«Mockob – Selim Mid» Ομάδα «Οχι Παίζουμε» – Ωδείο Αθηνών

  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 30 Μαΐου 2009

  • Ημιτελείς προσεγγίσεις

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Παράσταση που απευθύνεται ασφαλώς σε ειδικό κοινό.

Ο Δημήτρης Μοθωναίος και η Τζίνα Θλιβέρη στην παράσταση του Γιώργου Σαχίνη

Ο Δημήτρης Μοθωναίος και η Τζίνα Θλιβέρη στην παράσταση του Γιώργου Σαχίνη

Δεν είναι που οφείλει κάποιος να γνωρίζει απ’έξω και ανακατωτά τον «Μοσκώβ Σελήμ» για να παρακολουθήσει την ανακατασκευή που επιχειρεί στο διήγημα τού Βιζυηνού ο Γιώργος Σαχίνης και η ομάδα «Οχι Παίζουμε». Για να εννοήσει κάποιος το όλο παιχνίδι στο Ωδείο Αθηνών, πρέπει να είναι ενήμερος για τις προηγούμενες δουλειές της ομάδας, για τις διαπραγματεύσεις εκ μέρους της των αισθητιστών ποιητών: του Λαπαθιώτη, του Ροδακανάκη, του Χρηστομάνου. Πρέπει να είναι εξοικειωμένος με τους προβληματισμούς και το σκηνικό λεξιλόγιο του σκηνοθέτη, με αντικείμενα από προηγούμενες παραγωγές που εκβάλλουν στη σκηνή του Ωδείου ή με παλιότερες απόπειρες που προβάλλονται αποσπασματικά στις οθόνες. Κάθε εξωτερικό στοιχείο (από τον ίδιο τον χώρο του Ωδείου μέχρι την ημερομηνία της πρεμιέρας) χρησιμοποιείται με τη μορφή της σύμπτωσης και του εξωκειμενικού γκέστους. Το διήγημα του Βιζυηνού συμβάλλει έτσι στην αποτύπωση μια τριπλής μετάβασης: πρώτα του ποιητή από την κανονικότητα στην τρέλα· ύστερα του Μοσκώβ από τον ένα εαυτό στον άλλο (άνδρας-γυναίκα, Ρώσος-Τούρκος)· τέλος, της ίδιας της Αθήνας και του εντός της ρυθμού.

Ο Σαχίνης επιχειρεί στη σκηνικά ολιστική του πρόταση μια φεμινιστική ανάγνωση του διηγήματος του Βιζυηνού, στηριγμένη στο δίπολο αρσενικού-θηλυκού και στην ιδεοληπτική ταυτότητα του φύλου. Η παράσταση περιλαμβάνει όχι μόνο την αυτογνωσία του ήρωα, αλλά και την προσωποποίηση του κράτους-πατέρα, του μονάρχη-πατέρα, του πολέμου-πατέρα. Από την άλλη, η απόδοση της προσπάθειας εκθήλυνσης του αρσενικού γόνου σε μια κανιβαλική διαδικασία ευνουχισμού δεν αφήνει απέξω τη γλώσσα του διηγήματος ούτε βέβαια τα εθνικά φετίχ. Στο διήγημα του Βιζυηνού, τρεις αντίπαλες εθνότητες -ρωσική, τουρκική και ελληνική- διαπλέκονται στην υπερεθνική αναζήτηση του ενός και ίδιου προσώπου. Είναι ο Βιζυηνός -λέει ο σκηνοθέτης- πίσω από τον Μοσκώβ, που φρικιά καθώς ανακαλύπτει το πρόσωπό του.

Διακρίνω σ’ αυτή την καθ’ όλα νόμιμη άποψη ορισμένα προβλήματα: κυρίως τον κίνδυνο της καλλιτεχνικής «υπερθέρμανσης». Δεν είναι δύσκολο αυτό να συμβεί: Με την υποστήριξη σχεδόν εξασφαλισμένη -ούτως ή άλλως κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί στις προτάσεις της ομάδας το ενδιαφέρον και τη γενική ποιότητα-, το κοινό επαρκές για τον περιορισμένο αριθμό παραστάσεων και την κριτική γενικά φιλική και αιφνιδιασμένη, ο καλλιτέχνης αρχίζει να κυκλώνεται από ένα σύνδρομο αυτοϊκανοποίησης, από ένα τείχος αυταρέσκειας που ψηλώνει γύρω του. Για πρώτη φορά γίνεται αυτό φανερό στις παραγωγές της ομάδας.

Γενικά, δεν είναι δυνατόν να παρακολουθεί κανείς τις απόψεις του σκηνοθέτη όταν τα μέσα της έκφρασής του διαχέονται σε τόσο πολλές και ημιτελείς προσεγγίσεις. Ανάμεσα στους ζογκλέρ-δασκάλους και τους Ρώσους περφόρμερ, στους στίχους του ποιητή και στις επιδείξεις της ευρυθμικής, λίγα περνούν στο κοινό και ελάχιστα το αγγίζουν. Η παράσταση έτσι, μετά τις αρχικές καλές επιταγές καταλήγει στο φόρτο και τη φλυαρία. Και είναι μάλλον ευτύχημα που στην αρχή μοιράζεται στους θεατές κάποιος μπούσουλας με τους «χαρακτήρες» του έργου σε σειρά εμφάνισης: διαφορετικά θα ήταν αδύνατον να αντιληφθούμε κάποια συνέχεια στις σκέψεις του σκηνοθέτη. Οι δύο ηθοποιοί πάντως είναι γοητευτικοί στην πολλαπλή τους διάθλαση: Τζίνα Θλιβέρη και Δημήτρης Μοθωναίος. Θέλει όμως εκ μέρους τους μεγαλύτερη προσοχή στην εκφώνηση της καθαρεύουσας. *