«Δοκιμές» νέων σκηνοθετών

«Γιοι και κόρες»

«Το χώμα» από το «Συνεργείο»

Η αυλή ενός παλιού, μονώροφου, εγκαταλειμμένου σπιτιού, επί της πλατείας όπου ο αείμνηστος Λεων. Αυδής μαχόμενος υπερασπιζόταν όλα τα δικαιώματα των φτωχών Ελλήνων αλλά και των ακόμα πιο δύστυχων μεταναστών, που αγνοημένοι από την πολιτεία έμεναν στην περιοχή του Κεραμεικού, πλατεία που πήρε το όνομά του, αποδείχθηκε καταλληλότατος χώρος για την παράσταση του θεάτρου «Συνεργείο» με το έργο του Ισπανού συγγραφέα Χοσέ Ραμόν Φερνάντες «Το χώμα», σε σκηνοθεσία της Γιολάντας Μαρκοπούλου. Η χωμάτινη αυλή, με μόνο φυτό μια συκιά, οι μετωπικά διαταγμένες πόρτες των δωματίων του ισογείου, όπως και του ορόφου, ταίριαξαν με τη γειτονιά ενός μικρού χωριού, όπου διαδραματίζεται το έργο. Με ιδιότυπη αφηγηματική γραφή – απρόσωπη, τριτοπρόσωπη, ελάχιστα πρωτοπρόσωπη, με αλλεπάλληλα φλας μπακ στο παρελθόν και το παρόν, που ορίζουν τις εναλλαγές των σκηνικών επεισοδίων με τις λέξεις «Πριν» και «Τώρα» – ο Φερνάντες πλάθει μια ιστορία «ισπανική» αλλά και οικουμενική, ά-χρονη, αλλά και «σημερινή», με ρεαλισμό και υπόγεια «ποιητικότητα» που θυμίζει λίγο Λόρκα. Μια οικογένεια με μπόλικα κτήματα και εργάτες γης. Μια χήρα, «μητριαρχική» γριά – σύμβολο μιας κλειστής, συντηρητικής και ρατσιστικής κοινωνίας, που εγωτικά προστατεύει τα συμφέροντα της ίδιας και των παιδιών της, ορίζει τη «μοίρα» των οικείων της και του θύματός τους. Η «αφέντρα» μάνα πρωτοστατεί στην απόκρυψη της δολοφονίας από το γιο της, υποτίθεται για «λόγους τιμής», ενός απροστάτευτου από την πολιτεία, βαριά εκμεταλλευόμενου μετανάστη – δούλου στα κτήματα και στο σπίτι της, που άθελά του προκλήθηκε ερωτικά από την αρραβωνιαστικιά του γιου της και από το σμίξιμο αυτό γεννήθηκε ο «εγγονός» της γριάς, ο Πόθος (συμβολικό το όνομα). Το ψέμα επιβάλλεται ως «αλήθεια» και η δολοφονία του αδήλωτου, δύστυχου μετανάστη «θάβεται» με τη συνένοχη σιωπή της οικογένειας και του χωριού. Η σκηνοθέτης, διατηρώντας το κείμενο (μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανουήλ), μοίρασε εύστοχα τα αφηγηματικά, μονολογικά και διαλογικά μέρη κάθε προσώπου, άλλαξε τη σειρά των επεισοδίων και έστησε μια παράσταση λιτή, ρεαλιστικά αισθαντική και ατμοσφαιρική. Γόνιμη η συμβολή των συνεργατών της – Αλεξάνδρα Σιάφκου – Αριστοτέλης Καρανάνος (σκηνογραφική επιμέλεια, κοστούμια), Ηλέκτρα Περσελή (φωτισμοί), Ζωή Χατζηαντωνίου (κίνηση), Λάμπρος Πηγούνης (ήχοι – μουσική). Κυρίαρχη η λιτά επιβλητική ερμηνεία της Ολγας Τουρνάκη (μάνα). Συμπαθείς οι ερμηνείες των Γιώργου Μπινιάρη, Μαρίας Αιγινίτου, Τάνιας Παλαιολόγου, Ηλία Καράμπελα, Τεό Αλεξάντερ και η υποκριτική προσπάθεια του πραγματικού μετανάστη Μπαρκάτ Χοσεϊνί.

