«Μήδεια, σ’ αγαπώ»

  • «Πολιτισμός: μια κοσμική τραγωδία» του Δημήτρη Δημητριάδη από την ομάδα bijoux de kant σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης
«Μήδεια, σ’ αγαπώ»
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Μήδεια) και ο Γιώργος Παπαπαύλου (Ιάσων) στην παράσταση του Γιάννη Σκουρλέτη
Τα τεχνάσματα της υποκριτικής τέχνης ταιριάζουν στη Μήδεια: ξέρει πολύ καλά πώς να υποδυθεί την αβοήθητη, την απροστάτευτη, την εγκαταλελειμμένη από τους ανθρώπους. Παρουσιάζει αριστοτεχνικά τον εαυτό της ως θύμα αλαζόνα συζύγου, προδομένη για χάρη μιας νεότερης γυναίκας, ολομόναχη σε ξένη χώρα, με την τιμή της τραυματισμένη και το μυαλό της γεμάτο σκέψεις αυτοχειρίας. Ικέτιδα πέφτει στα πόδια του Κρέοντα για να τη λυπηθεί και κροκοδείλια δάκρυα χύνει ενώπιον του Ιάσονα για να τον παραπλανήσει. Ιέρεια του μελοδράματος, περιμένει την κατάλληλη στιγμή προτού αφαιρέσει το πέπλο της ευάλωτης και αποκαλύψει τη σκληρή, εκδικητική και υπερφιλόδοξη πλευρά της.
Αν η Μήδεια του Ευριπίδη είναι φυσικό ταλέντο, η Μήδεια στην εκδοχή του Δημητριάδη πασχίζει να υποδυθεί έναν ρόλο που την πνίγει με το βάρος του. «Είμαι η Μήδεια» επαναλαμβάνει ξανά και ξανά προσπαθώντας εναγωνίως να πείσει τον εαυτό της ότι είναι αυτή που δηλώνει ότι είναι – να βρει το σθένος να γίνει Μήδεια και να δικαιώσει το κλέος της διαβόητης τραγικής ηρωίδας που στοιχειώνει αιώνες τώρα τη φαντασία μας.
Δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση. Εγκλωβισμένη στο κέλυφος της «Μήδειας», στο υπερ-εγώ ενός ρόλου που εγείρει υψηλότατες θεατρικές προσδοκίες, η ηρωίδα του Δημητριάδη δεν αισθάνεται καθόλου «σπουδαία» σαν την πρόγονό της, την κόρη του θεού Ηλιου, που ανέβηκε στο άρμα της και αναχώρησε λάμποντας προς τους ουρανούς. Τούτη εδώ νιώθει θνητή, προσκολλημένη στη γη: πρέπει να προβεί σε μια τρομερή πράξη, αλλά δεν τα καταφέρνει. «Ελα, ευλογημένη κακία μου, έλα και νίκησέ με, κάνε με Μήδεια» παρακαλάει μονολογώντας όταν συνειδητοποιεί ότι της είναι αδύνατο να σκοτώσει τα παιδιά της.
Τούτη δω η Μήδεια έχει απολέσει τις μαγικές ικανότητές της· νιώθει μια συνηθισμένη γυναίκα. Αυτή η αδυναμία να υπερβεί την κανονικότητά της και να ανταποκριθεί στις επιταγές ενός ένδοξου παρελθόντος συνιστά τον όλεθρο και την τραγικότητά της.
Αν η σύλληψη μιας ανήμπορης, καθημερινής Μήδειας ασκεί δραματουργική γοητεία, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για το σύνολο του έργου «Πολιτισμός: μια κοσμική τραγωδία». Φαίνεται πως μαζί με το καθημερινό ανοίγει η πόρτα και εισβάλλει και το μπανάλ: ο Κρέων σκοτώνει την κόρη του Γλαύκη γιατί την κρυφολαχταρούσε και δεν ήθελε να την παντρέψει με άλλον άντρα· έξαλλος ο Ιάσων τα μαζεύει για να φύγει μακριά με τα παιδιά, αφού πρώτα αυτός και η Μήδεια τα ρωτήσουν τι προτιμάνε: να πάνε με τον μπαμπά ή να μείνουν με τη μαμά;· μόνο η λέξη «διαζύγιο» δεν φιγουράρει στο κείμενο αλλά ούτως ή άλλως τα ίδια τα τέκνα «χωρισμένων» γονιών εμφανίζονται στο τέλος για να πουν και αυτά τον πόνο τους.
Ποια η βαθύτερη ανάγκη να δούμε τα παιδιά επί σκηνής; Για να βεβαιωθούμε ότι τη γλίτωσαν; Ποια ή ανάγκη μετάλλαξης του μύθου, ώστε η Γλαύκη να πεθαίνει από το χέρι του ερωτευμένου πατέρα της; Ενα κραυγαλέο σχόλιο στην άρρωστη, αιμομικτική εποχή μας; Η ιδέα της απογυμνωμένης Μήδειας δεν συνάδει με αυτά τα ευρήματα εύκολου εντυπωσιασμού. Η συγγραφική σύγχυση επιτείνεται από τη σκηνοθετική, που ρέπει προς την επιδειξιμανία, τη φλυαρία και τον θόρυβο. Ολόκληρος ο υπόγειος χώρος του Ιδρύματος Κακογιάννη μετατρέπεται σε σκηνή του «Πολιτισμού»: μια έκταση σχεδόν αχανής για τα συνήθη θεατρικά δεδομένα – οριακά βλέπουμε τους ηθοποιούς όταν βρίσκονται στο βάθος της -,παραγεμισμένη με δεκάδες αντικείμενα πάσης φύσεως (δεμάτια άχυρο, χαρτοκιβώτια, πατίνια, ανεμιστήρες, χάρτινα ποτήρια καφέ, πλαστικές καρέκλες, παλιές φωτογραφίες, ένας Τζέιμς Ντιν, μια ψωμιέρα, κ.ο.κ.) που «μπουκώνουν» το βλέμμα του θεατή με την αυτάρεσκα υπερβολική τους ποσότητα και το προφανές σχόλιο στον πολιτισμό μας ως συνονθύλευμα από objets trouvés.
Μέσα σε αυτό το τοπίο οι ηθοποιοί προσπαθούν να βρουν τη θέση τους. Για όλους υπάρχει μια «δουλειά» να κάνουν: ο ένας τρώει από ένα μικρό κατσαρολάκι, η άλλη λικνίζεται φορώντας ζαρτιέρες και κραδαίνοντας ένα περίστροφο, ο τρίτος τρίβεται με τη χρυσή του φούστα πάνω στα έπιπλα ή στο μπετόν, διανύοντας όλα τα μήκη και τα πλάτη της σκηνής (πράγμα που παίρνει ώρα, προφανώς). Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, με τζιν, πανύψηλες γόβες και γούνινο τζάκετ, βρίσκεται κουρνιασμένη στο κεντρικό κρεβάτι, όταν η παράσταση αρχίζει. Με τη δική της περίπτωση συμβαίνει το εξής, γρήγορα συνειδητοποιούμε: όταν χαμηλώνει τους τόνους και γίνεται πιο «εσωστρεφής», τότε παρασύρει τον θεατή σε μια υπόγεια διάσταση, ατμοσφαιρική και σύγχρονη (όπως στον μονόλογο «Πόσο εύχομαι να μην είχα γεννηθεί»). Οταν επιδίδεται σε παλιακά ξεσπάσματα, κραδαίνει απειλητικά μαχαίρι στον αέρα, στήνεται ανάσκελα στα σεντόνια ή σέρνεται στα πατώματα φωνάζοντας «Παλιάνθρωπε!», τότε μας «πετάει» αμέσως έξω αφήνοντάς μας με τεράστια απορία για αυτές τις επιλογές. Η σκηνοθεσία τη θέλει «θεά» αλλά την ωθεί σε μεγέθη εκκωφαντικά: υπερμεγέθεις χειρονομίες – σωματικές και φωνητικές – που μόνο ως κακή ερμηνεία της έννοιας του μελό μπορούν να εκληφθούν.
Υπάρχουν δυο-τρεις στιγμές όπου «κάτι» συμβαίνει επί σκηνής: χαρακτηριστικά θα ξεχώριζα το τραγουδιστικό σόλο της Γλαύκης (Λένα Δροσάκη), «Μήδεια, στο γάμο μου σε θέλω δίπλα μου, Μήδεια, σ’ αγαπώ», το οποίο συνιστά μια ανακουφιστική στιγμή αυτοσαρκασμού και χιούμορ – δύο στοιχείων που θα ωφελούσαν σημαντικά την παράσταση αν αναγνωριζόταν η αξία τους από τους συντελεστές. Και ίσως τότε σκηνές όπως αυτή όπου ο Ιάσων πακετάρει βαλίτσες να προσέδιδαν μια πραγματικά μεταμοντέρνα διάσταση σε αυτό το κατά τα άλλα σοβαροφανές εγχείρημα. Αν η αναπόφευκτα γελοία πλευρά της καθημερινότητας δεν γίνει εξίσου σεβαστή με τις υπόλοιπες, τότε καταλήγουμε στην ακούσια παρωδία, την παρωδία που δεν έχει συναίσθηση του εαυτού της και μένει να ποζάρει ανεξήγητα τσίτσιδη, όπως η πρωταγωνίστρια στο κλείσιμο της παράστασης.

Επίκαιρο μιούζικαλ και δράμα

 

  • «Καμπαρέ»

 

«Η ζωή μπροστά σου»

 

Στη μεσοπολεμική Γερμανία, παράλληλα με άλλα αισθητικά ρεύματα, ανθοφόρησε ένα λαϊκό είδος θεάτρου, κράμα μουσικής, χορού και σάτιρας, με επιρροές από τον εξπρεσιονισμό. Το «θέατρο – καμπαρέ» αποτέλεσε τη γερμανική εκδοχή της θεατρικής επιθεώρησης, και από καλλιτέχνες σαν τον Καρλ Βάλεντιν (κειμενογράφος και θεατρίνος που θαύμαζε ο Μπρεχτ), και κάποιες άλλες μουσικοθεατρικές ομάδες εξελίχθηκε σε «πολιτικό» θέατρο, καθώς καυτηρίαζε αρνητικά φαινόμενα, γεγονότα, πρόσωπα και βέβαια τον ανερχόμενο ναζισμό, ως συνέπεια του κραχ του 1929. Λόγω του περιεχομένου του αλλά και των πολλών Εβραίων καλλιτεχνών, το «θέατρο καμπαρέ» κυνηγήθηκε απηνώς από τους ναζί και πριν γίνουν εξουσία. Το γερμανικό «θέατρο καμπαρέ» ενέπνευσε το αμερικανικό μιούζικαλ «Καμπαρέ» (1966) των Φρεντ Εμπ (στίχοι, πρόζα) και Τζον Κάντερ (μουσική), που έγινε διάσημο με την ομώνυμη ταινία (1972) του μετρ του είδους, Μπομπ Φος, και μεταγράφτηκε θεατρικά (1993) από τον Σαμ Μέντες. Η υπόθεση διαδραματίζεται στο Βερολίνο, το 1930, μεταξύ ενός καμπαρέ όπου τραγουδά η όμορφη, φτωχή, παντέρημη, αλλά και αφελής Αμερικάνα Σάλι Μπόουλς- και στη φτηνή πανσιόν της φροϊλάιν Σνάιντερ. Στην πανσιόν διαμένουν η Σάλι – με τον Αμερικανό τουρίστα συγγραφέα που γνώρισε στο καμπαρέ, τον Κλίφορντ Μπράντσο, ο οποίος την ερωτεύεται – άλλοι καλλιτέχνες του καμπαρέ και ο χήρος μεσήλικας Εβραίος μανάβης Σουλτζ. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ο Κοινός μας Λόγος

Ο «Κοινός Λόγος» της ΄Ελλης Παπαδημητρίου παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1997 στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Το έργο συντίθεται από αληθινές αφηγήσεις γυναικών που συνέλεξε η Παπαδημητρίου, από τη Μικρασιατική καταστροφή μέχρι τον εμφύλιο. Έγραφα τότε, και θα επαναλάβω σήμερα, ότι πρόκειται για μια τελεσφόρο απόπειρα να εκφωνηθεί από σκηνής ένας λόγος χωρίς «φτιασίδια και μαλάματα» (Σεφέρης) που γεννήθηκε στην προφορική γειτονιά της γλώσσας μας. Ο Κοινός μας Λόγος, με την Ηρακλείτεια έννοια του όρου: «του λόγου δ’ εόντος κοινού ζώουσιν οι πολλοί ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν». Ζούμε, δηλαδή εμείς, οι πολλοί στα περίχωρα -και περίφρακτα- ενός λόγου σημαδεμένου από την Καρτεσιανή λογική της αυλής των προβάτων: «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω». Που πολλές φορές μεταφράζεται σε: «Πέθανε εσύ, να ζήσω εγώ». Έτσι μας κανοναρχούν και μας άγουν ανεπαισθήτως οι αγορές. Αυτό το ανεπαισθήτως έχει γίνει κόκκινη κορδέλα στην άκρη της ουράς των αποσβολωμένων από τα δημόσια ψεύδη πολιτών της «χώρας των ξωτικών», όπου έλαχε να ζούμε. Όχι, ευχαριστώ, δεν θα πάρω άλλο τέτοιο δώρο. «Συλλογίζομαι, άρα συνυπάρχω» είναι το επιβεβλημένο, που διασώζει την άγραφη, μελλοντική ιστορία μας. Ο «Κοινός μας Λόγος» εναντίον του «Ορθού Λόγου», της εκάστοτε «σωφροσύνης» και του «πολιτικώς ορθού» (τρομάρα του). Ένα κείμενο πρωτογενές, της ΄Ελλης Παπαδημητρίου, που βγαίνει μέσα από την αενάως φλεγομένη και μη καιομένη μήτρα – μνήμη της Ιστορίας.

«Το ταραχώδες παρελθόν του τόπου μας», αντιγράφω από το πρόγραμμα, «ιχνηλατείται μέσα από λαϊκές αφηγήσεις, ατομικούς σπαραγμούς και συλλογικές μνήμες, αναδεικνύοντας το δραματικό παρόν. Οι μαρτυρίες των γυναικών κωδικοποιούνται θεατρικά, φωτίζοντας διαφορετικά την Ιστορία, μέσα από το βλέμμα των ‘μικρών’. Ο ‘Κοινός’ λόγος συμπορεύεται με τις ‘Τρωάδες’ του Ευριπίδη και επανεγγράφει όχι μόνο τον θρήνο αλλά κυρίως την αξιοπρέπεια ενός λαού». Συμφωνώ. Τα παιδιά που γεννήθηκαν όταν πρωτοπαίχτηκε το έργο, φέτος ενηλικιώνονται και αποκτούν δικαίωμα ψήφου. Πρέπει να το δουν, όπου και όταν ξαναπαιχτεί, και εύχομαι να γίνει γρήγορα αυτό. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Φιλόδοξη, «δύσκολη» Στέλλα. Ενα πειραματικό θεατρικό εγχείρημα βασισμένο στην ταινία του Μ. Κακογιάννη

Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 8/9/2013

  • Στέλλα travel: η γη της απαγγελίας
    σκην.: Γιάννης Σκουρλέτης
    θέατρο: Bijoux de kant

Η άλλη Στέλλα, όχι εκείνη η παλιά γνωστή κινηματογραφική σαντέζα του Μιχάλη Κακογιάννη με τη Μελίνα Μερκούρη, αλλά η «Στέλλα travel: η γη της απαγγελίας», όπως βαφτίστηκε τώρα η σύγχρονη θεατρική της εκδοχή, παίχθηκε στις αρχές του καλοκαιριού και μάλιστα σ’ ένα ιδιαίτερα εκκεντρικό μέρος –στα Δημοτικά Σφαγεία στον Ταύρο. Ηταν μία, όπως αναμενόταν, άλλωστε, από τέτοια ομάδα, καλοστεκούμενη, αν και όχι ιδιαίτερα επιτυχημένη παράσταση ενός από τα πλέον προβληματισμένα θεατρικά μας συγκροτήματα (διάβασα να τους χαρακτηρίζουν -και εύστοχα- ως την πιο «ανήσυχη» σύγχρονη ομάδα που εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια): το bijoux de kant.

Επειδή η παράσταση θα επαναληφθεί την ερχόμενη εβδομάδα -συγκεκριμένα στις 19 Σεπτεμβρίου στο Ιδρυμα Κακογιάννη- γράφω τώρα για ένα πειραματικό εγχείρημα, το οποίο πάντως δεν συνιστώ διόλου ενθέρμως σ’ ένα «κανονικό» θεατρόφιλο κοινό. Τo είπαμε, άλλωστε, κι απ’ την αρχή. Ηταν μεν μια φιλόδοξη πλην, φευ, μακρόσυρτη, βαρετή για το γούστο μου δουλειά. Για «ειδικούς ανθρώπους» ναι. Για όσους αρέσκονται στα «δύσκολα». Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Πλατσουρίσματα στην ακρογιαλιά. «Τα κύματα» της Βιρτζίνια Γουλφ σε διασκευή-σκηνοθεσία Αγγελίτας Τσούγκου στο θέατρο Βυρσοδεψείο

  • Αρκουμανέα Λουίζα
    ΤΟ ΒΗΜΑ:  01/09/2013
Πλατσουρίσματα στην ακρογιαλιά

Στιγμιότυπο από την παράσταση

Η Τζίνη πίστευε ότι με την αδιάκοπη κίνηση του σώματός της θα νικούσε τους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου. Με τις πιρουέτες της θα κατακτούσε τον κόσμο. Με τις πιρουέτες της και λίγο κόκκινο κραγιόν, πάντοτε προσεκτικά απλωμένο πάνω στα κομψά της χείλη, κανένα εμπόδιο δεν θα ήταν ανυπέρβλητο. Η Σούζαν δεν αγαπούσε ιδιαίτερα την κίνηση, παρά μόνο όταν σήμαινε ηλιόλουστες βόλτες στον κήπο μαζί τον μικρότερο γιο της. Οι κύκλοι των εποχών ήταν οι κύκλοι που θα καθόριζαν τη ζωή της μέχρι τέλους, με τα παιδιά της να μεγαλώνουν όπως τα φυτά της – μέσα σε κλοιό θαλπωρής και τρυφερότητας. Αυτούς τους άξονες σταθερότητας και οικιακής γαλήνης ποτέ δεν γνώρισε η Ρόντα, ένα αγρίμι άπιαστο, με τον φόβο στα μάτια, αρνούμενη τον συμβιβασμό, βρίσκοντας ανακούφιση στη μοναξιά και στη βία του θανάτου. Ο Νέβιλ, ερωτευμένος με τους λατίνους συγγραφείς, κληρονόμος υπερήφανης παράδοσης, ονειρευόταν να γίνει σπουδαίος ποιητής, πεπεισμένος ότι όλες οι επιθυμίες του δεν θα πραγματοποιούνταν ποτέ εξαιτίας μιας «μοιραίας διστακτικότητας». Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ελληνική κωμωδία και σάτιρα

«Οι χαλασοχώρηδες»

Παλιοί σπουδαίοι ηθοποιοί του θεάτρου μας, λ.χ. η Κατίνα Παξινού, κορυφαία ηθοποιός σε όλα τα είδη -στην τραγωδία, στο κλασικό και σύγχρονο δράμα, αλλά και στην κωμωδία και τη σάτιρα- δίδασκε ότι ο ηθοποιός για να προκαλεί στο θεατή αυθόρμητο, χορταστικό αλλά και νοήμον γέλιο πρέπει να παίζει την κωμωδία σοβαρά, σαν να πρόκειται για «δράμα». Αυτό το σοφό και παντοτινά ισχύοντα κανόνα λιγοστοί από τους νεότερους ηθοποιούς διδάχθηκαν. Ελάχιστοι, όμως, και από τους πηγαία κωμικούς ηθοποιούς εφαρμόζουν απαράβατα αυτόν τον κανόνα, καθώς, παρασυρόμενοι από τους θεατές και παρασύροντάς τους «κυνηγούν» το εύκολο γέλιο με υπερβολές και «κωμικίζουσες» μανιέρες τους. Η επισήμανση αυτή αφορά, λίγο – πολύ, και τις τρεις παραστάσεις που παρουσιάζει η σημερινή στήλη

  • «Υπάρχει και φιλότιμο»

«Ανώμαλος προσγείωσις», τιτλοφορούνταν η κωμωδία του παραγωγικού συγγραφικού διδύμου Αλέκος Σακελλάριος – Χρήστος Γιαννακόπουλος, που πρωτοπαρουσίασε το «Θέατρο Τέχνης», το 1950. Πρωτοπόρος υποστηρικτής της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, θαυμαστής των λαϊκών ειδών θεάτρου, «ανήσυχος» και τολμηρός αναζητητής του θεματολογικά και μορφολογικά καινούργιου, ο Κάρολος Κουν ανέβασε αυτήν την κωμωδία, εκφράζοντας δι’ αυτής την απέχθειά του για το πολιτικοκοινωνικό καθεστώς της μετεμφυλιακής Ελλάδας, που εξέθρεφε και βασιζόταν στη διαφθορά, στο ψέμα, στη δημαγωγία, στις κομπίνες και τις μίζες από δημόσια έργα, υπουργών, πολιτικών παραγόντων, τοπικών κομματαρχών και στο «ξεζούμισμα» του εγκαταλειμμένου στην τύχη του λαού. Η κωμωδία αυτή, ξαναδουλεμένη από τους συγγραφείς της, προσαρμοσμένη στη μικρής διάρκειας «δημοκρατική» διακυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου μεταφέρθηκε, το 1965, στον κινηματογράφο με τίτλο «Υπάρχει και φιλότιμο». Αυτή την πασίγνωστη από την κινηματογραφική εκδοχή της κωμωδία επέλεξε φέτος το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, θεωρώντας τη, προφανώς, πολιτικά επίκαιρη. Αναμφίβολα, υπάρχουν επίκαιρα στοιχεία στη μυθοπλασία και σε πρόσωπα αυτής της εξαιρετικής μαστοριάς κωμωδίας. Πλήθος Μαυρογιαλούρων υπουργών, ιδιαιτέρων γραμματέων και κομματαρχών στις εκλογικές περιφέρειες Μαυρογιαλούρων υπήρξαν στη σύγχρονη πολιτική ιστορία μας. Ουδέποτε μας έλειψαν… Στόχος των δύο συγγραφέων ήταν, μέσω του πρωταγωνιστικού προσώπου, του Μαυρογιαλούρου (υπουργού Μεταφορών και Δημοσίων Εργων), να δώσουν ένα «μήνυμα», να εκφράσουν την ανάγκη πολιτικοοικονομικής «κάθαρσης» της Ελλάδας. Πόσοι, όμως, «Μαυρογιαλούροι», διαθέτοντας τσίπα, παραιτήθηκαν μετά την αποκάλυψη των αμέτρητων σκανδάλων σε βάρος του λαού, στο παρελθόν; Ο Μαυρογιαλούρος της κωμωδίας είναι «πλάσμα» της φαντασίας και της επιθυμίας των συγγραφέων παρά της τότε ελληνικής πολιτικοοικονομικής πραγματικότητας. Πολύ περισσότερο δεν είναι της σημερινής πραγματικότητας, όσο κι αν επιχειρήσει κανείς να προσαρμόσει αυτήν την κωμωδία στο σήμερα, όπως -με μέτρο- προσπάθησε να κάνει η σκηνοθεσία του Γιάννη Μπέζου, με τη συμβολή των σκηνικών και των κοστουμιών του Αντώνη Χαλκιά. Εκεί που έχασε το μέτρο η σκηνοθεσία είναι στην υποκριτική καθοδήγηση των ηθοποιών. Τους αναφέρουμε με τη σειρά εμφάνισης: Ευγενία Δημητροπούλου, Νεκταρία Γιαννουδάκη, Ελένη Τσιμπρικίδου, Μανώλης Σορμαΐνης, Θανάσης Βισκαδουράκης, Τάκης Παπαματθαίου, Αντιγόνη Νάκα (η πιο λιτή υποκριτικά), Νίκος Σκουλάς, Τάσος Γιαννόπουλος, Ηλίας Μιχαλογιάννης. Οχι άμοιροι ταλέντου, αλλά με πολλή τηλεόραση στο ενεργητικό τους οι περισσότεροι, οι ηθοποιοί αφέθηκαν σε ένα φωνακλάδικο υπερπαίξιμο και με τηλεοπτικής ευκολίας και τυποποίησης πλασάρισμα του «κωμικού», με αποτέλεσμα το κωμικό να «καίγεται» και το γέλιο των θεατών να «παγώνει». Μόνον ο πολύπειρος, πραγματικά πολύ ταλαντούχος, Γιώργος Παρτσαλάκης (Μαυρογιαλούρος), ξεφεύγει κάπως από τις τηλεοπτικές μανιέρες του και βρίσκει κάποιες στιγμές το μέτρο, τη φυσικότητα, την αλήθεια, τον προαναφερόμενο ερμηνευτικό «κανόνα» της κωμωδίας.

  • «Φαύστα»
«Φαύστα»

«Κειμήλιο» της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, ιδιοφυής σουρεαλιστική κοινωνική σάτιρα, η «Φαύστα» του αείμνηστου Μποστ έχει γνωρίσει «δόξα» λαμπρή από σκηνής του θεάτρου «Στοά», και άλλων θεάτρων. Τη «Φαύστα» ή την ανεβάζει κανείς πιστεύοντας στη διαχρονική αξία της, στην απαράμιλλη, γεμάτη αλλεπάλληλες φαρσικές καταστάσεις μυθοπλαστική «τρέλα», στο σατιρικό καγχασμό για την ανοησία, την αμορφωσιά, τη μεγαλομανία, την κακογουστιά, τα γελοία χούγια της μικροαστικής τάξης που μιμείται τη μεγαλοαστική, στο οιστρήλατο, σκόπιμα ψευτοκαθαρευουσιάνικο γλωσσικό ιδίωμα του Μποστ, ή τη θεωρεί ξεπερασμένη και δεν την ανεβάζει. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας «Θεσσαλικό Θέατρο», Κώστας Τσιάνος, ενώ είναι θαυμαστής της κωμωδίας αυτής, ακολούθησε την τρέχουσα «μόδα». Παρενέβη κειμενικά στο πρωτότυπο, με δικά του «επικαιρικά» αστειάκια και πρόσθεσε χορούς, μουσικές και τραγούδια διαφόρων εποχών και ειδών (μουσική επιμέλεια Σπύρου Καβαλιεράτου). Ετσι από σουρεαλιστική κοινωνική σάτιρα η «Φαύστα» μεταμορφώθηκε σε μια γκροτέσκα ηθογραφική μουσικοχορευτική κωμωδία, που (εκουσίως ή ακουσίως) προκαλεί την αίσθηση ότι παρωδεί το πρωτότυπο έργο. Η σκηνοθετική πρόθεση διογκώθηκε με το σφιγμένο, υπερβολικό, υψηλόφωνο, τάχα «κωμικό», λίγο πολύ τηλεοπτικής αντίληψης παίξιμο των Νικολέτας Βλαβιανού, Πάνου Σταθακόπουλου, Σταύρου Νικολαΐδη, Βασίλη Γιαβρή, Ηλία Μπερμπέρη. Μόνον η ερμηνεία της Μαίρης Σαουσοπούλου συγγενεύει με το υποκριτικό ήθος που απαιτεί το έργο του Μποστ. Ο νέος ηθοποιός Χάρης Φλέουρας (Ριτσάκι), με την ιδιότυπη φιγούρα, την κωμική εκφραστικότητα και την κινησιολογική ικανότητά του αποτελεί μια ελπιδοφόρα περίπτωση κωμικού.

  • «Οι χαλασοχώρηδες»
«Υπάρχει και φιλότιμο»

Μέγας συγγραφέας, γέννημα – θρέμμα της φτωχολογιάς, διά βίου φτωχός ο ίδιος, γράφοντας ασταμάτητα από ανάγκη για λίγη τροφή, μια ταπεινή φορεσιά, και μια μικρή νοικιασμένη κάμαρη, αλλά και από αξεδίψαστη ανάγκη να παρατηρεί και να «απαθανατίζει» την κοινωνική πραγματικότητα, την καθημερινή ζωή, τα αισθήματα, τους πόθους, τα βάσανα, τα πάθη και τα λάθη του λαϊκού ανθρώπου, προβλήματα, φαινόμενα, ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα της εποχής του, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, το 1892 – ένα χρόνο πριν την επισημοποίηση της πτώχευσης του νεοελληνικού κράτους, δημοσίευσε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» ένα διήγημα, υπό τον εύγλωττο τίτλο «Οι χαλασοχώρηδες». Η καταχρεωμένη εξαιτίας της πολιτικής του τότε δικομματισμού, η χρεοκοπημένη και συστηματικά περικυκλωμένη από ξένους «προστάτες» και «δανειστές» Ελλάδα, το 1892 προκήρυξε εκλογές. Ουδεμία πραγματική, ωφέλιμη για το λαό διέξοδος υπήρχε, όποιο από τα δύο κόμματα γινόταν κυβέρνηση. Αυτή τη μαύρη αλήθεια, για τα έργα, τα ήθη, τη δημαγωγία, την ψηφοθηρία και των δύο ανταγωνιζόμενων για την εξουσία κομμάτων, των κομμάτων που «χάλασαν» τη χώρα, αλλά και για την πολιτική αφέλεια του λαού – θύματος που, κατά το συμφέρον τους, άγουν και φέρουν οι εκατέρωθεν ανταγωνιζόμενοι υποψήφιοι και οι τοπικοί κομματάρχες -ψηφοθήρες τους. Στο παντοπωλείο – καφενείο, κέντρο συνέρευσης των αρσενικών κατοίκων του νησιού φουντώνουν οι προεκλογικές πονηριές, ψευτιές, υποσχέσεις, «παγίδες», απειλές και οι καυγάδες μεταξύ των κομματαρχών και των υποστηρικτών των δύο κομμάτων. Η προεκλογική «μάχη» συνεχίζεται και στους δρόμους και σπίτι με σπίτι. Μόνον ένας κάτοικος, θύμα της πολιτικής και των δύο κομμάτων κατηγορηματικά τους αρνείται την ψήφο του. Κι όταν έρθει η μέρα των εκλογών, τότε αρχίζει το «παιχνίδι» της καλπονοθείας, σε βάρος πάλι του γελασμένου λαού. Παρότι ολιγόπειρη ή και πρωτόπειρη η νέα θεατρική ομάδα «Ξανθίας», ανέβασε το διήγημα του Παπαδιαμάντη, αποκαλύπτοντας τη σατιρική δεινότητα του Παπαδιαμάντη και αναδεικνύοντας την επικαιρική αξία του διηγήματός του. Η σεβαστική διασκευή (δεν δηλώνεται ο διασκευαστής), η σεμνή, όχι χωρίς αδυναμίες, σκηνοθεσία του Κώστα Παπακωνσταντίνου, τα «φτωχού θεάτρου» σκηνικά και κοστούμια της Λυδίας Κοντογιώργη, η διακριτική μουσική του Θοδωρή Οικονόμου, η εκφραστική κινησιολογία της Μαργαρίτας Τρίκκα, οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου και η ομόθυμου υποκριτικού κεφιού ερμηνείες όλων των ηθοποιών του θιάσου -Ελισσαίος Βλάχος, Παύλος Εμμανουηλίδης, Θοδωρής Θεοδωρίδης, Ροζαμάλια Κυρίου, Αγγελική Μαρίνου, Κώστας Παπακωνσταντίνου, Παναγιώτης Σούλης- αξίζουν επαίνου και ενθάρρυνσης για το μέλλον της ομάδας.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ,
Κυριακή 1 Σεπτέμβρη 2013

΄Ενας άλλος «Πλούτος»

Στις κωμωδίες του ο ιδεαλιστής Αριστοφάνης στοχεύει ουτοπικά στην αποκατάσταση του «φθαρμένου χρόνου», θέλοντας έτσι να γυρίσει πίσω το ρολόι της Ιστορίας, επειδή πιστεύει ότι αυτό θα φέρει αυτόματα και τη θεραπεία των άρρωστων θεσμών. Μια πρώτη ανάγνωση των έργων του αποκαλύπτει απλώς το ιστορικό πεδίο στο οποίο κινούνται: τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, τη Νικίειο ειρήνη, τον Κλέωνα, τον Αλκιβιάδη και την εκστρατεία της Σικελίας. Μια βαθύτερη ανάγνωση μας οδηγεί στην αναζήτηση από τον Αριστοφάνη της χαμένης πράξης που συνέβη «κάποτε», σε χρόνο μυθικό, και έφερε τα επάνω κάτω στην τάξη του κόσμου. Χτυπάει τους νέους θεσμούς επειδή πρεσβεύει, όχι εντελώς άδικα, ότι παραμόρφωσαν και διέσπασαν την πρωταρχική ακέραιη εικόνα του ανθρώπου, όπως τη συλλαμβάνει ποιητικά, μέσα σε μια υγιή και αυτάρκη αγροτική κοινωνία, που δεν έχει ακόμα γνωρίσει τον πλήρη εκχρηματισμό της οικονομίας και ο πλούτος της δεν έχει γίνει παρασιτικός, επειδή συνίσταται σε ανταλλάξιμα πρωτογενή αγαθά της γης κυρίως, όχι σε αφηρημένο χρήμα.