Αυλαία με λάμψη στην Επίδαυρο. Oυίλιαμ Σαίξπηρ «Χειμωνιάτικο Παραμύθι»

  • Εξοχοι ηθοποιοί σε μια σπάνια παράσταση που δεν είχε ανάγκη τους φωτεινούς υπότιτλους
  • Του Γιαννη Βαρβερη, Η Καθημερινή, 30/08/2009
  • Oυίλιαμ Σαίξπηρ «Χειμωνιάτικο Παραμύθι». Σκην: Σαμ Μέντες. Θέατρο: Eπιδαύρου

  • Ηταν μια παράσταση που έλαμπε! Το τελευταίο βράδυ του Φεστιβάλ Επιδαύρου (και Αθηνών) 2009 πέταγε σπίθες. Πρώτα πρώτα ήταν μερικοί έξοχοι ηθοποιοί όπως σπάνια συναντά κανείς όλους μαζί σε μια ομάδα . Για παράδειγμα, εκείνη η αξέχαστη σκηνή στο δικαστήριο όπου η ταλαιπωρημένη βασίλισσα Ερμιόνη (Ρεβέκκα Χολ) απευθύνεται όχι στον οίκτο αλλά στη συνείδηση του ζηλόφθονου συζύγου της, διατηρώντας ακόμα μέσα στα κουρέλια τη μεγαλοπρέπειά της. Μια απόλαυση.
  • Και μετά ο αναμφισβήτητος «σταρ» πρωταγωνιστής της παράστασης ο έξοχος Σάιμον Ράσελ Μπιλ, ως ο ανασφαλής άνδρας της, Βασιλιάς Λεόντιος, του οποίου η ερωτική ζήλια αγγίζει την τρέλα, ο οποίος έχτισε έναν τόσο πειστικό σε κάθε λεπτομέρειά του χαρακτήρα ώστε, σχεδόν, δεν χρειαζόταν να γνωρίζεις σαιξπηρικά αγγλικά για να πλησιάσεις τις μεταπτώσεις του.
  • (Τώρα αναγκαία στο σημείο αυτό η παρένθεση για ν’ αναφερθώ στους κουραστικούς φωτεινούς υπότιτλους «πρώτο τραπέζι πίστα» που επενέβαιναν βάρβαρα και δραστικά ακόμα και στο εικαστικό μέρος της παράστασης, καταργώντας φωτισμούς και αδρανοποιώντας σκηνικά. Μήπως θα ήταν προτιμότερο να μην υπήρχαν καθόλου; Μήπως στο Μπαϊρόιτ του Βάγκνερ ενοχλήθηκε ποτέ κανείς από τους μη-γερμανομαθείς που δεν υπάρχουν; Αλλωστε, το ’παμε ήδη: ένας καλός ηθοποιός σαν τον Σάιμον Ράσελ Μπιλ καταργεί με τη δουλειά του τη μετάφραση.) Κι εκείνη η μυστηριακή, ή έξω απ’ αυτόν το κόσμο Παυλίνα (Σινάιντ Κιούσακ) που κατόρθωνε να είναι σωστή φιγούρα από παραμύθι διατηρώντας έναν τόσο αυστηρό ανθρώπινο χαρακτήρα… Αμερικανο-εγγλέζικη συμπαραγωγή η παράσταση που σκηνοθέτησε ο κινηματογραφιστής Σαμ Μέντες έκλεινε το μάτι και στις δύο αγγλόφωνες χώρες.
  • Εκτός συγκεκριμένου χρόνου, με έντονη τη σφραγίδα του σαιξπηρικού θεάτρου, όπως το γνωρίζει κανείς από την βρετανική θεατρική παράδοση, ο Αμερικανός σκηνοθέτης έμοιαζε να χαμογελά από μέσα του παντρεύοντας τις δύο όχθες του Ατλαντικού.

