Εχασαν την «μπάλα» στην Επίδαυρο

epidauros-theatro-troades-Kokkinou

  • «ΤΡΩΑΔΕΣ» ΤΟΥ ΔΗΠΕΘΕ ΠΑΤΡΑΣ

Ο σκηνοθέτης Θ. Αμπαζής δεν είχε αποφασίσει την κύρια αισθητική ιδέα της παράστασής του, οι ηθοποιοί έδιναν την εντύπωση ότι παίζουν… αλλού, ενώ η Α. Κοκκίνου (Εκάβη), χωρίς ερείσματα, μιμήθηκε τον εαυτό της

  • Tου Γρηγόρη Ιωαννίδη, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 26/08/13

Από τον «Πλούτο» του Σαββόπουλου μέχρι τώρα, τις «Τρωάδες» του Αμπαζή, για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια κωμωδία και τραγωδία επιστρέφουν με τόση έμφαση στις αγκάλες της μουσικής. Καθόλου άδικα. Μήπως τελικά αυτό που κληροδότησαν οι αρχαίοι δεν είναι παρά ένα τεράστιο μουσικό όργανο σε σχήμα αμφιθεάτρου; Και εμείς από τότε ψάχνουμε κλειδιά για να το παίξουμε.

Δεν το κρύβω πως από όλες τις παραγωγές του προγράμματος, οι «Τρωάδες» του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας συγκέντρωναν τις κρυφές προσδοκίες μου. Πρώτα πρώτα επειδή έστεκε δίπλα σε μεγάλους εθνικούς κι ιδιωτικούς θεσμούς –και ποιος δεν υποστηρίζει ένα αουτσάιντερ; Επειτα αποτελεί το βάπτισμα του πυρός για πολλούς: Προτάσσει μια νέα μετάφραση του έργου από τη δραματουργό Ελσα Αδριανού. Συστήνει τον Θοδωρή Αμπαζή ως σκηνοθέτη αρχαίου δράματος στην Επίδαυρο. Και φέρνει στον αρχαίο στίβο την Αννα Κοκκίνου. Το ενδιαφέρον όμως δεν σταματά εδώ. Η πρόταση του Αμπαζή έμοιαζε να υπόσχεται μια επεξεργασία του αρχαίου λόγου ώστε να συμφύεται με τη ρίζα της μουσικής. Κάτι παλιό αλλά πάντα υποσχόμενο: εκκινώντας από το κείμενο να καλλιεργήσεις έναν κώδικα θεάτρου που να μπορεί να μεταδώσει τον αχό που κλείνει μέσα του το αρχαίο δράμα, τον παλμό που νιώθουν όσοι το γνωρίζουν και το αγαπούν. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Μουσείο ανθρώπινης συμπεριφοράς»

getImageΣτο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, για δεύτερη χρονιά, αλλά σε ανανεωμένη εκδοχή, το θέατρο «Σημείο» παρουσίασε σε πολλούς χώρους (στο αίθριο, στο γκαράζ, στις σκάλες – πάνω και κάτω από αυτές, στα ασανσέρ, στην ταράτσα, στην είσοδο των τουαλετών, ακόμα εντός τουαλέτας) του Μουσείου Μπενάκη (Πειραιώς 138), ένα, τρίωρης διάρκειας, πρωτότυπο σαν σύλληψη, θεατρόμορφο δρώμενο, με τίτλο «Μουσείο ανθρώπινης συμπεριφοράς». Μια σύνθεση 15 συνολικά κειμένων (αποσπάσματα βιβλίων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, προσωπικές μαρτυρίες και κείμενα που έγραψαν οι Μιχάλης Παλίλης, Κάλια Παπαδάκη, Στέλιος Χατζηαδαμίδης και Γιάννης Τζαννετάκης), για τη ζωή, τον έρωτα, την αγάπη, τα νιάτα και τα γηρατειά, τις σχέσεις γονιού – παιδιού, το φυσικό και αφύσικο θάνατο, ποικίλες εμπειρίες, ψυχολογικά τραύματα, πληγωμένα συναισθήματα, απραγματοποίητους πόθους, το καλό και το κακό, τα ανθρώπινα πάθη από τη βία της εξουσίας, κ.λπ. Ενα σκηνικό πείραμα, μια έμψυχη «εγκατάσταση», με 19 ηθοποιούς που με κίνηση, λόγο, σιωπές και ελάχιστα αντικείμενα, «διηγούνταν», δημιουργούσαν συνεχώς «εικαστικές» εικόνες, ωσάν ζωντανά γλυπτικά και ζωγραφικά «εκθέματα», τα οποία κοίταζαν εκ του συστάδην οι θεατές, όπως αντικρίζουν, κοιτάζουν ο καθένας με τη δική του, διαφορετική «ματιά», όπως κατανοούν ή όχι, προτιμούν κάποια και προσπερνούν άλλα εκθέματα οι επισκέπτες ενός μουσείου. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Ενα παράξενο απόγευμα»

getImageΜια νεανική ομάδα, με την επωνυμία «Επωδός», παρουσίασε στον κήπο της Κεντρικής Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αθήνας (κτίριο που χρησιμοποίησαν ως χώρο μεταβίβασης κρατουμένων οι ναζί κατακτητές, αλλά και η φασιστική δικτατορία του 1967), το έργο του Αντώνη Δωριάδη «Ενα παράξενο απόγευμα». Ενα έργο καταγγελίας του σκοταδισμού, του δόλου, της προσπάθειας φίμωσης του λαού και των φρικιαστικών βασανιστηρίων που επέβαλε η χούντα σε όσους της αντιστέκονταν, του οποίου την παρουσίαση ο συγγραφέας την αφιέρωσε στον απάνθρωπα βασανισμένο Σπύρο Μουστακλή. Η πλοκή του έργου εκτυλίσσεται ένα απόγευμα, σε δημόσιο χώρο. Ενας νέος άνδρας (προσωπείο του συγγραφέα), «τυχαία» βλέπει μια ωραία γυναίκα, μόνη, να διαβάζει σε ένα παγκάκι. Την πλησιάζει, καπνίζει συνεχώς και τάχα «παραμιλώντας» για τα προβλήματά του, της πιάνει κουβέντα. Η κουβέντα τους θα εξελιχθεί σε αποκάλυψη. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Ο Φώντας»

getImageΜετά τη μεταπολίτευση, κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980, η απαλλαγμένη από τη χουντική λογοκρισία ελληνική δραματουργία μπόρεσε να ανασάνει, να ελευθερωθεί θεματολογικά, μορφολογικά και γλωσσικά, να πει ιστορικές, κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές αλήθειες, που επί δεκαετίες δεν τολμούσε ή δεν την άφηναν να πει για τα μύρια κακώς κείμενα που όχι μόνο κατά το παρελθόν, αλλά και μεταπολιτευτικά βασάνιζαν, πλανούσαν, διαστρέβλωναν, διέβρωναν, διέφθειραν την ελληνική κοινωνία, την ανθρώπινη ζωή και συνείδηση. Χάρη στο πρωτοπόρο (από τη δεκαετία του 1950 και τις επόμενες) στη στήριξη της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας «Θέατρο Τέχνης» και στο θέατρο «Στοά» (από τη μεταπολίτευση και εντεύθεν), δόθηκε η δυνατότητα να πρωτοδοκιμαστούν αρκετοί νέοι συγγραφείς και μερικοί από αυτούς να εξελιχθούν και να καταξιωθούν. Μεταξύ των καταξιωμένων ήταν και ο πρόωρα αποβιώσας Μήτσος Ευθυμιάδης. Μετά το – σαφώς επηρεασμένο (θεματολογικά και μορφολογικά) από το «Μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη – εξαιρετικό (ποιητικο-ρεαλιστική σάτιρα, ιστορικο-πολιτικού περιεχομένου, εμπλουτισμένη με τραγούδια – σχόλια) παρθενικό έργο του, «Προστάτες» (1974), που ανέβασε το «Θέατρο Τέχνης» (1975), ο Ευθυμιάδης εντάσσεται στο αναπτυσσόμενο από άλλους συγγραφείς «ρεύμα» του νατουραλισμού, που καυτηρίαζε διάφορα «άνθη του κακού» (ατομικά και συλλογικά ήθη, φαινόμενα, συμπεριφορές, αντιλήψεις, «αξίες», στάσεις, τρόπους ζωής, ακόμη και γλωσσικά ιδιώματα), που σταδιακά, ανεπαισθήτως, μετά τη μεταπολίτευση «μόλυναν» το «σώμα» του ελληνικού λαού, που θάρρεψε ότι «απελευθερώθηκε» από τον από συστάσεως του ελληνικού κράτους κύριο υπαίτιο των δεινών του. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Γκόλφω»: καθρέφτης της εθνικής μας πορείας

  • Η παράσταση που δόνησε την Επίδαυρο
Η πρόταση του Νίκου Καραθάνου συγκίνησε το κοινό, με αποκορύφωμα το παραλογισμένο τσάμικο της χαμένης ευμάρειας. Διαθλασμένη μέσα από τα δικά μας μάτια, σημαίνει τη χώρα που την ανεβάζει. Οταν κάποτε σε άλλους καιρούς μάς ρωτήσουν πώς νιώθαμε σήμερα, σε ποια Ελλάδα ζούσαμε και τι νοσταλγούσαμε, θα αρκεί μονάχα αυτό: θα τους δείχνουμε την.

Η πρόταση του Νίκου Καραθάνου συγκίνησε το κοινό, με αποκορύφωμα το παραλογισμένο τσάμικο της χαμένης ευμάρειας. Διαθλασμένη μέσα από τα δικά μας μάτια, σημαίνει τη χώρα που την ανεβάζει. Οταν κάποτε σε άλλους καιρούς μάς ρωτήσουν πώς νιώθαμε σήμερα, σε ποια Ελλάδα ζούσαμε και τι νοσταλγούσαμε, θα αρκεί μονάχα αυτό: θα τους δείχνουμε την «Γκόλφω» του Εθνικού Θεάτρου

  • Του Γρηγόρη Ιωαννίδη, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 19/08/13

getFile18Υπήρχαν μερικοί πολύ καλοί λόγοι που με ώθησαν να ξαναδώ την «Γκόλφω» του Εθνικού, μεταφερμένη στην Επίδαυρο. Για να δω κατ΄ αρχάς τι μπορεί να σημαίνει η απόδοση σε φυσικό χώρο μιας παράστασης που αρνιόταν αυτό ακριβώς: τη νατουραλιστική, φυσιολατρική, σκηνογραφημένη και εθνολογικά τεκμηριωμένη προσέγγιση του έργου του Περεσιάδη.

Ενας άλλος ωστόσο, πιο ουσιαστικός, λόγος παρακινούσε το ενδιαφέρον μου: Δεν ξέρω πόσοι θεατές (από τους πολλούς) που συγκεντρώθηκαν την Παρασκευή στο κοίλον του αργολικού θεάτρου ένιωσαν μάρτυρες μιας σημαντικής εξέλιξης στην ιστορία του Φεστιβάλ. Μετά την παλιά ρήξη του μονοπωλίου του Εθνικού και την είσοδο στον χώρο της Επιδαύρου του Θεάτρου Τέχνης, μετά την πολύ πρόσφατη είσοδο του Μπέκετ και του Σέξπιρ στο ρεπερτόριο του, είχαμε τώρα την τρίτη κατά σειρά ανατροπή της παράδοσης: με την είσοδο στο αργολικό θέατρο της ταπεινής, καταφρονεμένης και πολλάκις ανεβασμένης από θιάσους και μπουλούκια «Γκόλφως», το Φεστιβάλ απλώνει το πρόγραμμά του ώστε να περιλάβει κάτι που δεν εμπίπτει όχι μόνο στο αρχαίο αλλά ούτε καν στο «υψηλό» ρεπερτόριο. Μάλλον επαναπροσδιορίζει τον ρόλο του ώστε να περιλαμβάνει τη γενική σύνδεση του εθνικού με το αληθές. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Απάντηση [του Γ. Βέλτσου] σε θεατρική κριτική [της Λ. Αρκουμανέα]

ΤΟ ΒΗΜΑ:  18/08/2013

Από τον καθηγητή κ. Γιώργο Βέλτσο πήραμε την παρακάτω επιστολή σχετικά με την κριτική της κυρίας Λουίζας Αρκουμανέα που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα» την Κυριακή 11 Αυγούστου 2013. «Το Βήμα», εννοείται, δεν υιοθετεί το εκφραστικό ύφος του συγγραφέα, ωστόσο, για λόγους δεοντολογίας, δημοσιεύουμε το κείμενο.
Μου κακοφάνηκε αυγουστιάτικα που η Λουίζα Αρκουμανέα («Το Βήμα», 11.8.2013) καταπιάστηκε με τη θεατρική μου Φωνή. Είναι σαν να αμφισβήτησε τη φωνή μου.
Και αυτό δεν το συγχωρώ.
Επειδή όμως θεωρώ ότι η γραφή είναι «σύμπτωμα» του ανθρώπου, δεν θα κρίνω μόνο τη γραφή της αλλά και την ίδια, κατά παράβαση της αρχής ότι «πρέπει να τελειώνουμε με την κριτική».
Θεωρώ τη Λουίζα Αρκουμανέα ένα caso! Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Για «μορφωμένους»… «Η φωνή» του Γιώργου Βέλτσου, σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών

Αρκουμανέα Λουίζα, ΤΟ ΒΗΜΑ:  11/08/2013

Για «μορφωμένους»
Ο συγγραφέας της «Φωνής» Γιώργος Βέλτσος με τη σκηνοθέτρια της παράστασης Ρούλα Πατεράκη
Ο Α έχει έναν φόβο. Ή και περισσότερους. Δυσκολεύεται να ακούσει τη φωνή του. «Γιατί δεν μετακινείσαι; Γιατί δεν μιλάς πιο δυνατά;» τον ρωτά αφελώς ο Β. Η Γ προσπαθεί να του εξηγήσει ότι ο Α δεν βλέπει πια όνειρα, γι’ αυτό τον πήρε και έφυγαν μακριά. Πήγαν στους ειδικούς. Αλλά οι τελευταίοι δεν τους είπαν τίποτα καινούργιο. Η ασθένεια «είναι απροσδιόριστη» είπαν οι επιστήμονες και κούνησαν συγκαταβατικά το κεφάλι. Από ό,τι φαίνεται ο Α πλήρωσε το τίμημα της απόλυτης γνώσης. Τα ήξερε όλα προτού του τα πουν. Το ταξίδι ήταν περιττό.
Ενώ έλειπαν, ο Β έμπαινε κρυφά στο σπίτι και άγγιζε τα ρούχα τής Γ. Ο Β και η Γ είναι εραστές. Ο Α το ξέρει και δεν έχει πρόβλημα. Αντιθέτως, δείχνει να του αρέσει που ανήκει σε ένα τρίγωνο και μάλιστα ισοσκελές ορθογώνιο. Επειδή είχε «ολισθήσει έξω από τις λέξεις», βρήκε στο τρίγωνο καταφύγιο. Εστω πρόσκαιρο. Κάθησε απέναντι από τον φόβο του και συνομίλησαν. Εκεί μέσα στο τρίγωνο. Οταν βγήκε, δήλωσε πως δεν αγαπά πια τη Γ. Αλλά ούτε αυτή τον αγαπά. Θέλει να φύγει, να μείνει μόνη, να περπατά στον μόλο και να της φυσάει ο αέρας τα μαλλιά. Δεν είναι όμως σίγουρη. Η αναποφασιστικότητα γενικώς τους ταλανίζει όλους: να χωρίσουν ή να παραμείνουν και οι τρεις μαζί; Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου