«Κίεβο» του Σέρχιο Μπλάνκο στο «Επί κολωνώ»: Όψη και κόψη ενός εφιάλτη

Πολενάκης Λ., Η ΑΥΓΗ: 25/11/2012

Ο σύγχρονος Ουρουγουανός συγγραφέας Σέρχιο Μπλάνκο ζει και γράφει σήμερα στο Παρίσι. Το έργο που τον έκανε πλατιά γνωστό έχει τον τίτλο «Κίεβο» και είναι, όπως ο ίδιος δηλώνει, μια προσπάθεια ανάπλασης του τσεχωφικού «Βυσσινόκηπου», με στόχο να διηγηθεί «πού κατέληξε μετά από έναν αιώνα το σχέδιο ανοικοδόμησης με το οποίο τελείωνε το ρωσικό έργο».

Ο συγγραφέας συνδυάζει ευφυώς τον «Γλάρο» και τον «Βυσσινόκηπο», το πρώτο με το τελευταίο από τα πολύπρακτα δράματα του Τσέχωφ, για να παραγάγει, χρησιμοποιώντας την πλοκή τους, ένα εντελώς καινούργιο έργο, με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των υβριδίων. Η δράση εκτυλίσσεται σε ένα από τα εξοχικά σπίτια που έχτισε ο Λοπάχιν στη θέση του Βυσσινόκηπου, εκατό χρόνια μετά, και έχει καταλήξει κέντρο βασανιστηρίων της τοπικής χούντας! Ενώ συγχρόνως μαθαίνουμε για την ολοκληρωτική καταστροφή, μέσα σε μια νύχτα, της κοντινής, «ιερής» πόλης του Κιέβου. Η παραπομπή στον Ταρκόφσκι είναι προφανής. Δεν πρόκειται όμως πια για «Βυσσινόκηπο», καθώς διολισθαίνει στην καρδιά του σκοτεινού αυτού έργου ο «Γλάρος», και μέσα από αυτόν αναδύεται ο «Άμλετ» του Σαίξπηρ, όπως τον είδε η ρώσικη ιντελιγκέντσια και το γνήσιο τέκνο της, ο Τσέχωφ: σαν έναν σκοτεινό ιππότη της Αποκάλυψης ή σαν ένα παραπλανημένο alter ego του ευαγγελικού Δον Κιχώτη, μετέπειτα Μίσκιν; Εδώ συναντιούνται ο διχασμένος Ρώσος με τον διχασμένο Ισπανό, μπροστά στα διφορούμενα πρότυπα ενός ρηχού, δυτικού διαφωτισμού, που δεν έγινε ποτέ «δικός τους». Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μια παράσταση που αμφισβητεί

Πέντε νεαροί ηθοποιοί χορεύουν, τραγουδούν και στέλνουν πολιτικά μηνύματα

Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, 25/11/2012

Αγρια αγόρια 2
σκην.: Σάκης Παπακωνσταντίνου
Θέατρο του Νέου Κόσμου

Κι εγώ που νόμιζα πως τ’ Αγρια αγόρια είχαν πια γεράσει! Λάθος μου. Ζούνε και βασιλεύουνε. Και δεν εννοώ τα The Wild Boys των Duran Duran από το 1984, ούτε το ομώνυμο μυθιστόρημα. Τα «Αγρια αγόρια 2» (πέρυσι υπήρξαν και κάποια «Αγρια αγόρια 1») τώρα πια είναι «Μια ομάδα ηθοποιών – ακτιβιστών, οι οποίοι χρησιμοποιούν το θέατρο για να στέλνουν τα πολιτικά μηνύματά τους εναντίον των πλουσίων, των μικροαστών, των σεμνότυφων και των ακροδεξιών». Ετσι τουλάχιστον αυτοπαρουσιάζονται στην παράσταση στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Βέβαια, εγώ προσωπικά τα θυμόμουν αλλιώτικα αυτά τα «The Wild Boys: A book of the Dead», έτσι όπως τα περιέγραφε στο μυθιστόρημά του ο κατεξοχήν πρωτοπόρος της γενιάς των Μπιτ, Ουίλιαμ Μπάροουζ, στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η «Οδύσσεια» του Robert Wilson ως κόμικ – όπερα.

Του Λέανδρου Πολενάκη, Η ΑΥΓΗ: 18/11/2012

Αφιέρωσα το σημείωμα της Κυριακής σε μια προσπάθεια ανάγνωσης της «Οδύσσειας» του Ομήρου πέρα από τα καθιερωμένα. Να μπορέσουμε δηλαδή να ξεφύγουμε από την κυρίαρχη εικόνα του Οδυσσέα σαν ενός πανέξυπνου και πολύστροφου ανθρώπου που ξεγλιστρά από όλες τις καταστάσεις και είναι τελικά ο κανείς. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι η Οδύσσεια δεν είναι μόνο ένας ήρως, είναι και ένα κείμενο. Σημεία – κλειδιά του κειμένου είναι η άρνηση του Οδυσσέα να πιεί τον βοτάνι που θα τον έκανε αθάνατο, αλλά και ακόμη κάτι: η ανάδυση, στο τέλος, με τη συνδρομή της Αθηνάς μιας δημοκρατικής «πόλεως, σαν ένα προσχεδίασμα της δημοκρατικής Αθήνας που γεννιέται στο τέλος της «Ορέστειας» του Αισχύλου. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Επίκαιρα πολιτικά έργα

  • «Ο αφέντης Πούντιλα και ο δούλος του ο Μάττι» στο «Τζένη Καρέζη»
«Κίεβο»

