Σακης Σερεφας, Θα σε πάρει ο δρόμος, σκην.: Ερση Βασιλικιώτη

  • Σκηνικά θολωμένες «φέτες ζωής»
  • Ποίηση και τραγικότητα ενός παράλογου, ακραίου, οδυνηρού κόσμου που ζει και αντέχει
  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27/06/2010
  • Σακης Σερεφας, Θα σε πάρει ο δρόμος, σκην.: Ερση Βασιλικιώτη. Θέατρο: Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» (στο Θ. Τέχνης)

Γνώρισα τον παραγωγικότατο Σάκη Σερέφα (γεν. Θεσσαλονίκη 1960) ως ποιητή και τέτοιος παραμένει στη συνείδησή μου. Μου έστελνε –κι εγώ επίσης– τις συλλογές του και του απαντούσα εξαρχής, σχεδόν με ενθουσιασμό: πρωτότυπος, ευφάνταστος, κρυμμένα λυρικός, σκληρός και τρυφερός συνάμα, με μια γλώσσα παραλογική, τερπνή, ιδιάζουσα κι ένα ύφος πολύ σύγχρονο αλλά διόλου μεταμοντέρνο. Σιγά σιγά διέκρινα (ώσπου το δήλωσε και ο ίδιος) ότι αποφάσισε να μεταφέρει όλη την ποιητική του ύλη στο θέατρο. Και φάνηκε πράγματι, ιδίως με το έργο του «Λιωμένο βούτυρο», ότι η διαπεραίωση των προτερημάτων του έγινε με επιτυχημένο τρόπο, προλαμβάνοντας σε αρκετό βαθμό και τα δομικά κωλύματα που προκύπτουν από τη θεατρική εφαρμογή.

Πριν δω επί σκηνής τους μονολόγους του στο «Θα σε πάρει ο δρόμος» (2009), πρόλαβα και τους διάβασα σε βιβλίο. Οχι όλοι, αλλ’ οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν τη λάμψη της καθημερινής παρατήρησης, το πικρό χιούμορ της παράλογης ζωής μας, την ακραία μοναξιά της ανθρώπινης ψυχής (που επαιτεί μέχρι και την… αφόδευση ενός ξένου για να μη νιώθει μόνη), την ηθελημένη «απωθητικότητα» του αιμοσταγούς νατουραλισμού, την ένταση του μύχιου ανθρώπινου πόνου της πόρνης ή του ανορεξικού μοντέλου ή του «έκπτωτου» σεφ που τώρα πια ταΐζει περιστέρια.

Ο Σερέφας γράφει «φέτες ζωής» με βατήρα συνήθως το απροσδόκητο, και με μέσα αφενός το αναγνωρίσιμο ενσταντανέ που συχνότατα το ανατρέπει και αφετέρου τη συμβολιστική της γαστριμαργίας και των φυσικών αναγκών (η γαστριμαργία είναι γνώριμο μοτίβο του σε όλες τις παλιότερες –και ποιητικές, όπως στο «Πρώτα πέθανε η κότα»– εργασίες). Είναι εραστής μιας οδυνηρής ή και υπερρεαλιστικής ροής των πραγμάτων, ροής στην οποία ακονίζονται οι άνθρωποί του, ματώνουν μα συνεχίζουν. Αυτή λοιπόν η ποίηση και η τραγικότητά τους.

Είναι κρίμα που αυτό το «κολάζ ροής» η Ερση Βασιλικιώτη το έδωσε ως, επιτρέψτε μου, «video road-movie». Αν δεν είχε συνεργασθεί με τη Λίλα Σωτηρίου στο βίντεο, πιστεύω πως θα αναγνώριζε κι εκείνη κι εμείς τα τώρα σκοτεινιασμένα, θολωμένα, ζαλιστικά κείμενα. Σύγχυση εικόνων, προσώπων, αισθητικών, φλυαρία μέσων. Απόδειξη το ότι όσα κομμάτια –ιδίως αυτά της εξαιρετικής Εφης Σταμούλη– παίχτηκαν με τρόπο ευθύ και καθαρό, άρεσαν και συγκίνησαν. Στα σωστά κοστούμια η Μ. Καραδελόγλου, στην ανάλογη μουσική ο Κ. Βόμβολος και ακούσιοι αλλ’ ευάγωγοι υπηρέτες στη στρεβλή οπτική οι ηθοποιοί (Κυρ. Δανιηλίδης, Ελ. Δημοπούλου, Ν. Λύτρας, Στ. Μαυρόπουλος, Μ. Μεβουλιώτης, Μ. Σπηλιοπούλου, Ε. Σταμούλη).

Η πολύτιμη Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης», μια από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη, παρηγοριά του θεατρικού Βορρά, ήρθε και μας χαροποίησε, συνάμα όμως παγιδευμένη σ’ ένα επιζήμιο για όλους σχέδιο παράστασης.

Πριν το τέλος

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΝΤΑΒΑΡΙΝΟΥ
  • Η ΑΥΓΗ: 25/06/2010

Πώς μπορούν να συνδυαστούν οι προδιαγραφές και οι περιορισμοί της θεατρικής σκηνής, όπως κι αν λογίζεται αυτή, με τη μεγαλύτερη ευελιξία που προσφέρει το κινηματογραφικό μέσο; Έστω κι αν στην προκειμένη περίπτωση η θέαση περιορίζεται σε ένα χωρίς μοντάζ μονοπλάνο διάρκειας εβδομήντα λεπτών;

Η επίμονη δημιουργικότητα των μελών της ομάδας «Blitz» επέλεξε να διερευνήσει τις διαχωριστικές γραμμές και τα κοινά σημεία των δύο τεχνών μέσα από ένα νέο εγχείρημα: πρόκειται για την πιο πρόσφατή τους καλλιτεχνική πρόταση, που φέρει τον τίτλο Cinemascope, ένα ντοκιμαντέρ για το τέλος του κόσμου και παρουσιάζεται, έπειτα από παράταση, μέχρι και τις 4 Ιουλίου στο Bios, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Αθηνών. Αυτή τη φορά στον χώρο του Bios έχει προστεθεί μια τεράστια φιμέ τζαμαρία που βλέπει στον μικρό πεζόδρομο, κάθετο της Πειραιώς. Το γνώριμο αυτό αστικό τοπίο συνιστά το πεδίο δράσης των ηθοποιών που ερμηνεύουν τους ρόλους της παράστασης, αλλά παράλληλα οριοθετεί ένα χωροταξικό πεδίο απροσδόκητων συναντήσεων με τους περαστικούς που τυχαίνει να περνούν από εκεί. Οι θεατές έχουν οπτική επαφή με τον πεζόδρομο, όμως το τζάμι-οθόνη λειτουργεί ως διαχωριστικός τοίχος ανάμεσα στη ζωντανή ανάσα των θεατών και στην παρουσία των ηθοποιών που βρίσκονται «απέξω». Το πρόβλημα της ηχητικής επαφής παρακάμφθηκε χάρη στη χρήση ακουστικών, τα οποία οι θεατές προμηθεύονται κατά την είσοδό τους, προκειμένου να ακούν, σχεδόν με όρους κατασκοπείας, όσα εκμυστηρεύονται οι ηθοποιοί στα μικρόφωνα που φέρουν πάνω τους. Ο δραματουργικός πυρήνας του Cinemascope αναφέρεται στις τελευταίες εννέα ημέρες του κόσμου, θυμίζοντάς μας το περιβόητο ημερολόγιο των Μάγιας, που έχει ορίσει ως καταληκτική ημερομηνία για τη ζωή της ανθρωπότητας το 2012. Άσχετα με τις παντός τύπου δοξασίες και προφητείες που μας φέρνουν ένα βήμα πιο κοντά στο τέλος, είναι γεγονός ότι ο δυτικός κόσμος διέρχεται εδώ και καιρό μια μακρόσυρτη βασανιστική περίοδο παρακμής, ένα τέλμα που δεν συνδέεται μόνο με την επινοημένη ή μη οικονομική κρίση. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ιδέα να στηθεί ένα θέαμα για το τέλος της Ιστορίας και του κόσμου μοιάζει δελεαστική, ενώ ακόμη πιο ευρηματική είναι η επιλογή να «δοθεί το μικρόφωνο» στους κατοίκους μιας ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, ώστε να καταγραφούν οι συναισθηματικές τους δονήσεις λίγο πριν…

Οι τελευταίοι εκπρόσωποι κοινών ή λιγότερο κοινών ανθρώπινων τύπων αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο στην κοσμογονία που τους κυκλώνει. Αδιαφορία, οργή, καταφυγή σε ομαδικές μανίες, εκ βαθέων εξομολογήσεις, απόγνωση, έξαρση του θρησκευτικού συναισθήματος ως ύστατη ελπίδα σωτηρίας. Όλες οι εκδοχές είναι εκεί και φτάνουν στα αφτιά του θεατή με τη συνοδεία της αφήγησης, που γίνεται από έναν αόρατο εκφωνητή. Είναι άραγε η λεγόμενη «φωνή του θεού», αυτό το ιδιαίτερα δημοφιλές είδος σπικάζ, όπου ο εκτός κάμερας αφηγητής-σχολιαστής είναι παντογνώστης; Η «φωνή του θεού» ξέρει τα πάντα πριν από τον θεατή, κατέχει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και ενίοτε προσδίδει την από μηχανής λύση στο αδιέξοδο του πρωταγωνιστή.

Στην περίπτωση του Cinemascope, η άνωθεν γνώση μπορεί να αποδεικνύεται άχρηστη, όμως η μείξη τεχνικών που επιχειρείται από πλευράς «Blitz» λειτουργεί υπονομευτικά στον τρόπο πρόσληψης του τελικού προϊόντος. Ναι μεν το Cinemascope παραπέμπει στην ευρεσιτεχνία των αμερικανικών στούντιο της δεκαετίας του 1950, σύμφωνα με την οποία η χρήση του αναμορφωτικού φακού δημιούργησε τη λεγόμενη ευρεία οθόνη (διαφορετικές αναλογίες οθόνης, πλάτος-ύψος, από αυτές που συνηθίζεται), γεγονός που αφενός έδινε στον σκηνοθέτη τη δυνατότητα να δουλέψει ακόμη περισσότερο πάνω στο μιζανσέν και αφετέρου προσέφερε στον δέκτη την ψευδαίσθηση της δημοκρατικής θέασης.

  • CINEMASCOPE. Σκηνοθεσία – δραματουργία: «Blitz» Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας. Ερμηνεύουν: Θανάσης Δεμίρης, Σιαμάκ Ετεμάντι, Βάσω Καμαράτου, Ελένη Καραγιώργη, Ελίνα Λούκου, Μιχάλης Μαθιουδάκης, Γιάννης Μαλογιάννης, Μαργιαλένα Μαμαρέλη, Σύλλας Τζουμέρκας, Μαρία Φιλίνη. Bios έως 4/7.

Βλέποντας την ταινία, ο θεατής έχει την ευκαιρία να επιλέξει σε ποιο σημείο της οθόνης θα εστιάσει το βλέμμα του, καθώς δεν υπόκειται αναπόδραστα στη δεσποτική κυριαρχία του μοντάζ. Στην παράσταση, ωστόσο, αυτή η αίσθηση ελευθερίας του μονοπλάνου υπονομεύεται κατά πολύ από τη λειτουργία του κατευθυντήριου σπικάζ. Εξάλλου, η αντίφαση αυτή χαρακτηρίζει κάθε τύπο οθόνης στον οποίο καταφεύγουμε: απεριόριστη ελευθερία, αλλά μόνο φαινομενικά. Ο επίδοξος θεατής δεν πρέπει να τρομοκρατηθεί ακούγοντας τα «περί τέλους του κόσμου», αφού το τέλος δεν έχει μόνο την έννοια της ολοκληρωτικής κατάρρευσης του σύμπαντος, αρκεί να αναλογιστεί κανείς τις μικρές καταστροφές που βιώνει καθημερινά σε ατομικό επίπεδο. Ίσως μάλιστα μέσα από το χιούμορ που χαρακτηρίζει την παράσταση καταφέρει να αναπτύξει πολύτιμα αντισώματα, μικρά θαυματουργά κλειδιά για να εκφράσει τη δική του στάση, απέναντι στο δικό του «τέλος».

«Δυτικά της πόλης»: αναλόγιο με κείμενα του Γιώργου Χειμωνά

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 27/06/2010

Έγραφα παλιότερα για τον Γιώργο Χειμωνά ότι πρόκειται ίσως για τον πιο δυτικότροπο συγγραφέα της ελληνικής γλώσσας. Με τα παράθυρα της γραφής του φραγμένα στον ήλιο, να αντικρίζει μονίμως το έρεβος που είναι η ινδοευρωπαϊκή λέξη από την οποία πολλοί πιστεύουν ότι παράγεται το όνομα της Ευρώπης. Η γραφή του Χειμωνά αποτελεί ένα είναι ακέραιο, αλλά προσανατολισμένο προς θάνατον. Στη σκιά της διδασκαλίας του Εγέλου, όπως την ανασκεύασε ο Χάιντεγκερ τοποθετώντας την κάτω από τη λάμπα της ψυχανάλυσης, χωρίς όμως να αλλάξει ριζικά τους ουσιώδεις όρους της.

Χέγκελ και Χάιντεγκερ, μέσα από μια σειρά αναγνώσεων κλασικών έργων, όπως η Αντιγόνη του Σοφοκλή και ο Άμλετ του Σαίξπηρ, φωτίζουν τα τοπία της ύπαρξης, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, αλλά πάντα κάτω από το πρίσμα ενός λιγότερο ή περισσότερο υπερκείμενου «κατευθυντήριου λόγου». Υποτάσσοντας έτσι την αίσθηση στην ιδεολογική σκοπιμότητα. Σε ένα αίτημα «καθαρότητας» των προθέσεων του δρώντος υποκειμένου της Ιστορίας, με παράλληλη παραγνώριση της πολλαπλότητας των ανθρώπινων κινήτρων, που έφερε πάντα στην πράξη τα αντίθετα των επιδιωκομένων αποτελέσματα: ποταμούς αιμάτων, ένα γενικό «μπλακ άουτ» των αξιών και μια έκλειψη διαρκείας του πολιτισμού. Όταν η ανάγνωση της Αντιγόνης από τους Χέγκελ – Χάιντεγκερ, που καθορίζει ως σήμερα την αισθητική μας, βλέπει την ηρωίδα κάτω από τη σκοπιά μιας οικογενειακής αποκλειστικά ηθικής και ενός εξ υποκειμένου δικαίου, παραγνωρίζοντας το διονυσιακό, απελευθερωτικό στοιχείο της εξέγερσής της.

Αποτυγχάνει έτσι να δει την τραγωδία του Σοφοκλή ως τη μόνη έως σήμερα διατυπωμένη πρόταση μη φονικής εξουσίας! Και όταν η ανάγνωση του Άμλετ από Χέγκελ, Φρόιντ και τους επιγόνους ξεκινά χαρακτηριστικά πάντοτε από το ερώτημα «γιατί ο Άμλετ καθυστερεί να εκτελέσει τον φόνο;». Αποδίδοντας την υπαρξιακή αγωνία του, και τον συνακόλουθο δισταγμό, στη διαπίστωση από μέρους του ότι: «καμία χρήση του κόσμου δεν είναι καλή»! Μια πρόταση εμβληματική σε ολόκληρο το έργο του Χειμωνά, που στοιχειώνει κυριολεκτικά τον λόγο του. Η εντελέστερη όμως ανάγνωση κρίσιμων χωρίων του κειμένου του Άμλετ όπως ο γνωστός μονόλογος ή η σκηνή του «θεάτρου μέσα στο θέατρο» κ.ά., θα αναδείκνυε ίσως μια τελείως διαφορετική προβληματική.

Το ζήτημα εν τέλει με τον Χειμωνά είναι ότι ενώ η σκέψη του ξεπερνά τα συμβατικά πλαίσια της νεωτερικότητας, και οπωσδήποτε δεν ενδιαφέρεται, ως μεταφραστής και ως δημιουργός, για ιδεολογικές σκοπιμότητες και άλλα ασήμαντα, δεν έχει γίνει ως τώρα καμία συστηματική μελέτη του τεράστιου, σύνθετου έργου του, ώστε να έχουμε μια άποψη σαφή, σε ποια σημεία συγκλίνει και σε ποια αποκλίνει από τη νεωτερική σκέψη. Πού δηλαδή πρωτοτυπεί.

Ο ίδιος ο Χειμωνάς, ως τελευταίος ιππότης – ιδαλγός της «δύσθυμης αναγέννησης», είχε πιστεύω πλήρη αντίληψη αυτής της τραγικής, μοιραίας αντινομίας (δεν την ονομάζω αντίφαση) ανάμεσα στις επαγγελίες της νεωτερικότητας και στην ιστορική πραγματικότητα που γέννησε. Ακόμη, αν θέλουμε, ανάμεσα στην ηρακλείτεια πατρική κληρονομιά, και στη δυτική μας προίκα – παιδεία. Διέθετε διαυγή συνείδηση του «κοινού» και του «ίδιου» λόγου του, που τον πίεζαν ασφυκτικά να γράφει τη ζωή του ως ένα είναι προς θάνατον και να σκηνοθετεί τον διαρκή θάνατό του, αντίστροφα, ως ένα θνήσκειν προς ζωήν.

Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, στην Πειραιώς 260, παρακολούθησα ένα θεατρικό αναλόγιο πάνω σε σύνθεση κειμένων του Χειμωνά, φτιαγμέν0 από τον Ιερώνυμο Πολλάτο, με επιμέλεια του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, σκηνοθετημένο από τον Τάκη Τζαμαργιά (επιμέλεια κίνησης Ζωής Χατζηαντωνίου). Μια ενδιαφέρουσα δουλειά, που έρχεται στην ώρα για να καλύψει, σε επίπεδο θεατρικό, το έλλειμμα για το οποίο έκανα λόγο πιο πάνω.

Η επιλογή των αποσπασμάτων είναι καίρια, ενώ η σκηνοθεσία έχει το σημαντικό προσόν της απλότητας. Τοποθετεί στρατηγικά τους «ρόλους» στον χώρο, κατανεμημένους σε αρχετυπικά τρίγωνα, και τους επιτρέπει ευεργετικά να μιλήσουν σε πρώτο πρόσωπο, ασχολίαστα, χωρίς να προσθέτει κάτι «δικό της». Η δύναμη του λόγου τους είναι τέτοια, που ακόμη και τα δυσκολότερα σημεία φτάνουν άμεσα στο κοινό, χωρίς διαμεσολάβηση, λειτουργώντας ως μια υπερβατική αλληγορία περί του όντος, μεταδίδοντας το ρίγος μιας σχεδόν λαϊκής αίσθησης ματαιότητας του ζειν.

Ο Μάνος Καρατζιάννης διαθέτει δωρικότητα και λιτότητα, είναι ακριβής σ’ αυτό που κάνει και απαλλαγμένος από φτιαχτά, περιττά στοιχεία. Η Θεοδώρα Μαστρομηνά έχει σπουδαία φωνή και παρουσία. Η Κατερίνα Φωτιάδη ανάγλυφη. Η Μαρία Καλλιμάνη «γεμάτη». Ο Χάρης Χαραλάμπους στέρεος και ο Γεράσιμος Μιχελής πατά γερά. Η Μαριάνθη Σοντάκη δένει το σύνολο με το ωραίο τραγούδι της. Ο γυμνός χώρος της σκηνής παίζει τον δικό του ρόλο.

***«Τα λόγια της Κασσάνδρας» από την Ομάδα Φιλιατρό – Φεστιβάλ Αθηνών

  • Κασσάνδρες του κόσμου τούτου

  • ***«Τα λόγια της Κασσάνδρας» από την Ομάδα Φιλιατρό – Φεστιβάλ Αθηνών
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

Μια γυναίκα, η Κασσάνδρα – Ολια Λαζαρίδου, ένας άνδρας, Βασίλης Καραμπούλας-Χορός, σε μια αποθήκη της Πειραιώς 260, επιχειρούν να αποστάξουν εσωτερικότητα, σοφία και διαχρονικές μοιραίες αντιστοιχίες από τον περίφημο διάλογο Κασσάνδρας/Χορού του αισχύλειου «Αγαμέμνονα» (μετάφραση: Ανθή Λεούση, Νίκος Παναγιωτόπουλος). Ενας διάλογος κατ’ ευφημισμό, στον οποίο η εξόριστη, αιχμάλωτη, βιασθείσα πριγκίπισσα των Τρώων συμμετέχει με διαλείψεις.

Χωρίς υπερβατική έξαψη η Ολια Λαζαρίδου είναι μια συμβατική  Κασσάνδρα

Χωρίς υπερβατική έξαψη η Ολια Λαζαρίδου είναι μια συμβατική Κασσάνδρα

Τον περισσότερο χρόνο, υπό την τυραννία της μαντικής της ικανότητας, χάνεται στις τραγικές προφητείες της, μετέωρη πάνω από απόκρημνα ανείπωτα, βλέποντας όλο το πακέτο της φρίκης, παρελθόν, παρόν και μέλλον: τον θάνατο του Αγαμέμνονα, τον δικό της, την ανθρωποφαγία κάμποσων γενεών του οίκου των Ατρειδών και τα φρικώδη μελλούμενά του. Ενδιάμεσα, συνέρχεται από την έκσταση της ενόρασης και επικοινωνεί νηφάλια με τον Χορό, που της συμπαρίσταται με συμπόνια και δέος, πριν βυθιστεί ξανά στην κατανυκτική εμπειρία της γνώσης.

Τι περιμέναμε απο το εγχείρημα της Ομάδας Φιλιατρό, που με πειραματικό ζήλο απομονώνει μια συνάντηση, στην ουσία ένα μυθικό μονόλογο, από τον αφηγηματικό ιστό του οποίου σαφώς αποτελεί μια κορύφωση, με στόχο τη «μεγέθυνση μιας εξαιρετικής στιγμής της τραγωδίας»; Η παρουσία δύο ταλαντούχων ηθοποιών, η εντρύφηση του σκηνοθέτη Βίκου Ναχμία στην ψυχοθεραπεία, τον διαλογισμό και τον δερβίσικο στροβιλισμό και οι ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις επέτρεπαν μια προσδοκία «στροφοδίνης», νοητής ή σωματικής, στη σιωπή του εξώκοσμου, την ιδέα μιας ανάτασης στη σφαίρα του άχρονου μυστικισμού – απ’ όπου εμείς, το κοινό, με τα κουρασμένα από τις δυτικές νευρώσεις κύτταρά μας, θα βρίσκαμε ένα μίτο διαδύνδεσης με τη συνθήκη της πνευματικότητας ενός άλλου κόσμου.

Σε έναν εξωτερικό διάδρομο πίσω από τις φεστιβαλικές αίθουσες, ανάμεσα σε παλιούς, πετρόχτιστους τοίχους, μας υποδέχεται ο Χορός-Β. Καραμπούλας, που θορυβημένος παρακολουθεί και σχολιάζει τα λεγόμενα της Κασσάνδρας. Σε λίγο ακολουθεί εκείνη, με σκήπτρα μαγικά σαν κούκλες βουντού να κρέμονται από τη ζώνη της, μαυροντυμένη και ξυπόλητη, σκορπώντας τις στάχτες της δεξιά και αριστερά. Τα έχει ήδη δει όλα. Μένουν τα λόγια.

Την ακολουθούμε στην Αποθήκη, όπου ανάμεσα σε δοκάρια οροφής και μια αδιέξοδη όρθια σκάλα στο κέντρο (σκηνικό-κοστούμια: Αγγελος Παπαδημητρίου), βροντοφωνάζει τις αποτρόπαιες μαντείες με τραχιά φωνή και σκληρή, ανελέητη όψη, υπό το καθεστώς μιας παροξυσμικής οργής, γεμάτη σαρκασμό και εκδικητικότητα, εντελώς του κόσμου τούτου. Είναι φανερό πως η απλότητα δεν συνεπάγεται και βάθος. Η απουσία μεταφυσικής του δρώμενου κάνει το ακατάληπτο να φαντάζει κατανοητό, τις κραυγές απόγνωσης εκκοσμικευμένες εκρήξεις ανημπόριας και την πρόβα θανάτου μια μονόχορδη, πεισιθάνατη καταγγελία, η οποία, αντί της χειρονομίας συντριβής του τέλους, κλείνει με μια άδοξη έξοδο από το πορτάκι της αποθήκης. Τι απομένει από την Κασσάνδρα χωρίς την υπερβατική έξαψη και το ρίγος μιας άλλης διάστασης; Δυστυχώς μια συμβατική περσόνα, φορτωμένη ρητορικές ιδεοληψίες, που δεν καταφέρνει να πείσει μήτε να συγκινήσει. Αυτή η φιλόδοξη απόπειρα μιας «νέας προσέγγισης της τραγωδίας» έδειξε γι’ άλλη μία φορά την αχανή απόσταση ανάμεσα σε μεγαλόπνοες προθέσεις και την πραγμάτωσή τους. Μια αδύναμη στιγμή του Φεστιβάλ.

«Cinemascope», «Μια νύχτα χάρισμά σας», «Oper opis», «Ραούλ»

  • Σκηνική πολυμορφία και πειραματισμοί
  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 23 Ιούνη 2010
«Oper opis»
  • «Cinemascope – Ενα ντοκιμαντέρ για το τέλος του κόσμου», από τους «Blitz»

Ο θίασος «Blitz» επιμένει να πειραματίζεται κειμενικά και μορφολογικά, «κυνηγώντας» την πρωτοτυπία, το παραξένισμα, τη χρήση εξωθεατρικών και τεχνολογικών μέσων και την ένταξη στον προσχεδιασμένο πειραματισμό του, του απρόβλεπτου, του στιγμιαίου, του αυθεντικού συμβάντος. Φέτος στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, ο θίασος έγραψε και σκηνοθέτησε στο «Bios» μια παράσταση πιο ενδιαφέρουσα θεματολογικά και πιο καλοσχεδιασμένη μορφολογικά, συγκριτικά με προηγούμενες. Παραπλανητικός ο τίτλος «Cinemascope – Ενα ντοκιμαντέρ για το τέλος του κόσμου», οφείλεται στη χρήση ασύρματων ακουστικών μέσω των οποίων οι θεατές, καθισμένοι σε μια αίθουσα με τζαμαρία που βλέπει σε μικρό δρομάκι, κάθετο στην Πειραιώς, ακούν τα λεγόμενα και συμβαίνοντα στο δρομάκι όπου στήθηκε η «σκηνική» δράση. Το θέαμα δεν είναι ντοκιμαντερίστικη αποτύπωση πραγματικών συμβαινόντων, αλλά μια σχεδιασμένη – σκηνοθετικά και ερμηνευτικά – παράσταση δρόμου, με τους ηθοποιούς να παριστάνουν ανθρώπους που, τάχα, κατοικούν, εργάζονται, διαβαίνουν ή συναντιούνται στο δρομάκι. Κι αν τυχαία βρεθεί στο δρόμο-σκηνή κάποιος ανίδεος διαβάτης, εντάσσεται και εκείνος – στιγμιαία – στο θέαμα. Ο εν πολλοίς καταστροφολογικός λόγος (σύνθεση σπαραγμάτων από ποικίλα εσχατολογικά κείμενα και σχόλια της ομάδας), που εκπέμπεται από μικρόφωνα εντός της αίθουσας, αλλά ακούγεται εκκωφαντικά μέσα από ασύρματα ακουστικά, όπως και τα λόγια και οι κινήσεις των ηθοποιών στο δρόμο, αναπαριστούν το «χάος», την αγωνία, την αίσθηση παρακμής και καταστροφής που αποπνέει η σημερινή κοινωνία. Πόλεμοι, μαζικοί ξεριζωμοί, μετανάστευση, ολέθρια περιβαλλοντική καταστροφή. Ελλειψη επικοινωνίας, εύθραστες σχέσεις, ανεργία, φτώχεια. Ολο και περισσότεροι άνθρωποι αγχωμένοι, ανασφαλείς, ανέραστοι, μοναχικοί, νευρωτικοί, στερημένοι την αγάπη, παραζαλισμένοι, «ανάπηροι» – κυριολεκτικά και μεταφορικά – περιφέρονται μέσα στη «σιωπή» και στην ερημία των πολύβουων μεγαλουπόλεων, έρμαια ενός ανησυχαστικού σήμερα και ενός πιο εφιαλτικού αύριο. Συντελεστές του θεάματος είναι ο Τάσος Παλαιρούτας (φωτισμοί) και οι ηθοποιοί Χρήστος Πασσαλής, Αγγελική Παπούλια, Γιώργος Βαλαής, Ελένη Καραγιώργη, Σύλλας Τζουμέρκας, Μιχάλης Μαθιουδάκης, Μαργιαλένα Μαμαρέλη, Θανάσης Δεμίρης, Ελίνα Λούκου, Σιαμάκ Ετεμάντη, Γιάννης Μαλογιάννης, Μαρία Φιλίνη, Βάσω Καμαράτου.

«Cinemascope- Ενα ντοκιμαντέρ για το τέλος του κόσμου»
  • «Μια νύχτα χάρισμά σας» στο «Τροχόσπιτο»

Στον πεζόδρομο του Θησείου στις 7 και 8 Ιουνίου, από την κινούμενη σκηνή του Φεστιβάλ Αθηνών, το «Τροχόσπιτο», παρήλασαν πλέον των 20 ηθοποιών, μερικοί τραγουδιστές και μουσικοί, προσφέροντας στο πλήθος των θεατών μια – δωρεάν – ευφρόσυνη παράσταση με τίτλο «Μια νύχτα χάρισμά σας». Οι καλλιτέχνες ανταποκρίθηκαν σε πρόταση του Ελληνικού Φεστιβάλ να συμμετέχουν, αφιλοκερδώς, σε ένα πειραματικό θέαμα, στηριγμένο στην πείρα, στο ταλέντο, στις ιδιαίτερες επιδόσεις (υποκριτικές, τραγουδιστικές, μουσικές), στον αυτοσχεδιασμό, ακόμα και στην κειμενογραφική και αυτοσκηνοθετική ικανότητα των συμμετεχόντων ηθοποιών. Ενα θέαμα με στοιχεία βαριετέ, «θεάτρου καμπαρέ» και επιθεώρησης, με επίκαιρης θεματολογίας σχόλια, σατιρικά και κωμικά σκετσάκια, ξένα και γνωστά έντεχνα και λαϊκά ελληνικά τραγούδια, με σόλο ερμηνείες τα περισσότερα, με συντονιστή και παρουσιαστή (ως κομπέρ) της σκηνικής ροής, τον Γιώργο Νανούρη. Η υπογράφουσα είδε την πρώτη παράσταση και θα επισημάνει τις καλύτερες επιδόσεις σε αυτήν. Εύστοχα επίκαιρα ήταν τα κείμενα «Καμπαρέ του δρόμου» (κείμενο – ερμηνεία της Κάτιας Γέρου, συμπαίκτης της ο Παναγιώτης Παναγόπουλος, στίχοι: Κυριάκος Κατζουράκης, μουσική: Νίκος Πλάτανος) και «Αυτή η νύχτα μένει» (κείμενο – ερμηνεία Μάνιας Παπαδημητρίου, τραγούδια των Μποστ, Θεοδωράκη, Κραουνάκη, με μουσική συνοδεία του Τάσου Αντωνίου) με θέματα τη γενοκτονία των Παλαιστινίων από το ιμπεριαλιστικό Ισραήλ, την οικονομική κρίση, τον εργασιακό μεσαίωνα, την ανεργία, τη φτώχεια του λαού και των… θεατρίνων. Πολύ χιουμοριστικά ήταν το «I will survive» (κείμενο – ερμηνεία Σίμου Κακάλα, ελληνικοί στίχοι: Φώτης Σιώτας – Νίκος Βελιώτης) και το «Ι dream a dream» (κείμενο – ερμηνεία – στίχοι Ελενας Μαυρίδου). Η Στεφανία Γουλιώτη επέδειξε την τραγουδιστική της ικανότητα, με το νούμερο «Barbara», παραφράζοντας το κοινωνικού περιεχομένου τραγούδι του Μπρεχτ «Η Τζένη των πειρατών», σε σαχλό σεξοτραγουδάκι. Αξιοι αναφοράς για τις υποκριτικές, τραγουδιστικές και οργανοπαικτικές επιδόσεις τους είναι οι Κίκα Γεωργίου, Γιώργος Γλάστρας, Μαρία Σκουλά, Βικτωρία Ταγκούλη και βέβαια η Ελένη Κοκκίδου, με την πληθωρική τραγουδιστική ερμηνεία της στο φινάλε της παράστασης.

«Μια νύχτα χάρισμά σας»
  • «Oper opis»

Η τέχνη του τσίρκου εδώ και μερικές δεκαετίες αλλάζει μορφή, εξευγενίζεται καλλιτεχνικά απαλλαγμένη από την εμπορευματική, βασανιστική χρήση ζώων και την απάνθρωπη διακινδύνευση της σωματικής ακεραιότητας των ακροβατών, χορευτών και ζογκλέρ. Η στροφή προς ένα τσίρκο που να αναδεικνύει και να αποδεικνύει τις εκπληκτικές ικανότητες του ανθρώπου, οφείλεται σε κάποιους σπουδαίους καλλιτέχνες και ομάδες που άλλαξαν και εξύψωσαν μορφολογικά και αισθητικά το τσίρκο. Τέτοιας υψηλής αισθητικής ποιότητας και με λιτότατα μέσα, ήταν η παράσταση των Μάρτιν Τσίμερμαν (χορευτής, ακροβάτης, χορογράφος και σκηνοθέτης) και Ντιμίτρι ντε Περό (δημιουργός παιγνιώδους μουσικής και ήχων με χρήση αντικειμένων), «Oper opis» («Kάποιος, κάτι»), στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Πάνω σε μια μεγάλη σανίδα-σκηνή, αιωρούμενη και μετακινούμενη πάνω από το έδαφος σαν τραμπάλα, με «ταπεινά» μέσα, ένα τραπέζι, λίγες ξύλινες καρέκλες και μεγάλες σανίδες, τοποθετούμενες κάθετα στη σκηνή, οι έξι καλλιτέχνες της βραβευμένης ομάδας εκτελούν, με πολύ χιούμορ, με «τσιρκολάνικα» και «μαγικά» νούμερα, χορό, ακροβασίες «μαθηματικής» ακρίβειας, περπατώντας, πέφτοντας και γλιστρώντας, σκαρφαλώνοντας, «πετώντας». Μια παράσταση τσίρκου, που αλληγορεί για τα παράξενα και παράλογα, τις επιτυχίες και αποτυχίες, τις προσδοκίες και απογοητεύσεις, τις διαφορές και αντιθέσεις, τις ισορροπίες και ανισορροπίες των ανθρώπων και της ζωής.

«Ραούλ»
  • «Ραούλ» από το «Θίασο της χρυσόμυγας»

Σπανιότατα «γόνοι» μεγάλων δημιουργών αντέχουν το «βάρος» της γονικής – προγονικής «κληρονομιάς» τους, ακομπλεξάριστα αφομοιώνουν διδάγματά της και εξελισσόμενοι οι ίδιοι δημιουργικά τιμούν και την «κληρονομιά» τους. Τέτοια περίπτωση καλλιτέχνη είναι ο Τζέιμς Τιερέ. Εγγόνι του μεγαλοφυούς και πολύτροπου Τσάρλι Τσάπλιν και του κορυφαίου δραματουργού Ευγένιου Ο’ Νηλ, γιος του ηθοποιού, εξαιρετικού καλλιτέχνη του τσίρκου Ζαν – Μπατίστ Τιερέ και της Βικτόρια Τσάπλιν (κόρης του Τσάπλιν), μιας σπουδαίας χορεύτριας, ακροβάτιδας, υψηλού εικαστικού γούστου σχεδιάστριας σκηνικών και σκηνικών αντικειμένων του «Αόρατου τσίρκου» (το δημιούργησαν με τον σύζυγό της και το θαυμάσαμε πέρσι), ο Τζέιμς Τιερέ (τρίχρονο πρωτόπαιξε στο τσίρκο των γονιών του), εξέπληξε, έλαμψε, ενθουσίασε με το σπουδαίο και πολύπλευρο επίσης ταλέντο του, παρουσιάζοντας στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, με τη δική του ομάδα τσίρκου, το «Θίασο της χρυσόμυγας», την παράσταση «Ραούλ». Η παράσταση δεν πρόσφερε μόνον υψηλή αισθητική απόλαυση, με το θέμα και τη σκηνοθεσία, την οργιώδη φαντασία του (διαλυόμενου) σκηνικού και των κινούμενων αντικειμένων (δημιουργίες της Βικτόρια Τιερέ – Τσάπλιν), με τη μιμική, χορευτική, χορογραφική και ακροβατική δεινότητα του Τζέιμς Τιερέ (σ.σ. Τζέιμς ήταν το μικρό όνομα του πατέρα του Ευγένιου Ο’ Νηλ, φημισμένου Αμερικανού ηθοποιού στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα). Η παράσταση πρόσφερε, ακόμη, χαρά και συγκίνηση, σε όποιον θαυμάζει τον μέγιστο Τσάρλι Τσάπλιν, λόγω της μεγάλης ομοιότητας εγγονού και παππού. Εκφραστικό πρόσωπο. Θεατρικότατη μιμική. Υπερασκημένο, εύπλαστο, αεικίνητο σώμα. Απόλυτα ελεγχόμενη, μαθηματικής ακρίβειας κίνηση. Σπινθηροβόλο βλέμμα. Ευθύβολο χιούμορ, άμεσο και υπονοηματικό. Ευρηματικά κωμικά γκανγκς. Συμπάθεια, τρυφερότητα, κατανόηση για τον άνθρωπο, τις επιθυμίες, τις κακοτυχίες, τις φαντασιώσεις, τις γκάφες του. Παρακολουθώντας επί σκηνής τον 36χρονο Τζέιμς Τιερέ ήταν σα να έβλεπες, σχεδόν, τον Τσάπλιν, τσιρκολάνο όπως ήταν στα παιδικά, εφηβικά και νεαρά χρόνια του, ή στις βωβές ταινίες του, «Τσίρκο» και «Τα φώτα της ράμπας». Ο φτωχούλης, μοναχικός, ρακένδυτος «ναυαγός» – είτε στη φαντασία του είτε στην πραγματικότητα – Ραούλ, που γυρίζει στη φτωχική καλύβα του – για να ξαποστάσει, να κοιμηθεί στο μόνο του έπιπλο – μια καρέκλα, να διαβάσει, να παίξει βιολί – αλλά αυτή καταρρέει και έτσι ξαναβρίσκεται άστεγος, «κυνηγημένος» από «πλάσματα» που τον τρομάζουν και για να τους ξεφεύγει σαλτάρει και αιωρείται πάνω από αυτά, θύμισε πολύ (και με κινησιολογικό υπαινιγμό) τον αθάνατο, παντοτινά αξιολάτρευτο, Σαρλό.

13/7/2005– Ρεπερτοριακή πολυφωνία

Επί τα ίχνη φόρµας

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010
Ο Δήµος Αβδελιώδης, σκηνοθέτης της  παράστασης «Ιχνευτές»
  • Με φοιτητές και νέους ηθοποιούς ο δαιµόνιος Δήµος Αβδελιώδης ανέβασε τους «Ιχνευτές», σε µία και µοναδική παράσταση στο θέατρο «Λήδρα» στην Πλάκα

Πρόσφατα στα σαββατιάτικα κείµενά µου ασχολήθηκα µε την ουσιώδη διαφορά ανάµεσα στην κωµωδία και το σατυρικό δράµα στη δραµατουργία των αρχαίων Ελλήνων. Εγραφα, βέβαια, πως τα λίγα κείµενα σατυρικών δραµάτων που µας διασώθηκαν δεν µας βοηθούν σε επιµέρους παρατηρήσεις, αλλά είναι σαφής η διαφορά του ήθους και του ύφους µιας πολιτικής κωµωδίας που σατιρίζει τους θεσµούς του Αστεως του Αριστοφάνη µε το τέταρτο δράµα µιας τετραλογίας µε προηγούµενα τρεις τραγωδίες. Το σατυρικό δράµα που έχει µυθολογικό περιεχόµενο, συνήθως συναφές ή συγγενές µε την προηγηθείσα τριλογία, χορό Σατύρων και τελείως διαφορετική, επιτρέψτε µου τον όρο, ηθική. Δυστυχώς το µόνο ολόκληρο διασωθέν σατυρικό δράµα, ο «Κύκλωψ» του Ευριπίδη, παρ’ όλο που έχει σηµαντικούς πυρήνες αναφοράς στη σοφιστική, δεν φαίνεται να είναι γραµµένο µε κέφι, οίστρο και επιµέλεια από τον µεγάλο τραγικό. Είναι µια επιπόλαια (κυριολεκτικά) διασκευή της κυκλώπειας ραψωδίας της «Οδύσσειας».

Τα σωζόµενα αποσπάσµατα από σατυρικά δράµατα του Αισχύλου («Δικτυουλκοί» π.χ.) και του Σοφοκλή, µας καθοδηγούν ασφαλώς σε βαθύτερη κατανόηση και της αισθητικής και της ιδεολογικής ανάγκης που ενέταξαν το σατυρικό δράµα στον Κανόνα της αρχαίας δραµατουργίας.

Στις ανασκαφές της τοποθεσίας Οξύρρυγχος, έξω από το Κάιρο, από άγγλους (λόγω αποικιοκρατίας) αρχαιολόγους και φιλολόγους οφείλουµε τους περίφηµους «Οξυρρύγχιους παπύρους» χιλιάδες τον αριθµό.

Ανάµεσά τους και έργα του Μενάνδρου και ολόκληρος ο «Δύσκολος», εκατοντάδες αποσπάσµατα των τραγικών και των κωµικών ποιητών, αλλά και κείµενα της καθηµερινότητας (επιστολές, συνταγές, ραβασάκια, ακόµη και κατάλογοι για ψώνια). Ενα από τα σπουδαιότερα ευρήµατα (δηµοσιεύθηκε το 1912) είναι ένα εκτενές απόσπασµα από το σατυρικό δράµα του Σοφοκλή «Ιχνευταί (Σάτυροι)».

Και µόνο αυτό το απόσπασµα και όσα µπορούµε να συµπεράνουµε από τις έρευνες των φιλολόγων πάνω στις υποθέσεις και τη δοµή των σατυρικών δραµάτων (πολύτιµη η συµβολή του Νίκου Χουρµουζιάδη µε το περισπούδαστο πολυσέλιδο πόνηµα «Σατυρικά») αρκούν για να αντιληφθούµε πως το σατυρικό δράµα ήταν ένα ακόµη πνευµατικό κατόρθωµα, που ερχόταν να συµπληρώσει το µωσαϊκό της αθηναϊκής καλλιέργειας. Η υπόθεση των «Ιχνευτών» ανάγεται στον κοινόχρηστο λαϊκό µύθο. Ο νήπιος Ερµής, νόθος γιος του Δία και της Μαίας, ανατρέφεται σε µια σπηλιά από τη νύµφη Κυλλήνη, µακριά από τα ζηλόφθονα αισθήµατα της Ηρας. Νήπιος αλλά µε πρόωρο σωµατικό γιγαντισµό, κλέβει τα βόδια του Απόλλωνα. Ο θεός του φωτός οργισµένος, επιστρατεύει το ένστικτο και την όσφρηση κυνηγού των Σατύρων και του πατρός τους Σειληνού, για να ανακαλύψει τον κλέφτη. Οι Σάτυροι αφού παραπλανηθούν από τα κόλπα του εφευρετικού Ερµή που νοθεύει ίχνη, πτορό και πορεία, φτάνουν στο σπήλαιο από τα έγκατα του οποίου εκπέµπεται µια πρωτάκουστη ηχητική αρµονία. Η νύµφη Κυλλήνη, που προσπαθεί να προστατέψει τον κλέφτη, δεν αποκαλύπτει στους Σατύρους πως το νήπιο έχει κατασκευάσει µε το καύκαλο µιας χελώνας ένα µουσικό όργανο, τη λύρα, το οποίο παράγει τον ήχο που µαγεύει τους ενστικτώδεις και θηριώδεις Σατύ ρους. Εντέλει ο Απόλλων ανακτά τα βόδια του, ο Ερµής αποδέχεται την κλοπή, τα επιστρέφει, και ως δώρο χαρίζει τη λύρα στον Απόλλωνα, ενώ οι Σάτυροι ηµερωµένοι και εξανθρωπισµένοι δοξάζουν τη Μουσική.

Αυτός είναι ο καµβάς, αλλά ο µεγαλοφυής Σοφοκλής εκκινώντας από τον γνωστό µύθο, στο κοινό του φιλοσοφεί πάνω στην ουσία του πολιτισµού και οι «Ιχνευτές» είναι ένα αριστουργηµατικό δοκίµιο φιλοσοφίας της Ιστορίας και της Αισθητικής. Και πρώτα το ότι η Μουσική εξηµερώνει τα ζώα, το ζωώδες, το ενστικτώδες και οδηγεί το υποκείµενο στη γοητεία της από το σώµα στην ψυχή, από τον θόρυβο στον ρυθµό, από τον ρυθµό στη µελωδία και από ‘κεί στον συµπαντικό ρυθµό.

Υστερα, η ιδέα πως ο κλέφτης των βοδιών, ο ευρηµατικός Ερµής, ο θεός που βρίσκει τα χαµένα, ο θεός της Ερµηνείας, έκλεψε και τη Μουσική από την ιδιοκτησία των θεών. Ακούγεται στο δράµα πως η Μουσική είναι η υλική αντανάκλαση της θεϊκής τάξης στα ανθρώπινα. Και τρίτον, ο µύθος της κατασκευής της λύρας από το καύκαλο της χελώνας είναι µια ιδιοφυής ερµηνεία της διαλεκτικής ηρακλείτειας θέσης των µεταπτώσεων, του γεγονότος πως δεν υπάρχει αντίθεση µεταξύ θανάτου και ζωής αλλά το ένα περιέχεται µέσα στο Αλλο. Η νεκρή χελώνα παράγει µουσική. Ο Καζαντζάκης στον «Καπετάν Μιχάλη» βάζει τους ήρωές του που γλεντούν µέσα σ’ έναν τάφο να περιγράφουν ως εξής την κρητική λύρα: «Να η κοιλιά, το κορµί, τα αυτιά, να τα άντερα». Και κρούοντας: «Και να η ψυχή του ανθρώπου».

  • Η Μουσική.

Το σατυρικό δράµα του Σοφοκλή χρειάζεται συµπλήρωση κατά τα δόγµατα και τις υποθέσεις των παπυρολόγων και των φιλολόγων.

Εχουν γίνει πολλές προτάσεις. Γνωρίζω, για παράδειγµα, του ούγγρου καθηγητή Χουµπάι, η συµπλήρωση του οποίου παίχτηκε στη Βουδαπέστη και στη Σικελία ιταλικά µεταφρασµένη. Εδώ πριν από λίγα χρόνια µια συµπλήρωση είχε επιχειρήσει ο Γιώργος Χατζηδάκις.

  • Το σατυρικό δράµα του Σοφοκλή χρειάζεται συµπλήρωση κατά τα δόγµατα και τις υποθέσεις των παπυρολόγων και των φιλολόγων
  • Βρήκε στον Σοφοκλή τη λαϊκή του ρίζα

Ο καθηγητής του Παντείου, Γιάγκος Ανδρεάδης, έγκυρος φιλόλογος και ειδικός στο αρχαίο δράµα, φιλοτέχνησε µια προσεκτική, σεµνή, εύφορη και γλαφυρή συµπλήρωση, διασκευή η οποία παίχτηκε στο θέατρο «Λήδρα» στην Πλάκα, όπου εδρεύει και το Κέντρο Κλασικού Δράµατος και Θεάµατος του Παντείου Πανεπιστηµίου. Με φοιτητές και ευάριθµους νέους ηθοποιούς, ο δαιµόνιος Δήµος Αβδελιώδης ανέβασε τους «Ιχνευτές» σε µία και µοναδική παράσταση, όπου αποδείχθηκε ο µοντερνισµός του έργου, η γοητευτική αλλά σωτήρια ψυχής ιδεολογία του (σήµερα, που µόνο η µουσική διεθνώς προσπαθεί να µας σώσει µε όλα τα ιδιώµατά της), αλλά και η δυνατότητα που δίνει σ’ έναν ταλαντούχο σκηνοθέτη να το σεβαστεί και να αντλήσει από την προίκα του σύγχρονα µορφώµατα παραστασιακής πειθούς. Ο Αβδελιώδης ακολουθώντας την τεχνική που λατρεύει, του λαϊκού θεάτρου, του Καραγκιόζη κ.τ.λ., έστησε µια ευφρόσυνη παράσταση, γεµάτη ρυθµούς, ένστικτα, ευγένεια, µουσική και µεταφυσική παρηγορία χωρίς λογιοτατισµούς, συµβολισµούς και θεωρητικές µπροσούρες. Βρήκε στον Σοφοκλή τη λαϊκή του ρίζα, που είναι και λαϊκή ευσέβεια και αυθεντική απροκατάληπτη ηθική.

Τα κοστούµια της Μαρίας Γεράρδη-Πασσαλή θαυµάσια και ακόµη θαυµασιότερη η µουσική του Βαγγέλη Γιαννάκη, που εκτελέσθηκε ζωντανά επί σκηνής από ηθοποιούς και µουσικούς. Επισηµαίνω ότι και τη ρυθµικά οργιαστική χορογραφία έκανε ο Αβδελιώδης, που έχει πλέον επιβάλει το σκηνοθετικό του όραµα πειστικά. Οι ερασιτέχνες ηθοποιοί εκτέλεσαν τη σκηνοθετική παρτιτούρα µε θέρµη, τάλαντο ενστικτώδες, πειθαρχία και µέτρο. Ηταν όλοι τους υπέροχοι. Μια ευχή: η έξοχη φόρµα αυτής της παράστασης µε επαγγελµατικές πλέον προδιαγραφές αν επιχειρηθεί, θα εγγράψει σηµαίνουσα κατάθεση στη Μουσική µας Ιστορία.

// <![CDATA[//

Χαίρειν τοις μιμήμασι πάντας

  • Πολενάκης Λέανδρος, Η ΑΥΓΗ: 20/06/2010

Το χαίρειν τοις μιμήμασι πάντας είναι μια παλαιότατη αριστοτελική στερεά. Επειδή, όμως, γράφει ο αρχαίος σοφός: «…ακόμη και όσων πραγμάτων η όψις μας γεννά δυσφορία, όπως είναι η θέα των αηδέστερων ζώων και των νεκρών, η πιστή τους μίμηση όμως μέσω της τέχνης μας γεμίζει χαρά, νιώθουμε πάντοτε ευχαρίστηση κοιτάζοντας τις παραστάσεις τους διότι καθώς τις κοιτούμε κατανοούμε τι είναι το κάθε τι. Εάν πάλι τύχει να μην γνωρίζει ο θεατής το εικονιζόμενο πρότυπο, δεν θα του προκαλέσει απόλαυση το έργο ως επείκασμα, αλλά θα χαρεί την δεξιοτεχνία της εκτελέσεως, το χρώμα ή κάτι άλλο».

Ο Αριστοτέλης αναδεικνύεται, άρα, στο πιο πάνω χωρίο της «Ποιητικής» του (1448 b 4-20) απόλυτα ανοιχτός στη μη εικονιστική και στη μη αναπαραστατική τέχνη. Δηλαδή ένας γνήσιος πρόδρομος όλων των «μοντέρνων» κινημάτων. Ενώ οι μίμοι, που η δουλειά τους έχει σαφώς να κάνει με αυτό το κάτι άλλο της «Ποιητικής», εντάσσονται έτσι διπλά στο κέντρο και όχι στο περιθώριο του αριστοτελικού θεατρικού κανόνα.

Ιστορικά προηγούμενοι κατά πολύ της έννοιας του «επισήμου» θεάτρου των πόλων, όπως το αντιλαμβάνεται η εποχή μας, περιπλανώμενοι, άστεγοι, και αλήτες, οι μίμοι, οργανωμένοι συχνά σε οικογενειακή βάση, κάποτε απόβλητοι μάλιστα της κοινωνίας, «ιεροί και βέβηλοι» συγχρόνως, εξακολουθούν ακόμη σήμερα να συγκινούν και να διασκεδάζουν το κορεσμένο από «θεατρικότητα» σύγχρονο κοινό, με τον άμεσο τρόπο που ήξεραν πάντοτε.

Συνέχεια, τώρα, του Φεστιβάλ Αθηνών, με δύο εκλεκτές παραστάσεις μίμων, στην εγκατάσταση της Πειραιώς 260. Οι Ελβετοί Μάρτιν Τσίμερμαν και Ντιμίτρι Ντε Περρό καλλιεργούν εδώ και μια δεκαετία την ιδέα της ανάμειξης των ειδών. Εδώ, στην παράσταση με τον τίτλο oper opis, μουσική, τραγούδι, χορός, στοιχεία του ιαπωνικού «μπούτο», παντομίμα, ακροβατικά, βουβός κινηματογράφος, τσίρκο, συναντώνται απρόσμενα με φόντο έναν ποικιλόχρωμο ηχητικό καμβά από ποπ, ροκ, χιπ – χοπ μουσικές, με σπαράγματα όπερας και με κοινό παρονομαστή την έντονη, έκδηλη σωματικότητα των εκτελεστών. (Τσίμερμαν, Ντε Περρό και οι ισάξιοι συνεργάτες τους).

Μια πλήρης, «γεμάτη», χωρίς κενά παράσταση, που, αντιγράφω από το κείμενο του προγράμματος, «πειραματίζεται με μια καινούργια πολυφωνία σωμάτων ανεβάζοντας στη σκηνή σωματότυπους οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στον κανόνα. Φέρνουν μια ριπή φρέσκου αέρα στη σκηνή και μας επιτρέπουν να ταυτιστούμε ακόμη περισσότερο με ένα ανθρώπινο είδος που παλεύει ενάντια σε ένα απίστευτο, ασταθές σκηνικό τοπίο. Αυτό συνιστά και το πιο ιδιοφυές στοιχείο της παράστασής τους: ένα πλατό, που, όπως ο δίσκος μιας ζυγαριάς, γέρνει κάθε φορά προς την πιο βαριά πλευρά και τους υποχρεώνει σε κινήσεις μπραβούρας για να αντιμετωπίσουν την επικείμενη αλυσίδα των καταστροφών. Μια χιονοστιβάδα ακροβατικών, φυσικά ενταγμένων σε ένα δεξιοτεχνικό παιγνίδι αποπλάνησης…». (Patric Sourd, μετάφραση Έφης Γιαννοπούλου).

Η δεύτερη παράσταση μίμων φέρει τον τίτλο RAOUL και εμψυχωτή – εκτελεστή της έχει τον Τζέιμς Τεριέ, που, για όσους δεν το γνωρίζουν, είναι εγγονός του Τσάρλι Τσάπιν, παιδί της μικρότερης κόρης του, της Βικτώρια και του Ζαν – Μπατίστ Τιερέ, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο περιπλανώμενο τσίρκο των γονιών του. (Μια έξοχη παράστασή τους, με τον τίτλο «Αόρατο τσίρκο», θυμίζω στον αναγνώστη, είχε φιλοξενήσει το περσινό Φεστιβάλ Αθηνών).

Ο Τζέιμς Τιερέ, ένας γνήσιος κλόουν, κατευθείαν απόγονος του μεγάλου προγόνου αλλά χωρίς να τον μιμείται πιστά, αυτονομημένος, παρουσιάζει εδώ και λίγα χρόνια τα δικά του τσιρκολάνικα θεάματα – σκηνικά ποιήματα. Ο «Ραούλ» του είναι ένα μοναχικό πλάσμα, «ναυαγισμένο» σε ένα νησί με παράξενα όντα, σε μια «άκρη του κόσμου», σε έναν μη – τόπο που μας θυμίζει λίγο το νησί του Πρόσπερο της «Τρικυμίας» του Σαίξπηρ, αλλά και τα έρημα τοπία του ματαιωμένου ονείρου του «Χρυσοθήρα» του Σαρλώ, με την ετοιμόρροπη καλύβα του να δεσπόζει…

Πέραν της διαύγειας των εικόνων, της εκπληκτικής τεχνικής του Τιερέ και της σχεδόν «μαγικής» ικανότητάς του να βρίσκεται πάντα στο κέντρο όσων συμβαίνουν στη σκηνή, το άκρως ενδιαφέρον της παράστασης είναι ο διάλογος που επιχειρεί με όλα τα σημαντικά κινήματα τέχνης του αιώνα μας, του θεάτρου, του κινηματογράφου, της μουσικής, της ζωγραφικής και της γλυπτικής. Αυτό χωρίς να διανοουμενίζει το πράγμα και χωρίς να το φορτώνει στολίδια, με μια αυτόφωτη πηγαία «λαϊκότητα» που το κάνει οικείο σε όλους: χαίρειν τοις μιμήμασι πάντας.

***

Στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, εκτός φεστιβάλ, σε ευρηματική σκηνοθεσία της Αγγελικής Κασόλα, είδα μια παράσταση από την ομάδα «Πείραγμα»… της ταινίας του Γούντι Άλεν «Play it again Sam». Μια από τις σπάνιες φορές που το θέατρο τολμά να παρωδήσει μιμητικά ένα από τα ιερά τέρατα του μεγάλου αντιπάλου του, του αμερικανικού κινηματογράφου!

Με την άδεια όμως του δημιουργού της ταινίας, Γούντι Άλεν, που φαντάζομαι ότι θα διασκέδαζε και ο ίδιος αν ήταν παρών, το σκαμπρόζικο ύφος και την αστραπιαία α λα ελληνικά μεταμόρφωσή του, εκτός κειμένου… σε άλλον. Σε μετάφραση του Αντώνη Δωριάδη, με ένα «δαιμόνιο» νεανικό συγκρότημα που «γράφει» (swingAzoo) και με πολύ καλούς νέους ηθοποιούς που «τρέχουν» (Γιάννης Καρούνης, Ειρήνη Μελά, Αντώνης Χατζής, Άννα Μιχελή).