Η κίνηση ως άλλοθι

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

Η «Τρισεύγενη» του Κωστή Παλαµά έφτασε στην καταξίωσή της, αφού δοκιµάστηκε δύο φορές και µάλιστα από µεγάλους δασκάλους του θεάτρου µας στον 20ό αιώνα

Πρώτος ο Κωνσταντίνος Χρηστοµάνος απέρριψε το ποιητικό δράµα του Παλαµά ζητώντας από τον ποιητή να περικόψει κείµενο και να το αναδοµήσει. Τότε ο Παλαµάς βίαια αντέδρασε και αρνήθηκε. Δεύτερος ο µεγάλος νατουραλιστής σκηνοθέτης Θωµάς Οικονόµου, το 1915 ανέβασε την «Τρισεύγενη» µε αποτυχία. Το 1935 ο Δηµήτρης Ροντήρης ήταν που έπεισε τον Παλαµά και να ανέβει το έργο του και να του εµπιστευθεί τις αναγκαίες περικοπές. Αυτές τις περικοπές εν πολλοίς, νοµίζω, συµβουλεύτηκε τώρααπό το αρχείο του Εθνικού η Λυδία Κονιόρδου.

Είναι πάντως περίεργο γιατί δηµιουργήθηκε τόσο µεγάλη ένταση εκείνη την εποχή γύρω από ένα έργο άκρως ποιητικό, αφού βρισκότανσε πλήρη ανάπτυξη το κίνηµα του συµβολισµού, άρα η θεατρική µουσικότητα αλλά καιτο θέατρο ιδεών, άρα η σκηνική ρητορική σ’ ολόκληρο το ευρωπαϊκό θέατρο. Τις χρονιές πουο Χρηστοµάνος απορρίπτει την «Τρισεύγενη», ο Ξενόπουλος µεταφράζει το πυρηνικό έργο του συµβολισµού, τη «Μόνα Βάνα» του Μέτερλινκ. Και ο Καµπύσης και ο θεατρικός Καζαντζάκης και ο Σπύρος Μελάς δανείζονται µοτίβα και µουσικούς τρόπους πρόζας και από τον Μέτερλινκ και τον Ντ’ Ανούντσιο. Από την άλλη, πάλι, ο ίδιος ο Χρηστοµάνος είχε ανεβάσει το άκρως συµβολιστικό και φλύαρο έργο «Φαία και Νυµφαία» του Δαραλέξη.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

Φωνή μεταναστών

  • «Ο παρδαλός παπαγάλος»•Θέατρο «Απόλλων» – Πάτρα
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

Το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας αγωνίζεται -παρά τις αντιξοότητες- να σταθεί στο ύψος της παράδοσής του. Μια σύντομη έξοδος από την Αθήνα με οδήγησε στο «Απόλλων» και στην εκεί φιλοξενούμενη για λίγες παραστάσεις «Μηχανή Τέχνης», με το έργο του Χρήστου Στρέπκου «Ο παρδαλός παπαγάλος», που είχε ήδη παρουσιαστεί με επιτυχία τον προηγούμενο χειμώνα στο «Συνεργείο».

Νατάσσα Νταϊλιάνη, Ονίκ Κετσογιάν, Χρήστος Στρέπκος και Ντέπυ Πάγκα

Νατάσσα Νταϊλιάνη, Ονίκ Κετσογιάν, Χρήστος Στρέπκος και Ντέπυ Πάγκα Τρεις μονόλογοι στη σειρά δεν προσφέρουν ασφαλώς ευχάριστη προοπτική, ιδιαίτερα μετά τον καταιγισμό μονολόγων που έχει κατακλύσει τη σκηνή ελλείψει πόρων, έμπνευσης, φαντασίας ή αυτογνωσίας. Το έργο του Χρήστου Στρέπκου αποτελεί παρ’ όλα αυτά μια ευχάριστη έκπληξη. Κατ’ αρχάς γιατί, παρά τη συμβατική διάταξη και το δύσκολο θέμα -το μεταναστευτικό ζήτημα ή, καλύτερα, το ζήτημα των μεταναστών- η γραφή του (έχει και στο παρελθόν ασχοληθεί με τους μετανάστες) κατορθώνει να δώσει σαφές στίγμα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Η ιστορία του κ. Καλοκαίρη»

  • Bασισμένη στο διήγημα του Πάτρικ Ζισκιντ «Το καλοκαίρι του κ. Ζόμερ», σε διασκευή και σκηνοθεσία της Ρουμπίνης Μοσχοχωρίτη, από την ομάδα «ΑΝΙΜΑ», στο χώρο τέχνης «elculture»
  • THΣ OΛΓΑΣ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ, Ημερησία, 28/5/2011

Το νεοκλασικό της οδού Μιλτιάδου, όπου και ο χώρος τέχνης «elculture», μοιάζει εκτός εποχής, εκτός χρήσης, παραπέμπει σε έναν αόριστο πια χωροχρόνο. Γιατί δεν έχει ούτε ανακαινισθεί, ούτε αναπαλαιωθεί. Ηδη, λοιπόν, ένας έτοιμος θεατρικός χώρος, εφόσον τα δυσκίνητα χαρακτηριστικά του είναι πια σε αχρησία, δηλαδή μπορούν να σηματοδοτήσουν το οτιδήποτε. Πολύ περισσότερο την εσωτερική περιπλάνηση ενός σαραντάρη σε υπαρξιακό αδιέξοδο, άλλωστε τα δαιδαλώδη σπίτια στα όνειρα σηματοδοτούν ακριβώς το υποσυνείδητο και την εικόνα εαυτού, κατά το Φρόιντ.
Ο αφηγητής επιστρέφει στην παιδική του ηλικία και εξομολογείται στο καναρίνι του τέσσερα επεισόδια που του καθόρισαν την μετέπειτα ζωή του. Ένα ταξίδι αναζήτησης της χαμένης του ταυτότητας, ένα ταξίδι για την αντιμετώπιση του φόβου της ενηλικίωσης, δηλαδή της αντιμετώπισης των ελεύθερων επιλογών και του κόστους που αυτές φέρουν, την αποδοχή της διαφορετικότητας, την αποδοχή τελικά του κόσμου και ταυτόχρονα της απόρριψής του.
Η παράσταση είναι δομημένη γύρω από τη σόλο περφόρμανς ενός μόνο ηθοποιού. Στην προκειμένη περίπτωση του Νίκου Γεωργάκη, που κάνει ένα διακριτικό και εναλλακτικό come back. Ο καλός ηθοποιός ερμηνεύει όλους τους ρόλους αυτοσχεδιάζοντας τις φωνές και τις κινήσεις τους, πορεύεται στο λαβύρινθο της μνήμης αξιοποιώντας το χώρο και τη δική του θεατρικότητα και καθηλώνει το θεατή για μία ώρα, αφήνοντάς του το περιθώριο να αναγάγει τα δρώμενα στις δικές του μνήμες και βιώματα.
Η σκηνοθέτης, στηριγμένη στη μέθοδο «σωματικού θεάτρου» του Ζ. Λεκόκ και οπαδός μιας θεατρικής φόρμας που παραπέμπει σε έναν ιδιαίτερο βρετανικό φορμαλισμό με ειρωνικές πινελιές, χρησιμοποίησε το σκηνικό χώρο (Δήμητρα Λιάκουρα), τη μουσική (Μιχάλης Καλαμπόκης) και video art (Στέλλα Σερέφογλου), προκειμένου να δώσει θεατρικότητα σ’ ένα λογοτεχνικό κείμενο και πραγματικά τα κατάφερε.

Μια ζωή σε κάποια φυλακή

  • ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ
  • Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Το «Ατσάλι» της Σκοτσέζας Ρόνα Μονρό (που είδαμε σε πανελλήνια πρώτη στην Αίθουσα Μάντεως Τειρεσία από το ΚΘΕΘ) μπορεί να είναι ένα έργο συντηρητικό στις αισθητικές προδιαγραφές του, είναι όμως σφιχτό, καίριο και με δουλεμένες ισορροπίες ανάμεσα στους χαρακτήρες (η μετάφραση είναι της Χρ. Μπάμπου – Παγκουρέλη). Οπως εμφανίζονται τα τέσσερα πρόσωπα σ’ αυτήν τη διαπλεκόμενη ιστορία, η εντύπωση που αποκομίζουμε είναι ότι το καθένα, με τον τρόπο του, βρίσκεται υπό παρακολούθηση. Απλώς, η (ατσαλένια) ισοβίτισσα μάνα και η κόρη της ξεχωρίζουν, γιατί λειτουργούν υπό το βλέμμα όχι μόνον των παρατηρητών των φυλακών, αλλά και των θεατών, οι οποίοι καλούνται να αποφανθούν στο τέλος κατά πόσο λειτουργούν οι θεσμοί του σωφρονιστικού συστήματος.

Η Μονρό ευφυώς αποφεύγει να δημιουργήσει ξεκάθαρες σχέσεις καλών και κακών σ’ αυτήν την ψυχοφθόρο διελκυστίνδα. Με καλούς χειρισμούς αφήνει να διαχυθεί η ιεράρχηση σωμάτων και εσωτερικών κόσμων, ώστε να ανοίξουν οι ψυχαναλυτικές προοπτικές του έργου. Η απώλεια και ανάκτηση μνήμης, η σιωπή, η άρνηση επικοινωνίας είναι ανάμεσα στις ψυχικές καταστάσεις που (εμ)πλέκονται με προσοχή σ’ έναν κόσμο χωρίς τις βεβαιότητες και τον ορθολογισμό της σκέψης του διαφωτισμού. Εδώ όλα είναι «στον αέρα». Οπως χαμηλώνουν τα φώτα στη σκηνή, έτσι και το έργο βυθίζεται στο δικό του σκοτάδι. Κανείς δεν είναι απόλυτα βέβαιος τι θα του ξημερώσει. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Σκηνικά εγχειρήματα παλιότερων και νέων ομάδων

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
«Η μύτη»
  • «Η μύτη» στο «Συνεργείο»

Μέσα στην όλο και αυξανόμενη πληθώρα παραστάσεων γνωστών από παλιότερες εμφανίσεις τους θιάσων και νεοσύστατων θεατρικών ομάδων (συχνά κάποιες είναι του «ενός φεγγαριού») τους ανοιξιάτικους μήνες, υπάρχουν και κάποιες, πραγματικά, αξιοπρόσεκτες, είτε λόγω της αξίας του έργου είτε λόγω της αισθητικής τους ποιότητας, είτε – πολύ περισσότερο – γιατί συνδυάζουν και τα δύο, όπως συμβαίνει με τις τρεις παρακάτω παραστάσεις.

Σε ένα μικρό χώρο και χωρίς δυνατότητες τεχνικών μέσων του «Συνεργείου» έσμιξαν τέσσερις δοκιμασμένα και αποδεδειγμένα ταλαντούχοι ηθοποιοί, δύο σκηνογράφοι και τρεις μουσικοί και συνδημιούργησαν μια καλαίσθητης εικαστικής όψης (σκηνικά Αλεξάνδρας Σιάφκου – Αριστοτέλη Καρανάνου, τα κοστούμια υπογράφει ο ηθοποιός Νίκος Καρδώνης) και ευρηματικότατης σκηνοθεσίας και απολαυστικής ερμηνείας παράσταση, με την έξοχης, υπερρεαλιστικής αλληγορίας, μονόπρακτη κωμωδία του Νικολάι Γκόγκολ «Η μύτη». Ο κορυφαίος Ρώσος πεζογράφος και δραματουργός, με το μονόπρακτο αυτό σαρκάζει την έπαρση, τον εγωτισμό, την αυταρέσκεια, την επιτήδευση, την τεμπελιά, τον παρασιτισμό των βολεμένων – εξ ου και γελοίων ψηλομύτηδων – σε δημόσιες θέσεις μεσοαστών και μικροαστών, περιφρονητών των λαϊκών ανθρώπων και τους «τιμωρεί» με το πάθημα-μάθημα του κεντρικού προσώπου. Ενας τέτοιος «ψηλομύτης» χάνει ξαφνικά τη μύτη του και υποψιαζόμενος ότι του την έκοψε ο κουρέας καθώς τον ξύριζε, εναγωνίως ψάχνει να τη βρει, γιατί χωρίς μύτη αδυνατεί να σταθεί στην …υψηλή κοινωνία. Ολα αυτά, βέβαια, συμβαίνουν στο όνειρό του. Αν δεν αλλάξει μυαλά όταν ξυπνήσει θα παραμείνει γελοίος. Αποτέλεσμα της καλλιτεχνικής αυτής συνεργασίας είναι ότι ο καλός ηθοποιός Βασίλης Ανδρέου, πρωτοδοκιμαζόμενος μάλιστα σκηνοθετικά, «διάβασε» εύστοχα και ευρηματικά τη «δηλητηριώδη» αλλά και παιγνιώδη γκογκολική σάτιρα, εμπνεόμενος αλλά και στηριζόμενος – τα μέγιστα – από το υποκριτικό ταλέντο και τη μεταμορφωτική ικανότητα σε διαφόρους ρόλους των τριών συναδέλφων του ηθοποιών – Νίκου Καρδώνη, Στέλιου Ιακωβίδη, Σοφίας Τσινάρη – θαυμάσιοι και οι τρεις, σε μια αλληλογονιμοποιό, πνευματώδους κωμικής εμβέλειας ερμηνευτική άμιλλα. Στήριγμα της παράστασης ήταν και η χιουμοριστική μουσική (Μάνος Αθανασιάδης) και οι ερμηνευτές της (Αργύρης Παρασκευάς, Γιάννης Πεδιαδάκης). Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Αναλόγιο» στο Εθνικό, μέρος πρώτο

  • Πολενάκης Λέανδρος
  •  Η ΑΥΓΗ: 22/05/2011

Για τέταρτη συνεχή χρονιά διοργανώθηκε από το Εθνικό Θέατρο κάτω από καλλιτεχνική επιμέλεια της Σίσσυς Παπαθανασίου το «Αναλόγιο», με αναγνώσεις νέων έργων Ελλήνων, και όχι μόνο, θεατρικών συγγραφέων. Είναι ένας χρήσιμος θεσμός που βοηθά τους ειδικούς και το κοινό να προσεγγίσει τις καινούργιες θεατρικές τάσεις ή να έρθει σε επαφή «από πρώτο χέρι» με τα έργα των δημιουργών, όπως είναι ακόμη με τον πυρετό τους, πριν ψηθούν στον «φούρνο» της σκηνής. Κάτι σαν επίσκεψη σε εργαστήριο ζωγράφου, γλύπτη, κυρίως αγγειοπλάστη, όπου η χειρωνακτική δουλειά δεν σταματά ποτέ, και δεν μπορείς να καταλάβεις το τελειωμένο έργο, αν δεν μυρίσεις τα φρέσκα χρώματα κι αν δεν αγγίξεις τον νωπό πηλό με το χέρι.

Το παρόν σημείωμα θα ασχοληθεί αποκλειστικά με τα κείμενα του φετινού Αναλόγιου, τα οποία καλύπτουν ένα ευρύ υφολογικό, ιδεολογικό κ.ά. φάσμα. Ορισμένα από αυτά ολοκληρωμένα, «τελειωμένα», δεν περιμένουν παρά μόνο την παράσταση για να ξυπνήσει το εντός τους έργο??? αλλά εν πορεία, σε αναζήτηση της οριστικής, ιδανικής ή «τέλειας» μορφής τους. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

O τολμών νικά

  • ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ
  • Κυριακή, 15 Μαΐου 2011 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Ο τολμών νικά, λοιπόν. Τι άλλο θα ταίριαζε στην περίπτωση της Πειραματικής Σκηνής, η οποία, σε καιρούς δύσκολους, έβαλε ένα τεράστιο στοίχημα και το κέρδισε πανηγυρικά, χωρίς κρατική επιχορήγηση, παρά μόνο με την αγάπη των θεατρόφιλων της Θεσσαλονίκης; Πολλές οι καλές δουλειές που φιλοξενήθηκαν στο ανοιξιάτικο φεστιβάλ της, ωστόσο μία ξεχώρισε, ο «Γλάρος», από την ομάδα Pequod (Πίκουοντ). Μία παράσταση που επαληθεύει, πέρα για πέρα, τη γνωστή ρήση του Καλδερόν, ότι το θέατρο δε θέλει παραπάνω από δυο σανίδια κι ένα πάθος για να λειτουργήσει και ν’ απογειωθεί. Σε μία γυμνή σκηνή (μοναδικό αντικείμενο ένα πιάνο) δέκα νέοι άνθρωποι ζωντάνεψαν με την ψυχή, τη φαντασία και το ταλέντο τους ένα από τα πιο θεατρόμορφα και δύσκολα έργα του Τσέχοφ, όπου πρωταγωνιστής είναι η ίδια η τέχνη του θεάτρου. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου