Φρανκ Βέντεκιντ «Το Ξύπνημα της Ανοιξης»

Η διαπαιδαγώγηση της νεολαίας πριν από 118 χρόνια

Κριτική Σπύρος Παγιατάκης

Φρανκ Βέντεκιντ: Το Ξύπνημα της Άνοιξης, σκην.: Νίκος Μαστοράκης. Θέατρο: Εθνικό – Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας

Στη δική μας καθημερινότητα άλλοι τρώνε ξύλο –από τα όργανα της «τάξης»– και πηγαίνουν να διαμαρτυρηθούν στον εισαγγελέα, και σε άλλες πάλι, παλαιότερες περιπτώσεις, άλλοι νεολαίοι είχανε τους ξυλοδαρμούς μόνο ακουστά και παρακαλούσαν τους συνομήλικους φίλους τους να τους αστράψουν μερικά σκαμπίλια για να έχουνε κι αυτοί μια ζωντανή εμπειρία. Ετσι ακριβώς συμβαίνει στην 5η σκηνή της πρώτης πράξης, στο «Ξύπνημα της Ανοιξης», όταν ο νεαρός Μέλχιορ συναντιέται στο δάσος –λίγο προτού τη βιάσει κάτω από μια βελανιδιά– με τη 14χρονη Βέντλα. Δημοσιευμένο το 1891 το θεατρικό του Φρανκ Βέντεκιντ «Το Ξύπνημα της Ανοιξης» –με υπότιτλο «Μία παιδική τραγωδία»– αναφέρεται στις αποτρόπαιες συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωνε η μικροαστική νεολαία της εποχής. Συνθήκες οι οποίες αφορούσαν κυρίως τη σεξουαλική τους διαπαιδαγώγηση.

Στην εποχή του –πριν από 118 χρόνια– το έργο θεωρήθηκε ανήθικο, απαγορεύτηκε και λογοκρίθηκε. Σήμερα διδάσκεται στα γερμανικά γυμνάσια, γεγονός που μαρτυρά ότι πολλά έχουν αλλάξει από τότε. Δηλαδή, από πότε ακριβώς; Εξαρτάται από ποια μεριά της Γερμανίας βρέθηκε κανείς τα τελευταία 50 χρόνια. Γιατί παρόλο που ο Βέντεκιντ με το ειρωνικό του, αποστασιοποιημένο από πάθη, έντονα αντι-συναισθηματικό του στυλ υπήρξε ένας από τους δασκάλους του φιλοαριστερού Μπρεχτ, δεν υπήρξε ποτέ ανάμεσα στους συγγραφείς που η Ανατολική Γερμανία είχε στο ρεπερτόριό της. Ο Μπρεχτ τον θαύμαζε απερίφραστα. «Ηταν» έλεγε «ένας από τους σημαντικότερους παιδαγωγούς μιας Νέας Ευρώπης». Στη Λαοκρατική Γερμανία (1945 – 1989) τον θεωρούσαν μεν ανατρεπτικό, αλλά ταυτόχρονα και αναρχικό. Ως κάποιον ο οποίος δεν ήταν σε θέση να «προτείνει τις αναγκαίες εποικοδομητικές κοινωνικές λύσεις». Μήπως ο υπαρκτός Σοσιαλισμός δεν είχε την ίδια γνώμη και για τον Τσε Γκεβάρα; Αυτά στην τότε σεμνότυφη κομμουνιστική εποχή. Για να θυμόμαστε. Τέλος πάντων.

Νεο-εξπρεσιονιστική

Σήμερα το έργο είναι σαφώς ξεπερασμένο –τουλάχιστον στην πλήρη μορφή που το παρουσιάζει τώρα το Εθνικό Θέατρο, σε μια ενδιαφέρουσα μεν πλην βεβιασμένη νεο-εξπρεσιονιστική παρουσίαση του σκηνοθέτη Νίκου Μαστοράκη. Βέβαια, η πάντα ισχύουσα σεξουαλική αφύπνιση της νεολαίας στο «Το Ξύπνημα της Ανοιξης» έχει κάνει πρόσφατα και μια πολύ εντυπωσιακή και πολυβραβευμένη καριέρα ως μιούζικαλ στην Αμερική. Τώρα μάλιστα –από τις 23 Ιανουαρίου– θα μεταφερθεί με βρετανικό θίασο και στο λονδρέζικο Γουέστ Εντ – μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου. Στην περίπτωση αυτή βέβαια πρωταγωνιστούν η μουσική και ο χορός.

Στη σκηνοθετικά όχι και τόσο κλασική του, πλέον, μορφή, το «Ξύπνημα της Ανοιξης» στο Εθνικό Θέατρο ακολουθεί την ανατρεπτική πορεία –ή μάλλον την πολύφερνη μόδα, θα έλεγα– η οποία εδώ και μερικά χρόνια είναι ιδιαίτερα προσφιλής στις σύγχρονες γερμανικές σκηνές: του αναποδογυρίσματος των κλασικών κειμένων με τέτοιο τρόπο ώστε να βγάζουν μάτι με την όποια νεωτερικότητά τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Ολοι οι «μεγάλοι», δηλαδή οι ενήλικοι, στο έργο παρουσιάζονται από τον Νίκο Μαστοράκη με έντονο ασπρόμαυρο μακιγιάζ, κι επάνω σε κοθόρνους λες και βγήκαν από ταινίες σαν τον Δρ Μαμπούζε και τον Γκόλεμ. Οταν δηλαδή, πριν από καμιά εκατοσταριά περίπου χρόνια, παρόμοιες φιγούρες αποτελούσαν την τελευταία λέξη της μόδας του εξπρεσιονισμού στον κινηματογράφο.

Και ναι, τότε μεν υπήρχε ένας λόγος για να θρυμματιστεί η παραδοσιακή αστική τεχνοτροπία. Τώρα, όμως, ποιος άλλος λόγος μπορεί να υφίσταται για να εντυπωσιάζει κανείς με ρηξικέλευθες εικαστικές φιγούρες, τις οποίες ο κάπως ενημερωμένος θεατής γνωρίζει καλά ήδη από τις εικόνες της γερμανικής και της σοβιετικής πρωτοπορίας – δηλαδή της δεύτερης δεκαετίας του περασμένου αιώνα; Ετσι, σημαντικές σκηνές όπως η τραγική έκτρωση της Βέντλας ή η σύναξη των καθηγητών στο γυμνάσιο του Μέλχιορ αποδυναμώθηκαν κι έγιναν καρικατούρες, χάνοντας την ουσιαστική τους σημασία. Βέβαια, από την άλλη μεριά η παράσταση ανέπνευσε χάρη στην ομάδα των νέων παιδιών, των «μαθητών» στο έργο. Η Ιωάννα Παππά (Βέντλα) είναι ήδη μια σημαντική ηθοποιός την οποία –να το δείτε!– θα ακούμε συχνά. Ο Ομηρος Πουλάκης (που ανέλαβε τον Μέλχιορ μετά το τραγικό δυστύχημα που χτύπησε τον Κωνσταντίνο Παπαχρόνη) έδωσε ζωή σ’ ένα διαχρονικό νέο Το εντυπωσιακό πάντως ήταν ότι όλοι οι «γυμνασιόπαιδες» –Μίλτος Σωτηριάδης, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Μιχάλης Φωτόπουλος, Νατάσα Ζάγκα κ.ά.– της παράστασης ήταν μακριά από κάθε εξεζητημένη επιτήδευση. Μια επιτήδευση η οποία –αντίθετα– έβγαζε μάτι στη σκηνοθεσία.

Αντιγράφοντας

Εικαστικά, η παράσταση του Νίκου Μαστοράκη ήταν ενδιαφέρουσα. Αλλά ταυτόχρονα ήταν και ξεπερασμένη, αντιγράφοντας μια μπαγιάτικη γερμανική θεατρική πρωτοπορία σαν κι αυτή που εφάρμοζαν πριν καμιά τριανταριά χρόνια οι «νέοι» ακόμα τεύτονες σκηνοθέτες, οι οποίοι επέμεναν να αναρριχηθούν επάνω στους κλασικούς τους συγγραφείς. Η γερμανική «σκηνοθετίτιδα» που ακολουθούν γερμανομαθημένοι δημιουργοί δείχνει να εκπροσωπείται αυτή τη στιγμή επάξια στο Εθνικό μας Θέατρο. Κι όχι βέβαια με τον ίδιο τρόπο της εποχής του Φώτου Πολίτη και του Ροντήρη όταν έμπαιναν τα θεμέλιά του, αλλά στηριζόμενο στον σύγχρονο γερμανικό θεατρικό εντυπωσιασμό.

Το «Ξύπνημα της Ανοιξης» ευτύχησε να πρωτοπαρουσιασθεί από τον δάσκαλο της παλιάς σχολής των Ελλήνων σκηνοθετών, τον πρωτοποριακό Μαξ Ράινχαρτ αρκετά χρόνια μετά τη συμπλήρωσή του (στις 20 Νοεμβρίου στο Ντόυτσες Τεάτερ του Βερολίνου) όμως τότε το ανέβασμα απαιτούσε τόλμη κι όχι μόνο πρωτοτυπία. Σήμερα, μόνο η αρκετά ρεαλιστική ομοφυλοφιλική σκηνή ανάμεσα στους δύο γυμνασιόπαιδες – την οποία μέχρι τώρα τα γερμανικά θέατρα αποφεύγουν ως επί το πλείστον – ήταν συγκλονιστική στην τολμηρότητά της. Παρόλο που –για να είμαστε δίκαιοι– ήταν έξω από το πνεύμα του συγγραφέα, ο οποίος σαφώς δεν επιθυμούσε τέτοιες νατουραλιστικές τρυφερότητες.

Παρόλα αυτά προσωπικά συνηγορώ να δει κανείς ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της παγκόσμιας θεατρικής γραμματείας – αριστοτεχνικά μεταφρασμένο από τον Γιώργο Δεπάστα και με ενδιαφέρουσες λύσεις στο σκηνικό από την Εύα Μανιδάκη.

Advertisements

* «Ροτβάιλερ» Ομάδα Νάμα – «Επί Κολωνώ»

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία / 2 – 17/01/2009

«Ροτβάιλερ» σε σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη

Το «Επί Κολωνώ» στο στοιχείο του. Ακόμα ένα ανδροκρατούμενο έργο -είδος στο οποίο ειδικεύεται για κάποιο λόγο-, έμφαση στους νέους, κοντά στον πυρήνα του φλέγοντας κοινωνικού ρεαλισμού. Το νυστέρι της Ελένης Σκότη, ακονισμένο στο εργαστήρι της «Ομάδας Νάμα», επιχειρεί κι αυτή τη φορά να κόψει βαθιά.

«Ροτβάιλερ» φωνάζουν τον νεοναζιστή σκίνχεντ Αντόνιο Βερμούδες οι ομοϊδεάτες του, παρατσούκλι μάλλον κολακευτικό για τον ίδιο και υποτιμητικό για τα τετράποδα της εν λόγω ράτσας. Πρόθεση του Ισπανού συγγραφέα Γκιγέρμο Ερας είναι να αναδείξει το φαινόμενο του νεοφασισμού, μαζί με μια κρίσιμη ερώτηση: αποτελεί πραγματική πληγή του κοινωνικού συστήματος ή πρόκειται για διογκωμένο εφιάλτη της αστικής μας ανισορροπίας; Ο αριβίστας δημοσιογράφος Χάιμε, που καταφτάνει στο υπόγειο των νεοναζί για να πάρει συνέντευξη από τον αρχηγό τους, πιστεύει το δεύτερο. Αυτό όμως που τον ενδιαφέρει δεν είναι η ερμηνεία του φαινομένου. Είναι η πρόσφορη σε τηλεθέαση όψη του κοινωνικού σκότους.

Εκείνο που δεν αντιλαμβάνεται ο Χάιμε είναι ότι ο Αντόνιο Βερμούδες ή Ροτβάιλερ, εκτός από επικίνδυνος, είναι στην πραγματικότητα και ένας εξαιρετικά δυσερμήνευτος άνθρωπος, κάποιος που δεν τηρεί τα προσχήματα, το άτυπο συμβόλαιο μιας τηλεοπτικής συνέντευξης. Εχει εξελιχθεί σε μια ανεξέλεγκτη μηχανή βίας, που χρησιμοποιεί τη ναζιστική ιδεολογία σαν πρόσχημα για να σπείρει τον φόβο και τον θάνατο. Ο Χάιμε βρίσκεται κλεισμένος μ’ αυτόν το λυσσασμένο σκύλο στο κλουβί, και όμως επιμένει να πειράζει τη μουσούδα του…

Με ένα τέτοιο υλικό τίποτα δεν εμποδίζει την Ομάδα του «Επί Κολωνώ» να ανεβάσει μια ακόμη ρεαλιστική βιρτουοζιτέ. Η ωμή φέτα πραγματικότητας στην οποία καταλήγει έχει βέβαια αρκετή δόση υπερβολής, και η αλήθεια είναι πως παρά τις όποιες κοινωνικο-πολιτικές καταγγελίες, δύσκολα προχωρά κάποιος σε γενικότερες και πρωτότυπες διαπιστώσεις για το φαινόμενο των σκίνχεντ ή της τηλεοπτικής αδηφαγίας. Η παράσταση όμως διαθέτει ρυθμό, ένταση και ενέργεια και -όπως πάντα- στηρίζεται σε μια ενδιαφέρουσα μέθοδο υποκριτικής.

Το κύριο ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η Σκότη κτίζει τον αναλυτικό ρεαλισμό της από έξω προς τα μέσα, αυτή τη φορά προσθέτοντας και κινηματογραφικά μέσα. Πόσοι θα οδηγούσαν τον Δημήτρη Καπετανάκο να αποδώσει με τόση πειθώ, εξωτερικά και εσωτερικά, το πρωτοπαλίκαρο της αγέλης, τον Ράφα; Η ερμηνεία του τον επιβάλλει σαν κεντρική απόδοση της νεοφασιστικής αφασίας.

Ο Δημήτρης Λάλος είναι πια ένας καταξιωμένος καρατερίστας. Ο Αντόνιό του κουβαλά κάτω από την ατσάλινη επιφάνεια ένα συμπαγές, αδιαπέραστο σκότος.

Ο Χάιμε, αντίθετα, αναπτύσσεται από τον Γιάννη Ράμο κάτω από μια κρούστα γελοιότητας. Δεν είναι αρκετό. Ο Χάιμε δεν θα διστάσει να προκαλέσει, έστω και από έπαρση, το αγριόσκυλο στο κλουβί του. Η μορφή του επομένως έχει εκτόπισμα, μια διάσταση που δεν υποστηρίζεται επαρκώς από τον ηθοποιό.

Ο Χουάν του Γιάννη Τρίμμη είναι ο κοινός νους, εγκλωβισμένος ανάμεσα στον ένα παραλογισμό και τον άλλο. Μικρός ρόλος, σαν το δραματουργικό ίσο του έργου.

Δεν βρίσκω επιτυχημένες τις μαγνητοσκοπημένες παρεμβάσεις της παράστασης. Η ερμηνεία του παλιού δασκάλου του Αντόνιο από τον Δημήτρη Καταλειφό αντιβαίνει στο γενικό ύφος της. Και η Ιωάννα Τζώρα, σαν παλιά κοπέλα του Ροτβάιλερ, δεν πείθει σαν πρόσωπο: θα μιλούσε ποτέ αυτή η κοπέλα τόσο ανοικτά στην τηλεόραση; Η πιο ενδιαφέρουσα στιγμή του έργου: η φωνή της Μητέρας (Δάφνη Λαρούνη) που αρνείται να μιλήσει για τον γιο της. Δεν μαθαίνουμε ποτέ το γιατί. *

* ROCK’Ν’ROLL του Τομ Στόπαρντ Θέατρο «Πόρτα»

Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία / 2 – 17/01/2009

Ολος ο θίασος του θεάτρου «Πόρτα» στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Κοτανίδης

Οι βιρτουόζοι διάλογοί του και η σπινθηροβόλα εφευρετικότητα της θεατρικότητας των έργων του συχνά επισκίαζαν τις σοβαρές προθέσεις τους, ώστε κάποια με καταφανώς πολιτικά θέματα να εκλαμβάνονται σαν παρέκκλιση ή σαν ακραία καινούργια αρχή. Το σύνθετο και συγκινητικό νέο έργο του «ROCK’Ν’ROLL» αποδεικνύει ότι ο Τσεχο-βρετανός συγγραφέας μπορεί να συνδυάσει λαμπρά την πολιτική σκέψη με τη θεατρική ψυχαγωγία, τον ορθολογισμό με το συναίσθημα, μέχρι τον ευφορικό αισθησιασμό.

Βρισκόμαστε στη χώρα του Τομ Στόπαρντ. Ευφυείς άνθρωποι επιδίδονται σε ευφυείς συζητήσεις για την πορεία δύο κόσμων της πρόσφατης ιστορίας: των αντιφρονούντων του σοσιαλιστικού μπλοκ και της δυτικής μαρξιστικής διανόησης. Σε μια έξοχη αντιπαραβολή πραγματικότητας και θεωρίας, «υπαρκτού σοσιαλισμού» (Πράγα) και Αριστεράς του καναπέ, από την ασφάλεια του οχυρού μιας απόλυτης ακαδημαϊκής ελίτ (Κέμπριτζ), συναντούμε τον Γιαν, πιθανό alter ego του συγγραφέα, και τον Μαξ.

Ο πρώτος, εξόριστος Τσέχος φοιτητής, επιστρέφει στην Πράγα το θυελλώδες ’68 και από απολίτικος ροκάς μεταλλάσσεται σε αντιρρησία και οπαδό του θρυλικού τσέχικου αντεργκράουντ ροκ συγκροτήματος «Plastic People of the Universe», που βρίσκεται υπό απαγόρευση ως «κοινωνικά επιβλαβές». Οι «Plastic» είναι οι (εκτός σκηνής) ήρωες του έργου, ως σύμβολο ζωτικής σχέσης ροκ και πολιτικής.

Στον αντίποδα του Γιαν, ο καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Κέμπριτζ, ένας αμετανόητος μαρξιστής, παλιός όσο η Οκτωβριανή Επανάσταση, ορκίζεται ακόμα στα ιδανικά της. Παρότι ο λόγος του θυμίζει επιμνημόσυνη δέηση, ο Στόπαρντ τον θέλει συμπαθή, σοβαρό, με πειστικά επιχειρήματα.

Στο ενδιάμεσο, ενώ η αφήγηση πηγαινοέρχεται μεταξύ Πράγας και Κέμπριτζ τα κρίσιμα χρόνια 1968 και 1990, παρεμβολές ροκ μουσικής διασταυρώνονται με την ξερή γλώσσα αριστερών ιδεολόγων και μια παλαιομοδίτικη διαμάχη ιδεών. Μυθικά τραγούδια των Μπιτλς, Στόουνς, Ντίλαν, Γκρέιτφουλ Ντεντ, Πινκ Φλόιντ συνδέουν τις σκηνές ως ηχητικά και ιστορικά ντοκουμέντα, προσδίδοντας μια γεύση ελπίδας στον μελαγχολικό απολογισμό του Στόπαρντ, είκοσι χρόνια μετά το τέλος του κομμουνισμού, εν μέσω της θνήσκουσας θρησκείας του κεφαλαίου και μιας αποδυναμωμένης σημερινής Αγγλίας: «Ο τόπος έχει χάσει το νεύρο του. Είναι μια δημοκρατία της υπακοής»…

Στην εξαίρετη σκηνοθεσία του Γιώργου Κοτανίδη, όλα αυτά τα στοιχεία παρουσιάζονται με διαύγεια, στιλ και μεταδοτική ενέργεια. Ενα εισαγωγικό βίντεο με εικόνες από Σοβιετική Ενωση, Κούβα, Βουδαπέστη, Μάη και Πράγα του ’68, συνοψίζει το 40χρονο μίνι-έπος μιας γενιάς, καθοριστικό στη νεότερη ιστορία της ανθρωπότητας.

Εκτός από ψυχωμένος φόρος τιμής στη ροκ των 60’ς και 70’ς, η παράσταση είναι μια γλαφυρή παράθεση θέσεων ζωής. Ο Γιώργος Κοτανίδης-Μαξ συνεχίζει να αγωνίζεται μέχρι τέλους, ακόμη και μετά την απώλεια γυναίκας και πολιτικής πίστης. Ο Αλέκος Συσσοβίτης-Γιαν μεταδίδει με ζήλο το πέρασμα από τον παθητικό παρατηρητή στον αμφισβητία, ενώ η Ιρις Χατζηαντωνίου στον διπλό ρόλο της καρκινοπαθούς γυναίκας του Μαξ και της ενήλικης κόρης τους, είναι ερμηνευτικά το φωτεινό σημείο της βραδιάς.

Η μεγάλη αρετή έργου και παράστασης είναι ότι αγγίζονται βαρύγδουπα θέματα, τοπία γεμάτα φαντάσματα, απολήγοντας στη διάβρωση της αισιοδοξίας μας, όμως φεύγουμε με ψυχική ανάταση. Το πνευματώδες χιούμορ, οι διανοητικά ερεθιστικοί διάλογοι (σε μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζα) και, κυρίως, το ακαταμάχητο spell του ροκ εν ρολ, αναδεικνύονται σπουδαία απόλαυση σε εποχές ανασφάλειας και φόβου -μέχρι να ανακατέψουμε ξανά την τράπουλα του κόσμου.

Σκηνικά: Αντώνης Δαγκλίδης. Κοστούμια: Κλερ Μπρέισγουελ. Υπόλοποι ρόλοι: Βασίλης Παπαδημητρίου, Μαργαρίτα Πανουσοπούλου, Στέλλα Μπαλωμένου, Βαγγέλης Ρόκκος, Γιάννης Δρίτσας, Εύα Κοτανίδη, Θεοδώρα Σιάρκου. *

Σύγχρονα ελληνικά κείμενα

  • «Οι ηθοποιοί», στο «Θέατρο Τέχνης» («Υπόγειο»)
«Καλιφόρνια ντρίμιν»

Ζωή και θέατρο. Δυο έννοιες αλληλοτροφοδοτούμενες. Αλήθεια και ψεύδος. Πραγματικότητα και φαντασία. Ανθρωπος, ηθοποιός και ρόλος. Το «θέατρο» της ζωής και η «ζωή» του θεάτρου. Το «είναι» και το «φαίνεσθαι» στη ζωή και στο θέατρο – την τέχνη που αναπαριστά τη ζωή, τους πόθους, τις ελπίδες, τις απογοητεύσεις, τις προδοσίες, τα λάθη και πάθη της ανθρώπινης ύπαρξης. Ποια αλήθεια είναι δυνατότερη, σκληρότερη για κάθε άνθρωπο (και τον καλλιτέχνη); Η φανερή ή η κρυμμένη; Η ομολογημένη ή η ανομολόγητη; Το θέατρο ή κάποιος μεγάλος δραματικός ρόλος που υποδύεται ο ηθοποιός κατά πόσο μπορεί να αντιστοιχεί, να «ερμηνεύσει» και να «θεραπεύσει» μια οδυνηρή αλήθεια της ζωής του ηθοποιού; Η ερμηνεία ενός ρόλου, λ.χ. οι ρόλοι του Αγαμέμνονα, της Κλυταιμνήστρας, του Αιγίσθου, επηρεάζoνται από τον προσωπικό βίο, τους έρωτες, τους πόθους, τα πάθη των ηθοποιών που τους ερμηνεύουν; Ποια από τις ζωές του θεατρίνου – η πραγματική ή η καλλιτεχνική – κυριαρχεί; Με τέτοια ερωτήματα, με τη μορφή «θεάτρου μέσα στο θέατρο» και πλάθοντας τρία πρόσωπα, ένα ερωτικό τρίγωνο αποτελούμενο από τρεις ηθοποιούς – δυο άνδρες και μια γυναίκα – με το έργο του «Οι ηθοποιοί», ο Γιώργος Σκούρτης «φιλοσοφεί» για τη ζωή και το θέατρο. Ρεαλιστής ο Σκούρτης δεν κλείνει τα μάτια μπροστά στην καταλυτική δύναμη της υπαρξιακής αλήθειας, του προσωπικού βιώματος. Καταλυτική πρωτίστως για την πραγματική ζωή του καλλιτέχνη, τόσο πολύ που υποβόσκει και στην τέχνη του. Η ηθοποιός που θα υποδυθεί την Κλυταιμνήστρα, μισεί τον θιασάρχη και σκηνοθέτη εραστή της, ο οποίος θα υποδυθεί τον Αγαμέμνονα, γιατί με την άμβλωση που της επέβαλε «σκότωσε» το παιδί που θα γεννούσε, τον απατά με τον νέο ηθοποιό που θα υποδυθεί τον Αίγισθο και μαζί – όπως στην αισχυλική τραγωδία – θα ήθελαν να τον σκοτώσουν επί σκηνής. Αλλο, όμως, το θέατρο κι άλλο η ζωή… Το έργο υπηρετείται με τη λιτή, ρεαλιστική σκηνοθεσία (Θόδωρος Γράμψας), τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Νίκος Σωτηρόπουλος) και τις αψεγάδιαστα αρμόζουσες στους πρωταγωνιστικούς ρόλους ερμηνείες των Ελισάβετ Μουτάφη, Αγγελου Αντωνόπουλου και Μάνου Ζαχαράκου. Θετική ερμηνευτικά η νέα ηθοποιός Ελένη Δάφνη.

  • «Καλιφόρνια ντρίμιν» στο «Χυτήριο»
«Παραμυθ…issimo!»

Η επαγγελματική ιδιότητα του δασκάλου, ιδιαίτερα η δική του ως καθηγητή νυχτερινού σχολείου, όπου φοιτούν πολλών και ποικιλόμορφων ειδικών «κοινωνικών αναγκών» παιδιά – Ελλήνων και μεταναστών – αποτελεί πολύτιμο σύμβουλο, πηγή έμπνευσης και τροφό της βαθύτατα ουμανιστικής δραματουργίας του Βασίλη Κατσικονούρη. Απόδειξη, το βραβευμένο έργο του «Καλιφόρνια ντρίμιν», που φέτος ξαναπαρουσιάζεται στο «Χυτήριο». Ο Βασίλης Κατσικονούρης ζώντας εκ του σύνεγγυς τους εφήβους, ζει και τα προβλήματά τους και τα αίτια των προβλημάτων τους. Γνωρίζει την ψυχολογία, τη συμπεριφορά τους. Την παρορμητικότητα, την ανεμελιά, την απερισκεψία, τη φυγοπονία τους, ακόμα και την πιθανή αλλά συνήθως ασυνειδητοποίητη παραβατικότητά τους. Τη θετική ή αρνητική επίδραση του οικογενειακού, φιλικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Πονά για κάθε κοινωνικά ή οικογενειακά «άμοιρο» παιδί, που – κόντρα στη φτώχεια, στην ορφάνια, στην εγκατάλειψη, στον ξεριζωμό, στο μόχθο του μεροκάματου, και μύρια όσα άλλα βάσανα, προσπαθεί, αγωνίζεται, επιτυγχάνει αλλά και αποτυγχάνει να αποκτήσει κάποιες στοιχειώδεις γνώσεις, με την ελπίδα να ζήσει ανθρωπινότερα. Ο Κατσικονούρης κατανοεί, πονά, αγαπά τα παιδιά και με δραστική γλώσσα, με τρυφερότητα, καυστικότητα, χιούμορ, αλλά και υπόκρυφη διδακτικότητα καταδείχνει το κακό και το καλό. Εφηβα φτωχόπαιδα, δυο αγόρια και τα κορίτσια, είναι τα τέσσερα πρόσωπα του «Καλιφόρνια ντρίμιν», δηλαδή του ψευδέστατου, εισαχθέντος και στην Ελλάδα, «αμερικάνικου ονείρου». Το ένα κορίτσι δουλεύει σε κομμωτήριο, το άλλο σε καφέ-μπαρ, το ένα αγόρι σε πιτσαρία και το άλλο, ο «εξυπνάκιας» της παρέας, τεμπελιάζει «ονειρευόμενο» να βρει λεφτά να πάει στην Καλιφόρνια ώστε και τη στρατιωτική θητεία να αποφύγει και να κάνει την «τύχη» του. Συμμέτοχους στην υλοποίηση της αστοχασιάς του κάνει και τα άλλα τρία παιδιά, ζητώντας τους να «κλέψουν» έναν συνταξιούχο θείο του, για να εξασφαλίσουν τα ναύλα. Τα παιδιά παρασύρονται σε λάθος «δρόμο». Και καθώς τα παιδιά δεν είναι κλεφτρόνια, αποτυγχάνουν. Και συνειδητοποιώντας ότι αυτό το «όνειρο» είναι αδιέξοδο, επιλέγουν να συνεχίσουν το σχολειό και το βιοποριστικό αγώνα τους, ωθώντας και το φίλο τους στο «δρόμο» της ζωής και όχι των πλαστών «ονείρων». Η νεανικού «νεύρου» σκηνοθεσία του Νίκου Καραγεώργου, αναδεικνύει τις δραματουργικές αρετές και το έμμεσα διδακτικό μήνυμα του έργου, με τη δημιουργικότατη συμβολή όλων των συντελεστών: Ντέιβιντ Νέγκριν (κοστούμια – σκηνικό), Μανόλης Θεοδωράκης (κινησιολογία), Κατερίνα Μαραγκουδάκη (φωτισμοί), Δημήτρης Ιατρόπουλος (μουσική επιμέλεια) και τις ελπιδοφόρες για το μέλλον ερμηνείες των νέων ηθοποιών Παναγιώτη Καρμάτη, Ευδοκίας Ρουμελιώτη, Γιώργου Γεροντιδάκη, Τασίας Ελευθερίου.

  • «Παραμυθ…issimo!» από τη «Μικρή Πόρτα»
«Οι ηθοποιοί»

Εκτός από το σπουδαίο και πλούσιο πεζογραφικό έργο και τον κοινωνικό και αντιφασιστικό αγώνα του, ο κορυφαίος Ιταλός συγγραφέας Ιταλο Καλβίνο, υπηρέτησε την πατρίδα του, το λαό του, τις παραδόσεις και την κουλτούρα του και με το να ασχοληθεί με τη λαογραφία της. Την υπηρέτησε με το να συγκεντρώσει, διασώσει, να μελετήσει και ταξινομήσει τα μακραίωνα λαϊκά παραμύθια ολόκληρης της Ιταλίας, πιστεύοντας ότι «τα λαϊκά παραμύθια είναι αληθινά». Ο Καλβίνο, «με ασίγαστη δίψα για όλο και περισσότερες εκδοχές και παραλλαγές», και πιστεύοντας ότι τα λαϊκά παραμύθια συνθέτουν «μια συνολική ερμηνεία της ζωής, που διασώθηκε μέσα από την αργή ωρίμανση της λαϊκής συνείδησης», όπως έγραφε, ανέδειξε το εύρος, τους χυμούς, τη χάρη των τοπικών γλωσσικών διαλέκτων. Την εκπληκτική φαντασία, τη διδακτική δύναμη, τη συμβολικότητα των «προσώπων» (άνθρωποι, ζώα, υπερφυσικά πλάσματα), της μυθοπλοκής τους (άλλοτε σατιρική, άλλοτε κωμικά «παιγνιώδη», άλλοτε «σκοτεινή»). Τη θυμοσοφία, τη διαχρονική και πανανθρώπινη αλληγορία τους για τη ζωή, τον άνθρωπο, την κοινωνία, το καλό και το κακό, την αλήθεια και το ψεύδος. Επιστέγασμα αυτής της ενασχόλησης του Καλβίνο ήταν η δημοσίευση μιας, πλατιά διαδεδομένης στην Ιταλία, ανθολογίας με 200 λαϊκά παραμύθια, στα οποία ο Καλβίνο στάλαξε την ομορφιά της δικής του πένας. Ανθολόγηση και διασκευαστική σύνθεση τεσσάρων παραμυθιών από την ανθολογία του Καλβίνο είναι το «Παραμυθ…issimo!», που συνυπογράφουν η Ξένια Καλογεροπούλου και ο Θωμάς Μοσχόπουλος, σε σκηνοθεσία του δεύτερου. Μια ακόμη υποδειγματικής σοβαρότητας, υψηλής καλλιτεχνικής ποιότητας, δημιουργία της «Μικρής Πόρτας», που σέβεται και αναπτύσσει τη νοημοσύνη και καλλιεργεί την αισθητική των παιδιών. Μια κειμενική σύλληψη και μια σκηνοθετική δημιουργία, που και ελευθέρωσε και μετέδωσε δημιουργικό κέφι, ευρηματικότητα, υψηλό αισθητικό γούστο σε όλους τους καλλιτεχνικούς συντελεστές και στους ερμηνευτές της παράστασης. Μια εύφορη, παιγνιώδης, με πολύ χιούμορ παράσταση, στημένη σαν θέατρο μέσα στο θέατρο, με ευφάνταστα και λειτουργικότατα, παρά την απλότητά τους, σκηνικά, τα χιουμοριστικά κοστούμια και σκηνικά αντικείμενα της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου, με πολλαπλών επιπέδων φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου, με εκφραστική χορογραφία της Μάρθας Κλουκίνα, με χυμώδη μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή. Επαινο για την αφειδώλευτη, δροσερή, ατομική και συλλογική, υποκριτική τους κατάθεση αξίζουν όλοι (κι όλοι είναι νέοι) οι ηθοποιοί: Μιχάλης Σαράντης, Τατιάνα-Αννα Πίττα, Χρίστος Νικολάου, Στέλιος Χλιαράς, Ηλιάνα Γαϊτάνη, Δάφνη Μαρκάκη, Τώνια Γελεκλίδου, Γιάννης Κουκουράκης.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 14/01/2009

«Οι έμποροι», του Ζοέλ Πομερά Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» Θέατρο Αμαλία – Θεσσαλονίκη

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Τα μάτια στραμμένα στη Θεσσαλονίκη. Εναν πολύ σημαντικό καλλιτέχνη της Γαλλίας, ηθοποιό, σκηνοθέτη και συγγραφέα με ολιστική προσέγγιση και ριζικά νέα πρόταση για τη σκηνική γλώσσα, τον Ζοέλ Πομερά, ανεβάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα η Πειραματική και τριαντάχρονη πια Σκηνή της «Τέχνης» του Νικηφόρου Παπανδρέου.

Και ο Γιάννης Λεοντάρης, από τη θέση του μεταφραστή και σκηνοθέτη, αναλαμβάνει την υποχρέωση να διδάξει στο ελληνικό κοινό το προσωπικό και ιδιόμορφο σκηνικό του ιδίωμα, που παρά τις δυσκολίες γοητεύει σαν συνομιλία δύο «κειμένων»: από τη μια, του προφορικού, «κοινού λόγου» της ανθρώπινης μικρο-ιστορίας. Και από την άλλη, του λόγου της μακρο-ιστορίας, της υπερδομής που περιγράφει και σχηματοποιεί τη συλλογική διαδρομή.Εκεί, στο ενδιάμεσο, κινείται και γράφει ο Πομερά χωρίς να φιλοδοξεί να γίνει εξονυχιστικός, περιγραφικός ή ερμηνευτικός. Ο πολιτικός συγγραφέας και ο ποιητής συναντιούνται στο ίδιο πρόσωπο. Ανάλογα με τη σκοπιά που βλέπει κανείς, οι «Εμποροι» αποτελούν ένα κείμενο για την ανθρώπινη μοίρα, μεταφυσική και πολιτική πραγματεία, δοκίμιο για το ανθρώπινο πρόσωπο πίσω, μέσα και πάνω από την ιστορία. Και πού βρίσκεται σε όλα αυτά η ποίηση; Στο ότι τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει αυτούσιο στο ίδιο το κείμενο των «Εμπόρων». Το έργο του Πομερά περιέχει μόνο ένα ψέλλισμα και μερικά αποσιωπητικά. Χωρίς να μιλάει, δείχνει.

Δείχνει την ιστορία ενός ομίλου εργατών σε εργοστάσιο παραγωγής ύποπτων όπλων μαζικής καταστροφής, συγκάτοικων σε ένα μπλοκ εργατικών πολυκατοικιών. Δείχνει μαζί την ιστορία μιας εξαθλιωμένης, αλαφροΐσκιωτης κοπέλας, που συνομιλεί με τους νεκρούς γονείς της και με το μέλλον. Και δείχνει μαζί με αυτά τους κώδικες που ακολουθεί το μοντέλο της «αστικής» προόδου, την ιστορία διαστρέβλωσης του εργατικού κινήματος.

Δείχνει ότι στο μπλοκ πολυκατοικιών οι εργάτες έχουν απολέσει τη φυγή προς το υπερβατικό, όπως και τη σωματική επαφή τους με το φυσικό. Λίγοι γνωρίζουν τι παράγει το εργοστάσιο στο οποίο δουλεύουν και λιγότεροι βλέπουν πάνω τους τις επιπτώσεις από την επαφή με τα χημικά. Η εργασία έχει κάνει την κίνησή τους να μοιάζει με σειρά σπασμών και ο φόβος της ανεργίας έχει συσπειρώσει τη συνείδησή τους σε μια συλλογική αφασία. Τα σώματα των εργατών αποτελούν έτσι την πρώτη ύλη του εργοστασίου και το τελικό προϊόν του. Οι έμποροι ταυτίζονται εδώ με τα εμπορεύματα.

Είναι αξιοθαύμαστη η σκηνική εικόνα που συνθέτει ο Λεοντάρης, ακολουθώντας τους κώδικες του Πομερά. Μια εντελής πρόταση στην παράδοση του πολιτικού θεάτρου συναντά την ποιητική ανατροπή του ρεαλισμού. Στο κέντρο το πρόσωπο της Αφηγήτριας, προκείμενο και υπερκείμενο, μηχανή και μηχανισμός, μοχλός και γρανάζι της ιστορίας. Στην πορεία όμως τα πάντα απογειώνονται σε ένα κόσμο ολοένα και περισσότερο αόριστο, θα έλεγε κανείς σχεδόν μαγικό. Καταλήγουμε έτσι στον πυρήνα μιας αλλόκοτης και αλλοπαρμένης ιστορίας, σε ένα «θρύλο», όπου η τρελή και σοφή μάνα θα σκοτώσει το παιδί της για να σώσει την κοινότητα.

Ο ηχητικός σχεδιασμός και η λιτή εικαστική εγκατάσταση του σκηνοθέτη συμμετέχουν ενεργά στη σκηνοθεσία του. Καθώς η οθόνη της τηλεόρασης προβάλλει και μεγεθύνει την υπερκινητική αφασία των εργατών του εργοστασίου, στον χώρο απλώνεται η αίσθηση της καφκικής ναυτίας. Για κάποιο λόγο έρχεται στον νου το «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου, η δική του παρακαταθήκη.

Σε πρώτο πλάνο υπάρχει βέβαια η παρουσία της σπουδαίας Εφης Σταμούλη. Μια αφήγηση ηθελημένα σπασμωδική, τραγικά ανήμπορη να μεταδώσει κάτι πέρα από την ιστορία της. Και όμως εμπλουτισμένη με τη μυθική ικανότητα να βλέπει και να δείχνει μέσα στο βαθύ πηγάδι. Από πίσω η ομάδα των άλλων ηθοποιών (Νανά Παπαγαβριήλ, Νίκος Λύτρας, Μαριέττα Σπηλιοπούλου, Μομώ Βλάχου, Δημήτρης Βάρκας, Ελένη Βλαχοπούλου, Κυριάκος Δανιηλίδης), στη μιμική ανάδειξη της ίδιας ιστορίας και την αναπαράσταση του κοινού μυστικού τόπου.

Δεν χρειάζονται άλλα λόγια: την παράσταση της «Τέχνης» πρέπει να τη δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Οταν μιλάμε για ανανέωση, για γόνιμο διάλογο με τα νέα εκφραστικά μέσα στο θέατρό μας, εννοούμε κάτι σαν αυτό που είδαμε στο «Αμαλία».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 12/01/2009

Τένεσι Ουίλιαμς: Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι

Μια θεατρική αφήγηση που επιζητεί την ποιητική αναπνοή της
Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Τένεσι Ουίλιαμς: Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι, σκην.: Σπύρος Α. Ευαγγελάτος. Θέατρο: Αμφι-Θέατρο

Στην αγέραστη μετάφραση άσφαλτου θεατρικού κριτηρίου του Μάριου Πλωρίτη (στον οποίο αφιερώνεται και η παράσταση), ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος ανέβασε ως άγριο ρέκβιεμ το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» (1958) του Τένεσι Ουίλιαμς. Ο σκηνοθέτης διάβασε εδώ και μας μετέδωσε μια ποιητική παραφορά, βασισμένη στους δύο άξονες – παραπληρωματικούς μονολόγους του μακρού αυτού μονόπρακτου. Είδα τελευταία φορά το έργο το 1999 με την έξοχη Νέλλη Αγγελίδου σε μια σκληρή, ρεαλιστική παράσταση του Κοραή Δαμάτη, στο Εθνικό. Τώρα, ο Ευαγγελάτος ανύψωσε το έργο στην περιωπή της τραγωδίας, δημιουργώντας μια διαρκή ατμόσφαιρα απειλής αλλά και δισσών λόγων ανάμεσα στις δύο «λογικές» που κονταροχτυπιούνται, εκείνην της ηγεμονικής μάνας που κάλυπτε με χίλια τεχνάσματα την ομοφυλοφιλία του ήδη νεκρού γιου της Σεμπάστιαν και στην άλλη, την πραγματική, της εξαδέλφης του, που προσπάθησε μάταια να τον «σώσει» σ’ ένα κοινό ταξίδι τους, το οποίο κατέληξε στον σπαραγμό και στον διασυρμό του από αόριστες, εξωτικές ανδρικές μορφές. Ενώ το έργο, μέσα στην ακραία ποιητικότητά του, φιλοξενεί και αρκετά περί ζωής, χρόνου, αγάπης και μίσους αποφθέγματα, ο Ευαγγελάτος τα ενέταξε πλήρως στη δραματική υφή του όλου ως απαραίτητα στοιχεία του, δίπλα και μέσα στον λυρικό ιστό του. Παρά την αντιρεαλιστική επιλογή, η ενότητα της παράστασης αφομοίωσε ως ποιητική την απουσία δράσης, οι δε κεντρικοί ηθοποιοί διδάχτηκαν μιαν ανελέητη εμπόλεμη μουσική.

Θεωρώ τη σκηνογραφική εργασία του Γιώργου Πάτσα υποδειγματική. Αντί για τον τροπικό κήπο του νεκρού Σεμπάστιαν, ιχνογράφησε μια ψυχεδελική χλωρίδα που παρέπεμπε τόσο στον προβληματικό ψυχισμό εκείνου όσο και στην αμφισβητούμενη ισορροπία της εξαδέλφης του. Ενδιαμέσως, ύψωσε υπέροχες ανθοστήλες, ως μια ασφυκτικά πένθιμη συνοδεία–νοσηρό τοπίο στο οποίο κινήθηκαν οι ηθοποιοί, αβίαστα ντυμένοι σύμφωνα με το ήθος των ρόλων. Η μουσική του Γιάννη Αναστασόπουλου, κάπως προσδοκώμενη υπογράμμιση των πιο έντονων στιγμών.

Η επάνοδος της Κατερίνας Χέλμη (μητέρα κυρία Βέναμπλ) στο θέατρο, μιας ηθοποιού που τόσο εκτιμούσε ο Μίνως Βολανάκης, χώρισε την υπόκρισή της στα δυο: Στην αρχή βεβαίωσε μια ρομαντική, θλιμμένη, νοσταλγική μάνα και στη συνέχεια, σύμφωνα και με τη σκληροτράχηλη υποκριτική της φυσιογνωμία, πέρασε σ’ ένα ιοβόλο τέρας εκβιασμών, γεμάτο πείσμα, εκδίκηση, οδύνη, χωρίς να της λείψουν τραγικές κορυφώσεις. Θεωρώ την επιλογή της για τον ρόλο μια ηλεκτρική καρέκλα, πάνω στην οποία το κοινό «δοκιμάζεται» ασταμάτητα.

Μικρή το δέμας αλλά μεγάλη την ικανότητα απεδείχθη η Μαρίνα Ασλάνογλου. Κράτησε σε πολύ υψηλούς τόνους τον δεύτερο μονόλογο της εξαδέλφης Κάθρην, δεν λύγισε ούτε μια στιγμή μπροστά στην εξουθενωτική διάρκειά του, γέμισε τη σκηνή με πάθος και ειλικρίνεια, κρατώντας τον θεατή «δέσμιό» της. Αλλοτε εύθραυστη, άλλοτε «άρρωστη» κι άλλοτε εκρηκτική, μας δίνει πολλές υποσχέσεις για το θεατρικό της μέλλον.

Ο γιατρός Κούκροβιτς του Θανάση Κουρλαμπά έστησε μια πλήρη προσωπικότητα. Ηξερε όχι μόνο να ακούει αλλά και να ενωτίζεται, όχι μόνο να είναι νηφάλιος αλλά και αποφασιστικός, όταν έπρεπε. Σταθερός τόσο ως ακροατής όσο και ως συμμέτοχος, έχει νομίζω κερδίσει μια ζηλευτή σκηνική πείρα υπό τις πολυετείς οδηγίες του Ευαγγελάτου αλλά και με την ευαισθησία και τον μόχθο του.

Η ολοσχερής επιτυχία μιας παράστασης εξαρτάται, βέβαια, και από τους δεύτερους ρόλους, συμβατικά παιγμένους εδώ από τους Π. Λυμπεροπούλου, Ζ. Ρηγοπούλου, Μ. Κυρίου, Λ. Πολυχρόνη.

Πινακοθήκη κολασμένων

Το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», παρότι μονόπρακτο, περιέχει μια ολόκληρη πινακοθήκη κολασμένων ανθρώπων και εφιαλτικών συμπεριφορών, που ισχύουν και σήμερα. Συνοψίζει πλήθος ερωτημάτων περί τις ευνουχιστικές σχέσεις μάνας και γιου, περί την ιατρική δεοντολογία (επαπειλούμενη λοβοτομή της Κάθρην), περί τη φύση των ζώων, των φυτών, την ομοφυλοφιλία και μάλιστα στην αιμοβόρα, διονυσιακή έκφανσή της, καθώς και την καταστατική απόγνωση του Ουίλιαμς για τη σκοτεινή ανθρώπινη μοίρα, την ανθρωποφαγία μας, τον ακατάβλη το κοινωνικό μας κανιβαλισμό.

Συνοψίζει μοίρα απόγνωσης, τολμώ να πω σχεδόν θεωρία απόγνωσης, που τυχαίνει εν προκειμένω να είναι, όπως λέει ο Πωλ Βαλερύ, «κάποιο φροντισμένο απόσπασμα αυτοβιογραφίας». Βέβαια, με το (κινηματογραφικής καταγωγής) φινάλε της ερωτικής εξόδου του γιατρού και της εξαδέλφης, το έργο επιβαρύνεται με μια δόση «ορθόδοξου» μελό, αλλά ουσιαστικά διαθέτει τόσες άλλες αρετές και αναφορές…

* «Ο κύκλος με την κιμωλία στον Καύκασο» ΚΘΒΕ – Μονή Λαζαριστών

του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Ακόμα ένας Μπρεχτ στο θέατρό μας -και μάλιστα σε δύσκολους καιρούς. Το ΚΘΒΕ παίρνει αυτή τη φορά το ρίσκο -ο Μπρεχτ είναι πάντα ρίσκο- και ανεβάζει τον «Κύκλο με την κιμωλία», έργο δηλαδή με ιδιαίτερη βαρύτητα στον διάλογο με τον συγγραφέα και την παρακαταθήκη του. Είναι ζήτημα αν τον Μπρεχτ τον κατακτήσαμε πότε στην ολότητά του -όπως, ας πούμε, κατακτήσαμε τον Λόρκα-, είναι πάντως αδιαμφισβήτητο ότι λίγοι άλλοι συγγραφείς μάς προβλημάτισαν τόσο, σήκωσαν μεταξύ μας τέτοια αντιπαράθεση, παρήγαγαν τόσο πλατιά συζήτηση στους κύκλους των διανοουμένων μας.

Γεγονός είναι πως ο άνθρωπος από τους μέλανες δρυμούς αιωρείται ακόμα πάνω από τη σκηνή μας σαν γοητευτικό αίνιγμα. Είναι αυτό η ευλογία και η κατάρα του. Κάθε φορά που βλέπουμε Μπρεχτ, εξετάζουμε εκ νέου τον παλιό διάλογο με την πολιτική μας θέση, τις θεωρητικές μας προτάσεις, τις έλλογες διαπιστώσεις μας: με άλλα λόγια, το επικό του θέατρο κινδυνεύει από κάποια στιγμή και μετά να γίνει εντός μας υπερ-επικό. Λησμονούμε έτσι πως αν βλέπουμε ακόμα έργα σαν τον «Κύκλο», είναι γιατί ο Μπρεχτ δημιούργησε πριν από όλα ένα σπουδαίο θέατρο.

Νομίζω όμως ότι τώρα πια, ύστερα από τόσες συζητήσεις γύρω από τον Μπρεχτ, είμαστε ίσως σε θέση να χαρούμε με τον Μπρεχτ. Ο Σωτήρης Χατζάκης, στον οποίο πέφτει το βάρος της διδασκαλίας, είχε όλα τα εχέγγυα για μια ώριμη προσέγγιση: διαπιστωμένη αντίληψη για το μπρεχτικό θεατρικό συμβάν, ύφος και, βέβαια, αρκετή εμπειρία για να αποφύγει το ολίσθημα της λογιοσύνης.

Ετσι, ο Χατζάκης μπόρεσε να δει τον «Κύκλο» σαν αυτό που, κατ’ αρχήν, είναι: σαν παραμύθι ανοιχτό στα ρεύματα των εποχών και στις ερμηνείες του μέλλοντος. Είδε στο κέντρο το πανάρχαιο ερώτημα: ποια είναι επικρατέστερη, η φύση ή η πράξη του ανθρώπου; Ακόμα και το πιο αδιαφιλονίκητο φυσικό δικαίωμα, ακόμα και η πιο κρατούσα κατοχή, η σχέση μάνας και παιδιού, λέει ο Μπρεχτ, είναι και αυτή σχέση που κατακτιέται και χτίζεται με τη θυσία και τον αγώνα. Αν πειστούμε πάνω σε αυτό, τότε καμιά ιδιοκτησία δεν θα μας φαίνεται πλέον «φυσική».

Εμφανίζεται όμως και εδώ, για ακόμη μια φορά, το πρόβλημα της μεγάλης σκηνής. Το έχουμε ξαναπεί: ακόμα και έμπειροι σκηνοθέτες μας δυσκολεύονται να λειτουργήσουν σε μεγάλες διαστάσεις. Το μικρό κυκλικό πατάρι που έχει τοποθετήσει στο κέντρο του θεάτρου ο Χατζάκης, πέρα από τις θεωρητικές ερμηνείες που σηκώνουν από μόνες τους συζήτηση, κάνει φανερό πως ο ίδιος θα ένιωθε άνετα σε κάποια μικρότερη σκηνή. Τώρα υπάρχει η αίσθηση ότι κάτι μένει άδειο και κούφιο, πως μετεωρίζεται χωρίς στήριγμα.

Δεν ακυρώνουν οι παρατηρήσεις αυτές την παράσταση, την εμποδίζουν όμως να απογειωθεί. Η Ταμίλα Κουλίεβα είναι ηθοποιός εγγύτητας. Δυσκολεύομαι να αισθανθώ την ερμηνεία της σαν Γρούσα στο πλατύ θέατρο. Χωρίς να αφήνει ιδιαίτερη αίσθηση περνά από δίπλα της και ο Σίμων του Μάνου Παπαγιάννη και οι περισσότεροι από τους άλλους ηθοποιούς.

Και τότε, πάνω στην ώρα, εμφανίζεται ο Αζτάκ του Κώστα Σαντά. Ναι, έχει μανιέρα. Εχει όμως προσωπικότητα -και έχει, όπως πάντα, τρομερό γκελ. Ξυπνάει με μιας το κοινό και κουρδίζει μια παράσταση που βαραίνει από επεισόδιο σε επεισόδιο.

Η μουσική της Σαβίνας Γιαννάτου υποστηρίζει τα δρώμενα, αλλά δεν εντυπωσιάζει -είναι άλλωστε τέτοια η μουσική που έχει εμπνεύσει κατά καιρούς ο Μπρεχτ! *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 10/01/2009