Κείμενα λαϊκού αισθήματος

«Θα τρελαθούν κι αφεντικά θα τρελαθούν και δούλοι»
  • «Το μεγάλο μας τσίρκο» με το ΚΘΒΕ

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης πρόσφερε στη νεότερη ιστορία του ελληνικού θεάτρου ένα έργο – σταθμό, πολύτιμη διδαχή για την ανάγκη οι καλλιτέχνες να δημιουργούν και να αντιπαρατίθενται με τη δημιουργία τους σε δεινούς καιρούς και σε δυνάστες, αλλά και τρανή απόδειξη της δύναμης του λαϊκού θεάτρου. Αυτό έκανε ο Καμπανέλλης, γράφοντας για το θίασο Τζένης Καρέζη – Κώστα Καζάκου την ιστορικο-πολιτική σάτιρα «Το μεγάλο μας τσίρκο». Ολο το χειμώνα του 1972 και την άνοιξη του 1973 έγραφε και ξανάγραφε σκηνικά επεισόδια, τα οποία – ανατρέχοντας στην Ιστορία της Ελλάδας από την αρχαιότητα μέχρι και το Β’ Πόλεμο – σπονδύλωναν το έργο, ως παράσταση ενός τσιρκολάνικου μπουλουκιού, με νούμερα και τραγούδια. Ο Καμπανέλλης, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του «θεάτρου μέσα στο θέατρο» και τη δομή των επιθεωρησιακών σκετς, κάποια νούμερα τα έγραψε σε δυο – τρεις παραλλαγές, ώστε να «χορτάσει», να εκτονώσει αλλά και να μπερδέψει τη λογοκριτική μανία της χούντας. Και τα κατάφερε. Η παράσταση του έργου στο «Αθήναιον» (το καλοκαίρι του 1973) και η επανάληψή του στο «Ακροπόλ» (αρχές Οκτώβρη 1973 έως τις αρχές Μάη 1974), σε σκηνοθεσία Κώστα Καζάκου, με συνεργάτη τον Ευγένιο Σπαθάρη που δίδαξε κινησιολογικά και φωνητικά τις σκηνές με ήρωες του θεάτρου σκιών, μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, ζωντανή ορχήστρα και τραγουδιστή τον μοναδικό και ανυπέρβλητο Νίκο Ξυλούρη, παρότι συνεχώς παρακολουθούμενη από τη χούντα, θριάμβευσε. Θριάμβευσε, γιατί εξέφρασε – με υπονοούμενα, περιορισμένα και όχι για όλες τις περιόδους της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας μας – πόθους, αγώνες και πάθη του λαού στο παρελθόν και το άχτι του για τη χουντική δικτατορία. Αν ο Καμπανέλλης έγραφε το «Τσίρκο» μετά τη μεταπολίτευση και την κατάργηση της λογοκρισίας, ίσως να τολμούσε να εκφράσει τολμηρότερες και περισσότερες αλήθειες, ιδιαίτερα για τη μεταπολεμική ιστορία μας. Πάντως, το «Τσίρκο» παραμένει – θεματολογικά και μορφολογικά – ανθεκτικό, διαχρονικό και επίκαιρο, όπως αποδείχνει το ανέβασμά του από το ΚΘΒΕ. Η σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη δεν «αναβιώνει» την πρώτη, αλησμόνητη και από σκηνοθετική και ερμηνευτική άποψη παράσταση, μια παράσταση πηγαίου, απόλυτα ελληνικού, λαϊκού θεάτρου. Η παράσταση του Χατζάκη ανέδειξε το λαϊκό χαρακτήρα του περιεχομένου και της μορφής του έργου, προσθέτοντάς του και στοιχεία της κομέντια ντελ άρτε και του γκροτέσκου, με τη συνεργασία των κοστουμιών (Ερση Δρίνη) και της χορογραφίας (Δημήτρης Σωτηρίου). Οι θεατές της παράστασης του ΚΘΒΕ απολαμβάνουν τα μηνύματα και την καυστική σάτιρα του έργου, τη ζωντανή εκτέλεση της μουσικής, διευθυνόμενη, μάλιστα, από τον συνθέτη, τα τραγούδια με τον καλλίφωνο Ζαχαρία Καρούνη και τις γενικά καλές επιδόσεις των ηθοποιών, με αξιολογότερες τις ερμηνείες του Γιώργου Αρμένη (ιδιαίτερα ως άγαλμα του Κολοκοτρώνη), της Μαρίνας Ασλάνογλου και του Τάσου Νούσια (επιδεικνύει, όμως, υπερβολικά την κινησιολογική του ικανότητα).

«Οξω απ’ την παράγκα»
Despina Mavridou
  • «Θα τρελαθούν αφεντικά θα τρελαθούν και δούλοι» με τα «Βήματα»

Η αβάσταχτη… επικαιρότητα του Γεωργίου Σουρή. Κάπως έτσι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ο επίκαιρος – σαν να είναι γραμμένος σήμερα για την πολιτική και τις «κολεγιές» του δικομματισμού, την καπιταλιστική κρίση, τα φορομπηχτικά χαράτσια, την πτώχευση του λαού – λόγος του σπουδαίου σατιρικού ποιητή του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Ο Γ. Σουρής (1853-1919) εκπλήσσει με τον τσουχτερό σαρκασμό των κειμένων του (ποιημάτων, σκετς της σειράς «Φασουλής και Περικλέτος» και μονόπρακτων) που περιλαμβάνει η παράσταση του θιάσου «Βήματα» υπό το γενικό τίτλο «Θα τρελαθούν κι αφεντικά, θα τρελαθούν και δούλοι». Ο Σουρής, γεννημένος στη Σύρο, από εύπορη οικογένεια, που πτώχευσε όταν «πνίγηκε» το νεοσύστατο ελληνικό κράτος με τα δάνεια των επικυρίαρχων τραπεζιτών των «μεγάλων δυνάμεων» και τον έλεγχο του Διεθνούς Ταμείου, αντί για παπάς, όπως ήθελε ο πατέρας του, έγινε γραφιάς, σπουδαίος «ακονιστής» του σατιρικού λόγου ενάντια σε όλα τα πολιτικά, κοινωνικά και ανθρωπολογικά στραβά κι ανάποδα της εποχής του. Τα πρώτα σατιρικά ποιήματά του δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά «Ασμοδαίος», «Μη χάνεσαι» και «Ραμπαγάς». Στη συνέχεια το ποιητικό ταλέντο και το οξυδερκές πολιτικοκοινωνικά πνεύμα του έλαμψαν με τον «Ρωμιό», την εβδομαδιαία, έμμετρη, πολιτικοκοινωνικά σατιρική εφημερίδα που έγραφε και εξέδιδε από το 1883 μέχρι το 1918, αλλά και με έμμετρες κωμωδίες του, που καυτηρίαζαν τα άθλια έργα, άθλιων πολιτικών (πρωθυπουργών, υπουργών, δημάρχων, πολιτευτών, κρατικών παραγόντων, λοιπών συνενόχων και «επιφανών» αστών), «τρωκτικών» και διαφθορέων της κοινωνίας της εποχής του. Δεν άφηνε, όμως, άκριτη και την αφέλεια των λαϊκών στρωμάτων και τη βλαπτική για τα ίδια ανοχή τους. Αυτά ήθελε να «ξυπνήσει» με τη σάτιρά του ο Σουρής. Ο θίασος «Βήματα» και η θεατρολόγος Μαρία Μάλλιου ανέδειξαν τη διαχρονική αξία, αλλά και την εκπληκτική επικαιρότητα της πολιτικοινωνικής σάτιρας του Σουρή, επιλέγοντας ως κειμενικό υλικό της παράστασης τα μονόπρακτα «Ο αναπαραδιάρης» (ένας άνεργος νέος, διωκόμενος από χωροφύλακα επειδή δεν έχει χρήματα για να πληρώσει ένα χαράτσι, αναγκάζεται να παντρευτεί την γεροντοκόρη αδελφή του χωροφύλακα), «Δεν έχει τα προσόντα» (ένας βουλευτής τάζει σε έναν ανειδίκευτο νέο ότι θα τον διορίσει στο Δημόσιο, προκειμένου να παντρευτεί τη μοδιστρούλα και με προίκα αρραβωνιαστικιά του νέου), «Η Περιφέρεια» (ψηφοθηρίες και ερωτοτροπίες ενός βουλευτή κι ενός δημάρχου). Μονόπρακτα που «γεφυρώνονται» με σπαράγματα ποιημάτων και διαλόγων των «Φασουλή και Περικλέτου». Η σκηνοθεσία (Ελένη Γερασιμίδου – Μαρία Μάλλιου), με συνεργάτες τους Κώστα Βελινόπουλο (σκηνικά – κοστούμια), Δημήτρη Λέκκα – Φίλιππο Περιστέρη (μουσική) και Αγγελο Χατζή (χορογραφία), Κώστα Σταματόπουλο (ευθύβολο πολιτικο-ιστορικά βίντεο), πρόβαλαν το λαϊκό θεματολογικό και μορφολογικό ήθος και την επικαιρική δύναμη της σάτιρας του Σουρή, χάρη και στις κωμικά χυμώδεις ερμηνείες της Ελένης Γερασιμίδου, της Αγγελικής Ξένου, του Αντώνη Ξένου και του Βασίλη Μπατσακούτσα.

«Το μεγάλο μας τσίρκο»
G.
  • «Οξω απ’ την παράγκα» με το «Ξυπόλυτο τάγμα»

Θέλει αγάπη, μεγάλη γνώση και τέχνη, τόλμη, πολλή και πολλαπλή δουλειά για να καταφέρει κανείς να ενσαρκώσει – όχι απλώς και μόνο φωνητικά – αλλά και σωματικά, κινησιολογικά, ψυχο-πνευματικά, ιδεολογο-αισθητικά τις «άψυχες» φιγούρες των «ηρώων» του παραδοσιακού μας θεάτρου σκιών. Αποτέλεσμα των παραπάνω συνισταμένων είναι η απολαυστικά ευφρόσυνη, πηγαίου λαϊκού ήθους και αισθητηρίου παράσταση του θιάσου «Ξυπόλυτο Τάγμα», με τον ευθύβολα εύγλωττο τίτλο «Οξω απ’ την παράγκα», τίτλος που εκφράζει όσα νιώθει ο λαός μας για του σημερινού «πλιάτσικου το ασκέρι», των ντόπιων και ξένων εκμεταλλευτών του, εγχώριων και ευρωενωσιακών γκουβέρνων, του κάθε «βεζύρη» και «βεληγκέκα» του τραπεζικού κεφαλαίου, της «τρόικας», του ΔΝΤ, που θέλουν το λαό πεινασμένο, άστεγο, καρπαζωμένο, υποταγμένο, «μοιραίο κι άβουλο αντάμα», για να βγει ο καπιταλισμός κερδισμένος και από την κρίση του. Οχι μόνο ο τίτλος, αλλά και πολλές διαχρονικές, θυμοσοφικές, σπινθηροβόλα σαρκαστικές κι αστείες φράσεις από έργα και ήρωες του θεάτρου σκιών πλουτίζουν το προσαρμοσμένο στη σημερινή οικονομική, πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα «καραγκιόζικο» έργο που έγραψε ο Τάσος Κώνστας (ο οποίος, μαζί με τους Αθω Δανέλλη, Τάσο Γεωργίου, Χάρη Μπιλλίνη, πίσω από τον μπερντέ, δίνουν φωνή και κίνηση σ’ όλους τους ήρωες του θεάτρου σκιών, πριν τη «σκυτάλη» της ενσάρκωσής τους, επί του προσκηνίου, αναλάβουν οι ηθοποιοί). Εργο, εμπλουτισμένο και με αποσπάσματα κειμένων του Διογένη και του Πτωχοπρόδρομου, από τον σημαντικό συνεχιστή της παράδοσης του θεάτρου σκιών Αθω Δανέλλη. Γνώση, αγάπη και πίστη στην αξία του λαογέννητου θεάτρου σκιών έχει και ο Κώστας Καζάκος, ο οποίος, αξιοποιώντας και τη διδασκαλία του Ευγένιου Σπαθάρη στο «Μεγάλο μας τσίρκο», σκηνοθέτησε την παράσταση απολαμβάνοντάς την και ο ίδιος, όπως και όλοι οι ηθοποιοί, που, επίσης, «γεύονται» αλλά και προκαλούν «λυτρωτικό» γέλιο με τις εξαιρετικές μεταμορφώσεις τους – ενσαρκώσεις των «πρωταγωνιστών» του θεάτρου σκιών (Καραγκιόζης, Κολλητήρης, Αγλαΐτσα, μπαρμπα-Γιώργος, Χατζηαβάτης, σιορ Διονύσιος, Βεληγκέκας, Βεζύρης, Μορφονιός, Σταύρακας, Εβραίος): Γιάννης Μποσταντζόγλου, Παύλος Ορκόπουλος, Βασίλης Τσιπίδης, Γιάννης Ζουμπαντής, Τζένη Βαβαρούτα, Τάκης Βαμβακίδης (Καραγκιόζης). Εξαιρετική ήταν η ιδέα της «αναβίωσης» του τραγουδιστή και της ζωντανής ορχήστρας που συνόδευε τις παραστάσεις του θεάτρου σκιών (παράδοση που χάθηκε γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1950). Ιδέα που ευοδώθηκε απολύτως με τον πηγαία λαϊκό τραγουδιστή και οργανοπαίκτη Γιώργο Τζώρτζη και τους μουσικούς Σωτήρη Μαργώνη, Κώστα Δουμουλιάκα, Μίλτο Χρυσανθίδη, Solis Barki, Νίκο Σουλιώτη, Παναγιώτη Μπουζέα, Δημήτρη Κατσούλη, Νίκο Φιλιππίδη. Αξιέπαινοι είναι και οι άλλοι συντελεστές της παράστασης: Νίκος Κασαπάκης (κοστούμια, σκηνικό), Πέτρος Γάλλιας (κινησιολογία), Μελίνα Μάσχα (φωτισμοί), Θανάσης Γκίκας (ήχος).

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 15/8/2012

Αστική ηθογραφία

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

Εχω διαβάσει αγωγές διαζυγίων που είναι περιβόλια ύβρεων, υποτιμητικών χαρακτηρισμών, απαξιωτικών συμπεριφορών που επιστρατεύονται εκατέρωθεν για να αποδείξουν την οριστική διάλυση του δεσμού. Φίλοι δικηγόροι με έχουν διαβεβαιώσει πως υπάρχει κλιμακωτό τυπολόγιο εκφράσεων, που αντλείται από ειδικά ανθολόγια και αποτελούν ένα πασπαρτού που καθοδηγεί ακόμη και τη γραμματεία του δικηγορικού γραφείου να συντάξει την αγωγή. Και γνωρίζω πως ζευγάρια που διάβασαν την αγωγή αγανάκτησαν και συχνά προχώρησαν σε επανασυνδέσεις των σχέσεων, γιατί διαπίστωσαν πως οι τεχνητοί λόγοι που τους χώριζαν, δεν είχαν καμιά σχέση με τα δικά τους αίτια διαζυγίου. Στο θέατρο «Αθηνά», ένα ζεύγος στα πρόθυρα διαζυγίου καταφεύγει σε ένα ζεύγος δικηγόρων για τα καθέκαστα. Οι δύο πράξεις του έργου των Γ. Βάλαρη και Στ. Παπαδόπουλου είναι γραμμένες με ακρίβεια ντοκουμέντου που το υλικό του αντλείται από την τρέχουσα δικηγορική τακτική των αγωγών περί διαζυγίου: ύβρεις, υπερβολές και διογκώσεις απαξιωτικών συμπεριφορών, στρεβλή ερμηνεία καθημερινών και πάγιων εκδηλώσεων, εκβιασμοί, προσβολές των σεξουαλικών ικανοτήτων κ.τ.λ. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Τίποτα δεν άλλαξε, 39 χρόνια μετά

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 06 Αυγούστου 2012

Πριν από 39 ακριβώς χρόνια, στα δίσεκτα χρόνια της χούντας, στο θερινό θέατρο Αθήναιον, μαζί με άλλους στην πρεμιέρα του «Μεγάλου μας Τσίρκου» είδαμε και ακούσαμε πώς αντέδρασε η καταπιεσμένη λαϊκή συνείδηση στην τόλμη του Ιάκωβου Καμπανέλλη να μιλήσει για τα «οικεία κακά». Τα «οικεία κακά» που διεκτραγώδησε ο Καμπανέλλης βρήκαν την Καρέζη και τον Καζάκο στο ΕΑΤ-ΕΣΑ και στα χέρια του ύπουλου, κρυψίνου, δολοπλόκου και προσεχώς τυράννου Ιωαννίδη. Είχα τότε χαιρετίσει, μετά την ατυχέστατη «Ασπασία», την επιστροφή του μεγάλου συγγραφέα και φίλου στον κριτικό θεατρικό ρεαλισμό αλλά κατανοούσα και τα χρονικά καυδιανά πλαίσια που τον ανάγκαζαν να παραδώσει και φλύαρα και «διδακτικά» και «ρητορικά» νούμερα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Αφελής «Ηρακλής μαινόμενος»

  • Παράσταση βασισμένη σε ξεπερασμένα μοντέλα με ηθοποιούς σχεδόν ερασιτέχνες

Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, 5/8/2012

  • ΕΥΡΙΠΙΔΗ Ηρακλής Μαινόμενος, σκην.: Πήτερ Μάινεκ – Ντεζιρέ Σάντσεζ. Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

Ενώ ο Ηρακλής βρίσκεται στον Αδη -για να φέρει στη γη τον τρικέφαλο σκύλο Κέρβερο σε μια εξυπηρέτηση για τον ηγεμόνα του Αργους Ευρυσθέα- ο θνητός του πατέρας ο Αμφιτρύων (ο Ηρακλής διαθέτει κι έναν αθάνατο γονιό, τον Δία) μένει πίσω στη Θήβα -που μαστίζεται από εμφύλιο πόλεμο- με τη γυναίκα του γιου του Μεγάρα και τα παιδιά του, τα οποία έχουν πλέον απελπιστεί για το αν θα γυρίσει ποτέ ο πατέρας τους από τον κάτω κόσμο. Στη Θήβα κυβερνά τώρα ο Λύκος, ο οποίος καταδικάζει σε θάνατο την οικογένεια του Ηρακλή. Ανέλπιστα ο Ηρακλής επιστρέφει και σκοτώνει τον Λύκο. Ομως με παρέμβαση της θεάς Ηρας, η οποία φθονεί τον Ηρακλή ως μπάσταρδο του Δία, καταλαμβάνει τον ημίθεο μανία και μέσα στην τρέλα του σκοτώνει την ίδια τη γυναίκα και τα παιδιά του. Αλλά τέλος καλό όλα καλά – τελικά συγχωρείται και πάει να ζήσει στην Αθήνα κοντά στον βασιλιά Θησέα.

Η τραγωδία γράφτηκε από τον Ευριπίδη στα 416 π.Χ. κι όταν πρωτοδιδάχθηκε στη γιορτή των μεγάλων Διονυσίων δεν κέρδισε κανένα βραβείο. Αλλά ούτε και σήμερα είναι από τις πλέον παιγμένες τραγωδίες του Ευριπίδη. Κι εδώ ξαναγεννιέται το διαρκές ερώτημα: Πώς πρέπει να κατανοούνται τα αρχαία κείμενα, έπειτα από τόσους και τόσους αιώνες που μας χωρίζουν; Και πώς πρέπει να παίζονται σήμερα; Εννοείται ότι απάντηση σαφής δεν υπάρχει. Ολοι κάνουν όπως τους φωτίσει ο Θεός. Ειδικά με τους κλασικούς μας, έχει μείνει θρυλικός ο μεγάλος καυγάς που αναπτύχθηκε μεταξύ του φιλόσοφου Φρίντριχ Νίτσε («Η Γέννηση της Τραγωδίας») και του σύγχρονού του ελληνιστή Ούλριχ Βιλάμοβιτς-Μέλεντορφ («Ευριπίδεια Ανάλεκτα» 1875). Βρίζονταν για πολλά χρόνια κατηγορώντας ο ένας τον άλλο για «φιλολογισμό» και «μελλοντικοφιλολογισμό».

  • Σκηνοθετική ανανέωση

Προσωπικά είμαι υπέρ της σκηνοθετικής ανανέωσης των κλασικών εφόσον υπάρχουν επιχειρήματα. Εδώ μια παρένθεση: Αν είσαστε φίλος του λυρικού θεάτρου και των αναδομημένων παραστάσεων, δείτε στις 6 Αυγούστου τη μοντέρνα εκδοχή του «Μαγεμένου Αυλού» του Μότσαρτ από το φετινό Φεστιβάλ Ζάλτσμπουργκ, που υπογράφει ο νέος Γερμανός σκηνοθέτης Γενς-Ντάνιελ Χέρτσογκ. Αυτό, εφόσον διαθέτετε τα απαιτούμενα για δορυφορικές μεταδόσεις. Είναι στο β΄ πρόγραμμα του ORF 2 στις 21.15. Δεν θα το μετανιώσετε.

Τώρα, ο καλός Θεός φώτισε τον Πήτερ Μάινεκ -καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και μεταφραστή κλασικών έργων- και τη σκηνοθέτιδα Ντεζιρέ Σάντσεζ να πρωτοτυπήσουν αντιπαραβάλλοντας την τρέλα του πολέμου με την τρέλα του Ηρακλή. Πώς το έκαναν; Κατήργησαν τον χορό των Θηβαίων γερόντων βάζοντας στη θέση του κινηματογραφημένα αποσπάσματα διηγήσεων Αμερικανών βετεράνων από πολέμους του Β΄ Παγκοσμίου, του Βιετνάμ, του Κόλπου, του Αφγανιστάν. Οι κανονικοί ηθοποιοί φορούσαν μάσκες -μάλλον κακόγουστα φιλοτεχνημένες από τον Ντέιβιντ Κνεζ- βασισμένες λέει σε μακροχρόνια έρευνα του σκηνοθέτη. Ηταν γενικά μια αφελής άποψη που στην εκτέλεσή της θύμιζε μια απλοϊκή «αμερικανιά». Σκηνοθετικά η διδασκαλία ήταν πάνω σε ξεπερασμένα μοντέλα και οι ηθοποιοί πολύ κοντά στον ερασιτεχνισμό των κολεγίων. Παίχθηκε για τρεις παραστάσεις στο Ιδρυμα Μ. Κακογιάννης, και ο επικεφαλής καθηγητής Πήτερ Μάινεκ, ο οποίος υποστηρίζει τη θεωρία ότι η σωστή χρήση της μάσκας μπορεί να οδηγήσει τον ηθοποιό σε εντονότερη εκφραστικότητα απ’ ό,τι το ανθρώπινο πρόσωπο και να προκαλέσει στον θεατή βαθύτερες συναισθηματικές αντιδράσεις, μίλησε για τις τεχνικές του σωματικού θεάτρου και την έρευνά του στις «γνωστικές σπουδές, τη νευροεπιστήμη και τη φιλοσοφία».

Οπως ανέφεραν οι δημιουργοί της ομάδας με την επωνυμία AQUILA, «αυτό το αρχαίο έργο μάς θέτει απέναντι σε σύγχρονες ανησυχίες αναδεικνύοντας την αιώνια δυναμική της ελληνικής τραγωδίας… Ο δικός μας στόχος στην παραγωγή του “Ηρακλή” έγκειται στην αξιοποίηση του έργου του Ευριπίδη ώστε να κάνουμε τους ανθρώπους να σκεφτούν το κόστος και τις ολέθριες επιπτώσεις του πολέμου αλλά και το καθήκον της φροντίδας που οφείλουμε στους ανθρώπους… Ως Αμερικανοί, είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι για τους πολέμους που διεξάγουμε αλλά και υπεύθυνοι για τους ανθρώπους που μάχονται σε αυτούς».

Η αλεπού στο παζάρι – «Αθανάσιος Διάκος» στο Φεστιβάλ Αθηνών

Του Λέανδρου Πολενάκη, Η ΑΥΓΗ: 05/08/2012

Η κ. Λένα Κιτσοπούλου, παρότι νέα σε ηλικία, δεν είναι καινούργια στο θέατρο. Παίζει, γράφει και σκηνοθετεί τα έργα της εδώ και πολλά χρόνια. Βραβεύεται, μετέχει σε διεθνή φεστιβάλ κ.ά. Γενικά, είναι «μέσα». Αυτό της δημιουργεί, όμως, και κάποιες υποχρεώσεις. Δεν επιτρέπεται να «ξεπετά» αβασάνιστα διάφορα έργα στο πόδι, που αμέσως εγκρίνονται, χρηματοδοτούνται, παίζονται μάλιστα στο Φεστιβάλ Αθηνών, σκηνοθετημένα όπως-όπως από την ίδια, με δαπάνες του Έλληνα φορολογούμενου. Το έργο της με τον τίτλο Αθανάσιος Διάκος – Η επιστροφή φέρνει τον κριτικό σε δύσκολη θέση. Τι να πεις για ένα έργο που δεν λέει τίποτα στην ουσία και δεν έχεις από πού να το πιάσεις για να το κρίνεις; Ένα συνονθύλευμα από κοινοτοπίες, σαν εκείνες που λένε σχολιαρόπαιδα ακριβών ιδιωτικών λυκείων για να διασκεδάσουν την πλήξη τους και για κάνουν «πλάκα». Θα δοκιμάσω, ωστόσο, να κατατοπίσω, όσο μπορώ, τον αναγνώστη. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου