Μια παράσταση από το μέλλον!

«ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΩΡΑΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ» ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ / ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΑΤΟΥΠΗ
  • Του Λέανδρου Πολενάκη
  • Η ΑΥΓΗ: 31/10/2010

Η πιο «Ευρωπαία» Αμερικανίδα συγγραφέας, Γερτρούδη Στάιν (1874 – 1946), που έζησε και έγραψε στο λαμπερό Παρίσι της δεκαετίας του ’30, στενή φίλη του Πικάσο, του Σκοτ Φιτζέραλντ, του Χεμινγουέι, του Τσάρλι Τσάπλιν, βρίσκεται στην καρδιά του ονομαζόμενου «μοντέρνου» θεατρικού κινήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρωτοποριακό «Λίβινγκ Θίατερ» του Τζούλιαν Μπεκ και της Τζούντιθ Μαλίνα ξεκίνησε τις παραστάσεις του το 1951 στο Τσέρι Λέιν με ένα έργο της γραμμένο το 1938, που είχε τον τίτλο «Ο Δόκτωρ Φάουστ ανάβει τα φώτα».

Ο Στάιν επιχειρεί και κατορθώνει στα έργα της να μειώσει το αφηγηματικό στοιχείο, περιορίζοντας τη δράση στο ελάχιστο. Δίνει έτσι έργα – ερεθίσματα, επαφιέμενη στη δημιουργική φαντασία του σκηνοθέτη, του σκηνογράφου, του φωτιστή και των ηθοποιών κυρίως, για να υλοποιήσουν ελεύθερα το ποιητικό της όραμα όπως διαγράφεται μέσα από τις λέξεις, τους ρυθμούς και τους στοιχειώδεις διαλόγους.

Τα έργα της είναι μουσικά κομμάτια κατά βάση, για βιρτουόζους, με ρομαντικά στοιχεία, κάτι σαν σονάτες εμπνευσμένες, η δομή των οποίων αποτελείται από μοτίβα που επαναλαμβάνονται με ελαφρές παραλλαγές, με ρόλους που ζωγραφίζονται με την τεχνική του ιμπρεσιονισμού, πάντοτε κάτω από μια ζωντανή αλλά φθίνουσα πηγή φωτός, τον ήλιο του απογεύματος ή κεριά που τρεμοσβήνουν.

Ένας… παραπλανημένος Καβάφης, «αυτό το ακαριαίον» που λέει ο Αλεξανδρινός, μια μουσική χαμηλότονη, χωρίς κρεσέντα, παιγμένη σε δωμάτιο δίχως γωνίες, αχνά φωτισμένο από μια επιτραπέζια λάμπα, που σβήνει τα περιγράμματα. Μια έμπρακτη ποίηση δηλαδή, γεμάτη από υψηλόφρονη και συγκαταβατική κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής. Ένα γενναιόδωρο πλάγιο χαμόγελο συνενοχής, καθώς ο θεατής καλείται να συμμετάσχει ελεύθερα, με δική του βούληση, σε ένα μαγικό παιχνίδι αντικατοπτρισμών που έχει για σκοπό του την ανακάλυψη της αλήθειας των καθημερινών πραγμάτων στην ολότητά τους, όχι αποσπασματικά. Με τρόπο ώστε ό,τι βλέπουμε και ό,τι νοούμε να το ανάγουμε στις ακραίες αιτίες της ύπαρξής του. Για τη Γερτρούδη Στάιν ο αληθινός ρεαλισμός δεν βρίσκεται στις αναφορές των λέξεων, αλλά πέραν αυτών, στον χώρο του άρρητου, όπου φως και σκιά, ήχος και σιωπή βλέπουν, σαν μέσα σε καθρέφτη από νερό, το φευγαλέο, τρεμάμενο είδωλό τους.

Τα έργα της, όπως το «Δεν έχει ωραίες εικόνες», που δίνεται για λίγες μόνο, δυστυχώς, παραστάσεις στο «Θέατρο Τέχνης» με τη Δήμητρα Χατούπη, αλλά θα επαναληφθεί μάλλον, όπως μαθαίνω, σε άλλο χώρο, παρά την αναρχική τους μορφή, διαθέτουν μια εσωτερική συνοχή και συνέπεια που πρέπει να την αναζητήσουμε πέρα από το πεδίο των πρακτικών εφαρμογών, σε έναν χώρο ουτοπίας όπου το αισθητικό και το πολιτικό στοιχείο δεν είναι πλέον ασύμβατα μεγέθη και αντίθετα φορτισμένοι πόλοι.

Ποίηση και θέατρο γίνονται ένα σώμα εδώ, συγκατοικούν και συνυπάρχουν, υλοποιώντας τη λαχτάρα του ανθρώπου να αποκτήσει φτερά και να πετάξει!

Η Στάιν ανήκει στην κατηγορία των ολικών εκείνων πλασμάτων, όπως οι Ρωσίδες Τσβιετάγιεβα και Αχμάτοβα ή ο Γάλλος Ρεμπώ, που ο βίος και η ποίησή τους δεν διακρίνονται, αποτελώντας μια ενιαία και αδιάσπαστη ενότητα.

Ενέπνευσε τουλάχιστον ένα θεατρικό έργο, του Σουηδού Γιάλμαρ Σέντεμπεργκ, πάνω στο οποίο βασίστηκε η κινηματογραφική ταινία του σπουδαίου εξπρεσιονιστή Καρλ Ντράγιερ με τον τίτλο «Γερτρούδη», που υψώνει την απελευθερωμένη από κοινωνικές συμβάσεις ηρωίδα του σε τραγικό βάθρο. Τα έργα της Στάιν παίζονται ωστόσο σπάνια στην Ελλάδα παραμένοντας άγνωστα. Καιρός να τα ανακαλύψουμε.

Το «Δεν έχει ωραίες εικόνες» (ο αυθεντικός τίτλος «Not sightly» μεταφράζεται επί λέξει «όχι εύμορφο»), μια ερωτική αλληγορία και συγχρόνως μια ελεγεία των «μικρών» πραγμάτων της ζωής, μεγάλων στην πραγματικότητα όμως, δίνεται, όπως έγραψα πιο πάνω, στο «Θέατρο Τέχνης» με τη Δήμητρα Χατούπη, σκηνοθετημένη από τη Μαριάννα Κάλμπαρη. Πρόκειται, θα το πω άμεσα, για μια παράσταση – κόσμημα, όπου σκηνοθεσία, υποκριτικές, όψη, σκηνικά, κοστούμια, φωτισμοί, χορογραφία και μουσικές, η σπουδαία μετάφραση του Αντώνη Γαλαίου, πλέκουν με το νήμα του έργου μια χειροποίητη, σαν από μετάξι, δαντέλα.

Πιο αναλυτικά, η σκηνοθεσία της Κάλμπαρη σε τόνους ελάσσονες, σε λα ύφεση, ανεβάζει με χειροκίνητο μάγγανο από βαθύ πηγάδι σκοτεινό νερό που λάμπει. Η Δήμητρα Χατούπη στην πλήρη ωριμότητά της, τέλεια κάτοχος των εκφραστικών μέσων της, σε έναν ρόλο – ποίημα που της πηγαίνει «γάντι», εκπέμπει, κυριολεκτικά, ένα θαυμαστό φως. Με παρτερνέρ της την ανάερη χορεύτρια – ηθοποιό Μαρίζα Τσίγκα, που αναδύεται ως το αιώνιο «άλλο», το είδωλό της μέσα σε καθρέφτη, χτίζουν ένα ιδανικό δίδυμο «αερικό». Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη απογειώνουν, η χορογραφία της Μαρίζας Τσίγκα συγκινεί και οι φωτισμοί του Γιώργου Τέλλου χαρίζουν στο πράγμα μια υλική διάσταση στέρεου ονείρου.

Η θεατρική σεζόν ξεκίνησε με ένα σημαντικό γεγονός. Μία παράσταση που έρχεται από το μέλλον!

Advertisements

Περί κρίσης και η μοναξιά των κάμπων

Ο Αρης Τσαμπαλίκας και ο Στάθης Κόκκορης στο έργο του Κολτές
  • ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ
  • Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Αν ανατρέξει κανείς στις σελίδες της ιστορίας του θεάτρου, θα δει ότι το καλό θέατρο ήταν πάντα «παιδί» κάποιας κρίσης (θεσμών, αξιών, οικονομίας κ.λπ.). Πολύ σπάνια βγήκε καλό θέατρο από τα σπλάχνα μιας ευημερούσας κοινωνίας. Ισως γιατί μια ευημερούσα κοινωνία έχει την ψευδαίσθηση ότι έλυσε όλα τα προβλήματά της, άρα ποιος ο λόγος να ψαχτεί μέσα από τις τέχνες της, τη φιλοσοφία της, το θέατρό της; Σε κάτι τέτοιες στιγμές πιο πολύ παράγεται τέχνη lifestyle παρά τέχνη ουσίας. Πρόχειρο παράδειγμα, εμείς εδώ, στο νοτιότερο άκρο των Βαλκανίων. Για χρόνια πορευτήκαμε με την ψευδαίσθηση μιας ευμάρειας που, όπως αποδείχτηκε, ήταν μια φούσκα. Σε παράλληλη τροχιά πορεύτηκε και το μεγαλύτερο κομμάτι του θεάτρου μας, το οποίο από ιδεολογική ντουντούκα της μεταπολιτευτικής δεκαετίας των 70s, εξελίχθηκε σε μόδα που όποιος ήθελε τη φορούσε ανάλογα με την ατμόσφαιρα και τις γνωριμίες του. Πράγμα που εξηγεί και την εδώ και δυο τρεις δεκαετίες ανησυχητική απουσία σπουδαίων εγχώριων δραματικών κειμένων. Το ότι κυκλοφορούν αραιά και πού κάποια της προκοπής δεν σώζει την κατάσταση. Τα περισσότερα είναι έργα χωρίς αύριο. «Κατασκευές» μιας χρήσης ή, στην καλύτερη περίπτωση, με ημερομηνία λήξης, όπως τα γιαούρτια. Δεν αντέχνουν ούτε στο χρόνο αλλά ούτε και στην αυστηρή κριτική, ακριβώς γιατί δεν υπαγορεύονται από κάποια εσωτερική ανάγκη.

  • Η θεατρική Θεσσαλονίκη

Τώρα, γιατί τα λέω αυτά; Γιατί αισθάνομαι πως σ’ αυτήν την κρίσιμη καμπή που περνάμε έχουμε ανάγκη το καλό και υποψιασμένο θέατρο (ως γραφή και ως πράξη), το θέατρο που δε φοβάται να ρισκάρει και κυρίως να ονειρευτεί. Και το Μικρό Φεστιβάλ που οργανώνει εδώ και τρία χρόνια η «Ούγκα Κλάρα» είναι μια τέτοια εστία δημιουργικής συνάντησης. Μπορεί το τελικό αποτέλεσμα να μην είναι πάντοτε το επιθυμητό, μπορεί οι επιλογές να μην είναι πάντα εύστοχες, όμως το γεγονός ότι νέες ομάδες απ’ όλη τη χώρα έχουν την ευκαιρία να καταθέσουν τις ευαισθησίες και τις προτάσεις τους είναι από μόνο του κέρδος.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο φιλοξενήθηκε πριν από λίγες μέρες η παράσταση του έργου του Κολτές «Στη μοναξιά των κάμπων με το βαμβάκι», παραγωγή της νεοσύστατης ομάδας «Προτζέκτορ». Πρόκειται για ένα έργο που μπορεί εμένα προσωπικά να μη με συγκινεί πια (θεωρώ πως ό,τι ήταν να δώσει το έδωσε), είναι άλλοι όμως που πιστεύουν σ’ αυτό. Οπως ο Ανέστης Αζάς.

  • Διάψευση επιφυλάξεων

Το ότι πήγα να δω άλλη μια παράσταση του συγκεκριμένου έργου ήταν πιο πολύ από κεκτημένη ταχύτητα. Ετσι κι αλλιώς, παρακολουθώ όλα τα δρώμενα του φεστιβάλ. Οπότε, λέω, ό,τι και να ‘ναι, θα επιβιώσω. Μια ώρα είναι όλη κι όλη. Ο Αζάς, όμως, είχε άλλη άποψη. Η ευρηματικότητα των επιλογών του, σε συνδυασμό με την εξαιρετική υποστήριξη που είχε από τους δύο ηθοποιούς του, έκαναν την έκπληξη: μας έδωσαν έναν Κολτές ζωντανό και ενδιαφέροντα. Ηταν μια ιδιαίτερη παράσταση, μέσα από την οποία ο νεαρός σκηνοθέτης έδειξε ότι κουβαλά καλό υλικό στις αποσκευές του. Η «επιδεικτική» χρήση των δύο μικροφώνων, για παράδειγμα, ήταν μια καλή ιδέα, γιατί έβγαλε έξυπνα εκτός παιχνιδιού τη γνώριμη ψυχολογική ταύτιση του προσώπου με το προσωπείο του και ενίσχυσε το «διχασμό» που του επέτρεψε να στήσει το παιχνίδι του διαλόγου σε πολλά επίπεδα. Επίσης, η προβολή της «υλικότητας» των λέξεων του προσέφερε τη δυνατότητα να παίξει με την έννοια της παραστασιμότητας των σημείων. Αυτονομώντας στοιχεία του λόγου, κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν επιπλέον τόπο για να κινηθούν τα δρώμενα, έναν τόπο φτιαγμένο από το σώμα των ίδιων των λέξεων. Επίσης, χορογράφησε με φαντασία την κίνηση των σωμάτων και την έδεσε με την κίνηση των λέξεων, δημιουργώντας ένα αποτελεσματικό όλον μέσα από σκόρπια θραύσματα. Αν κάπου μας τα χάλασε λιγάκι, είναι στο β’ μέρος, όπου η σκηνοθεσία του έδειχνε κάπως αμήχανη σε σχέση με τον τελικό της στόχο, με αποτέλεσμα να θαμπώσει η λογική πίσω από τη σύγκρουση των δύο αντιπάλων. Μικρό το κακό.

  • Αξιοι μονομάχοι

Τόσο ο Αρης Τσαμπαλίκας, όσο και ο Στάθης Κόκκορης κινήθηκαν με δεξιοτεχνία από το ένα επίπεδο στο άλλο, πυροβολώντας θεατές και αλλήλους. Αρθρωσαν λέξεις (και αθρώθηκαν από λέξεις), κατέθεσαν συναισθήματα και διαθέσεις με αμεσότητα και «πονηριά» μαζί. Μονομάχησαν σώμα με σώμα, αλλά και ήχο με ήχο (έκτακτο το εύρημα της παραγωγής της ηχητικής παρτιτούρας με το σώμα), με τρόπαιο μιαν απροσδιόριστη εξουσία. Μας έδειξαν ότι βρίσκονται στη σκηνή προ-ορισμένοι να «ξιφασκούν» εσαεί σε έναν κάμπο με βαμβάκι. Μας έδειξαν (και μας έπεισαν) ότι μιλούν για να μην πεθάνουν. Με τον τρόπο, τις επιλογές και τις κινήσεις τους κατέβασαν σ’ εμάς τους θεατές την αλληλοεξάρτησή τους, χωρίς υπερβολές και ναρκισσισμούς. Επαιξαν μπροστά μας το θέατρο της ζωής τους χωρίς να θεατρινίζουν. Επαιξαν το πάθος τους χωρίς να παθιάζονται. Μας έκλειναν το μάτι χωρίς να γίνονται και φιλαράκια μας. Ολα εις διπλούν σε αυτήν την κονταρομαχία, όπου και οι δύο μιλούν για το θάνατο του άλλου, αλλά κανείς δεν τον επιθυμεί, γιατί απλούστατα έχουν ανάγκη το αντίπαλο δέος για να δικαιολογούν έτσι την ύπαρξή τους.

Συμπέρασμα: Το κείμενο μ’ άφησε (και πάλι) αδιάφορο, όχι όμως η παράσταση.

Αλληγορική σατιρική φάρσα

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010
  • Σε µεγάλο προβληµατισµό, αν αυτό έχει για τους πολλούς κάποια σηµασία, µε έβαλε το νέο έργο της γόνιµης δυάδας Ρέππα – Παπαθανασίου µε τον τίτλο «Ράους»

Εχω συχνά αναπτύξει τις σκέψεις µου πάνω στο νεοελληνικό θεατρικό υβρίδιο (κοινώς τερατάκι!), τη φαρσοκωµωδία. Εχω επιχειρηµατολογήσει ότι εν τέλει είναι ένα είδος νόµιµο, όσο και αν τα συστατικά του µας ωθούν να το πούµε µεικτό και νόθο. Τα νόθα εξάλλου έχουν αποδειχθεί ανθεκτικότερα. Εξ ου και η συνεχής και ανανεούµενη δηµοφιλία της φαρσοκωµωδίας. Το έργο των Ρέππα – Παπαθανασίου είναι ως µορφή φαρσάρα, καραµπινάτη. Τιµώ απεριόριστα και σχεδόν προκατειληµµένα το φαρσικό είδος. Οµως η φάρσα δεν έχει άλλο περιεχόµενο από την καλπάζουσα µεταπτωτική ροή του ρυθµού. Δεν υπάρχουν χαρακτήρες, πιθανόν ξεπηδούν κάποιοι τύποι και δεν υπάρχουν λογικά κίνητρα µε εσωτερική συνέπεια και ανάπτυξη. Η σάτιρα είναι πλασµένη από άλλα υλικά.

Η σάτιρα έχει συγκεκριµένους στόχους, είναι ευθύβολη, σαφής και ακριβής στα µέσα που χρησιµοποιεί. Στον τόπο µας δεν υπάρχουν σηµαντικά θεατρικά σατιρικά ολοκληρωµένα κείµενα, έχουµε όµως έξοχα δείγµατα σατιρικών νούµερων στην επιθεώρηση. Επιµένοντας σε αυτές τις ειδολογικές προσεγγίσεις αναφέροµαι και στο σπάνιο αλλά απαιτητικό είδος της αλληγορίας. Η αλληγορία είναι µια µεταφορά, όπου κάτι παραπέµπει αναλογικά σε κάτι άλλο που διαθέτει αναγνωρίσιµα χαρακτηριστικά στοιχεία.

Το έργο που µε απασχολεί είναι ένα αξιοπερίεργο και ενδιαφέρον νέο υβρίδιο αλληγορικής σατιρικής φάρσας.

Και τα συστατικά των τριών συνιστωσών ισορροπούν, πρέπει να οµολογήσω. Το «Ράους» είναι εν πρώτοις, όπως είπα, µια φαρσάρα. Γρήγοροι ρυθµοί, ανατροπές, απροσδόκητα, έλλειψη χαρακτήρων και σαφέστατη έλλειψη χαρακτηρολογικών και λογικών κινήτρων των προσώπων που δρουν.

Το έργο είναι σάτιρα γιατί κρίνει µε τρόπο ευθύ και ακριβή συµπεριφορές, θεσµούς, καταστάσεις της σηµερινής ελληνικής πραγµατικότητας. Ολα τα δρώντα πρόσωπα είναι φαυλεπίφαυλοι αναγνωρίσιµοι τύποι του κοινωνικού µας ιστού, και µάλιστα διαταξικοί. Στόχος του έργου και της σάτιρας η ρεµούλα, η απάτη, το αµοιβαίο ρίξιµο, το άρµεγµα του δηµόσιου πλούτου, το ξεπούληµα των ιερών και των οσίων και η εκµετάλλευση πολιτιστικών αξιών.

Πρέπει να πω ότι σε ακόµη δύο εν παραστάσει αυτήν την εποχή έργα του συγγραφικού διδύµου, «Οι συµπέθεροι από τα Τίρανα» και «Η Αττική Οδός», είναι σαφείς οι καταλυτικές κριτικές για την εθνική µας παθογένεια. Παντού στρεβλώσεις, υπονοµεύσεις και νοθείες των θεσµών, σαθρά ιδεολογήµατα, ρητορική της φτήνιας των αξιών κ.λπ.

Και η αλληγορία; Είναι τολµηρή αλλά και νόµιµη και αναπόφευκτη, θα έλεγα. Θα θυµάστε παλιότερα ότι είχε οργανωθεί µια εκστρατεία ώστε να αγορασθεί από το Δηµόσιο ή τον δήµο το σπίτι του µεγάλου νοµικού και πολιτικού του Αλέξανδρου Σβώλου που είχε ενοικιασθεί ως πορνείο. Από αυτό ξεκινώντας οι Ρέππας – Παπαθανασίου, κέντρο της σάτιράς τους είναι ένα νεοκλασικό που κατοίκησε κάποτε ο Σικελιανός και χρησιµοποιείται ως πορνείο. Κληρονοµείται από δύο άσχετες µεταξύ τους οικογένειες, αστικών τάχα ηθικών αρχών. Και αρχίζει το παιχνίδι των προσφορών, των εκβιασµών, της εκµετάλλευσης, των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων µε επίκεντρο και δόλωµα για τους κουτόφραγκους τις Δελφικές Γιορτές του Σικελιανού. Στην όλη ίντριγκα εµπλέκονται πόρνες, τσατσές, κλεπταποδόχοι, βυζαντινές εικόνες, προαγωγοί, δηµόσιοι υπάλληλοι, επιστήµονες, πανούργες χήρες και λαµόγια. Η ευανάγνωστη αλληγορία βρίσκεται στο γεγονός πως ανέτως το πορνείο είναι η Ελλάς κατά τον πασίγνωστο στίχο της µονολογούσης πόρνης της Γαλάτειας Καζαντζάκη: «Εικόνα σου είµαι κοινωνία και σου µοιάζω». Βέβαια το έργο των Ρέππα – Παπαθανασίου δεν έχει τη σκηνική αρτιότητα των άλλων δύο που παίζονται. Γράφτηκε στη βράση των καταιγιστικών γεγονότων και εκκινεί από µια ιδέα που εξαντλείται σε ένα νούµερο ή το πολύ ένα µονόπρακτο. Οι συγγραφείς έχουν και τάλαντο και τρόπο να το τραβάνε να κρατήσει ένα δίωρο. Αλλά δεν κουράζουν.

Πάντως, για να επανέλθω σε πράγµατα που συζήτησα αρκετά φέτος, χρειάζεται συχνά µεγάλη διάκριση για να ξεχωρίσει κανείς το κιτς της κοινωνίας που ζούµε ως οικείον ήθος και η αισθητική του κιτς για να το σατιρίσεις. Οι συγγραφείς σκηνοθέτες είχαν στη διάθεσή τους ένα έξοχο σκηνικό του Δαγκλίδη: ένα νεοκλασικό αρχοντικό όπου οι σύγχρονοι έλληνες ασελγούν. Η Εβελιν Σιούπη σχεδίασε έξοχα κιτς κοστούµια για έναν κιτς κοινωνικό εσµό.

Εδώ επισηµαίνω την έξοχη ξεκαρδιστική σάτιρα των παραστάσεων αρχαίου δράµατος που απλώνεται σε µεγάλο µέρος στη δεύτερη πράξη. Σάτιρα και των σχολικών παραστάσεων και των επαγγελµατικών για σχολεία αλλά και αρκετών φεστιβαλικών στα ανά την επικράτεια στάδια!

Οι ηθοποιοί µε επικεφαλής την πάντα αφοπλιστικά ευθύβολη και λιτή στα µέσα της Ελένη Γερασιµίδου, µε την έξοχη αφέλεια που εκτοξεύει τις ατάκες της, είναι όλοι τους επαρκείς στην υπερβολή τους που είναι, βέβαια, απόρροια της υπερβολής που επιζητεί η σάτιρα αλλά δεν συγχωρεί πάντα η φάρσα. Ο Αλέξανδρος Αντωνόπουλος µετρηµένος και θαυµάσιος στις στιγµές που αιφνιδιάζεται ή απορεί. Η Βασιλική Ανδρίτσου έχει τσαγανό, η Αβα Γαλανοπούλου άνεση στο πλασάρισµα και συνεχή επαφή µε τον περίγυρο, η Ζώγια Σεβαστιανού χωρίς ακραία υπερβολή στην αλλοδαπή πόρνη, ο Σπύρος Πούλης σ’ έναν υπερτονισµένο και φορτισµένο ρόλο έδειξε πως ξέρει να κατεβάζει στο κοινό σαφείς εικόνες. Ο Γρηγορόπουλος ισορροπηµένος και απροσδόκητος ως εξέλιξη, άρα πειστικός. Ο Παντελής Καναράκης, σ’ έναν ιδιότυπο και δύσκολο αβανταδόρικο αλλά επιθεωρησιακό και τηλεοπτικό τύπο αρσενικής τσατσάς, που έχει επιµεληθεί και τη χορογραφία (έξοχες οι παρωδίες χορικών της «Αντιγόνης»), κοπιάρει τον εαυτό του.

Χρειάζεται συχνά µεγάλη διάκριση για να ξεχωρίσει κανείς το κιτς της κοινωνίας που ζούµε ως οικείον ήθος και η αισθητική του κιτς για να το σατιρίσεις

Μια νέα εκδοχή;

Του Λέανδρου Πολενάκη, Η ΑΥΓΗ: 24/10/2010

  • Το «Παραμύθι χωρίς όνομα» στην Παιδική Σκηνή του Εθνικού

Γραμμένο το 1909 το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα, είναι σε πρώτο επίπεδο μια αλληγορία για την τότε πολιτική και κοινωνική κατάσταση του τόπου, όπου «Η χώρα των μοιρολατρών» συμβολίζει την παλιά Ελλάδα της διαφθοράς και της παρακμής με βασιλιά της τον «Αστόχαστο τον 1ο».

Ενώ το πριγκιπόπουλο που παίρνει στα χέρια του την κατάσταση με συμβούλους του την κυρά – Φρόνηση και την κόρη της τη Γνώση (που παντρεύεται στο τέλος το πριγκιπόπουλο), μοιάζει να είναι η νέα κοινωνική τάξη που ανεβαίνει στα πράγματα, η αστική, με την επανάσταση στο «Γουδί» και την έλευση του Ελευθερίου Βενιζέλου, για να βάλει τέλος στην αυθαίρετη διακυβέρνηση, για να στεριώσει τη δημοκρατία και για να σώσει τη χώρα κάνοντας τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Το βιβλίο της Δέλτα μοιάζει ακόμη να προβλέπει τους βαλκανικούς πολέμους που ξέπλυναν την «ντροπή» του 1897 (Η «γαϊδουροκεφαλή» του έργου), δίνοντας μια ώθηση προς τα εμπρός στη χώρα, μέχρι την άλλη ντροπή, του 1922, που αυτή δεν προβλέφθηκε από τη συγγραφέα, επειδή και κανείς δεν μπορούσε τότε να τη φανταστεί.

Με τη δημοσίευση των ημερολογίων της Δέλτα, πολλά χρόνια αργότερα, φάνηκε το δεύτερο κρυμμένο επίπεδο του έργου, πολύ προσωπικό, που μας μιλά για τον πλατωνικό έρωτά της με τον Ίωνα Δραγούμη, ανεκπλήρωτο ως το τέλος, μια και η ίδια ήταν παντρεμένη από πολύ νέα με τον Φαναριώτη εμπορευόμενο και λόγιο Στέφανο Δέλτα. Τα ήθη της εποχής και η κοινωνική της θέση δεν επέτρεπαν βέβαια στην τρίτη κόρη του μεγαλοαστού Εμμανουήλ Μπενάκη ούτε σκέψη να εγκαταλείψει τον νόμιμο σύζυγό της για χάρη του έρωτά της. Το «πριγκιπόπουλο» του παραμυθιού, με αυτήν την ανάγνωση είναι ο Ίων Δραγούμης, από τους κύριους οργανωτές του Μακεδονικού αγώνα, που ενσάρκωνε πράγματι μια από τις πολιτικές ελπίδες του τόπου πριν από την εμφάνιση του Βενιζέλου και την άνοδο στην εξουσία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Ο Δραγούμης είχε εκπονήσει ένα ολόκληρο πολιτικό πρόγραμμα και είχε σχεδιάσει την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας βασισμένη επάνω στη συμμαχία με τους Τούρκους, εναντίον των Σλάβων.

Δεν πρόλαβε να εφαρμόσει στην πράξη την πολιτική του, ώστε να δούμε τους καρπούς της, επειδή τη «σάρωσαν» κυριολεκτικά τα καταλυτικά ιστορικά γεγονότα που ακολούθησαν και η χαρισματική προσωπικότητα του Βενιζέλου. Οι πολιτικοί τους δρόμοι χώρισαν από τότε με τη Δέλτα, και η άνανδρη δολοφονία του το 1920 έκοψε πρόωρα το νήμα της ζωής του. Η ίδια η Δέλτα, μέσα στο βιβλίο μοιράζεται (διχάζεται) ανάμεσα στην τρίτη βασιλοκόρη, την Ειρηνούλα (αδελφή του πριγκιπόπουλου) και στη Γνώση κόρη της Κυρά Φρόνησης, που θα δει να φθάνει σε αίσιο τέλος ο έρωτάς της. Ένας ήπιος, ίσως, τρόπος που εφευρίσκει η Δέλτα για να εκφράσει εμμέσως τον εσωτερικό διχασμό της. Ο διχασμός της ελληνικής κοινωνίας που ακολούθησε μετά τους βαλκανικούς πολέμους για να συνεχιστεί μέχρι σήμερα με άλλο όνομα, ήταν και άμεσος και άγριος.

Από το παραμύθι αυτό της Δέλτα ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, έφτιαξε το πασίγνωστο ομότιτλο έργο του, που ξεπέρασε το πρότυπό του δίνοντας μια άλλη διάσταση στον βασικό μύθο. Το θεατρικό «Παραμύθι…» του Καμπανέλλη, όπως και τα υπόλοιπα έργα του, καταγράφουν την αποτυχία της ελληνικής αστικής τάξης να παίξει τον ιστορικό της ρόλο εκσυγχρονίζοντας την κοινωνία και το κράτος, επειδή δεν μπόρεσε να συμμαχήσει εγκαίρως με τα λαϊκά στρώματα και να φέρουν μαζί τις απαραίτητες αλλαγές. Πέσαμε έτσι για άλλη μια φορά στο πριν από το 1909 παλαιοκομματισμό που μας ταλανίζει ακόμη. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία που δεν την εξετάζουμε εδώ.

Το Εθνικό Θέατρο είχε ανεβάσει πριν από λίγα χρόνια τη θεατρική διασκευή του «Παραμυθιού» απ’ τον Καμπανέλλη στην Κεντρική Σκηνή. Το ανέβασε πάλι φέτος στην παιδική του σκηνή, σε άλλη διασκευή, του συγγραφέα Βαγγέλη Ραπτόπουλου και του σκηνοθέτη Τάκη Τζαμαργιά. Η καινούργια διασκευή, χωρίς να είναι κακή, δεν μπορεί οπωσδήποτε να συγκριθεί σε λαϊκότητα ύφος, αμεσότητα, ρυθμούς με την αντίστοιχη του Καμπανέλλη. Δεν θέλω να πιστέψω ότι η δουλειά του Καμπανέλλη κρίθηκε ως λιγότερο «παιδαγωγική». Σε κάθε περίπτωση, όμως, το νέο κείμενο έχει δυσδιάκριτο παιδαγωγικό χαρακτήρα και μπορεί να μπερδέψει τους μικορύς θεατές με τις «πολιτικές» του, οι οποίες προϋποθέτουν ανεπτυγμένη κρίση και γνώσεις. Υποκύπτει ακόμη σε έναν διδακτισμό, προεξοφλώντας «τι είναι καλό και τι όχι» να λέμε στα παιδιά. Που, όμως, όπως αποφάνθηκε σοφά ο Σαββόπουλος «σήμερα ούτως ή άλλως τα ξέρουν όλα». (Όχι από γνώση αλλά από έμφυτη αντίληψη της δικαιοσύνης, προσθέτω).

Η παράσταση έχει στηθεί στο ύφος ενός διακοσμημένου παραμυθιού λίγο ή πολύ «μπαρόκ», με ανάλογη όψη και ακούσματα. (Σκηνικά Γιάννης Θεοδωράκης, κοστούμια Κέννυ Μακλέλλαν, μουσική – στίχοι Δημήτρης Μαραμής, χορογραφίες Ζωή Αντωνίου, φωτισμοί Κατερίνα Μαραγκουδάκη, μουσική διδασκαλία Μελίνας Παιονίδου). Μια άποψη με την οποία προσωπικά δεν συμφωνώ, επειδή το θέατρο για παιδιά πρέπει, πιστεύω, τουλάχιστον σήμερα, να διαθέτει πριν από όλα λιτότητα.

Την παράσταση υποστηρίζουν δυναμικά οι μετέχοντες παλιοί και νεότεροι ηθοποιοί, παθιασμένοι κυριολεκτικά για θέατρο, με πρώτους τον γήινο Μάνο Καρατζογιάννη και τις αέρινες Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Κατερίνα Φωτιάδη. Μαζί με τους καλούς: Δημήτρη Βέργαδο, Γρηγόρη Γαλάτη, Σοφιάννα Θεοφάνους, Κωνσταντίνο Καρβέλη, Μιχάλη Κοιλάκο, Μαίρη Λούση, Πέτρο Σπυρόπουλο, Φωτεινή Τιμοθέου, Δημήτρη Φραγκιόγλου, Στράτο Χρήστου, φτιάχνουν ένα συγκροτημένο σύνολο.

Το ερασιτεχνικό πέταγμα του Γλάρου

  • Μια «φτωχή» παράσταση και μια πρωτοποριακή σάτιρα εν μέσω οικονομικής κρίσης
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 24 Oκτωβρίου 2010
  • Αντον Τσέχοφ Ο Γλάρος, σκην.: Δημήτρης Ξανθόπουλος, Εταιρεία θεάτρου Pequod Knot Gallery
  • Αχταρμίξ 3, σκην.: Θωμάς Βελισσάρης, Θέατρο Τέχνης Ακτίς Αελίου, Studio Αργώ

Μόλις έχει ακουστεί ένας πυροβολισμός στα παρασκήνια. Ανησυχία στο σαλόνι της ντίβας Αρκάντινα. Κι έτσι τελειώνει ο «Γλάρος»: Ο γιατρός Ντορν πιάνει από το μπράτσο τον Τριγκόριν και του ψιθυρίζει στ’ αυτί: «Απομακρύνετε απ’ εδώ με τρόπο την Ιρίνα Νικολάγιεβνα. Ο γιος της αυτοκτόνησε…». Ετσι τουλάχιστον το έγραψε ο Τσέχοφ. Οπου τίθεται το μόνιμο ερώτημα: πρέπει να σεβόμαστε ή όχι κατά γράμμα το κείμενο του συγγραφέα; Η προσωπική μου γνώμη είναι πως όχι. Στις μέρες μας ακόμα και τα πιο ανατρεπτικά, τα πλέον καταρριπτικά και αναιρετικά στοιχεία στις σκηνοθεσίες μπορούν να συνοδεύουν τα θεατρικά κείμενα.

Ομως, προσοχή! Πρέπει να υφίσταται κάποια προϋπόθεση – να υπάρχει κάποια λογική θεμελίωση. Κάποια δικαιολογία. Στη «γυμνή» –δίχως σκηνικά, κοστούμια, φώτα, μακιγιάζ– παράσταση του «Γλάρου» από την ομάδα Pequod σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Ξανθόπουλου (ακριβώς όπως και σ’ εκείνο τον εκπληκτικό ουγγαρέζικο στον «Γλάρο») μετά τον πυροβολισμό, ο γιατρός πάει μπροστά στην Αρκάντινα και της λέει κατάμουτρα πως ο γιος της «ο Κόνσταντιν αυτοκτόνησε…».

Πρωτοτυπία; Οχι ακριβώς. Πριν από δύο – τρία χρόνια είχαμε δεί εκείνη την αξέχαστη –κι εξίσου «γυμνή»– παράσταση του «Γλάρου» στο Φεστιβάλ Αθηνών, όπου ο Κόστια αυτοκτονεί μόνο πνευματικά στο τέλος, θρυμματίζοντας και ποδοπατώντας με μανία το βιολί του. Τότε ο Ούγγρος σκηνοθέτης Αρπαντ Σίλινγκ υποδήλωνε μ’ αυτή την κίνηση του Κόστια ότι ο νεαρός ποιητής, έχοντας χάσει πλέον ολότελα τα ιδανικά του, σηκώνει τα χέρια ψηλά και αφήνεται δίχως αντίσταση στην καταπιεστική και αδρανή ατμόσφαιρα της ρωσικής επαρχίας.

Κάτι τέτοιο είχε αντιληφθεί σε τούτη εδώ την εφημερίδα («Κ», 6.6.1932) και ο Γιώργος Νάζος, γράφοντας πως «όταν οι άνθρωποι αυτοί συμπίπτουν να είναι μυστικοπαθούς ιδιοσυγκρασίας, όπως οι Ρώσοι, και να ζουν εις την απονεκρωμένην επαρχίαν της τσαρικής Ρωσίας του 1898, αι ψυχικαί των αγωνίαι υπερβαίνουν τα συνήθη όρια». Βλέπετε ότι και πριν από 78 χρόνια υπήρξαν θεμελιωμένες αιτίες, που εξηγούσαν τα πώς και τα γιατί. Τώρα, όμως, με τούτον εδώ τον δήθεν πρωτοποριακό «Γλάρο», τον άτεχνα ξεπατικωμένο από το ουγγρικό «Κρετακόρ», όπου οι πάντες (εκτός από την τραγικά μοναχική Αγγελική Παπαθεμελή) υποτονθορύζουν ερασιτεχνικά, όπου κολλάνε ακατανόητα χρωματιστά post it στα ντουβάρια και βγάζουν με εμβρυουλκό μια δήθεν πρωτοποριακή ατμόσφαιρα στην οποία παρασύρουν τους επιρρεπείς στους ντεμέκ πειραματισμούς θεατές, η εντύπωση είναι ότι ο μινιμαλισμός και η αφαίρεση γίνεται προς εντυπωσιασμό και μόνο. Τα παραπάνω δεν τα έγραψα με ελαφριά την καρδιά. Εχοντας επίγνωση ότι αυτή εδώ θα είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά λόγω της τραγικής οικονομικής κρίσης, όπως και λόγω του περιορισμού των κρατικών επιχορηγήσεων, αναρωτήθηκα ποιος θα πρέπει να είναι και ο ρόλος του θεατρικού κριτικού σε τέτοιους καιρούς. Με δύο λόγια προβληματίστηκα αν θα πρέπει να ρίχνει κανείς νερό στο κρασί του ή όχι. Κατέληξα στο όχι.

Και όχι τόσο επειδή βρισκόμαστε σε ιδιαίτερα χαλεπούς οικονομικά καιρούς, όσο επειδή οφείλουμε να ξοδεύουμε τον πολύτιμο χρόνο μας με τον καλύτερο και οικονομικότερο τρόπο. (Διαφημιστικό μήνυμα: Διαβάστε ανυπερθέτως το «Είναι μικρή η ζωή» του Ρωμαίου συγγραφέα Λεύκιου Ανναίου Σενέκα στις εκδόσεις Περίπλους.)

  • «Σατιρικό ολοκαύτωμα»

Μια και μιλάμε για δουλειές θεατρικής πρωτοπορίας, η καλύτερη που είδα τον τελευταίο καιρό ήταν μια παράσταση, η οποία λικνίστηκε ανάμεσα στους επιγόνους της αριστοφανικής σάτιρας, στο καλοδουλεμένο μιούζικ χολ, και στην ξέφρενη νεολαιίστικη ευρηματικότητα. Ονομαζόταν «ΑΧΤΑΡΜΙΞ 3 – Ολα εδώ πληρώνονται» και ήταν από την καλή θεσσαλονικιώτικη ομάδα «Ακτίς Αελίου». Κρίμα που η παράσταση, η οποία αυτοχαρακτηριζόταν «σατιρικό ολοκαύτωμα» –με τους πέντε ηθοποιούς της, με μια παλιά αλλά ολοζώντανη μουσική του Διονύση Σαββόπουλου, με κείμενα και σκηνοθεσία του Θωμά Βελισσάρη– και πατούσε πάνω στους «Αχαρνής» του Αριστοφάνη, έμεινε μόνο για λίγες μέρες στο θέατρο ΑΡΓΩ. Αν πάντως βρεθείτε κοντά στην «Ακτίνα Αελίου», είτε εδώ είτε στη Θεσσαλονίκη, να είστε σίγουροι πως δεν θα χάσετε ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει ο άνθρωπος – τον καιρό του.

«Δεν έχει ωραίες εικόνες» της Γερτρούδης Στάιν

  • Αυτά φέρνει το πλέξιμο

  • «Δεν έχει ωραίες εικόνες» της Γερτρούδης Στάιν σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη στο Θέατρο Τέχνης

  • ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Η Γερτρούδη Στάιν αντιπαθούσε τα ερωτηματικά. Αν δεν μπορείς να καταλάβεις ότι μια ερώτηση είναι ερώτηση, τότε ποιο το νόημα. Οσο για τα κόμματα, αυτά τα έβρισκε δουλοπρεπή, «έτσι όπως σε βοηθάνε να βάλεις το παλτό σου και να φορέσεις τα παπούτσια σου σε εμποδίζουν να ζήσεις τη ζωή σου όσο δραστήρια θα ήθελες» έγραφε.

Ισως ακούγεται υπερβολικό να αντιμετωπίζεις τα σημεία στίξης λες και είναι έμψυχα όντα με προσωπικότητα, όταν όμως η αγγλική γλώσσα είναι το πάθος της ζωής σου τότε μοιραία αποκτάς μια άλλη σχέση με κάθε τι που μπαίνει ανάμεσα στις λέξεις.

Για τη Γερτρούδη Στάιν τίποτε δεν ήταν δεδομένο. Από την πρώτη της θεατρική απόπειρα ακόμη, το What Ηappened (1913), η συγγραφέας αποφάσισε ότι ένα έργο δεν χρειάζεται απαραίτητα να λέει μια ιστορία. Αυτό δηλαδή που εθεωρείτο αυτονόητο για την εποχή εκείνη το βρήκε περιττό. «Ποιος ο λόγος να αφηγηθείς μια ιστορία εφόσον υπάρχουν τόσες πολλές και όλοι γνωρίζουν τόσες πολλές και λένε τόσες πολλές…» εξηγούσε αργότερα με τον τρόπο της. Η Στάιν πίστευε ότι το θεατρικό έργο δεν πρέπει να αναπαριστά ένα γεγονός, αλλά να δημιουργεί ένα γεγονός. Να εμμένει στο παρόν- τι γίνεται αυτή τη στιγμή, τώρα, μπροστά μας. Να μας προσφέρει δυνατότητες και επιλογές, μια αίσθηση χαλαρότητας και αναζήτησης, όχι να μας αναγκάζει σε μονόδρομο.

«Να είσαι όλα για να είσαι ποτέ», λέει η ηρωίδα στο «Δεν έχει ωραίες εικόνες». Το νόημα δεν έχει τόση σημασία, εφόσον ούτως ή άλλως όλα αλλάζουν συνεχώς. «Και τώρα μπορώ ελεύθερα να το πω. Είστε μάρτυρές μου. Ξαναρχίζω απ΄ την αρχή». Το νόημα δεν έχει σημασία, το παιχνίδι όμως έχει. Η δοκιμή, η περιπέτεια, το ρίσκο. Τα πιο μεγαλεπήβολα επίθετα δίπλα σε απλά, ταπεινά ουσιαστικά- μια «συγκλονιστική» αγελάδα. Σουρεαλιστικά ερωτήματα που μάλλον δεν έχουν απάντηση: Γιατί να σε ζεσταίνουν οι κορσέδες; Τι είναι μπιχλιμπίδι; Μακριές προτάσεις που ελίσσονται σαν φίδια ή άλλες που σπάνε σε ολοένα μικρότερα κομμάτια: «Αφού το νόημα το βρήκαμε ξαπλώνοντας στον καναπέ. Αφού το νόημα το βρήκαμε ουρλιάζοντας. Αφού το βρήκαμε. Το βρήκαμε».

Η έννοια του δράματος παίρνει νέες διαστάσεις. Δεν φτάνει που δεν υπάρχει πλοκή, δεν είναι επιπλέον ξεκάθαρο ποια φράση συνιστά σκηνική οδηγία και ποια διάλογο, ποιος λέει τι, ποιος είναι ήρωας και ποιος όχι. Η γραμμική εξέλιξη καταβαραθρώνεται, κέντρο δεν υπάρχει πουθενά. Υπάρχει χοροπηδητό, ανέμελη διάθεση, άρνηση εξακρίβωσης στοιχείων. Ετσι είμαι αν έτσι με θέλετε. «Μέτρησα τις δυνάμεις μου. Πήρα απόφαση να μείνω και να φύγω. Ν΄ αγνοήσω το ντεκόρ» μάς ανακοινώνει η ηρωίδα. Να την πάρουμε στα σοβαρά; Η γνωριμία μαζί της μοιάζει αρχικά δύσκολη, συνέχεια ξεγλιστράει. Αν αφεθούμε όμως, τα λόγια της μπορούν να μας εξασφαλίσουν τη μέγιστη απόλαυση: τη χαρά του λόγου, κυρίαρχη στον κόσμο της Στάιν. Αν αφουγκραστούμε τους ήχους και τους συσχετισμούς, αν εισπνεύσουμε το χιούμορ, τότε θα διασκεδάσουμε. «Αυτά φέρνει το πλέξιμο» σχολιάζει η ηρωίδα και το χαριτωμένο σχόλιο «περνάει» ακόμη κι αν δεν ξέρουμε ακριβώς τι εννοεί.

Είναι αναμφισβήτητα δύσκολο να δώσεις σκηνική υπόσταση σε θεατρικό κείμενο της Γερτρούδης Στάιν. Δεν έχεις από πού να πιαστείς. Δεν υπάρχουν καλοσχηματισμένοι ήρωες και καλοχτισμένοι διάλογοι. Δεν υπάρχει αρχή, μέση και τέλος, ούτε φυσικά κορύφωση. Παλεύεις με τις εντυπώσεις. Αναζητάς τους τόνους. Πρέπει να χτίσεις και να μεταδώσεις μια κυρίαρχη αίσθηση. Και έπειτα ξεπηδά το ζήτημα της γλώσσας. Φαντάζομαι πως μια από τις βασικές αιτίες που δεν ανεβαίνουν ποτέ κείμενά της στη χώρα μας είναι επειδή βασίζονται τόσο πολύ στα σχήματα λόγου (π.χ. παρήχηση ή ομοιοκαταληξία), ώστε δύσκολα μπορεί ο μεταφραστής να αναπαραγάγει αυτό το δαιμόνιο ηχητικό πάρτι. Ο Αντώνης Γαλέος έφερε αισίως εις πέρας την αποστολή του. Παρά τις αναπόφευκτες απώλειες, η ουσία αναδεικνύεται («Κράτα την ουσία, κράτα την στους πάγους»).

Η Μαριάννα Κάλμπαρη δείχνει να είχε υπόψη της αυτές τις δυσκολίες. Φαίνεται από τον τρόπο που επεδίωξε να τις αντιμετωπίσει: να δημιουργήσει περιβάλλον, να οριοθετήσει σχέσεις (ανάμεσα στο Εγώ και στην Αλλη, τους δύο «ρόλους»), να εξασφαλίσει ακουστικά ερεθίσματα, να δώσει σάρκα και οστά στο αέρινο κατασκεύασμα της συγγραφέως. Τα αποτελέσματα είναι μάλλον απογοητευτικά. Η προσπάθεια να «στολίσουμε» ένα κείμενο που στερείται της συνήθους δραματικότητας γίνεται προφανής. Τι είναι μπιχλιμπίδι; ρωτάει η Στάιν και εν προκειμένω θα λέγαμε ότι μπιχλιμπίδι είναι οτιδήποτε κλωτσάει. Οτιδήποτε μένει ξεκρέμαστο. Και εδώ, αν εξαιρέσουμε τη Δήμητρα Χατούπη και το εύρημα με τις βελόνες πλεξίματος, όλα τα υπόλοιπα μοιάζουν περιττά, άχαρα, άνευρα. Παλιομοδίτικο το σκηνικό του Κωνσταντίνου Ζαμάνη με τις χάρτινες λωρίδες από κατεστραμμένα έγγραφα στο πάτωμα και το σελοφάν φόντο, όπως και τα άδεια λευκά κουτιά που μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο. Αμήχανες οι κινήσεις, το στήσιμο των ηθοποιών που μεταδίδουν διαρκώς την αίσθηση ότι ψάχνουν τρόπους να «γεμίσουν» τον χώρο, κόβοντας και ράβοντας, ακροβατώντας και ποζάροντας κ.ο.κ. Ειδικώς η παρουσία της Μαρίζας Τσίγκα αποδεικνύεται εκνευριστική, σαν ματαιόδοξη αράχνη που θέλει να αφήσει παντού το αποτύπωμά της. Αποσπά την προσοχή από τη Δήμητρα Χατούπη, η οποία ξέρει να σχηματίζει τον συνδυασμό φλερτ, αυτοσαρκασμού και ανάλαφρου μυστηρίου που χρειάζεται ώστε να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός και να αρχίσει το κείμενο να «λειτουργεί». Αν είχε αφεθεί να υπάρξει μόνη της, ίσως τα πράγματα να ήταν καλύτερα.

«ΑΧΤΑΡΜΙΞ 3 – Ολα εδώ πληγώνονται» ΑΚΤΙΣ ΑΕΛΙΟΥ

  • «Η Πατρίς κινδυνεύει»

  • «ΑΧΤΑΡΜΙΞ 3 – Ολα εδώ πληγώνονται» ΑΚΤΙΣ ΑΕΛΙΟΥ Θέατρο Αργώ
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Μια από καιρό ληξιπρόθεσμη πρόθεση γνωριμίας με το «Ακτίς Αελίου», που καθυστερούσε λόγω απόστασης, υλοποιήθηκε πρόσφατα στο Θέατρο Αργώ του Μεταξουργείου, όπου η θεσσαλονικιώτικη ομάδα φιλοξενήθηκε για λίγες μέρες.

Οι ηθοποιοί τραγουδούν, χορεύουν, παίζουν. Γενικά κάνουν τα πάντα

Οι ηθοποιοί τραγουδούν, χορεύουν, παίζουν. Γενικά κάνουν τα πάντα Είχε προηγηθεί η φήμη ενός νεανικού θεατρικού σχήματος, που δέκα χρόνια τώρα αντέχει, με αξιώσεις ποιότητας, τα ρίσκα ενός εναλλακτικού θεάτρου και δη εκτός των τειχών ασφαλείας της χοάνης θεατρικών πειραματισμών της πρωτεύουσας. Ισως είχε μερικώς δίκιο ο Θεσσαλονικιός Νικηφόρος Παπανδρέου στην πικρή διαπίστωσή του κάποτε «ό,τι είναι εκτός Αθήνας δεν υπάρχει». Ομως, η γεμάτη μικρή αίθουσα του Αργώ και η θερμή ανταπόκριση ενός νέου κοινού, εμφανώς εξοικειωμένου με τη θεατρική γλώσσα του «Ακτίς», υπεδείκνυε ότι πληροφορίες μπορεί να ταξιδεύουν και χωρίς τη μεσολάβηση των ΜΜΕ. Δεν ξέρω αν το «Αχταρμιξ 3», που ανακυκλώνεται σε διάφορες εκδοχές (1, 2, 3) από το 2008, συγκαταλέγεται στις καλύτερες δουλειές του θιάσου. Εντυπωσιακή είναι από το πρώτο λεπτό η αισθητική απελευθέρωση με την οποία οι πέντε ηθοποιοί βουτούν με οποιοδήποτε τρόπο σε οτιδήποτε μεταπλάθει τις ιδέες τους σε θέατρο. Τραγούδι, χορός, λόγος, περφόρμανς, «devised» πρακτικές, ανεπιτήδευτος εξιμπισιονισμός, trash κολάζ θεμάτων που διακτινίζονται, πάνω – κάτω, από το πολεμοχαρές 425 π.Χ. των αριστοφανικών «Αχαρνέων», τη μουσική διασκευή τους του 1977 από τον Διονύση Σαββόπουλο, μέχρι την τρέχουσα ελληνική πραγματικότητα, που συνιστά, μάλλον, και την ουσία του εγχειρήματος.

Το θέαμα ξεκινά σε ένα σκηνικό – σκουπιδότοπο (Μαρίνα Γκούμλα) με φόρα πολιτικής σάτιρας (κείμενα – σκηνοθεσία Θωμάς Βελισσάρης) και μια θαυμαστή ευχέρεια της πολύχρωμης νεανικής παρέας στο τραγούδι και στη χρήση διάφορων μουσικών οργάνων, πάντα με το βλέμμα στραμμένο στην απόδομηση θεατρικών συμβάσεων και πραγματικότητας.

Πολλές ειδολογικές γεύσεις, όπως τραχιά αποκριάτικα μουνάτα, σχόλια της συλλογικής μας κατρακύλας («αυτή η Πόλη ξυπνά μόνο όταν πεινάει», «ο κόσμος καίει πτώματα για να ζεσταθεί»), αλληγορίες ταξικού ή σκέτου χάους, με επίκεντρο έναν φαιδρό Δικαιόπολι σε μοβ οθωμανικές βράκες, παντομίμα, σλάπστικ, ροκ αυτοσχεδιασμοί, ηπειρώτικα πολυφωνικά, προτάσσουν ένα θέατρο ζωντανό, λοξό, προφανώς αστείο, που, ώς ένα βαθμό, επικυρώνει τα προγνωστικά ταλέντου, ευφυΐας και τόλμης του «Ακτίς». Τα παιδία παίζει και παίζει καλά.

Ωστόσο, το νήμα της συνοχής χάνεται καθ’ οδόν μέσα στη δίνη ενός κεντρομόλου ενθουσιασμού και της ζέσης να ειπωθούν όλα, έστω σε μια κορακίστικη δική τους διάλεκτο και μια εκκωφαντική φασαρία που παραπέμπει σε παιδικό πάρτυ. Η ομάδα είναι τόσο απορροφημένη με το σαμποτάρισμα του τετριμμένου και με το παιχ νίδι της, που χάνει από τα μάτια ευγενείς στόχους, όπως το ξεμασκάρεμα της πολιτικής μας ξεφτίλας, για το οποίο μας προετοίμαζαν ο τίτλος και η έναρξη της βραδιάς. Με ποια πραγματικότητα καλούμαστε να συνδιαλαγούμε, με ποιο παρόν;

Είναι γεγονός ότι πολύ δύσκολη μοιάζει σήμερα η δημιουργία ενός σύγχρονου θεάτρου που να ανταποκρίνεται στο πολυσχιδές και την ασάφεια των νέων πραγματικοτήτων και να περιγράφει τους ανοιχτούς νοηματικούς ορίζοντες των καιρών μέσα από παραστάσιμες ιστορίες. Κυρίως, είναι δύσκολο για το θέατρο να συντονιστεί με τη σύγχρονη αντίληψη προβλημάτων και με κρίσιμα βιώματα, μέσα από κάπως σταθερές αφηγηματικές φόρμες. Τα παλιά πρότυπα δεν ισχύουν πια, ενώ κάθε νέο θεατρικό σχήμα χτίζει τη δική του μικρή εκκλησία, ακροβατώντας ανάμεσα σε αυθεντικότητα και ναρκισσευόμενη μοντερνικότητα…

Μουσική επιμέλεια: Γρηγόρης Μωυσιάδης. Παίζουν: Θεανώ Αμοιρίδου, Θωμάς Βελισσάρης, Δέσποινα Καλπενίδου, Γιάννης Μόμτσιος, Γρηγόρης Παπαδόπουλος. *