ο Κωστής Κορωναίος, ηθοποιός με ιδιαίτερη κωμική φλέβα, η χυμώδης Αννέτα Κορτσαρίδου, ο Χρύσανθος Καγιάς και ο Γιάννης Διαμαντής διαμόρφωσαν ένα πολύ καλό υποκριτικό σύνολο. Κάπως άγουρα αλλά με θέρμη ερμήνευσαν τους ρόλους τους οι νεότεροι ηθοποιοί (Γιάννης Διαμαντής, Ηρακλής Κωστάκης, Τζούλη Τσόλκα). Μέσα από την παράσταση, που πλησιάζει αργά στον τελευταίο της σταθμό, το παιδί καλείται να βιώσει την αίσθηση ανελευθερίας, να γευτεί την αξία και την ανατρεπτική δύναμη της τέχνης, να αντιδράσει υπεύθυνα, χτίζοντας έτσι σταδιακά την ταυτότητα ενός πολίτη που ονειρεύεται.

* Μέχρι 16 Μαΐου. Σάββατο (3 μ.μ.), Κυριακή (11 π.μ. και 3 μ.μ.)

**«Τίτος Ανδρόνικος» Εθνικό – Κοτοπούλη

  • Ενας Σέξπιρ που ζητάει αίμα

  • **«Τίτος Ανδρόνικος» Εθνικό – Κοτοπούλη
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Αν το καλοεξετάσει κανείς, δεν διαφέρει από πολλά ηλεκτρονικά παιχνίδια στα χέρια των παιδιών μας. Απίστευτη συσσώρευση βίας, αίμα, ακρωτηριασμοί, σωματικοί και ψυχικοί βιασμοί. Ενας κόσμος τεράτων που προχωρά στην εκδίκηση με αφάνταστο κυνισμό, αλλάζοντας συνεχώς επίπεδα στην εκτέλεση του κακού.

Μηνάς Χατζησάββας, Μαρία Κεχαγιόγλου

Μηνάς Χατζησάββας, Μαρία Κεχαγιόγλου

Ο «Τίτος Ανδρόνικος» είναι το νεανικό πόνημα του Σέξπιρ, ίσως η πιο ξεχωριστή «τραγωδία εκδίκησης» που διαθέτουμε, θέατρο φτιαγμένο να ικανοποιεί τα πιο χαμηλά και, από ό,τι φαίνεται, τα πιο διαχρονικά γούστα του κοινού.

Είναι αλήθεια πως στο ελισαβετιανό θέατρο η σχέση θεατή και θεάματος παρέμενε στο σχήμα μιας εικαστικής σύμβασης (τηρουμένων των αναλογιών, σαν τα δικά μας κόμικς), που λειτουργούσε ερεθιστικά όσο και ασφαλιστικά στην υποδοχή του δαίμονα. Αλλιώς, σε ένα ιλουζιονιστικό θέατρο, το έργο του Σέξπιρ μπορεί να φέρει αληθινές λιποθυμίες. Εκείνο όμως που προκαλεί εντύπωση -και την κάποια δικαιολογημένη ανησυχία- είναι πως το έργο αντανακλά έναν κόσμο που έχει φανερά χάσει την πνευματική του ισορροπία και ευχαριστιέται με την ίση ή και μεγαλύτερη ανταπόδοση του κακού. Δεν είμαστε διόλου καλύτεροί του: Δικαιολογούμε ακόμα κρυφά την εκδίκηση του Ανδρόνικου, την επικροτούμε χαιρέκακα, σαν άξια απάντηση στην προηγούμενη αποτρόπαια πράξη εναντίον του. Ιδού ένας κόσμος που χαίρεται με τον Αλάστορα στις στέγες του, που ζητάει αίμα και που, πίνοντας, διψάει κι άλλο. Κόσμος χωρίς χέρια από το μίσος, χωρίς μάτια από την εκδίκηση.

Οπως και να ‘χει, νιώθει κανείς ότι μέχρι εκεί φτάνει, άλλο αίμα δεν χωρά το θέατρο. Αυτό είναι το σημείο του κορεσμού, από εκεί και πέρα τα πράγματα οδεύουν προς την καρικατούρα. Δεν αμφιβάλλει κανείς ότι ο νεαρός Σέξπιρ κάνει ένα λαμπρό δείγμα λαϊκού θεάματος, η Αντζελα Μπρούσκου όμως θέλει να στήσει στη σκηνή του Κοτοπούλη μια στοχαστική παραβολή γύρω από την εικόνα και αναπαραγωγή της βίας. Η παράσταση ακολουθεί τον μετρονόμο, χωρομετρείται αυστηρά σε δυάδες και τριάδες. Αυτά οδηγούν στο στιλιζάρισμα, σε μια ψυχρή φόρμα που μετατρέπει την ωμή παρουσίαση της βίας σε κριτική αναπαράστασή της.

Μερικές σκηνές είναι αληθινά καλοφτιαγμένες. Η αντίδραση της Λαβίνια στον ακρωτηριασμό της, η αναμέτρηση των πολιτικών πάνω από τα πτώματα για τη διαδοχή της εξουσίας… Μερικές ιδέες είναι πολύ καλές, όπως ότι ο Ααρών βάφει μπροστά μας το πρόσωπό του με φούμο, χτυπώντας έτσι υπόγεια τον ρατσισμό του έργου. Το πρόβλημα όμως δεν είναι σε αυτά. Είναι ότι αυτό που θα λέγαμε «ύφος» της παράστασης κυκλώνεται στα ίδια και τα ίδια. Μερικά κινούμενα σκηνικά στο μέσον, μια τηλεόραση στην άκρη της, δύο μικρόφωνα πιο μπροστά, και ο Μηνάς Χατζησάββας στο μέσον. Ο τελευταίος μπορεί να είναι ένας σπουδαίος Τίτος (αναρωτιέται κανείς τι θα έκανε αυτή η πρόταση χωρίς τη συμβολή του), αλλά όχι τόσο ώστε να διαλύσει την εντύπωση πως τα περισσότερα από τα στοιχεία της παράστασης τα έχουμε δει και αλλού, και μάλιστα σε κάποια άλλη παράσταση του ίδιου θεάτρου.

Μαζί και ένα τεχνικό ζήτημα που πρέπει να προσεχθεί στο μέλλον. Το μουσικό χαλί του Απόλλωνα Ρέτσου, που έχουν προσθέσει για να δίνει στο έργο κινηματογραφική διάθεση, εμποδίζει τη μεταφορά του λόγου. Τα πράγματα μερικές φορές είναι απλά: Δεν ακούμε! Από τους ηθοποιούς ο Κώστας Βασαρδάνης δίνει έναν χαρακτηριστικά κίναιδο Σατουρνίνο, η Ταμόρα της Μαρίας Κεχαγιόγλου καίρια, αν και υπερβολική στην ταξική ερμηνεία της, στέρεος ο Μάρκος του Θέμη Πάνου. Στη Λαβίνια της Παρθενόπης Μπουζούρη εντοπίζουμε μια αληθινή πύκνωση θεάτρου. Αδύναμος ερμηνευτικά ο Ααρών του Κώστα Φαλελάκη. *

Ελληνικά κείμενα και Σαίξπηρ

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, Τετάρτη 28 Απρίλη 2010
  • Παραστάσεις της «Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης»»
«Θα σε πάρει ο δρόμος»

Ο μακροβιότερος (31 χρόνων) αλλά και σημαντικότερος θίασος της Θεσσαλονίκης, η «Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης»», σπάζοντας την απομόνωσή του από ένα ευρύτερο θεατρόφιλο κοινό, έκανε αισθητή την παρουσία του και την αξία της δουλειάς του, παρουσιάζοντας στην Αθήνα (στο «Θέατρο Τέχνης» της οδού Φρυνίχου) τρεις χειμερινές παραγωγές του: Το άκρως επίκαιρο και ενδιαφέρουσας γραφής έργο του Ζοέλ Πομερά «Οι έμποροι» (μετάφραση – σκηνοθεσία Γιάννη Λεοντάρη – η στήλη έκρινε το έργο αυτό πέρσι), το έργο του Σάκη Σερέφα «Θα σε πάρει ο δρόμος» και τον «Κυμβελίνο» του Σαίξπηρ. Σήμερα η στήλη θα αναφερθεί με τα δύο τελευταία έργα.

  • «Θα σε πάρει ο δρόμος».

Κάθε άνθρωπος, συνειδητά ή ασυνείδητα, εκούσια ή ακούσια, παίρνει το δρόμο της ζωής. `Η τον παίρνει ο δρόμος της ζωής. Θα ‘ναι δύσκολος ή εύκολος; Ανηφορικός ή κατηφορικός; Υποφερτός ή ανυπόφερτος; Ουσιαστικός ή ανούσιος; Ενδιαφέρον ή αδιάφορος; Νοήμων ή ανόητος; Χρήσιμος ή άχρηστος; Ευτυχής ή δυστυχής; `Η μήπως ο δρόμος της ζωής θα ‘ναι με όλα αυτά τα αντίθετα μαζί, πότε έτσι, πότε αλλιώς; Κανείς πάντως δεν ξέρει και τι του ξημερώνει η κάθε μέρα και πώς, πότε και πού θα καταλήξει ο «δρόμος» του. Με αφανέρωτο υπόβαθρο αυτά τα ερωτήματα, αλλά με πικρόγευστη ειρωνεία και σουρεαλιστικό χιούμορ και άμεση καθημερινή γλώσσα, «σπονδύλωσε» σε σύντομα κείμενα γνώριμες σε όλους μας εικόνες και πτυχές της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Εικόνες και πτυχές – λογικές και παράλογες, ασήμαντες και σημαντικές, γελοίες και σοβαρές, κωμικές και δραματικές, ανώδυνες και επώδυνες – στο εργασιακό, οικογενειακό, φιλικό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, στην καθημερινότητα δηλαδή του «δρόμου» της ζωής, αμέτρητων απλών ανθρώπων. Ανθρώπων, κατά βάθος, βασανισμένων από τη μοναξιά, τη μιζέρια, τις αναποδιές, τις ατυχίες, τα αδιέξοδα της ζωής τους και από την παραλογισμένη σημερινή κοινωνία. Από τα κείμενα που συνθέτουν την παράσταση και ως θέμα και ως γραφή ξεχωρίζουν τρία. Το κείμενο της μοναχικής γυναίκας στο σιδηροδρομικό σταθμό που εμπλουτίζεται με το εξαιρετικά ατμοσφαιρικό, κινηματογραφικής αισθητικής, βίντεο της Λίλας Σωτηρίου, το κείμενο της γυναίκας που χήρεψε και βγήκε αληθινό το όνειρό της ότι ο άντρας της έφερε ψάρια και της γριάς πόρνης. Τρία κείμενα που με αμεσότητα, απλότητα, με ισοζυγισμένο το δραματικό και χιουμοριστικό στοιχείο ερμηνεύει εξαιρετικά η Εφη Σταμούλη. Η ευφάνταστη, αλλά και μετρημένη σκηνοθεσία της Ερσης Βασιλικιώτη, με στηρίγματα το σκηνικό και τα κοστούμια (Μαρία Καραδελόγλου), τους φωτισμούς (Μαρία Αθανασίου) και τη μουσική (Κώστας Βόμβολος), ευστόχησε και με τις καλές ερμηνείες των: Κυριάκου Δανιηλίδη, Ελένης Δημοπούλου, Νίκου Λύτρα, Στάθη Μαυρόπουλου, Μάριου Μεβουλιώτη, Μαριέττας Σπηλιοπούλου.

«Η Μπέμπα»
  • «Κυμβελίνος».
Προς τα τέλη του βίου του, μεταξύ του 1607 και 1611, ο Σαίξπηρ έγραψε τέσσερα έργα – «Περικλής», «Κυμβελίνος», «Το χειμωνιάτικο παραμύθι», «Τρικυμία» – τα οποία θεωρούνται μυθιστορίες. Μυθιστορίες αλληγορικού χαρακτήρα, με τραγικωμικό περιεχόμενο και με εκτεταμένη χωρο-χρονικά δράση. Ο «Κυμβελίνος» είναι μια αλληγορία, ένα ρομαντικό «παραμυθόδραμα» όπως σωστά το χαρακτήριζε ο Αγγελος Τερζάκης, για την αγνότητα, τη φλόγα του έρωτα, για τις δοκιμασίες, τις ατυχίες και διαβολές που μπορεί να τον κλονίσουν, αλλά και τη δύναμη και την τελική νίκη του έναντι όποιων, για ίδιους σκοπούς, επιβουλεύονται τον έρωτα δύο αγνών και πιστών νέων, όπως η ορφανεμένη από τη μάνα της κόρη του βασιλιά Κυμβελίνου, Ιμογένη, και ο παρακατιανός κοινωνικά αγαπημένος και σύζυγός της, Πόστουμος. Δυο «δαίμονες» προκαλούν δραματικές καταστάσεις στους δυο ερωτευμένους νέους, δοκιμάζοντας την πίστη και την αντοχή του έρωτά τους. Η βασίλισσα – μητριά της Ιμογένης προορίζει το γιο της Κλότεν για σύζυγό της. Μαθαίνοντας για τον κρυφό γάμο της Ιμογένης με τον Πόστουμο, απαιτεί από τον βασιλιά να τον εξορίσει, ρίχνοντας στη δυστυχία το νεαρό ζευγάρι. Εξόριστος ο Πόστουμος, σίγουρος για την πίστη της γυναίκας του, στοιχηματίζοντας με τον «διαβολικό» Ιάκιμο, του δίνει το δαχτυλίδι που του χάρισε η Ιμογένη. Αυτός ο «σατανάς» καταφέρνει, λέγοντας ψέματα και με δόλιο τρόπο, να μπει στο δωμάτιο της Ιμογένης και καθώς εκείνη κοιμόταν της άρπαξε το βραχιόλι που της χάρισε ο Πόστουμος, ως απόδειξη της συζυγικής απιστίας της. Η Ιμογένη ξυπνά, αντιπαλεύει το «σατανά», ο οποίος πετυχαίνει το σκοπό του. Με ψευδή απόδειξη το κλεμμένο βραχιόλι παραπλανά τον Πόστουμο, ο οποίος μπαίνει κρυφά στη χώρα του για να τιμωρήσει την «άπιστη». Η αλήθεια όμως θα λάμψει. Οι φορείς του κακού θα αποκαλυφθούν και η αγάπη θα νικήσει. Ο παραμυθικός χαρακτήρας του έργου (μετάφραση Κ. Καρθαίου) αναδείχθηκε με την αφηγηματικής και διαλογικής μορφής συμπυκνωτική διασκευή και την «παιγνιώδη», «παιδικής αφέλειας», ανάλαφρη, διακριτικά εκσυγχρονιστική, καλόγουστα απέριττη, με αίσθηση του χιούμορ, σκηνοθετική δουλειά της Κορίνας Βασιλειάδου, με συνεργάτες την Μαρία Καβαλιώτη (σκηνικό – κοστούμια), τον Κανάρη Κεραμάρη (μουσική), τον Ρίτσαρντ Αντονι και προπάντων με τις εκφραστικότατες, «παραμυθικής» χάρης αλλά και υποκριτικής απλότητας, ερμηνείες της Μομώ Βλάχου και της Νανάς Παπαγαβριήλ, αλλά και τις καλές ερμηνείες των Σταύρου Ευκολίδη και Τάσου Τσουκάλη.
  • «Η Μπέμπα» στο «Απλό θέατρο»
«Κυμβελίνος»

Μια ελεγεία για τη γυναίκα – μήτρα και τροφοδότρα της ζωής, με το αίμα και το γάλα της, είναι το έργο του Δημήτρη Τσεκούρα «Η Μπέμπα». Ενας μονόλογος ενδιαφέρων, δυνατός, ιδιότυπα γραμμένος. Σαν πεζό ποίημα, με κοφτές, ολιγόλεκτες φράσεις. Ακόμη και φράσεις με μία μόνο λέξη. Φράσεις κατάφορτες νοημάτων, που προκαλούν ποικίλες συνειρμικές σκέψεις και εικόνες στον θεατή, ανάλογα με τα βιώματά του. Με γλώσσα σύνθετη – καθημερινή, άμεση, ρεαλιστική, υπονοηματική, υπερρεαλιστική, εικονοποιητική. Και κείμενο με σαφείς σκηνογραφικές, σκηνοθετικές και ερμηνευτικές οδηγίες. Η γυναίκα του έργου, μια πρώην ερωτεύσιμη, όμορφη, μορφωμένη, χειραφετημένη, πλήρης ερωτικών εμπειριών, απογοητεύσεων και άλλων βιωμάτων ζωής γυναίκα, μόνη πια, εξηντάρα πια, χωρίς ελπίδα πια για έναν ακόμη έρωτα, μονολογεί κάνοντας τον απολογισμό της ζωής της. Με τη μνήμη της αναδράμει στα περασμένα. Στα νηπιακά και παιδικά της χρόνια, στο παιδικό της δωμάτιο και στο οικογενειακό της περιβάλλον. Τότε που την αποκαλούσαν «Μπέμπα». Τότε που αγαπούσε τη μαμά, αλλά περισσότερο τον μπαμπά – καθότι αρσενικό. Τότε που γεμάτη απορίες ανακάλυπτε σιγά σιγά τον κόσμο, και τότε που ένιωσε το ξύπνημα της εφηβείας, τις επιθυμίες της σάρκας, τη φύση του θηλυκού. Το τότε τέλειωσε. Τελειώνει και το τώρα. Κι ο φθοροποιός χρόνος κάνει το σαρκίο ανήμπορο σαν του μωρού παιδιού και ξαποστέλνει τη μνήμη στην αφετηρία της ζωής. Με το σκηνικό του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, ως κάτοψη ενός δωματίου γεμάτου με πολύχρωμα παιδικά και γυναικεία παπούτσια (τα παπούτσια είναι ένα φετίχ της γυναικείας κοκεταρίας), με τη συμβολή της αισθαντικής μουσικής του Θοδωρή Αμπατζή και τους διακριτικούς φωτισμούς της Σοφίας Αλεξιάδου, η λιτή σκηνοθεσία του Ορέστη Τάτση ανέδειξε την πνευματικότητα, την ποιητικότητα, τη νοηματική πολυσημία και τη συναισθηματική δύναμη του κειμένου, καθοδηγώντας λεπτομερειακά την πολύ καλή ερμηνεία της ταλαντούχας και με ασκημένα εκφραστικά μέσα, Ναταλίας Στυλιανού.

Προσιτό γέλιο, υπαινικτικός τρόμος

  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 25 Aπριλίου 2010
  • Ευγένιος Λαμπίς, Η υπόθεση της οδού Λουρσίν, σκην.: Μάρθα Φριντζήλα. Θέατρο Πορεία
  • Χάρολντ Πίντερ, Νέα τάξη πραγμάτων, σκην.: Πάρις Ερωτοκρίτου. Πολιτιστικό Κέντρο του Ιδρύματος «Μιχάλης Κακογιάννης»

Υπάρχει vaudeville και βοντεβίλ. Από τη μια μεριά είναι το γαλλικό πρωτότυπο από τον 19ο αιώνα (1800-1860) με τις απλοϊκές μονόπρακτες κωμωδίες και τα χαρωπά τραγουδάκια, κι από την άλλη είναι το απλοϊκότερο αμερικανικό από το 1880 μέχρι και τη δεύτερη δεκαετία του 20ού, με τα «νούμερά» του, με τα ακροβατικά, με τις χοντροκομμένες πλάκες και παρλάτες, το οποίο έφτανε μέχρι και σε «freak shows». Σήμερα, το περιπαικτικό αυτό είδος βρίσκεται πλησιέστερα στην παρωδία παρά ποτέ.

Βέβαια, το vaudeville έκανε την εισβολή του και σ’ εμάς ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1870, μετά τις επισκέψεις γαλλικών λυρικών θεάτρων στην Ελλάδα. Το είδος κρίθηκε πολύ πιο ελκυστικό και προσιτό στις αστικές μάζες από το ιταλικό μελόδραμα. Μέχρι εκείνη την εποχή η «ευρωπαϊκή μουσική» περιοριζόταν σε περιχαρακωμένους χώρους της μικρής πρωτεύουσας.

«Η Υπόθεση της Οδού Λουρσίν» του πολυγραφέστατου -και πολιτικά συντηρητικότατου- Ευγένιου Λαμπίς (πέθανε το 1888) ήταν ένα από τα συνολικά 175 έργα του. Φάρσα χοντροκομμένων παρεξηγήσεων και προβλέψιμων λύσεων το έργο απαιτεί να οδηγηθεί σκηνοθετικά από ένα παιγνιώδες χέρι.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το χέρι ανήκε στην πολύπραγη Μάρθα Φριντζήλα, η οποία αγωνίστηκε να εκμαιεύσει από την παράσταση κάθε κωμικό στοιχείο ακόμα και με τη βοήθεια εμβρυουλκού. Επιστρατεύοντας μία τεχνική υπερμεγέθυνσης σκηνικών ευρημάτων και -το χειρότερο- καταφεύγοντας σε φλύαρες και ανώφελες επαναλήψεις, η Μάρθα Φριντζήλα εξαντλεί ακόμα και τα πιο πνευματώδη ευρήματά της, επιμηκύνοντας το μονόπρακτο σε τρίπρακτο.

Η παράσταση πάντως διασώζεται χάρις στους πρώτης τάξεως ηθοποιούς της. Στον Δημήτρη Τάρλοου, ο οποίος έχει ξεσηκώσει ό,τι καλύτερο από τους κλασικούς κωμικούς του βωβού σινεμά, από έναν εντυπωσιακά ευέλικτο και ευλύγιστο Μιχάλη Φωτόπουλο, από τον Ερρίκο Λίτση και, το κυριότερο, από μία απολαυστικά αυτοσαρκαζόμενη Ταμίλα Κουλίεβα, την οποία -εγώ τουλάχιστον- δεν αντιλήφθηκα ως παρωδία της Μέριλιν ή της Τζέσικα Ράμπιτ, όπως κάπου διάβασα, αλλά ως ενσάρκωση ενός από τα πιο τετραπέρατα sex symbols όλων των εποχών, τη Μαίη Γουέστ. Οι δύο μουσικοί (Παναγιώτης Τσεβάς και Κώστας Νικολόπουλος) που συμμετέχουν και ως δρώντα πρόσωπα, συμπληρώνουν κι αυτοί το χαμογελαστό της υπόθεσης. Και βέβαια ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της παράστασης βρίσκεται και ο Αγγελος Μέντης με τα κοστούμια και τα σκηνικά του, τα οποία σχολιάζουν σαρκαστικά την εποχή του Λαμπίς.

«Νέα Τάξη Πραγμάτων»

Να περάσουμε στην αντίπερα όχθη. Στα σοβαρά και στα πειραματικά – με ή χωρίς εισαγωγικά. Ενας ταλαιπωρημένος «τριτοκοσμικός» ύποπτος κάθεται δεμένος σε μια καρέκλα. Οι δύο βασανιστές του φλυαρούν πίσω του δίχως να αναφέρονται σε κάτι συγκεκριμένο. Η απειλή όμως είναι παρούσα. Αλλαγή σκηνικού. Ή μάλλον όχι. Αλλαγή χώρου. Το κοινό σηκώνεται και πάει παρακάτω – στο υπόγειο του Ιδρύματος Κακογιάννη όπου διαδραματίζεται η παράσταση. Βλέπουμε τον μικρό γιο του κατηγορούμενου, που βρίσκεται κι αυτός στα χέρια κάποιας καταπιεστικής εξουσίας. Λίγο αργότερα, άλλη πάλι μετακίνηση του κοινού, το οποίο τώρα παρακολουθεί την ανάκριση του «υπόπτου» και αργότερα της νεαρής γυναίκας του. Δεν χρειάζεται να τους κακομεταχειριστούν μπροστά στους θεατές για να τους λυπηθεί κανείς. Κι αυτό είναι χειρότερο. Το τι έχουν υποστεί είναι ξεκάθαρο. Αν φταίνε ή όχι, το κοινό δεν το μαθαίνει ποτέ. Το χαμόγελο και η καθωσπρεπωσύνη των ανακριτών είναι πάντως στοιχεία πιο τρομακτικά.

Τα τρία σύντομα έργα του νομπελίστα Χάρολντ Πίντερ (με τον συνοπτικό τίτλο «Νέα Τάξη Πραγμάτων») δεν βασίζονται τόσο στο κείμενο όσο στην ικανότητα του σκηνοθέτη (Πάρι Ερωτοκρίτου) να υπονοεί καταστάσεις, οι οποίες σε κάνουν κι ανατριχιάζεις. Το έργο παίζεται σε φυσικούς χώρους. Εδώ στο υπόγειο γκαράζ του Ιδρύματος Κακογιάννη. Σε ένα παλαιότερο φεστιβάλ, στο Μπράιτον, είχε παρουσιαστεί σε έναν ανάλογο χώρο. Δίχως να αποσαφηνιστεί, ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με κάποια πολιτική υπόθεση. Ισως και με τρομοκράτες. Πάντως, είναι σαφέστατο ότι «κακοί» είναι οι βασανιστές.

Ο Χάρολντ Πίντερ είχε ξεκαθαρίσει με την ομιλία του στην περίφημη τελετή για το βραβείο Νομπέλ ότι βρίσκεται στο πλευρό των καταπιεσμένων – όπου κι αν ανήκουν αυτοί. Αυτό που οφείλει να επισημάνει κανείς στη συγκεκριμένη περίπτωση της αθηναϊκής παράστασης του «Νέα Τάξη Πραγμάτων», είναι ότι είδαμε μια καθαρή, μια λιτή δουλειά του Fresh Target Theatre, μιας ελληνοκυπριακής ομάδας η οποία ιδρύθηκε πριν από δύο χρόνια -από τον Πάρι Ερωτοκρίτου και τον Γιάννη Γαβριηλίδη- και η οποία, παρ’ ότι έχει αντιγράψει τη βασική σκηνοθετική ιδέα από την Αγγλία, δείχνει να διαθέτει την ικανότητα να προχωρήσει και σε πιο προσωπική άποψη για ένα πειραματικό θέατρο. Θα φανεί στην επόμενη δημιουργία της.

Φλύαρη φάρσα που διασώζεται από τις ερμηνείες Πίντερ σε πειραματική παρουσίαση

«Εκδίκηση» στο Αμφι-Θέατρο – Είσοδος Κινδύνου

  • Οταν οι ελισαβετιανοί έκαναν «σναφ»

  • «Εκδίκηση» στο Αμφι-Θέατρο – Είσοδος Κινδύνου
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 24 Απριλίου 2010

Αν κάποιος θέλει να ελέγξει τη γνωστή ρήση του Κοτ πως στο ελισαβετιανό θέατρο ανιχνεύεται προδρομικά η τεχνική του κινηματογράφου, αρκεί να δει το έργο του Τόμας Κιντ στο Αμφι-Θέατρο.

Χωρίς την ποιητικότητα και τους διανοητικούς μαιάνδρους του μεγάλου συνοδοιπόρου του, του Σέξπιρ, που μπορεί να ενσωματώνει στην πλοκή των έργων του τη βίαιη κίνηση παρελθόντων και μελλόντων, απλά και σταράτα, άγρια και ακατέργαστα, ο Κιντ προσφέρει στη συνείδησή μας την πρώτη αποτύπωση μιας ιστορίας με τόση ταχύτητα και δράση, ώστε το πνεύμα μας να αναπηδά πάνω στην αναγκαιότητα, όπως θέλει ο κινηματογράφος.

Ναι, είναι αλήθεια πως ο Κιντ μοιάζει λίγος μπροστά στον Σέξπιρ, ακόμα και αν μαθαίνουμε ότι υπήρξε σημαντικός συγγραφέας του ελισαβετιανού θεάτρου. Οπως πάντα, διαβάζουμε την ιστορία ανάποδα και αδικούμε τους προδρόμους, βάζοντάς τους μετά τους επιγόνους τους. Αλλά έτσι είναι. Ευτυχώς που το έργο του Κιντ «Ισπανική τραγωδία» (διασκευασμένο με τον τίτλο «Εκδίκηση») μπορεί να εκτιμηθεί ακόμα για την αδρότητα και τον κυνισμό του. Μέσω αυτών, και μέσω της άγριας θεατρικότητάς του, η πρώτη «τραγωδία εκδίκησης» που γράφτηκε ποτέ μεταδίδει σήμερα μια σκηνική αίσθηση νεανική, σχεδόν ανατρεπτική.

Μπορούμε βέβαια να πούμε ακόμα πολλά για τον Κιντ. Οπως ότι πρώτος μας αναγκάζει να προσθέσουμε στα άψυχα πτώματα της σκηνής και τα έμψυχα. Στα πρώτα ανήκει η φοβερή αυτή σκιά του νεκρού Ιππότη, που παρακολουθεί τα τεκταινόμενα δίπλα στη μεσαιωνική Εκδίκηση, ζητώντας τη λύτρωση με την ανυπομονησία θεατή που έχει μισθώσει για λογαριασμό του την παράσταση. Θαυμάσιο εφέ ασφαλώς, ειδικά καθώς για πρώτη φορά το πεπρωμένο εμφανίζεται όχι σαν κάτι προδεδικασμένο, αλλά εξελισσόμενο, που προχωρά με δίψα και με βία σαν μοχλός της τραγωδίας.

Αν κοιτάξουμε όμως καλύτερα θα δούμε στη σκηνή ακόμα ένα ζωντανό νεκρό. Πρόκειται για τον δικαστή Ιερώνυμο, τον πατέρα που, όπως λέει ο ίδιος, «δολοφονήθηκε» μαζί με το παιδί του, και που περιφέρεται τώρα ζωντανός ακόμα, αλλά με την αμφισημία νεκροζώντανου και το βάρος του αδικαίωτου. Οι εκπλήξεις δεν σταματούν εδώ. Είναι αλήθεια πως η «Εκδίκηση» εξαντλεί το περίφημο τέχνασμα του «θεάτρου εν θεάτρω», που τόσο άρεσε στους ελισαβετιανούς σαν υπενθύμιση ότι το θέατρό τους εκπροσωπούσε κάτι μεγαλύτερο και τρομακτικότερο από τον εαυτό του. Ας μη σταθούμε όμως μόνο σε αυτό. Γιατί αυτό που ξεχωρίζει στην «Εκδίκηση» είναι η σπάνια εμφάνιση του αντιστρόφου του, ενός θεάτρου που αντί να ρουφά την γύρω του πραγματικότητα, την εκτοξεύει πάλι απειλητικά προς τα πίσω. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στο «σναφ» θέατρο που στήνει ο αδικημένος πατέρας, το ξίφος είναι αληθινό ξίφος και ο φόνος στη σκηνή είναι αληθινός φόνος.

Δικαίως η Κατερίνα Ευαγγελάτου αντιμετώπισε το έργο σαν πρόκληση θεάτρου. Με πολλαπλό ντάμπλινγκ, βάζοντας τη δράση να τρέχει μπροστά και το θέατρο να ακολουθεί πιο πίσω, έδωσε στην παράσταση ελισαβετιανή ένταση και παρόρμηση. Για μια ακόμη φορά είδαμε τη δεξιοτεχνία της στα ανδρικά ανσάμπλ. Στον μικρό βέβαια χώρο της «Εισόδου» τα πράγματα ήταν κάπως στενάχωρα και οι αλλαγές συχνά εκβιαστικές. Και δραματουργικά όμως υπήρξαν στη διασκευή του έργου ορισμένα χάσματα. Μένω προσωπικά δύσπιστος στην υπερβολική συντόμευση της τελευταίας πράξης. Σαν να βιάζεται η παράσταση να τελειώσει και κινδυνεύει να ακυρώσει έτσι όλο το κλίμα του φινάλε. Οι ηθοποιοί, με κορυφαίο τον Νικόλα Παπαγιάννη, δίνουν μια άκρως ικανοποιητική εκτέλεση πολλαπλών ρόλων: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Σεραφίτα Γρηγοριάδου, Κωστής Καλλιβρετάκης, Λευτέρης Παπαχρόνης, Σωτήρης Τσακομίδης και Βαγγέλης Ψωμάς. Εξαιρετικοί οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη.*

«Λιοντάρια» των Βασίλη Μαυρογεωργίου και Κώστα Γάκη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

  • Ησυχοι θάνατοι

  • «Λιοντάρια» των Βασίλη Μαυρογεωργίου και Κώστα Γάκη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 24 Απριλίου 2010

Για ώρα η βραδιά θυμίζει παράσταση για παιδιά, με το κυρίως νεανικό κοινό να ανταποκρίνεται άμεσα στο «animal talk» των τεσσάρων νέων ηθοποιών, που με χάρτινες κεφαλές, χαριτωμένο μακιγιάζ, παντομίμα, βρυχηθμούς και χλιμιντρίσματα υποδύονται διάφορα εξωτικά ζώα.

Α.  Φιλιός, Κ. Μαυρογεώργη, Μ. Φιλίνη και Γ. Παπαγεωργίου

Α. Φιλιός, Κ. Μαυρογεώργη, Μ. Φιλίνη και Γ. Παπαγεωργίου

Αντιλόπες μαϊμούδες, τίγρεις, λιοντάρια. Τα τελευταία είναι και οι σταθεροί πρωταγωνιστές της ιστορίας, το λέει και ο τίτλος, συγκροτημένα σε κανονική οικογένεια. Εναν συμπαθή πατέρα (Ακης Φιλιός), κάπως ακυρωμένο βασιλιά της ζούγκλας πλάι στη δυναμική λέαινά του (Κατερίνα Μαυρογεώργη), μια γκρινιάρα αλλά σοφή θεία (Μαρία Φιλίνη) και έναν απόγονο σε εφηβεία (Γιώργος Παπαγεωργίου).

Σταδιακά, το παιχνίδι της ζωικής μακαριότητας χοντραίνει, καθώς στην οθόνη τίτλοι και 3D animations (Σοφία Μαυρογεωργίου) προσδιορίζουν τον τόπο -Βαγδάτη 2003- και στην «αγαθή» φλυαρία πλέκονται ολέθρια μηνύματα. Παρακολουθούμε την κλιμακούμενη εισβολή μέσα από την αντίληψη των ενοίκων ενός ζωολογικού κήπου, που περνούν τα βομβαρδιστικά για πουλιά και τις οβίδες για πυγολαμπίδες. Οι βομβαρδισμοί είναι ακόμη σποραδικοί και τα λιοντάρια απορροφημένα με το κουβεντολόι άλλης μια συνηθισμένης μέρας.

Η ζωηρή παρέα μάς μεταφέρει λεπτομέρειες του έγκλειστου βίου της, τους τρυφερούς τσακωμούς της, μια πικρή γεύση από την αταβιστική λαχτάρα της για τη σαβάνα και τα όνειρα επιστροφής στην αφρικανική πατρίδα που πολλοί δεν γνώρισαν ποτέ -μέχρι να αρχίσουν να συμβαίνουν «περίεργα πράγματα».

Οι φύλακες φεύγουν ένας ένας, ο ουρανός γεμίζει ολοένα «πουλιά», φωτιά και πηχτή σκόνη, η γη καίει, τα τείχη της φυλακής τους και οι τεράστιες καγκελόπορτες γκρεμίζονται, τα κλουβιά σπάνε και όλα τα ζώα εξορμούν ανάκατα προς το χάος. Επιτέλους ελεύθερα: «Ομως δεν έχουμε ιδέα πώς να είμαστε ελεύθεροι», λέει η καχύποπτη θεία, και δεν κάνει βήμα προς το άγνωστο.

Τα υπόλοιπα διασκεδάζουν με τα ακατανόητα σημάδια της φρίκης. Τρέχουν, πηδούν, κυλιούνται καταγής, γελούν με τις ασυνήθιστες αλλαγές.

Στα μάτια μας, η ανυποψίαστη ενέργειά τους τα καθιστά τρομακτικά ευάλωτα. Η θριαμβευτική έξοδος στα πάρκα της βομβαρδιζόμενης πόλης αποπνέει αγαλλίαση για τους προνομιούχους της άγνοιας και τραγικότητα για εμάς που γνωρίζουμε.

Στην άπλα της νέας ζωής, τα λιοντάρια ξαναθυμούνται τα αρχέγονα ένστικτά τους, τον οίστρο του ζευγαρώματος, τη δύναμη της ελευθερίας. Ονειρεύονται τα ηλιοβασιλέματα και τον αέρα της σαβάνας ενώ ανίδεα κατευθύνονται στην καταστροφή. Αλαφιασμένες αγέλες πλέκονται ανάμεσα σε τανκς και όλμους. Ο ουρανός βρέχει φωτιά, το χώμα μυρίζει αίμα και η χαρά γίνεται τρόμος και ανάγκη για την ασφάλεια της φυλακής τους. Ξάφνου, τέσσερις σφαίρες πετυχαίνουν διαδοχικά τους φίλους μας, που πεθαίνουν όρθιοι, εκδυόμενοι μόνο το κέλυφός τους, που πέφτει αθόρυβα καταγής. Ενα ήσυχο, αφανές τέλος. Τέσσερις ηλίθιοι φόνοι.

Η γελαστή παράσταση ταράζει και τους μη φίλους του σουρεαλιστικού χιούμορ του δημοφιλούς διδύμου Βασίλη Μαυρογεωργίου – Κώστα Γάκη. Με πανούργα χρήση των μηχανισμών της αλληγορίας και της υπαινικτικότητας, οι δύο συγγραφείς/σκηνοθέτες καταφέρνουν απλά, τρυφερά, εξοργιστικά, να φωτίσουν τη βαρβαρότητα ενός χυδαίου πολέμου μέσα από τη σιωπή των πιο ανυπεράσπιστων και πιο αθώων θυμάτων του. Να γράψουν ένα πολιτικό έργο καμουφλαρισμένο σε παιδικό παραμύθι. Η ιδέα βασίζεται σε βιβλίο Αμερικανών, «Τα λιοντάρια της Βαγδάτης», και αυτό σε μια ανταπόκριση του Ρόιτερς του 2003. Ομως, η παιγνιώδης 70λεπτη υπόμνηση του πιο απροκάλυπτα άδικου πολέμου της Ιστορίας είναι όλη δική τους και -ακριβώς ισόποσα- των απαζάρευτα έξοχων ηθοποιών.

Μουσική Κ. Γάκης, κίνηση Χρήστος Παπαδόπουλος, κοστούμια Ελένη Μελισσάρη.*