Για τον «μαγικό ρεαλισμό»

  • Πολενάκης Λέανδρος, Η ΑΥΓΗ: 25/04/2010

Η ΚΑΡΥΟΦΥΛΛΙΑ ΚΑΡΑΜΠΕΤΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ LA CHUNGA ΤΟΥ ΜΑΡΙΟ ΒΑΡΓΚΑΣ ΛΙΟΣΑ
  • Η άπαιχτη στην Ελλάδα «La Chunga» είναι θεατρικό έργο του γνωστού Περουβιανού μυθιστοριογράφου Mario Vargas Llosa. (Είχα μεταφράσει πρώτος από τα ισπανικά, πριν από πολλά χρόνια, για τις εκδόσεις «Εξάντας», ολόκληρο το εξαίρετο μυθιστόρημά του «Η πόλη και τα σκυλιά», που σήμερα κυκλοφορεί σε άλλη μετάφραση από άλλον εκδοτικό οίκο).
  • Το κουαρτέτο των ανδρών – κυνηγών δίνουν, συντονισμένοι και με ενέργεια σε ρόλους διακριτούς, καθείς και το όπλο του, οι πολύ καλοί: Δημήτρης Λάλος με δύναμη (Χασεφίνο), Στάθης Σταμουλακάτος με σκηνική ευστροφία (Λιτούμα), Γιάννης Λεάκος ανάγλυφα (Πίθηκος), Δημήτρης Καπετανάκος έκτυπα (Χοσέ). Σχολιάζει ζωντανά, με την ωραία του μουσική και με την ηλεκτρική κιθάρα, ο Ισίδωρος Πάτερος. Τα σκηνικά και τα κοστούμια (Γιώργος Χατζηνικολάου) είναι εύγλωττα και οι φωτισμοί του Νίκου Βλασσόπουλου «μιλούν».

Πρόκειται για έναν συγγραφέα που έχει καταταγεί από τους κριτικούς στην ονομαζόμενη «Σχολή του μαγικού ρεαλισμού». Ο όρος έχει προέλευση γερμανική, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Γερμανό κριτικό τέχνης Franz Roh, το 1925. Αυτό μου φέρνει στο νου ένα διήγημα του Μπόρχες, ο ήρως του οποίου, διχασμένος ανάμεσα στις δύο καταγωγές του, τη γερμανική και την αργεντίνικη, αμφιταλαντεύεται ποια από τις δύο να διαλέξει ως πρότυπο βίου. Τελικά, σχολιάζει ο Μπόρχες, «ήταν οι ρομαντικές γερμανικές καταβολές του που τον ώθησαν ώστε να προκρίνει οριστικά την αργεντίνικη ρίζα του!».

Με τον ίδιο τρόπο ο δυτική και ιδιαίτερα η γερμανική ρομαντική κουλτούρα ερμήνευσε ως «μαγικό ρεαλισμό» την τέχνη λαών, όπως της Λατινικής Αμερικής, ο πολιτισμός των οποίων δεν είχε όμως πάψει ποτέ να αναφέρεται σε ένα δεύτερο επίπεδο πραγματικότητας, ας την ονομάσουμε για την ώρα, δανειζόμενοι τον όρο του Λέβι – Στρος «μυθική». Ο κοινός μύθος για τους λαούς αυτούς εκπροσωπούσε μια απόλυτη αλήθεια, ενώ συγχρόνως διαδράματιζε τον ρόλο του συνεκτικού ιστού των κοινωνιών τους. Αντίθετα με τη νεότερη Ευρώπη, όπου ο μύθος κατέληξε να σημαίνει κάτι το ψευδές και επινοημένο, εκπίπτοντας σε διήγηση λογοτεχνική ή σε απλό «φολκλόρ».

Ο «μαγικός ρεαλισμός», άρα, δεν είναι απλώς μια λογοτεχνική σχολή, αλλά βγαίνει ως στάση ζωής σχεδόν φυσικά μέσα από την ίδια τη ζωντανή παρουσία του μύθου στις κοινωνίες αυτές, η οποία επιτρέπει στο άτομο να ζει τη δική του υποκειμενική πραγματικότητα δίπλα στην αντικειμενική, να αναπνέει τον αέρα μιας άλλης ελευθερίας, με τη συνείδησή του απεγκλωβισμένη από το στατικό σύγχρονο είναι.

Ο «μαγικός ρεαλισμός» που γονιμοποιεί τη φαντασία μπορεί να γίνει έτσι μια τέχνη αληθινά λυτρωτική από διάφορες δουλείες, υλικές ή πνευματικές, στις οποίες υποχρεώνει τον άνθρωπο η μισθοφορική εποχή μας.

Η «La Chunga» προέρχεται από ένα μυθιστόρημα του Varbas Llosa με τίτλο «Το πράσινο σπίτι», που διασκεύασε ο ίδιος για το θέατρο. Θέμα του είναι η μυστηριώδης εξαφάνιση, από το ύποπτο μπαρ και καταγώγιο που διευθύνει η μυστηριώδης, ανδρόβουλη Chunga, μιας όμορφης αθώας νέας κοπέλας, της «Meche», όπου παρακολουθούμε να αναπτύσσονται στη σκηνή ταυτόχρονα πολλές εκδοχές για την τύχη της.

Πέρα από ένα μαστορικά γραμμένο θρίλερ που κρατά έως το τέλος αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού, το έργο παραμένει ανοιχτό στον ονειρικό χρόνο, που επιτρέπει να «τρέχουν» πολλές παράλληλες αφηγήσεις μέσα στην κύρια, σπάζοντας τη λογική της «μιας αλήθειας» και τα δεσμά της νωθρής γραφειοκρατίας του μυαλού μας…

Η «La Chunga» παρουσιάζεται από τη δραστήρια ομάδα «Νάμα», για πρώτη φορά, στο «Θέατρο επί Κολωνώ», που αποτελεί εδώ και καιρό ένα ζωντανό, παλλόμενο κύτταρο πολιτισμού. Η Μαρία Χατζηεμμανουήλ μεταφράζει καίρια και η Ελένη Σκότη σκηνοθετεί… ρεαλιστικά για να αναδείξει τον ρεαλισμό του ονείρου. Το κατορθώνει θαυμάσια, με «σκοτεινούς» τόνους, με συγκοπτόμενους, ελλειπτικούς ρυθμούς, με απειλητικά κενά και με σημαίνουσες σιωπές. Είναι μια χειροποίητη παράσταση – κέντημα, με έξοχη διδασκαλία των ρόλων.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Chunga) κατορθώνει ένα μικρό θαύμα: χρησιμοποιώντας ελάχιστα θεατρικά μέσα, με αριστοκρατικό μινιμαλισμό κινήσεων, με την αύρα ενός αινιγματικού χαμόγελου, με το σώμα στρατηγικά τοποθετημένο πλάγια ώστε να τέμνει λοξά τον χρόνο, δισυπόστατη, ονειρική και αληθινή συγχρόνως, μοιράζει το είναι της ανάμεσα στα δύο και, μαγικά, παραμένει μία. Μπαίνει μέσα στην Chunga ολόκληρη, από τα πόδια έως την κορυφή, λες και την έχει στοιχειώσει! Κάτι που, ομολογώ, σπάνια έχω δει στο θέατρό μας.

Η νεότατη Ηλιάνα Μαυρομάτη (Meche) βυθίζεται στην αλήθεια του ρόλου. Έρχεται από το «εκεί» του μύθου με τη λάμψη στα μάτια, δραπετεύει στο «εδώ», αναλήπτεται ξανά… Με το ακαταμάχητο επιχείρημα της ηλικίας, με καλή τεχνική, με γνώση και με ένστικτο, δίνει, πέρα από μια γυναίκα από σάρκα και αίμα… την προαιώνια μορφή της άπιαστης, μυθικής γυναίκας, που όλοι ποθούν, αλλά κανείς δεν μπορεί να έχει δική του. Επειδή είναι… η γοητεία του απαγορευμένου, είναι η ίδια η απρόσιτη θηλυκή ψυχή του κόσμου.

Advertisements

«La Chunga», στο θέατρο Επί Κολωνώ

  • Θα το ζήλευε και ο Τένεσι Ουίλιαμς

  • «La Chunga», Επί Κολωνώ
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Είναι το πρώτο θεατρικό έργο του σημαντικού Περουβιανού μυθιστοριογράφου Μάριο Βάργκας Λιόσα στη χώρα μας. Και παρά τον ακραίο ερωτισμό του, φαίνεται πως γνωρίζει στη σκηνή μας θεαματική υποδοχή. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αν ζούσε ο Τένεσι Ουίλιαμς θα το ζήλευε, αν μη τι άλλο για την ελευθερία του να δείχνει πράγματα που στην εποχή του μόνο ως υπονοούμενα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά.

Η  Καρυοφυλλιά Καραμπέτη εξαφανίζεται πίσω από τον ρόλο της

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη εξαφανίζεται πίσω από τον ρόλο της

Ακόμα και όταν, ίσως ακριβώς λόγω της αυτολογοκρισίας, τα έργα κουβαλούν στοιβαγμένες κουβέντες και ψιθύρους, σουρσίματα του πόθου, που διαλύονται στον καθαρό αέρα.

Αν κοιτάξουμε προσεκτικά, το «La Chunga» αποτελεί επαναδιαπραγμάτευση ενός παλιού θέματος με τα μέσα της σημερινής παρρησίας. Ενα μέρος του έργου μοιάζει να έχει γραφτεί την εποχή του δραματικού χρόνου του, στα 1945, στον καφενέ της αντρογυναίκας που τη φωνάζουν «Chunga» -ας πούμε, σε ελεύθερη μετάφραση, «ζόρικη»-, προσφώνηση ταιριαστή για γυναίκα που διατηρεί στην πιο κακόφημη περιοχή της Λίμα στέκι για αποβράσματα. Πάνω σε αυτό έρχεται να προστεθεί ένα δεύτερο έργο, σχόλιο και επέκταση του πρώτου.

Στον τεκέ της Τσούνγκα ο καθένας καλύπτει κάτω από το πετσί του μάτσο «μανγκάτσε» και «γκαλινάσος» την αλήθεια της προσωπικής του αδυναμίας. Κρυφές επιθυμίες, απωθημένα και υπαινιγμοί: αυτό που βρίσκεται σε διωγμό είναι η θηλυκή φύση, η αναγνώριση μιας ρωγμής στην ταυτότητα του «ανίκητου» επιβήτορα. Σε αυτήν την άνυδρη γωνιά της αντρικής επικράτειας η όμορφη Μέτσε έρχεται σαν σταγόνα βροχής, αντικείμενο πόθου και λάβαρο ελευθερίας. Ο καθένας από τους «μοιραίους» μπορεί να δει σε αυτήν κάποιο βίτσιο, μια ευκαιρία πλουτισμού, τον έρωτα ή τον εαυτό του. Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι τι βλέπει σε αυτήν η ίδια η Τσούνγκα: είναι το καταπιεσμένο της ερωτικό ένστικτο; Ή μήπως το χάδι που οφείλει στον εαυτό της;

Δεν είναι έργο ασήμαντο από μόνο του, η παράσταση του Επί Κολωνώ όμως το κάνει να μοιάζει ανώτερο της πραγματικής του αξίας. Αντίθετα με ό,τι περιμένει κανείς, το σημαντικό δεν βρίσκεται μόνο στη διδασκαλία των ηθοποιών, αν και αξίζουν να γραφτούν πολλά για τον τρόπο με τον οποίο η Ελένη Σκότη μεταφέρει πορίσματα του «φανταστικού ρεαλισμού» και της αμερικανικής σχολής υποκριτικής. Είναι κυρίως η μαεστρία της στη διαχείριση του σκηνικού-κινηματογραφικού τέμπο, που εντυπωσιάζει. Τα επί μέρους και κατ’ ιδίαν, ο φωτισμός κάθε σκηνής, η διαρκής μετακίνηση από το υποκειμενικό στο αντικειμενικό και από το πραγματικό στο ονειρικό αφορούν πλέον τέσσερις διαστάσεις, με τέταρτη αυτή του χρόνου.

Για τους ηθοποιούς ισχύει πάντα ο γνώμονας του επιτυχημένου ρεαλισμού: Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη εξαφανίζεται πίσω από την Τσούνγκα, όπως ο Δημήτρης Λάλος χάνεται πίσω από τον Χοσεφίνο. Και είναι προς το παρόν αδύνατον να σκεφτώ τους Στάθη Σταμουλακάτο, Δημήτρη Καπετανάκο και Γιάννη Λεάκο να διαθέτουν συμπεριφορές άλλες, εκτός των προσώπων που υποδύονται. Η επιτυχία, όμως, της παράστασης είναι κατά τη γνώμη μου ο ρόλος της Ηλιάνας Μαυρομάτη. Εχω την εντύπωση ότι αν υπάρχει κάτι αληθινά «μαγικό» στο έργο, είναι το φως που ρίχνει στα πράγματα η αγαθή και βαθιά απελπισμένη Μέτσε, ο τρόπος με τον οποίο θυμίζει σε όλους τη χαμένη τους φύση, τη νικημένη από τη φτώχεια και την ερήμωση ευγένειά τους. Οτι η Μαυρομάτη διατηρεί την ποιητική λειτουργία της είναι μεγάλη επιτυχία. Ο αφηγητής του Ισίδωρου Πάτερου (ένθετος από το μυθιστόρημα «Πράσινο Σπίτι» του Λιόσα) επιβάλλει την αναγωγή των δρώμενων στη μουσική τους αναλογία. Λειτουργικά και σημαίνοντα τα σκηνικά του Γιώργου Χατζηνικολάου, καθ’ όλα άψογη η μετάφραση της Μαρίας Χατζημμανουήλ.*