«Το χώμα»

«Αγγέλα»

Στην αυλή ενός ακατοίκητου, παραμελημένου νεοκλασικού της οδού Κεραμεικού 28 (το διπλανό του, διατηρημένο νεοκλασικό σήμερα στεγάζει πορνείο), παρουσιάζεται (από την εταιρεία «Λυκόφως») το σημαντικότερο όχι μόνο από δραματουργική άποψη, αλλά πρωτίστως για τη συνταρακτική θεματολογικά τόλμη του, έργο της μετεμφυλιακής μας δραματουργίας: Η «Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου. Εργο – καταγγελία των πολύμορφα ολέθριων συνεπειών του Εμφυλίου και των μετεμφυλιακών διώξεων, της αμερικανοκρατίας, του βίαιου ξεριζωμού από την ύπαιθρο αμέτρητων ανθρώπων και της προλεταριοποίησής τους στις μεγαλουπόλεις, των χαφιέδων και δολοφόνων του κράτους και παρακράτους. Επίκεντρο αυτού του συνταρακτικά ρεαλιστικού δράματος του Σεβαστίκογλου είναι ο πιο αδύνατος κοινωνικός «κρίκος». Οι κόρες της χαροκαμένης και ξεριζωμένης φτωχολογιάς της υπαίθρου, που κακοζούν ως υπηρέτριες αστών στην Αθήνα και που η μοναξιά και η αφέλειά τους μπορεί να τις οδηγήσει στην απελπισία, στην αυτοκτονία, αλλά και στα νύχια δολοφόνων χαφιεδόμουτρων και εκπορνευτών. Θύματα αυτών των καταστάσεων και τέτοιων ανθρωποειδών είναι οι υπηρέτριες του έργου. Η υπηρέτρια Τασία, κόρη και αδελφή οικογένειας αγωνιστών, από ντροπή για την εκπόρνευσή της από τον χαφιέ εραστή της, αυτοκτονεί. Η άλλη ερωμένη του εξαναγκάζεται να του πλασάρει άλλες υπηρέτριες. Μια άλλη για να γλιτώσει παντρεύεται ένα χωροφύλακα, που επειδή δεν βοηθά τον χαφιέ απολύεται. Ο χαφιές αποπλανά και μια άλλη που ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός. Η μεγαλύτερη «αυτοπροστατεύεται» βυθισμένη σε μια «επιθετική» μοναξιά. Τραγικότερο θύμα, ακριβώς επειδή παραμένει «αμόλυντο» από τον χαφιέ – μαστροπό, είναι η 18χρονη υπηρέτρια Αγγέλα. Ορφανή από μάνα και από τον αγωνιστή πατέρα της, με δολοφονημένο τον αντάρτη αδελφό της, ερωτεύεται τον Λάμπρο, που μετά τη θητεία του στο Ναυτικό αναζητά την αδελφή του Τασία. Μαθαίνοντας το μυστικό της αυτοκτονίας της αδελφής του ο Λάμπρος θέλει να ζητήσει εξηγήσεις από τον υπαίτιο. Ομως, πριν προλάβει το νεαρό ζευγάρι να ξεφύγει από αυτό το εφιαλτικό «τοπίο», το σίχαμα οργανώνει τη δολοφονία του Λάμπρου. Ο αλβανικής καταγωγής, ολιγόπειρος ηθοποιός, αλλά με ευαισθησία και αντίληψη των δραματουργικών αξιών, Ενκε Φεζολάρι, δείχνει σκηνοθετικό ενδιαφέρον για τη σύγχρονη ελληνική δραματουργία. Απολύτως σεβαστή η επιθυμία του να ασχοληθεί σκηνοθετικά με αυτήν. Αλλά μετά την «Παρέλαση» της Λούλας Αναγνωστάκη, με την «Αγγέλα» έβαλε πολύ ψηλά τον πήχη. Πολύ πρόωρα, όμως, και χωρίς τα «εφόδια» για να προβάλει τα πολιτικοϊδεολογικά συστατικά του έργου. Το έργο του Σεβαστίκογλου απαιτεί βαθύτατη – και όχι επιφανειακή – γνώση της ελληνικής εμφυλιακής και μετεμφυλιακής ιστορίας και κοινωνίας. Των αξιών, ηθών, αγώνων, πόθων και παθών του λαού μας. Αλλά και άριστη γνώση της μορφολογίας και θεματολογίας που «εισήγαγε» η «Αγγέλα» του Σεβαστίκογλου στη μεταπολεμική δραματουργία και θεατρική τέχνη. Απαιτεί και συμφωνία με τις ιδέες του κομμουνιστή αγωνιστή και συγγραφέα και το στόχο του έργου του. Εργο απόλυτα πολιτικοκοινωνικό. Απόλυτης, έως σκληρής, ρεαλιστικής ακρίβειας και αλήθειας, την οποία υπηρέτησε και ανέδειξε μοναδικά η έξοχη σκηνοθεσία του αλησμόνητου, πολύτιμου για το θέατρό μας Τάσου Μπαντή. Το έργο του Σεβαστίκογλου δε χωρά γραφικότητες και ψευδονατουραλιστικές ευκολίες και υπερβολές, τις οποίες δεν απέφυγε η σκηνοθεσία, επόμενα και η πολύ φιλότιμη υποκριτική «κατάθεση» των – όχι άμοιρων ταλέντου – ηθοποιών (με τη σειρά του προγράμματος): Ελένη Βεργέτη, Κωστής Καλλιβρετάκης, Βασίλης Μαργέτης, Κωνσταντίνος Μωραΐτης, Ιρις Πανταζάρα, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Καλλιόπη Τζερμάνη. Συμπαθής αλλά χωρίς δραματικό βάθος η ερμηνεία της Βίκυς Παπαδοπούλου στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Λόγω του έργου, πάντως, αξίζει να δει κανείς την παράσταση.

«Αγγέλα»

«Γιοι και κόρες» από τη«Sforaris»

Μετά την πραγματικά ενδιαφέρουσα περσινή παράσταση «Παραλλαγές» (σύνθεση μύθων, ποιημάτων, τραγουδιών της δημοτικής μας παράδοσης), ο θίασος «Sforaris» (σε συμπαραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής) συμμετέχει πάλι στο Φεστιβάλ Αθηνών, με μια νέα κειμενική σύνθεση του δημιουργού του θιάσου, ολιγόπειρου επίσης σκηνοθέτη, Γιάννη Καλαβριανού, με τίτλο «Γιοι και κόρες». Πρόκειται για επιλογή προφορικών αφηγήσεων ανθρώπων που είτε οι ίδιοι βίωσαν είτε από από παλιότερους άκουσαν προσωπικές περιπέτειες, εμπειρίες, μνήμες, που υποτίθεται αντανακλούν και τεκμηριώνουν την ιστορική και κοινωνική πορεία της Ελλάδας, στη διάρκεια όλου, σχεδόν, του 20ού αιώνα, φθάνοντας και μέχρι το σήμερα. Αν και ο τίτλος παραπέμπει σε ιστορίες και σχέσεις της παλιάς με τη νεότερη γενιά, ιδιαίτερα σε γονιούς και τέκνα, τελικώς όλα, σχεδόν, αφορούν μόνο στη νεότερη γενιά και σε σχέσεις φιλικές, ερωτικές, συζυγικές. Και, βέβαια, το βίντεο που εικονίζει ελάχιστα ηλικιωμένα πρόσωπα, ούτε τη σύνδεση της παλιάς με τις νεότερες γενιές επιτυγχάνει, ούτε την «απόδειξη» της αλήθειας όλων των μαρτυριών που επιλέχθηκαν. Η κειμενική σύνθεση, με τη δραματουργική επεξεργασία της Κατερίνας Κωνσταντινάκου, και η παρατραβηγμένα «νεάζουσα» και «παιγνιώδης» σκηνοθεσία επιλεκτικά, υποκειμενικά, απλουστευτικά, ξώπετσα και τελικώς ανούσια «αγγίζουν» την πολιτικοκοινωνική μας ιστορία. Μόνος στόχος μοιάζει να είναι ο εντυπωσιασμός των θεατών με ένα ανέμελα φασαριόζικο, σκηνικό «παίγνιο» στο οποίο καταθέτουν όλες τις σωματικές και εκφραστικές δυνάμεις τους οι ηθοποιοί Αννα Ελεφάντη, Μαρία Κοσκινά, Αλεξία Μπεζίκη, Κωνσταντίνος Ντέλλας, Γιώργος Παπαπαύλου. Συντελεστές της παράστασης είναι και οι Τάσος Παλαιορούτας (φωτισμοί), Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα (σκηνικό – κοστούμια), Χρύσανθος Χριστοδούλου (μουσική), Αλεξία Μπεζίκη (κινησιολογία).

ΘΥΜΕΛΗ,  ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 20 Ιούνη 2012

Advertisements

Μπρεχτ και «Σαουμπίνε»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
 
«Ο Μαρξ και τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα των μικροαστών»

«Protekt me» από τη «Σαουμπίνε»

Το βερολινέζικο θέατρο «Σαουμπίνε» είναι σήμερα, ίσως, το πιο παραγωγικό, πολυφωνικό και τολμηρό θεματολογικά και αισθητικά ευρωπαϊκό θέατρο. Από τις 32 παραστάσεις του την περίοδο 2011- 2012, επέλεξε να παρουσιάσει στην Ελλάδα – στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών – το έργο του Γερμανού δραματουργού και σκηνοθέτη Φαλκ Ρίχτερ «Protekt me» («Προστάτεψέ με»), σε σκηνοθεσία του ίδιου, με τη συνεργασία της χορογράφου Ανούκ βαν Ντάικ. Ενα καθαρόαιμο πολιτικό έργο, άκρως επίκαιρο θεματολογικά, ασύνηθες δραματουργικά και ρηξικέλευθο μορφολογικά, δομημένο πάνω σε μια εντονότατα κινησιολογική – και όχι πάνω σε μια συνήθη συναισθηματική – σωματοποίηση του λόγου. Θυμίζει, αλλά δεν είναι χοροθεατρική η παράσταση αυτή, καθώς απορρίπτει κάθε χορογραφική – κινησιολογική καλλιέπεια και μετατρέπει το σώμα σε πρώτιστο «όργανο» εκφοράς και έκφρασης του λόγου. Ολων των «επιπέδων» του. Αμεσων, έμμεσων, υπονοηματικών, διανοητικών, ψυχολογικών. Στη σχεδόν άδεια σκηνή (μόνα αντικείμενα είναι μερικές καρέκλες, δύο μικρόφωνα και δύο θάλαμοι στα δύο πίσω άκρα της), οι καλογυμνασμένοι – φωνητικά και κινησιολογικά – ηθοποιοί της «Σαουμπίνε», με στοχασμό και συναίσθημα, με ρεαλιστική απλότητα στο λόγο και κινησιολογική δεινότητα, «εξέπεμψαν» το ουσιώδες, τολμηρότατο έργο του Ρίχτερ με θέμα την ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομική κρίση του καπιταλισμού σήμερα, αλλά και παρελθούσα και μέλλουσα. Ενα έργο προσωπικό – βιωματικό, απολύτως αυτοαναφορικό «κατηγορώ» του συγγραφέα για το καπιταλιστικό σύστημα και τις ολέθριες συνέπειές του. Συνέπειες που βίωσαν στο παρελθόν όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί, που βιώνουν και σήμερα οι χώρες – μέλη της ΕΕ, και όλης της Ευρώπης, εξαιτίας ενός συστήματος που γέννησε, γεννά και θα γεννά τη βία, το φασισμό, ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Τρομοκρατεί τους λαούς. Καταργεί ανθρώπινα, κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα. Αχρηστεύει, με καταργήσεις θέσεων εργασίας σε όλες τις κεφαλαιοκρατικές επιχειρήσεις, καλπάζουσες απολύσεις, ανασφάλιστη και ελαστική εργασία, δουλοκτητικές εργασιακές σχέσεις, αμοιβές πείνας, ιδιαίτερα τις νέες γενιές. Εξαθλιώνει όλο και πολλαπλασιαζόμενα εκατομμύρια εργαζομένων. Δημιουργεί ένα νέο κοινωνικό «μεσαίωνα». Διαλύει τις οικογενειακές, ερωτικές και φιλικές σχέσεις. Αποξενώνει, περιθωριοποιεί, «τρελαίνει» κυριολεκτικά, ωθεί στη μοναξιά και στην ψυχασθένεια αμέτρητους ανθρώπους, ενώ το κεφάλαιο, παρασιτικό, παράλογο, κυνικό, απάνθρωπο, εκτροχιασμένο διαβιοί σε «παραδείσους». Γι’ αυτά και πολλά άλλα ανθρώπινα και κοινωνικά προβλήματα μιλά το σεναριακής δομής έργο του Ρίχτερ. Καταγγέλλει τη Γερμανία για τους δυο ιμπεριαλιστικούς πολέμους, για τα σημερινά εκατομμύρια ανέργων και των μισθών πείνας στο έδαφός της, για την «ηγεμονεύουσα» πολιτική της στη ΕΕ, σε βάρος των άλλων λαών. Ο Ρίχτερ δε διστάζει να επαναλάβει ότι η ιστορική πορεία του καπιταλισμού αποδεικνύει ότι πρόκειται για απάνθρωπο, αδιέξοδο, κρισιακό κοινωνικό σύστημα, από το οποίο πρέπει να γλιτώσει η ανθρωπότητα. Ενώ πιστεύει στην ανάγκη ανατροπής του καπιταλισμού και ύπαρξης ενός άλλου κοινωνικού συστήματος που να «προστατεύει» κάθε άνθρωπο, δηλώνει αδύναμος ως καλλιτέχνης να ονομάσει το άλλο κοινωνικό σύστημα που αξίζει στην ανθρωπότητα, το σοσιαλισμό. Η ειλικρίνειά του είναι τόση που, προς το τέλος του έργου, σε μια – μάλλον αυτοβιογραφική – σκηνή του «συγγραφέα – σκηνοθέτη» γιου με τον γέρο «πατέρα» του, διά στόματος «πατέρα», τολμά να κάνει μια σοβαρότατη αυτοκριτική ομολογία. Οτι δεν έχει τη δύναμη και το ταλέντο να γράψει σήμερα έργα ανάλογα του «Βόιτσεκ» και «Λεντς» του επαναστάτη Γκέοργκ Μπίχνερ, ή ένα κείμενο ανάλογο της επαναστατικής διαμαρτυρίας – διακήρυξης του Μπίχνερ, με τίτλο «Ο Ταχυδρόμος της Εσσης». Ελπιδοφόρος δημιουργός, ο Φαλκ Ρίχτερ είναι πραγματικά άξιος επαίνων για την ουσιώδη πολιτικοκοινωνική κριτική του στον καπιταλισμό, την προαναφερόμενη ειλικρίνειά του και τη δυναμική καθοδήγηση της κειμενο-σκηνοθετικής σύλληψής του, όπως αξιέπαινοι είναι η χορογράφος, όλοι οι άλλοι καλλιτεχνικοί συντελεστές και οι ερμηνευτές.

«Protect me»

2ο Φεστιβάλ Νέων στο «Τρένο στο Ρουφ»

Στην ήσυχη, φροντισμένη, πυκνόφυτη αποβάθρα, στο μουσικό βαγόνι του, αλλά και στα επιπλέον 12 παλιά βαγόνια του θεάτρου «Το Τρένο στο Ρουφ», η δημιουργός του Τατιάνα Λύγαρη οργάνωσε και φιλοξένησε (10 – 27/5) το 2ο Φεστιβάλ Νέων Καλλιτεχνών «Τα 12 κουπέ», που περιέλαβε θέατρο, μουσική, χορό, εικαστικά, φωτογραφία και βίντεο περφόρμανς.

Τη διοργάνωση εγκαινίασε η πραγματικά αξιέπαινη παράσταση της ομάδας «ΑΞΑΝΑ» «Ο Μαρξ και τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα των μικροαστών». Τίτλος παράδοξος, αλλά εντέλει ουσιωδέστατος, αφού υποδηλώνει την επίδραση του Μαρξ στο έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ και στη συγκεκριμένη περίπτωση στο μονόπρακτο «Επτά θανάσιμα αμαρτήματα των μικροαστών», με μουσική του Κουρτ Βάιλ (στην Ελλάδα το έργο πρωτοανέβασε η Λυρική Σκηνή, το Δεκέμβρη του 2007). Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 ο εξπρεσιονιστής Μπρεχτ, με συνεργάτη τον Βάιλ, αρχίζει να επεξεργάζεται την ιδεολογο-αισθητική αντίληψή του για το οπερατικό είδος, τη δική του αντιόπερα, «καρποί» της οποίας ήταν τα έργα «Μικρό Μαχαγκόνι», «Οπερα της πεντάρας», «Η άνοδος και η πτώση της πόλης Μαχαγκόνι» και «Επτά αμαρτήματα των μικροαστών» (το μοναδικό στο είδος της όπερα – μπαλέτο που έγραψε). Το 1933 ο Μπρεχτ παίρνει το δρόμο της εξορίας. Τον Ιούνη του 1933 το έργο ανεβαίνει στο θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων, στο Παρίσι, με χορογραφία του Ζορζ Μπαλανσίν και το 1936 στην Κοπεγχάγη, αλλά με διαταγή του φιλοναζιστικού παλατιού απαγορεύεται. Το έργο αυτό – διαδραματίζεται στη «μητρόπολη» του καπιταλισμού και της πολύμορφης εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, τις ΗΠΑ – εστιάζεται στη μικροαστική τάξη και σε επτά από τα πολλά άλλα αμαρτήματά της: Οκνηρία, αλαζονεία, οργή, λαιμαργία, λαγνεία, απληστία, ζηλοφθονία. Ο Μπρεχτ καυτηριάζει τον εκφαυλισμό της ηθικής και της συνείδησης του ανθρώπου, την εμπορευματοποίηση, έως και την εκπόρνευσή του, ακόμη και με ευθύνη του, για το χρήμα. Ιδιοφυώς ο Μπρεχτ συμπύκνωσε τη διαλεκτική κριτική του συνθέτοντας ένα πρόσωπο σε δύο εκδοχές. Μια μικροαστική οικογένεια στη Λουιζιάνα (σαρκαστικά ο Μπρεχτ βάζει έναν βαρύτονο να τραγουδά τα λόγια της μητέρας) ωθεί την όμορφη μπαλαρίνα κόρη της, Αννα, να πάει σε άλλη πολιτεία, να δουλέψει και να βγάλει λεφτά για να χτίσουν καινούριο σπίτι. Η Αννα φεύγει, αλλά ως μπαλαρίνα ψευτοζεί. «Καλοθελητές» της δίνουν δουλειά σε καμπαρέ. Καλύτερη η «αμοιβή» στο καμπαρέ, καλύτερη με την εκπόρνευσή της και μεγάλη όταν η Αννα γίνεται «έμπορος» του εαυτού της. Πλουτίζει, αυτοεκπορνευόμενη έως ψυχοσωματικής εξουθένωσης. Η μια εκδοχή του προσώπου, η Αννα Ι (μόνο βουβός χορός), καθρεφτίζει ψυχοσωματικά την «εμπορευματοποίηση» του ανθρώπου από εκμεταλλευτές του. Η δεύτερη εκδοχή, η Αννα ΙΙ (μόνο ομιλία – τραγούδι), εκφράζει τη λειτουργία της σκέψης, της επίγνωσης, της «συνομιλίας» του ανθρώπου με τον εαυτό του, τη συνείδησή του. Με αυτή την εκδοχή του προσώπου ο Μπρεχτ υπογραμμίζει και την ατομική ευθύνη του ανθρώπου για την εκμετάλλευση και εμπορευματοποίησή του. Η Ιλια Κοντού, η οποία υπογράφει την ενδιαφέρουσα, εξπρεσιονιστικής αισθητικής σκηνοθεσία, σκηνογραφία, ενδυματολογία, χορογραφία, προκειμένου να καταδείξει τη μαρξιστικής διαλεκτικής θεματολογία και κριτική του Μπρεχτ, εμπλούτισε το έργο του (στον πρόλογο, επίλογο και ενδιάμεσα σκηνές), με αποσπάσματα του «Κεφαλαίου», του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» του Μαρξ και με αλληλογραφία των Μαρξ – Ενγκελς, σχετικά με την εκμετάλλευση και εμπορευματοποίηση του ανθρώπου, εντάσσοντάς τα διακριτικά, αρμονικά και ατμοσφαιρικά στη σκηνική πράξη. Την πολύ ενδιαφέρουσα ιδεολογο-αισθητική «ανάγνωση» του έργου στήριξε, ομόψυχα, μια αξιέπαινη πλειάδα καλλιτεχνών (λυρικοί τραγουδιστές, χορευτές, ηθοποιοί και η ορχήστρα του Κέντρου Ελληνικής Μουσικής).

Η υπογράφουσα παρακολούθησε τις παρακάτω πέντε (από τις δεκαπέντε συνολικά), μικρής διάρκειας, άξιες αναφοράς, αλλά με αδυναμίες (κειμενικές, σκηνοθετικές, ερμηνευτικές), θεατρόμορφες δημιουργίες νέων καλλιτεχνών και ομάδων, με ερμηνευτικά καλύτερες τις δύο τελευταίες: «Σοκολάτα ή ένα κομμάτι επιθυμίας», «Γυαλιστερές ιστορίες κεκλεισμένων των θυρών», «Φρενοκομείο με θέα τη θάλασσα», «Deja vu» και «Α-Ζ» (σπουδή πάνω στο έργο της Σάρα Κέιν «Crave»).

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 6 Ιούνη 2012

Ο καθρέφτης και η πραγματικότητα

Η ΑΥΓΗ: 03/06/2012

Του Λέανδρου Πολενάκη

«Τερέζα Ρακέν» του Ζολά στο «Θέατρο Τέχνης»

Ο νατουραλισμός στην τέχνη, που εισήγαγε ο Ζολά, διαφέρει κατά τούτο από τον ρεαλισμό: αν ο ρεαλισμός είναι ένα αίτημα να απεικονίζει η ζωή «σωστά» την τέχνη, ο νατουραλισμός πηγαίνει ακόμη πιο πέρα, απαιτώντας να είναι η τέχνη ένας πιστός καθρέφτης της πραγματικότητας. Το πρόβλημα είναι όμως, ότι στον αιώνα του Ζολά, με την τότε μεγάλη ανάπτυξη των φυσικών επιστημών οι άνθρωποι πίστευαν ακόμη ότι γνωρίζουν τι είναι, και τα δύο: και ο καθρέφτης και η πραγματικότητα. Σήμερα με την ακόμη πιο μεγάλη ανάπτυξή τους, είμαστε πεισμένοι μόνο για το πρώτο: τι είναι ο καθρέφτης. Δεν είμαστε καθόλου βέβαιοι πια για το δεύτερο: τι είναι η πραγματικότητα.

Ο Ζολά είναι, επίσης, εισηγητής της «πειραματικής γραφής». Τοποθετεί τα γεγονότα πριν από τα αισθήματα και τις πράξεις πριν από τους χαρακτήρες. Παρακολουθεί με μεγεθυντικό φακό τα πρόσωπά του και εκθέτει κατόπιν επιστημονικά, με όλο τον θετικισμό του δέκατου ένατου αιώνα, τα πορίσματά του. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου