Το «Μεγάλο μας τσίρκο» σήμερα, με την ευκαιρία της παράστασης του ΚΘΒΕ

Πολενάκης Λέανδρος, Η ΑΥΓΗ: 30/09/2012

Το «Μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη γράφηκε σε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή μέσα στην «επάρατη» επταετία και παίχτηκε το καλοκαίρι του 1973, ενώ διαμορφωνόταν μια πολιτική αλλαγή που κανείς δεν ήξερε ακόμη ποια μορφή θα έπαιρνε και τι θα «έσερνε» πίσω της. Έχω την εντύπωση ότι το έργο του Καμπανέλλη, που συνάντησε, τότε, όπως τώρα που ξαναπαίζεται, την ολόθερμη ανταπόκριση του κοινού, συνέβαλε με τον τρόπο του στη διαμόρφωση της αλλαγής.

Εκείνο που μένει από το «Μεγάλο μας τσίρκο» είναι μια αίσθηση, σωστή, της ιστορικής αδικίας που έπληξε τον ελληνικό λαό από την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα

Ο «Ρωμιός» και το «Ρωμιάκι» είναι οι δύο χαρακτηριστικές φιγούρες του έργου, η «ραχοκοκαλιά» του. Μέσα από τους διαλόγους τους ο Καμπανέλλης σχολιάζει θυμόσοφα τη νεοελληνική Ιστορία και προδιαγράφει αισιόδοξα το μέλλον: βάζει το «Ρωμιάκι», στο φινάλε, να αφουγκράζεται το έδαφος καλώντας μας να ακούσουμε «κάτι μεγάλο που έρχεται». Το «μεγάλο» που προσμέναμε ήρθε, κούτσα – κούτσα, με τη μορφή της Μεταπολίτευσης, που βγήκε στα μετερίζια με τα νυχτικά της και μας έσκασε από εκεί πάνω ένα φτενό χαμόγελο ξεδοντιασμένης γραίας. Τα υπόλοιπα, γνωστά. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η Ιφιγένεια και εμε

  • Πολενάκης Λέανδρος, Η ΑΥΓΗ: 23/09/2012

Η απότομη μεταστροφή της Ιφιγένειας και η μετάβαση «από τη θυσία στην αυτοθυσία» θεωρείται ότι είναι το μεγάλο πρόβλημα της τραγωδίας αυτής. Με αποτέλεσμα να υπάρχει διχογνωμία, αν τα «πατριωτικά» λόγια της που ακολουθούν είναι ειλικρινή ή σαρκαστικά. Ωστόσο το πρόβλημα της μετάβασης είχε γεννηθεί πολύ νωρίτερα, ήδη από τις «Ευμενίδες» του Αισχύλου, όπου αναγγέλλεται το τέλος της συλλογικής ευθύνης και στο εξής ο καθείς βαρύνεται με τις δικές του μόνο επιλογές και πράξεις. Ένα προσχεδίασμα, θα έλεγα, της ελεύθερης ανθρώπινης βούλησης και συνείδησης, που θα καλλιεργήσει αργότερα ο Ευριπίδης. H Τραγωδία, μετά από αυτό είναι υποχρεωμένη να αναζητήσει νέους τόπους για το τραγικό στοιχείο και η μετάβαση από τη θυσία ενός επιλεγμένου από τους θεούς εξιλαστήριου θύματος στην αυτοθυσία γίνεται πλέον μονόδρομος. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Διαχρονικά επίκαιρος ο Αριστοφάνης

«Ιππής»
  • «Ιππής» από το ΚΘΒΕ

Εν μέσω του μακρόχρονου Πελοποννησιακού Πολέμου – ενός βρώμικου πολέμου για το ποια από τις ελληνικές πόλεις-κράτη θα αποφασίζει και θα επιβάλει στις άλλες πόλεις – συμμάχους και μη – την οικονομική, στρατιωτική και επεκτατική πολιτική της – ο Αριστοφάνης γράφει τους «Ιππής». Μια απροκάλυπτα σαρκαστικότατη καταγγελία της πολιτικής δημαγωγίας του «δημοκρατικού» Κλέωνα, εκτροφέα της διαφθοράς και στο Δήμο. Μια πολιτική κωμωδία που υπογραμμίζει την ανάγκη για μιαν άλλη πολιτική, που θέλει μεν να αισιοδοξήσει, φοβάται δε για το μέλλον της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Ο Αριστοφάνης μετονομάζοντας τον Κλέωνα σε «Παφλαγόνα», τον εμφανίζει ως πρώην βυρσοδέψη, κατ’ επάγγελμα τομαρά, που διαφθείρει και «παχαίνει» μέχρι σκασμού την εξουσία του Δήμου, ώστε να «γδέρνει» τα μέλη της Εκκλησίας του Δήμου – το λαό. Ως αντιπάλους της κάλπικα φιλολαϊκής πολιτικής σαπίλας του Παφλαγόνα-Κλέωνα, ο Αριστοφάνης αντιπαραθέτει την τάξη των ολιγαρχικών Ιππέων, που αποκαλύπτουν και ανατρέπουν τον Παφλαγόνα, φέρνοντας στην εξουσία τον Αλλαντοπώλη, που αναλαμβάνει να «ξανανιώσει» το Δήμο βράζοντάς τον «στο ζουμί» του… ώστε «καθαρμένος» πια να κερδίσει την Ειρήνη. Ομως, και αυτό το πρόσωπο που πλάθει ο Αριστοφάνης είναι ένα παρόμοιο με τον Παφλαγόνα «κουμάσι», εξίσου άθλιο και πανούργο. Η πολύσημη αλλά και αμφίσημη μυθοπλασία της κωμωδίας αυτής διαθέτει πολλές αναλογίες για ερμηνευτική αντιστοίχησή της με το σημερινό βρωμερό πολιτικο-οικονομικό πόλεμο, «συμμάχων» και μη, σε βάρος του λαού μας. Η ελεύθερη απόδοσή της από τον Σταμάτη Φασουλή, όπως και η σκηνοθεσία του άφησαν ανεκμετάλλευτη αυτή τη δυνατότητα. Οι κειμενικές παρεμβάσεις δεν πρόσφεραν ούτε επικαιρική εμβέλεια ούτε κωμική νοστιμιά. Ο πηγαίος κωμικός οίστρος και η σκηνική ελαφράδα, έλειψε – σκηνοθετικά, σκηνογραφικά, ενδυματολογικά, μουσικά, χορογραφικά, αλλά και ερμηνευτικά – παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ηθοποιών (με τη σειρά εμφάνισης): Τάκης Παπαματθαίου, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Πέτρος Φιλιππίδης, Γιάννης Ζουγανέλης, Γιώργος Καύκας, Γιώργος Παπαγεωργίου.

  • «Εκκλησιάζουσες» από το «Θέατρο του Νέου Κόσμου»
«Εκκλησιάζουσες»

Παρότι μέσα στις χιλιετίες το γυναικείο γένος μετρά φοβερές θυσίες, αμέτρητα θύματα και πολύμορφους αγώνες, διεκδικώντας να γίνει σεβαστό και ισότιμο με το ανδρικό γένος, ελάχιστα δικαιώματα έχει κατακτήσει (όχι όμως και σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης), δικαιώματα αμφισβητούμενα και αναιρούμενα, ακόμα και στο σύγχρονο «πολιτισμένο» κόσμο. Θα μπορούσε να φανταστεί και θα δεχόταν, άραγε, ο σύγχρονος «πολιτισμένος» κόσμος, οι σύγχρονες «αναπτυγμένες» χώρες, οι λεγόμενες «δημοκρατικές» κοινωνίες, το ενδεχόμενο, ξαφνικά, μια νύχτα, η εξουσία- και μάλιστα μια εξουσία με συλλογικά όργανα και συλλογικές αποφάσεις, μια εξουσία της ισότητας, δικαιοσύνης, κοινοκτημοσύνης με κατάργηση της ιδιοκτησίας – να περάσει αποκλειστικά στα χέρια των γυναικών, όχι των επωνύμων, αλλά των γυναικών του λαού, προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, ανδρικού και γυναικείου; Αδύνατον. Ο Αριστοφάνης, όμως, και φαντάστηκε και μυθοστόλησε εκπληκτικά ένα τέτοιο – αν και απόλυτα ουτοπικό για την Αθηναϊκή Δημοκρατία – ενδεχόμενο. Ο ποιητής καταγγέλλοντας την καταστρεπτική για το λαό και τον τόπο οικονομική και επεκτατική πολιτική που οδήγησε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και στην ήττα της Αθήνας, με αυτή την κωμωδία- ύμνο στις γυναίκες, σαρκάζοντας τη «λογική» της αργυρώνητης συμμετοχής και της ψήφου των ανδρών στις αποφάσεις της Εκκλησίας του Δήμου, θέλησε να καταδείξει όχι μόνον όλα τα κακά και άδικα σε βάρος της γυναίκας, τις οδύνες και το θρήνο της όταν χαροκαίγεται από ένα παράλογο πόλεμο, αλλά και να υπογραμμίσει ως μόνη διέξοδο από την πολιτική σήψη και την οικονομική και κοινωνική κατάπτωση της Αθήνας, μια πολιτική που θα διδαχθεί από το μόχθο, την ευφυία, την ιδιαίτερη ευαισθησία, τη λογική, τη δημιουργική δύναμη, την υπομονή, την επιμονή και την ικανότητα των γυναικών – κόντρα σε όλες τις αντιξοότητες – να νοικοκυρεύουν το σπιτικό τους προς όφελος όλης της οικογένειας. Η ανθρωπότητα έχει να διανύσει μεγάλη πορεία μέχρι να πραγματοποιηθεί η κοινωνία που ονειρεύτηκαν και επέβαλαν οι «Εκκλησιάζουσες». Το μυθοπλαστικό οίστρο, τη διαχρονική αξία, την ανθρωπιστική και κοινωνική χρησιμότητα αυτής της αριστοφανικής κωμωδίας ανέδειξε η σκηνοθετική «ανάγνωση» του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Μια παράσταση με χιούμορ, ευρηματική φαντασία αλλά χωρίς υπερβολές και εικαστική φινέτσα. Μια παράσταση αγάπης για τη γυναίκα, με τη συνολικά «εύφορη» δημιουργική συμβολή όλων των συνισταμένων της. Της πικάντικα εκσυγχρονιστικής απόδοσης (Βασίλης Μαυρογεωργίου), της γλυκύτατα μελωδικής μουσικής (Θάνος Μικρούτσικος), των πανέμορφων κοστουμιών (Αγγελος Μέντης), της εκφραστικής χορογραφίας (Αγγελική Στελλάτου), των φωτισμών (Σάκης Μπιρμπίλης). Μεγάλο και τελικό στήριγμα της σκηνοθετικής ανάγνωσης είναι οι ερμηνείες. Ηθοποιός με πηγαίο χιούμορ, με σκηνικό νεύρο και εκφραστικότατα μέσα, η Δάφνη Λαμπρόγιαννη, πρωτοεμφανιζόμενη σε αριστοφανική κωμωδία, μακράν της υποκριτικής «φθοράς» που προκαλεί η τηλεόραση, με σοβαρότητα, μέτρο, αλλά και κωμική ελαφράδα έπλασε την Πραξαγόρα. Θεατρικά εκφραστικότατες και κωμικά χυμώδεις είναι οι ερμηνείες των Παντελή Δεντάκη (ιδιαιτέρως στη Β’ Γριά), Νίκου Καρδώνη, Μαίρης Σαουσοπούλου, Στράτου Χρήστου. Αξιοσημείωτη ερμηνευτικά είναι η Γεωργία Γεωργόνη. Θετική η προσπάθεια των Κώστα Κόκλα και Γιώργου Πυρπασόπουλου να ξεφύγουν από τις τηλεοπτικές ευκολίες τους.

  • «Ορνιθες» από το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης
«Ορνιθες»

Είναι ουτοπία το όνειρο για μια άλλη κοινωνία, μια κοινωνία της ειρήνης, της ελευθερίας, της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της ισότητας, χωρίς θρησκειολογικές φαντασιώσεις, απατεώνες εξουσιαστές, δόλιους εκμεταλλευτές; Ουκ ολίγοι χαρακτηρίζουν ουτοπική την κωμωδία του Αριστοφάνη «Ορνιθες», παραβλέποντας ότι ο μέγας αυτός ποιητής μέσω αυτής της – έμμεσα πολιτικής – υπερεαλιστικής αλληγορίας του τονίζει την ανάγκη ανατροπής κάθε κοινωνίας σαπισμένης από τη διαφθορά, την απάτη και την εκμετάλλευση των αδυνάτων από «θεώθεν» και επίγειους εξουσιαστές. Στα περί ουτοπίας η πολύ ενδιαφέρουσα «ανάγνωση» των «Ορνίθων» από τον Γιάννη Κακλέα, με το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, αντιτάσσει την άποψη ότι όσο κι αν φαντάζει μη απραγματοποίητη μια άλλη κοινωνία, αν ο άνθρωπος «σταματήσει να την επιθυμεί κινδυνεύει με αφανισμό», και ότι η πραγματοποίησή της «από εμάς εξαρτάται», άποψη με την οποία κλείνει συγκινητικά και με δόση αισιοδοξίας την παράσταση. Η υπογράφουσα θεωρεί, ότι μετά την ανυπέρβλητη αισθητικά παράσταση του Κουν, η παράσταση του Κακλέα είναι η πιο ενδιαφέρουσα, ουσιωδώς εκσυγχρονιστική ερμηνευτική αντιμετώπιση των «Ορνίθων», κυρίως ιδεολογικά. Η εκσυγχρονιστική απόδοση του Κακλέα περιέλαβε – εν είδει προλόγου, αριστοφανικής παράβασης και επιλόγου – αποσπάσματα κειμένων του Καρυωτάκη, του Δημητριάδη και της Γώγου, που σηματοδοτούν εύγλωττα τη σύγχρονη ηθική, πολιτικοοικονομική και κοινωνική παρακμή. Καταδεικνύοντας σαρκαστικά – μέσω των κοστουμιών και του σκηνικού (Βάλια Μαργαρίτη- Μανώλης Παντελιδάκης) και της καλά δουλεμένης και εκτελεσμένης εκφραστικής κινησιολογίας και χορογραφίας (Κυριάκος Κοσμίδης), τη μεταμοντέρνα αισθητική, τα εντυπωσιοθηρικά κόμικς, το διαδεδομένο παντού χολιγουντιανό κιτσαριό, το ακριβό ενδυματολογικό γούστο των χρηματιστηριακών χρυσοκανθάρων και τεχνοκρατών, των πολιτικών και λογής λογής άλλων παρασίτων της άρχουσας τάξης, η σκηνοθεσία αντιπαραθέτει την απλότητα του καθημερινού ανθρώπου, την αθωότητα των μικρών παιδιών ως μόνη ελπίδα για το αύριο. Αλλά και στα ξενόφερτα εκκωφαντικά μουσικά ήθη αντιπαραθέτει το κειμηλιακό κάλλος και τη γλυκύτητα της μουσικής του Χατζιδάκι για τους «Ορνιθες» του Κουν. Η παράσταση υπηρετείται από συνολικά πολύ καλούς ηθοποιούς και χορευτές. Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος (Πεισθαίτερος) καταθέτει τη στέρεη, αλλά και λαϊκής γλυκύτητας κωμική του στόφα. Ευνοημένος και μεγεθυμένος (κειμενικά και τραγουδιστικά) από τη διασκευή, ο ρόλος του Ευελπίδη ερμηνεύθηκε με σκηνικό «νεύρο» και χιούμορ από τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο. Εξαιρετικές οι ερμηνείες – και μάλιστα με μεταμορφώσεις τους σε αρκετούς ρόλους – των Γιώργου Χρυσοστόμου, Βαγγέλη Χατζηνικολάου, Αγορίτσας Οικονόμου, Προκόπη Αγαθοκλέους, Κώστα Μπερικόπουλου και Σωκράτη Πατσίκα.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 19 Σεπτέμβρη 2012

Παις τύχης ή ανάγκης;

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Για έναν στοιχειωδώς εγγράμματο αναγνώστη των αρχαίων, έστω από μετάφραση τραγικών κειμένων, αλλά και για κάθε, έστω μέσω βιντιπαίντια, πληροφορημένο μαθητή λυκείου, ο Σοφοκλής υπήρξε ο θεολογικότερος από τους τρεις τραγικούς και ίσως ο συντηρητικότερος. Οι άλλοι δύο πέθαναν στην εξορία, ενώ ο ευπατρίδης Σοφοκλής αναπαυόταν στις δάφνες του αποδεχόμενος ακόμη και τις δημοκρατικές παρεκκλίσεις της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Εξάλλου, πιθανολογείται σοβαρά πως υπήρξε ένας από τους ηγέτες της πραξικοπηματικής μεταπολίτευσης του 411 π.Χ. Ο Σοφοκλής όχι μόνο πιστεύει, εξάλλου στα γεράματά του ήταν ιερέας οικογενειακής σέχτας θρησκευτικής, αλλά πιστεύει και στους αμφίσημους για τους άλλους τραγικούς και τους σοφιστές χρησμούς. Απόδειξη πως στα μεγάλα έργα του, από την «Αντιγόνη» έως τον «Κολωνό», δεν υπάρχει επιφάνεια θεού αλλά μόνο χρησμού, που κι αυτούς αμφισβητούν οι ήρωες, επαληθεύονται και τον κατατροπώνουν. Πριν από χρόνια, στο πάλαι ποτέ ένδοξο Φεστιβάλ Αθηνών, είχε έρθει στο Ηρώδειο ένας έξοχος γερμανικός θίασος που παρουσίασε έναν άκρως προτεσταντικό Οιδίποδα. Ο Χορός έβριζε κουνώντας το δάχτυλο στους θεούς, όπως τώρα καλή ώρα στον Οιδίποδα του Γκραουζίνις ο Χορός στο χορικό της παρόδου κοιτάει συνεχώς τον ουρανό ικετεύοντας και ο ουρανός, λες και είναι φίλος του Μπέργκμαν, απαντά με «Σιωπή». Εξάλλου η λέξη «σιωπή» τονίστηκε και προστέθηκε στη μετάφραση του Βολανάκη. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Το χθες ξαναζωντάνεψε δις…

  • Με την επιθεώρηση «Ελα απόψε στου… Μελά» και το θρυλικό «Μεγάλο μας τσίρκο»

Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 16/9/2012

Ελα απόψε στου… Μελά
επιλογή κειμένων – τραγουδιών: Ιάσων Τριανταφυλλίδης, σκηνοθ.: Γιάννης Καλατζόπουλος, θέατρο: ΚΘΒΕ

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ
Το μεγάλο μας τσίρκο
σκηνοθ.: Σωτήρης Χατζάκης, θέατρο: ΚΘΒΕ και Ακροπόλ

Αναφερόμενος στην αναβίωση της θρυλικής επιθεώρησης το «Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη που οδήγησε πριν από τρεισήμισι δεκαετίες την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο στο ΕΑΤ/ΕΣΑ, ο κριτικός και ιστορικός του θεάτρου μας Κώστας Γεωργουσόπουλος έγραφε τον περασμένο Αύγουστο: «Τίποτα δεν άλλαξε 39 χρόνια μετά». Κι αυτό συμβαίνει, λέει, εφόσον εμείς οι Ελληνες εξακολουθούμε να κάνουμε χιλιάδες χρόνια «τα ίδια λάθη, τις ίδιες προδοσίες ιδεών και αξιών, τις ίδιες στρεβλώσεις και τις ίδιες ταπεινώσεις υφιστάμεθα από εχθρούς και φίλους». Μπορεί να ’ναι κι έτσι. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Σκυθρωπός Μολιέρος

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012
Τα πρωθύστερα της ανάπηρης γενικής παιδείας μας. Ο «Αμφιτρύων» του Πλαύτου παίχτηκε στο Εθνικό το 1977, ενώ χρόνια πριν είχε παιχτεί ο «Αμφιτρύων» του Μολιέρου. Δηλαδή πρώτα παίχτηκε η διασκευή και μετά το πρωτότυπο. Με τον «Αμφιτρύωνα» έχουμε ένα σπουδαίο φιλολογικό και θεατρικό παράδοξο. Από το πρωτότυπο του Πλαύτου ο Μολιέρος «τράβηξε» τη διασκευή του, από τον Μολιέρο βγήκε η διασκευή του Κλάιστ (που ανέβασε έξοχα το Αμόρε πριν από λίγα χρόνια) και από τους τρεις βγήκε η διασκευή του Ζιροντού «Αμφιτρύων 38»), και αυτό ανέβασε πριν από το πρωτότυπο το Εθνικό! Ο Πλαύτος δεν εφηύρε τον «μύθο», τον βρήκε κοινόχρηστο στον αρχαίο κόσμο, όπως το βρήκε και ο Οβίδιος στις «Μεταμορφώσεις» του. Εξάλλου η έννοια του διπλού, προτύπου και ειδώλου, έρχεται και με τον μύθο του και με τη διπλή «Ελένη» στο ποίημα του Αρχίλοχου που το δανείστηκε ο Αισχύλος στο χαμένο σατυρικό τέταρτο δράμα της «Ορέστειας», τον «Πρωτέα» (το μυθικό τέρας που μεταμορφωνόταν σε μύριες εκδοχές), και βέβαια τη διπλή «Ελένη» του Ευριπίδη. Από εκεί και πέρα το παιχνιδάκι των διπλών και των μεταμορφώσεων από τους «Μέναιχμους» του Πλαύτου έφτασε στον Σαίξπηρ και σ’ όλη την γκάμα των θεατρικών διδύμων έως τον «Δειλό και τον τολμηρό» που έπαιξε έξοχα ο Χορν. Ο εξαντλητικά μελετημένος πάντα Λευτέρης Βογιατζής φοβάμαι πως θέλησε να ξεπεράσει ό,τι κόμιζε ως ευκολία το παιχνίδι και την απόλαυση της κωμωδίας των συγχύσεων και των παρεξηγήσεων και έδωσε μια πιραντελική διάσταση στην κωμωδία του Μολιέρου. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μη μου την εικόνα τάραττε

  • ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ
  • Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Φέτος στη Θεσσαλονίκη είδαμε τέσσερις αριστοφανικές κωμωδίες, που είχαν τρία κοινά στοιχεία: α) τη βούλα του Φεστιβάλ της Επιδαύρου, β) τις δάφνες της λαϊκής αποδοχής και γ) γνωστούς τηλεοπτικούς αστέρες στο καστ τους. Δε θα με απασχολούσε το ζήτημα, εάν δεν ήταν η Επίδαυρος στη μέση -υποτίθεται το μεγαλύτερο και γνωστότερο φεστιβάλ της χώρας. Και διερωτώμαι: αυτό είναι το θέατρο που έχουμε να προτείνουμε στους θεατρόφιλους, εγχώριους και ξένους; Θα μου πείτε, οι ξένοι τουρίστες θα πάνε, ούτως ή άλλως, ώς εκεί. Ναι, όμως δε θα πάνε για τις σκηνοθετικές προτάσεις (που θα ‘πρεπε να «παίζουν» και αυτές), αλλά για το μνημείο και μόνο. Και αυτό το βρίσκω βαθύτατα ανησυχητικό, ιδίως σε εποχές σαν κι αυτήν που βιώνουμε, όπου αναζητούμε αγωνιωδώς σωσίβιες λέμβους στη θάλασσα του πολιτισμού. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου