Στον δρόμο με τα μαστίγια

  • «Wonderland», βασισμένο στα έργα «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» και «Μέσα από τον καθρέφτη» του Λιούις Κάρολ, στο θέατρο Παλλάς σε σκηνοθεσία Αντζελας Μπρούσκου

Είναι τρομερό πράγμα να μεγαλώνεις. Να μεγαλώνεις στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή. Να μεγαλώνεις τόσο πολύ, τόσο ξαφνικά, ώστε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το κεφάλι σου να χτυπάει το ταβάνι και να μη χωράς να βγεις από το σπίτι. Από την άλλη, είναι τρομερό και να μικραίνεις. Να μικραίνεις εξίσου απότομα και να βρίσκεις τον νανοσκοπικό εαυτό σου να κολυμπάει με αγωνία μέσα στα ίδια του τα δάκρυα.

Η Αλίκη δεν μπορεί να καταλάβει γιατί το μέγεθός της αυξομειώνεται με τόση ευκολία. Προσπαθεί να παραμείνει ψύχραιμη και να προσαρμοστεί στις περιστάσεις σαν καλό κορίτσι, είναι όμως τόσο δύσκολο όταν κάθε λεπτό που περνάει της συμβαίνουν ολοένα πιο αλλόκοτα πράγματα.

Να γλιστράς σε ένα λαγούμι μέσα στη γη και να τσουλάς δίχως φρένο, προς άγνωστη κατεύθυνση, για αδιευκρίνιστο χρονικό διάστημα. Και όταν τελικά φτάσεις κάπου να συναντάς έναν βιαστικό, αγχωμένο κούνελο με φράκο και λευκά γάντια που δεν σου δίνει σημασία. Και αφού ψηλώσεις, και αφού κοντύνεις, να βρεθείς να κολυμπάς μαζί με έναν ποντικό που καταλαβαίνει γαλλικά. Και αφού βγεις στη στεριά να συναντήσεις μια σοφή κάμπια που φουμάρει ναργιλέ και σου δίνει συμβουλές ακατανόητες. Ενα μαγικό μανιτάρι αποδεικνύεται σωτήριο, μόνο αν ξέρεις από ποια μεριά να το δαγκώσεις. Και πάλι αυτό δεν σημαίνει πως δεν θα αποκτήσεις εξωφρενικά μακρύ λαιμό, τόσο μακρύ ώστε το κεφάλι σου θα ξεπεράσει την κορυφή των δέντρων και θα δεχθείς επίθεση από μια ενοχλημένη περιστέρα που ανησυχεί για τα μικρά της. Και όταν ο λαιμός σου ξαναβρεί το φυσικό του σχήμα, σε περιμένει μια κακάσχημη δούκισσα με ένα μωρό που ουρλιάζει και μια αναιδέστατη μαγείρισσα που πετάει τηγάνια προς κάθε κατεύθυνση. Ο αέρας μυρίζει πιπέρι και εσύ τρέχεις να ξεφύγεις όταν ανακαλύπτεις ένα γουρουνάκι στην αγκαλιά σου. Πάνω στα κλαδιά ακουμπά μια γάτα του Τσεσάιρ που σου χαμογελά καθώς εξαφανίζεται σταδιακά.

Πίνεις το τσάι σου με τον Τρελοκαπελά και τον Μαρτιάτικο Λαγό σε ένα ξέφωτο του δάσους όπου ο χρόνος έχει σταματήσει και είναι πάντοτε έξι η ώρα. Αλλά ούτε εκεί μπορείς να χαλαρώσεις καθώς έρχεται η διαταγή να συμμετάσχεις στον αγώνα κροκέ που διοργανώνει η Ντάμα Κούπα και βρίσκεσαι με ένα φλαμίνγκο στο χέρι να προσπαθείς να χτυπήσεις σκαντζόχοιρους αντί για μπαλάκια. Την ίδια στιγμή που η Κούπα διατάζει να σου πάρουν το κεφάλι- εσένα και όλων των παρευρισκομένων. Τη γλιτώνεις εφόσον δεν δίνεις σημασία και συνεχίζεις ακάθεκτη. Μαθαίνεις πως η ψευτοχελώνα είναι ένα ζώο με το οποίο φτιάχνουμε ψευτοχελωνόσουπα και ακούς τη λυπητερή ιστορία της. Προτού την τελειώσει, όμως, φτάνει η ώρα της δίκης γιατί πρέπει να τιμωρηθεί αυτός που έκλεψε τις τάρτες. Και επειδή κανένας δεν ακούει τους μάρτυρες, και επειδή η βασίλισσα βιάζεται να πάρει μερικά κεφάλια ακόμη, γίνεσαι έξαλλη, γίνεσαι γιγαντιαία ξανά και τα τινάζεις όλα στον αέρα με μια κίνηση του χεριού σου. Και τότε τελειώνουν όλα ξαφνικά, ακριβώς όπως άρχισαν πριν από λίγη ώρα, όταν καθόσουν στην όχθη της λίμνης με την αδελφή σου και βαριόσουν και αποφάσισες να ακολουθήσεις τον Λευκό Κούνελο μέσα στην τρύπα, κάτω στο λαγούμι. Στη Χώρα των Θαυμάτων.

Δεν είναι να απορεί κανείς που το έργο του Λιούις Κάρολ διατηρεί τη γοητεία του περίπου ενάμιση αιώνα μετά τη δημοσίευσή του. Εχουμε εδώ τον σουρεαλισμό στην πιο παραμυθένια μορφή του, ένα σύμπαν μαγικό όπου κάθε δεδομένο ανατρέπεται με μια γουλιά, τα ρολόγια δεν έχουν δείκτες, και τα τραπουλόχαρτα δίνουν διαταγές. Μια τρανταχτή απόδειξη ότι η φαντασία είναι πράγματι το πιο ισχυρό όπλο που διαθέτει ο νους για να κάνει τη ζωή παιχνίδι συναρπαστικό και απειλητικό μαζί, ρυθμίζοντας θαυμαστά την ισορροπία των δόσεων ούτως ώστε να μετριάζεται η ζάχαρη και να θριαμβεύει το πιπέρι, η ανάσα του κινδύνου που μετατρέπει την καθημερινότητα σε περιπέτεια και κάνει την πιο υπερφίαλη Κούπα να ξεχειλίζει.

Καθώς έχουμε να κάνουμε με όνειρα και φαντασιώσεις, το υλικό του βιβλίου προσφέρεται για τις πιο ακραίες, υποκειμενικές αναγνώσεις- ακόμη και τις πιο σκοτεινές. Η Αντζελα Μπρούσκου αποφάσισε να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, το έκανε όμως με τον πιο μονοσήμαντο, απλουστευτικό τρόπο. Χάρη σε ένα συμπαθές «εκσυγχρονιστικό» εύρημα, το λαγούμι γίνεται η μαύρη τρύπα γνωριμιών στο Διαδίκτυο όπου εκπλήξεις παραμονεύουν σε κάθε ψηφιακή γωνιά. Αυτή όμως η δήθεν σεξουαλική-ψυχεδελική προσέγγιση του κειμένου δεν έχει τίποτε υπόγειο, τίποτε αναπάντεχο: σύμφωνα με τη σκηνοθέτιδα, το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί όταν περιδιαβάζεις στονπαγκόσμιο ιστό είναι να βρεθείς σε chat rooms γεμάτα τύπους και τύπισσες με δερμάτινα αξεσουάρ, περούκες και μαστίγια, ατάλαντους, βαριεστημένους υπηρέτες του σεξ που δεν πρόκειται να διαπρέψουν ποτέ στην τέχνη της λαγνείας. Και μέσα σε όλα αυτά η Αλίκη- Ολια Λαζαρίδου να περιφέρεται ως απορημένη παιδούλα που έχασε τον γάτο της και κατέληξε με ένα τσούρμο από αποτυχημένους εκπροσώπους της σοουμπίζ και φτωχοντυμένους ντραγκ κουίν που επιδίδονται σε μαραμένο στριπτίζ και χαϊδολογούνται σαν να ξεσκονίζουνε μπιμπλό.

Ούτε ανάλαφρο ούτε ανησυχητικό, απλώς επίπεδο, γεμάτο εικόνεςστερεότυπα: η απουσία ρυθμού και φαντασίας είναι παντελής. Αν στον κόσμο του βιβλίου όλα κυλάνε και μπερδεύονται γλυκά, εδώ όλα κάθονται σε έναν καναπέ που δεν είναι καν αναπαυτικός: η Αλίκη με πιτζάμες και ένα lap top αγκαλιά, βλέποντας στην οθόνη της το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά. Περιστασιακή παρηγοριά η μουσική του Απόλλωνα Ρέτσου στις μελαγχολικές στιγμές της.

Advertisements