Μετά το ανέβασμά του στο ΚΘΒΕ, ο Κώστας Καζάκος ανέβασε στο θέατρο «Τζένη Καρέζη» το έργο του Μπρεχτ «Ο αφέντης Πούντιλα και ο υπηρέτης του ο Μάττι». Λόγω περιορισμένου χώρου παραπέμπουμε τον αναγνώστη στη στήλη της 16/2/2011, για την παράσταση του ΚΘΒΕ, να διαβάσει ιστορικά και ιδεολογοαισθητικά στοιχεία του έργου. Η σημερινή στήλη, παρουσιάζοντας το ανέβασμά του στο «Τζένη Καρέζη», ευελπιστεί να επεκτείνει τα ιδεολογοαισθητικά στοιχεία του. Σήμερα ο εργαζόμενος λαός (όλοι οι κλάδοι εργατών και υπαλλήλων, μικρέμποροι, εργάτες γης, φτωχοί αγρότες, επιστήμονες, καλλιτέχνες κλπ.) χάνει όλα όσα κατέκτησε. Χάνει το δικαίωμα στη δουλειά. Σε όσα σημαίνουν ζωή. Ο εργάτης απολύεται ή εργάζεται και πληρώνεται όσο, όποτε, όπως θέλει το αφεντικό. Ο μικρέμπορος αναγκάζεται να κλείσει το μικρομάγαζό του. Ο εργάτης γης και ο φτωχός αγρότης βλέπει τα χωραφάκια του να αρπάζονται από νέους μεγαλογαιοκτήμονες. Τι απομένει στο φτωχό λαό να χάσει; Μόνο τις αλυσίδες του. Επόμενα πρώτη, έσχατη και κατεπείγουσα ανάγκη του, είναι όχι μόνο να αποκτήσει συνείδηση της ταξικής του θέσης, αλλά και να την κινητοποιήσει, γιατί μόνον έτσι μπορεί να ανατρέψει το καθεστώς της σύγχρονης δουλείας, να ορίζει τη «μοίρα» του. Αυτό είναι το θέμα και το μήνυμα του άκρως επίκαιρου μπρεχτικού αριστουργήματος «Ο αφέντης Πούντιλα και ο δούλος του ο Μάττι». Ο βαθύτατα διαλεκτικός Μπρεχτ, ξέροντας ότι οι συνθήκες αλλάζουν -θετικά ή αρνητικά- τον άνθρωπο, απέδειξε τη δύναμη της διαλεκτικής μεταστροφής του ανθρώπου, μέσω του προσώπου του Μάττι. Ο Μάττι, έχοντας μια πιο «σίγουρη» δουλειά ως σοφέρ του Πούντιλα, έχει ταξική συνείδηση, αλλά συμβιβάζεται, υποτάσσεται στα -ωφέλιμα μόνο για τους εκμεταλλευτές- τεχνάσματα για «ταξική ειρήνη», έως ότου αηδιασμένος από την απάνθρωπη εκμετάλλευση του αχόρταγου για πλούτη και πιοτό Φινλανδού μεγαλογαιοκτήμονα και μεγαλέμπορου Πούντιλα και «αφυπνισμένος» ακολουθεί τον πρωτοπόρο δρόμο του ασυμβίβαστου «κόκκινου εργάτη» Σούρκουλα, κόντρα στον καπιταλιστή αφέντη και τα εκτελεστικά όργανα της εξουσίας του. Το μπρεχτικό έργο βασίζεται σε μια μισοτελειωμένη λαϊκή φαρσοκωμωδία, με θέμα έναν «τζέντελμαν» που μπήκε στην υπηρεσία ενός μεγαλογαιοκτήμονα μέθυσου, επειδή του άρεσε η κόρη του. Ο Μπρεχτ, παρατηρώντας τα βάσανα, τις παραδόσεις της φινλανδικής φτωχολογιάς -εργατικής και αγροτικής- και τους αγώνες της κατά των μεγαλογαιοκτημόνων, θεωρώντας τις λεγόμενες «λαϊκές κωμωδίες» -και την επιθεώρηση- «χοντροκομμένο και ευτελές θέατρο», γιατί «έτσι το θέλουν ορισμένα καθεστώτα για τους λαούς τους», έγραψε μια πολιτική κωμωδία, με στόχο να συνειδητοποιήσουν οι λαϊκές μάζες την άγρια εκμετάλλευσή τους, να μην ξεγελιούνται από δήθεν «φιλάνθρωπες» στιγμές των εκμεταλλευτών τους, όπως του Πούντιλα, που μεθυσμένος φέρεται στους εργάτες πιο «ανθρώπινα», αλλά ξεμέθυστος αδυσώπητα. Μεθυσμένος αρραβωνιάζεται φτωχές γυναίκες και ξεμέθυστος τις διαολοστέλνει. Μεθυσμένος προσλαμβάνει πεινασμένους εργάτες και ξεμέθυστος τους διώχνει. Ο Μπρεχτ στις «Παρατηρήσεις» του για την επικαιρότητα του «Πούντιλα», τόνιζε: «Δε μαθαίνει κανείς μόνο από τον αγώνα αλλά και από την ιστορία των αγώνων (…) Στην πάλη των τάξεων η νίκη σ’ έναν τόπο πάλης πρέπει να χρησιμοποιηθεί για τη νίκη σ’ έναν άλλο τόπο (…) Η ζωή εκείνων που απελευθερώθηκαν από τους καταπιεστές τους μπορεί να είναι δύσκολη, όπως όλων των πρωτοπόρων: γιατί πρέπει να μετατρέψουν το σύστημα των καταπιεστών σε ένα νέο σύστημα (…)». Το έργο, σε μετάφραση του Οδυσσέα Νικάκη, με «εύφορη», αρμόζουσα στο μπρεχτικό ήθος, μελοποίηση των τραγουδιών -ιδιαιτέρως του τραγουδιού του Σούρκουλα και του φινάλε- από τον Διονύση Τσακνή, με τον ίδιο ερμηνευτή τους επί σκηνής, με λιτότατο σκηνικό και κοστούμια του Φαίδωνα Πατρικαλάκη, χορογραφία της Κατερίνας Φωτιάδη και φωτισμούς του Θανάση Σταυρόπουλου, υπηρετείται απολύτως με το δυνατό λαϊκό αισθητήριο, το πνευματώδες, αλλά και καυστικό χιούμορ, τη σκηνοθετική πείρα, προπαντός με την ιδεολογική ταύτιση με τον Μπρεχτ του Κώστα Καζάκου, που πλάθει -«δαιμόνια» και απολαυστικότατα- τις δύο «όψεις», αλλά και τη μία και μόνη «φύση-θέση» του Πούντιλα -τη «φύση-θέση» του εκμεταλλευτή. Πολύ καλές, μπρεχτικά σχολιαστικές, οι ερμηνείες των Θόδωρου Γράμψα (Μάττι), Παύλου Ορκόπουλου (αρχιδικαστής και Πλαδαρός), Σταμάτη Τζελέπη (επίσκοπος), Νίκου Μόσχοβου (διπλωμάτης). Γόνιμοι υποκριτικά, σε μικρότερους ρόλους, οι ηθοποιοί: Ντορέτα Παπαδημητρίου, Ελένη Δαφνή, Βερόνικα Δαβάκη, Μαρία Τζανή, Χριστιάνα Ματζουράνη, Γεωργία Καλλέργη, Νίκος Χανιωτάκης, Εύα Βάρσου, Ευθύμης Ξυπολυτάς, Γιάννης Γουνάς, Γεράσιμος Σκαφιδάς.

  • «Κίεβο» στο θέατρο «Επί Κολωνώ»
«Ο αφέντης Πούντιλα και ο υπηρέτης του ο Μάττι»

Ο θίασος «Νάμα» ανέβασε το έργο «Κίεβο» (2003) του Ουρουγουανού συγγραφέα Σέρχιο Μπλάνκο, σε εύγλωττη μετάφραση των Μαρίας Χατζηεμμανουήλ – Δημήτρη Ψαρρά και διασκευή του θιάσου. Ενα άκρως πολιτικό και επίκαιρο έργο, γραμμένο το 2003 και «διαλεγόμενο» με το «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ που γράφτηκε το 1903, 100 χρόνια πριν. Ενα έργο πολύ σημαντικό -μορφολογικά και θεματολογικά. Πλήρες θέατρο. Με ουσιώδες θέμα, καλοσχεδιασμένους χαρακτήρες, πλοκή με εντάσεις, υφέσεις, μοιραίες συγκρούσεις και συνταρακτικό τέλος. Οικογενειακό δράμα και παράλληλα ένα δριμύ «κατηγορώ» για τον ένα -και πλέον- αιώνα καπιταλιστικής βαρβαρότητας στη χώρα του, στη Λ. Αμερική και σε όλο τον κόσμο, σήμερα. Το έργο «δανείζεται» στοιχεία από την πλοκή, από πρόσωπα, το ατμοσφαιρικό «κλίμα» του τσεχοφικού «Βυσσινόκηπου», αλλά τα ανάγει απολύτως στο σήμερα. Εγγονός δουλοπάροικου ο Τσέχοφ γεννήθηκε το 1859. Το 1860 καταργείται η δουλοκτησία. Η δουλοκτησία καταργήθηκε, σχεδόν σε όλο τον κόσμο, στα τέλη του 19ου -αρχές του 20ού, οι δουλοπάροικοι «ελευθερώθηκαν», αλλά η εκμετάλλευσή τους συνεχίστηκε ως εργατών, από τους καπιταλιστές – πρώην φεουδάρχες. Οι δασικές και αγροτικές μεγαλοϊδιοκτησίες πουλήθηκαν ως οικόπεδα – φιλέτα για πολυτελείς βίλες της αστικής τάξης, στις αρχές του 20ού αιώνα, στη Ρωσία και σε πολλές άλλες χώρες. Το ίδιο συνέβη και στην πατρίδα του συγγραφέα και σε άλλες χώρες της Λ. Αμερικής. Διάφορες παλιές βίλες με τεράστιους κήπους -με την ανοχή, ακόμη και με τη συνέργεια των έκφυλων ιδιοκτητών τους- χρησιμοποιήθηκαν ως άντρα βασανιστηρίων των εκάστοτε δικτατορικών καθεστώτων και οι οποίες από τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα (και μέχρι σήμερα), προκειμένου να σβήσουν τα ίχνη των αμέτρητων και φρικτών εγκλημάτων, να «ξεπλυθεί», να ξεχαστεί, να ανανεωθεί και να διαιωνιστεί το βρώμικο χρήμα των εγκληματιών (δικτατορικών εξουσιών και αστικής τάξης), ισοπεδώνονται για να χτιστούν μεγαθήρια καπιταλιστικών επιχειρήσεων, «σκοτώνοντας», χάριν των συμφερόντων τους, τη φύση και τη ζωή. Κληρονόμοι μεγαλοαστών η Εϊρεν και ο αδελφός της Εσβαλντ πουλούν την παλιά πατρική βίλα τους, με κήπο και λίμνη για να χτιστεί μεγάλο εμπορικό κέντρο. Η Εϊρεν, δέχεται την πώληση, γιατί, τάχα, η λίμνη της θυμίζει τον πνιγμό του μικρότερου αγοριού της. Κι όμως η Εϊρεν ξέρει ότι ο αδελφός της, με τον οποίο αιμομεικτεί σεξουαλικά, διέθετε τα υπόγεια της βίλας σαν άντρο βασανιστηρίων του καθεστώτος, συμμετείχε στα βασανιστήρια, πέταγε όσους βασανισμένους πέθαιναν στη λίμνη και είχε εξαναγκάσει τον Τάβιο – άνεργο, πρώην δάσκαλο του πνιγμένου ανιψιού του- να γίνει συνένοχός του, προκειμένου να εξασφαλίζει λίγη τροφή και τη «δόση» του. Σάπιοι ως το μεδούλι ο Εσβαλντ και η Εϊρεν, συνθλίβουν υπαρξιακά και τα νιάτα -την κόρη και τον παραπληγικό γιο της Εϊρεν, Αλντεν- και τον κατά βάθος τίμιο Τάβιο -ο οποίος απελπισμένος αυτοκτονεί και «καθαίρεται» βουτώντας στα σάπια νερά της γεμάτης από πτώματα βασανισμένων λίμνης. Το έργο ευεργετείται με την απέριττα ρεαλιστική, υπογείως «ποιητική», υποβλητικής ατμόσφαιρας σκηνοθεσία των Ελένης Σκότη – Δάφνης Λαρούνη, την καλαισθησία του λιτού σκηνικού και των κουστουμιών (Γιώργος Χατζηνικολάου), των φωτισμών (Σάκης Μπιρμπίλης), του βίντεο (Μιχάλης Κλούκινας), της μουσικής (Μάριος Στρόφαλης) και από τις πολύ καλές ερμηνείες των Γιάννη Λεάκου, Δημήτρη Λάλου, Στάθη Σταμουλάκου, Ηλιάνας Μαυρομάτη. Στο ρόλο της Εϊρεν, σε διπλή διανομή, αμιλλώνται ισάξια δύο προικισμένες ηθοποιοί. Δύσκολο μπορεί να κριθεί ποια από τις δύο ερμηνείες είναι η καλύτερη. Η Φιλαρέτη Κομνηνού, με αμεσότητα και δυναμισμό αναδεικνύει τη συνειδητή σκληρότητα και την ατομικιστική αναισθησία της Εϊρεν. Η Καρυοφιλλιά Καραμπέτη, με μια πιο σύνθετη και κλιμακούμενη ερμηνεία, τη ναρκισσιστική κοκεταρία, το σεξιστικό εκφυλισμό, την κάλπικη «αγάπη» για τα παιδιά της, προπαντός την υποκρισία, τον απάνθρωπο κυνισμό της Εϊρεν, που στο φινάλε του έργου αποκαλύπτεται πλήρως.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 21 Νοέμβρη 2012