Χιούμορ

  • Ειδικά εκείνη η πανηγυριώτικη σκηνή του βοημικού γλεντιού με τους χορούς «σκουέρ» και την γουέστερν ατμόσφαιρα, με τον Ιθαν Χοκ να τραγουδάει κάντρι με την κιθάρα του εξέπεμπε ένα χιούμορ το οποίο οι κινηματογραφόφιλοι θα γνώριζαν ήδη από τις ταινίες του Μέντες. Το viewer, το εξάρτημα με το οποίο οι κινηματογραφικοί σκηνοθέτες απομονώνουν λεπτομέρειες στις πρόβες των ταινιών τους, υπήρχε κι εδώ. Ο Μέντες χρησιμοποίησε συχνά –βάζοντας σε εφαρμογή μερικά σημαδιακά γκροπλάν– μια τεχνική του κινηματογράφου. Και το έκανε με επιτυχία. Το, σπάνια παιζόμενο σαιξπηρικό «Χειμωνιάτικο Παραμύθι», όπου η παθολογική ζήλια –σε αντίθεση με τον «Οθέλλο»– έχει τελικά αίσιο τέλος, από τη στιγμή που η νεκρή βασίλισσα ξαναζωντανεύει στο τέλος, σ’ άφηνε με μια καλή γεύση στο τέλος.
  • Αντιρρήσεις; Πιο πολλά ερωτήματα για το εάν τέτοιου είδους θεάματα τα οποία έχουν γίνει για κλειστό χώρο ταιριάζουν στην Επίδαυρο. Για το εάν η τόσο μοναδική Επίδαυρος θα ’πρεπε να παραμείνει αποκλειστικά και μόνο για το αρχαίο δράμα. Κι αυτό όχι για να μη «μολυνθεί» η –όποια– ιερότητα του χώρου, όσο γιατί έτσι μια «αποκλειστικότητα» της θα εξυπηρετούσε καλύτερα τον ξεκάθαρο χαρακτήρα ενός φεστιβάλ, το οποίο ακόμα μοιάζει να ψάχνει για την περπατησιά του. Ας το πω ξεκάθαρα: Αυτό που έχουμε να πλασάρουμε (να πουλήσουμε) διεθνώς, διατηρώντας ταυτόχρονα και την αξιοπρέπειά μας, είναι ο αρχαίος μας κόσμος. Ασφαλώς καλές είναι και οι κλασικές και μεταμοντέρνες πολιτιστικές κουρελούδες, αλλά δεν θα ήταν ακόμα καλύτερα να προβάλλουμε κυρίως το αρχαίο δράμα και την κωμωδία; Μιλώ πάντα για την τόσο ξεχωριστή Επίδαυρο.

Οι Ελληνες

  • Κι αυτό γιατί «Πού οδηγείται ενστικτωδώς το θέατρό μας σε εποχές κρίσης; Ούτε στον Σαίξπηρ ούτε στον Μπέρναρντ Σω, αλλά στους Ελληνες.» Ετσι άρχιζε μία κριτική του – για την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» στο Εθνικό Θέατρο της Βρετανίας ο κριτικός του «Γκάρντιαν» Μάικλ Μπίλινγκτον. Ο Γιώργος Λούκος αποδείχθηκε ένας πρώτης τάξης αρχιμάστορας του Φεστιβάλ. Κι ασφαλώς είναι ένα κατόρθωμα το ότι πέτυχε να γεμίσει την Επίδαυρο και στις δύο παραστάσεις.
  • Θα του άξιζαν όμως ακόμα μεγαλύτερα συγχαρητήρια αν πετύχαινε να πείσει μερικούς ξένους παραγωγούς να δουλέψουν επάνω σε κάτι που θα ταίριαζε περισσότερο στο πιο ξακουστό αρχαίο θέατρο του κόσμου. Αυτό το –πανάκριβο– «Χειμωνιάτικο Παραμύθι» ήταν μια συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών, με φορείς από τη Νέα Ζηλανδία, τη Γερμανία, τη Σιγκαπούρη και την Ισπανία. Λέτε να τα καταφέρει άραγε ο Λούκος να ξετρυπώσει του χρόνου τους ανάλογους χρηματοδότες για κανέναν Αισχύλο ή Αριστοφάνη;

Advertisements

* «Πέρσες» Εθνικό Θέατρο – Φεστιβάλ Επιδαύρου

  • Οι δυναστείες την εποχή της κρίσης

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

  • Αδυνατώ προσωπικά να κατανοήσω τα γιουχαΐσματα που προκάλεσε η παράσταση των «Περσών» από το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο.

Η Αμαλία Μουτούση στον ρόλο της Ατοσσας μπροστά από τους επτά Αγγελιοφόρους, που στην παράσταση συμβολίζουν τον «λαό» ενός κοινού πεπρωμένου

Η Αμαλία Μουτούση στον ρόλο της Ατοσσας μπροστά από τους επτά Αγγελιοφόρους, που στην παράσταση συμβολίζουν τον «λαό» ενός κοινού πεπρωμένου

Η ανάγνωση του Γκότσεφ αφορούσε μια δραστική, εξαιρετικά δομημένη και ευφυή πρόταση, σε ανοικτό διάλογο με το αρχαίο κείμενο. Ενταγμένη στον χώρο του πολιτικού θεάτρου, η βραβευμένη παράστασή του υπογράφεται όχι μόνο με την πέννα του Χάινερ Μίλερ, αλλά κυρίως με εκείνη του Μπρεχτ.

Μια ανοικτή ανάγνωση των «Περσών» είναι λοιπόν η πρόταση της παράστασης. Εργο που παίζεται σε κρίσιμη για το σύστημα στιγμή ή, μάλλον, σε εποχή κρίσης. Ενα σύστημα έχει στηρίξει τη βιωσιμότητά του στον ιμπεριαλιστικό επεκτατισμό και γνωρίζει τώρα την πρώτη ήττα. Στη διασκευή, εκείνο που ενδιαφέρει είναι το πώς φέρεται το σύστημα στην κρίση, καλύτερα, το πώς αντιδρούν οι φορείς της εξουσίας. Στους «Πέρσες» μια ολόκληρη δυναστεία έχει γαντζωθεί από την εξουσία και αγωνίζεται να διαχειριστεί την αποτυχία. Είναι άραγε σπάνιο να στέλνει ένας βασιλιάς στο θάνατο χιλιάδες και να παραμένει βασιλιάς;

Για τον Γκότσεφ, το έργο του Αισχύλου μπορεί κυρίως να αποκαλύψει την υπέρ-ιστορική θέσπιση της εξουσίας. Γι’ αυτό στη διασκευή του ένας τρελός κομπέρ της ιστορίας επιχειρεί την παράβαση, θέτει την καταγγελία του εκτός συστήματος, σχολιάζει με τη φωνή του Μίλερ ή με τον αντίλαλό του τα δρώμενα. Σε μια άλλη επίδειξη ανοικτής προσαρμογής, ο Βούλγαρος σκηνοθέτης αντικαθιστά τον Χορό των Περσών με επτά νέες κοπέλες. Θέλει να μεταδώσει την παράξενη -και για την αντίληψη των Ελλήνων ακόμα- φετιχιστική προσήλωση των Περσών στο εντυπωσιακό, την κλιμάκωση της έκφρασής τους στα όρια της υστερίας.

Ο Ξέρξης (Νίκος Καραθάνος) πάνω στη θυμέλη εκνεύρισε θεατές, που του ζητούσαν φωναχτά να φύγει από τον βωμό στο κέντρο της ορχήστρας

Ο Ξέρξης (Νίκος Καραθάνος) πάνω στη θυμέλη εκνεύρισε θεατές, που του ζητούσαν φωναχτά να φύγει από τον βωμό στο κέντρο της ορχήστρας

Οι επτά κοπέλες συνθέτουν όμως στην πραγματικότητα το ένα ημιχόριο. Το άλλο αποτελείται από επτά άνδρες, που επιστρέφουν από τον πόλεμο με τη μορφή του Αγγελιοφόρου. Κακώς λέμε ότι ο σκηνοθέτης έσπασε τον ρόλο σε επτά. Στην πραγματικότητα έδωσε τη θέση του σε μια επταμελή ύπαρξη, στον «λαό» ενός κοινού πεπρωμένου.

Σε αυτόν ακριβώς τον «λαό» απευθύνεται η Ατοσσα. Η μορφή της έρχεται από μια ολόκληρη πινακοθήκη γυναικείων μορφών, που, άλλοτε από τα παρασκήνια και άλλοτε από τη σκηνή της εξουσίας, κατόρθωσαν να θρέψουν δυναστείες. Καθώς μάλιστα η Ατοσσα ανήκει σε ένα ανδροκρατούμενο σύστημα, έχει αναπτύξει το ένστικτο της επιβίωσης, την τεχνική του πλάγιου ελέγχου, της εξόδου προς το φασματικό.

Είναι βέβαια φανερό πως έχει αναπτύξει όλα αυτά σε βάρος της αληθινής της φύσης. Κάποια στιγμή όμως το προσωπείο ραγίζει: Μαθαίνοντας πως ο γιος της, ο Ξέρξης, ζει, η μητέρα-Ατοσσα γίνεται ένα ανθρώπινο κουβάρι. Η βασίλισσα γρυλίζει από χαρά στην ορχήστρα. Σπουδαία στιγμή, ακόμα και αν πρόκειται για ένα διάλειμμα στον ρόλο: Η εμφάνιση αδυναμίας απαγορεύεται ρητά, και η βασίλισσα οφείλει να επιστρέψει στο κοίλο, απ’ όπου μπορεί να ελέγξει καλύτερα το πλήθος.

Γιατί από κάποια στιγμή και μετά η φρίκη έχει αρχίσει να αναγνωρίζει τον υπαίτιο της. Με την παρέμβαση του τρελού-σοφού, το όνομα του Ξέρξη έρχεται στο στόμα τού μέχρι τώρα δουλοπρεπή λαού και σπέρματα εξέγερσης κάνουν την εμφάνισή τους. Πώς αντιδρά η Ατοσσα; Με αλάθητο αισθητήριο καλεί την πιο κρίσιμη στιγμή τον Δαρείο, τον μυθικό και μυθοποιημένο βασιλιά ενός περασμένου μεγαλείου. Είναι περιττό να εξάρουμε την αξία του σχολίου, να βρούμε αναλογίες με την πρόσφατη πολιτική ιστορία. Το φάντασμα του Δαρείου αντιπροσωπεύει τη φασματική θέσπιση της εξουσίας: Πρόκειται για ζωντανό βαμπίρ, χαϊδεμένο και αυτάρεσκο. Η δυναστεία του, που με τόσο καμάρι επικαλείται, είναι βουτηγμένη στο ίδιο αίμα, μόνο που αυτός μιλάει για νίκες.

Ο Δαρείος όμως μιλάει επίσης και για «θράσος». Θράσος που καταφθάνει από το βάθος, προσωποποιημένο στη μορφή του Ξέρξη. Γόνος ευγενής και κοσμικός, στην πραγματικότητα κύμβαλο αλαλάζον, το οποίο αντηχεί τη βουλή της μητέρας του. Πολλοί αντέδρασαν στην ειρωνική απόδοση του Ξέρξη και του Δαρείου. Παραμένει, ωστόσο, πιστή στις προθέσεις του σκηνοθέτη. Ο Ξέρξης είναι ένας κηφήνας που εκτρέφεται στη σκιά του Δαρείου.

Πού χάνει λοιπόν η παράσταση την επαφή της με το κοινό; Κατά τη γνώμη μου στην πρόθεσή της να παρουσιάσει ένα κατάφωτο εθνικό δράμα (τέτοιο είναι στη συνείδηση πολλών οι «Πέρσες») στο σαιξπηρικό ημίφως του δράματος εξουσίας. Κρίμα. Γιατί οι αντιδράσεις αδικούν και την παρουσία των Ελλήνων ηθοποιών. Παίζοντας με ένα παντελόνι που κινδύνευε συνεχώς να εκθέσει τη βασιλική πυγή, ο Ξέρξης του Νίκου Καραθάνου εμφανίζεται μεταξύ φαυλότητας και γελοιότητας. Ο Δαρείος τού Μηνά Χατζησάββα καλείται ως είδωλο και εμφανίζεται σαν τσαλαπατημένος μύθος. Στην Ατοσσα, η Αμαλία Μουτούση δημιουργεί πράγματι την αίσθηση της τερατώδους διαστρέβλωσης, της απόστασης από το κοινό κριτήριο. Αποκαλυπτικός ο «τρελός» της Λένας Κιτσοπούλου.

Ο εξάμετρος μπλε τοίχος του σκηνικού συμπυκνώνει στην ίδια όψη μνημείο πεσόντων, τον βυθό και τη δύναμη της θάλασσας, τη μέγκενη της εξουσίας. Τα κοστούμια μπολιάζουν τους ρόλους με επικό χιούμορ.

Απολογιστικά: Μια ενδιαφέρουσα παράσταση γιουχαΐστηκε επειδή θεωρήθηκε ασεβής προς τον Αισχύλο και το έργο του. Ας της δώσουμε ψύχραιμα τα εύσημα που της αναλογούν. *