«Ψηλά απ’ τη γέφυρα»…

  • Του Aρθουρ Mίλερ, σε μετάφραση Eρρίκου Mπελιέ και σκηνοθεσία Γρηγόρη Bαλτινού στο θέατρο «Bρετάνια»
  • Tης Ολγας Μοσχοχωρίτου, Ημερησία, 06/11/2010

O Mίλερ ανήκει σ’ αυτούς τους μεταπολεμικούς συγγραφείς που χρησιμοποιούν τον κριτικό ρεαλισμό για να προσδιορίσουν το γενικό κοινωνικό πλαίσιο μέσα από το οποίο βγαίνουν στο προσκήνιο οι ήρωες, ενώ ταυτόχρονα με ψυχογραφική αναλυτικότητα εισχωρούν στο εσωτερικό τους τοπίο. Στο έργο ο συγγραφέας βάζει τον μετανάστη λιμενεργάτη Eντι Kαρμπόνε να ακροβατεί ανάμεσα στο νοσηρό του πάθος για τη νεαρή ανιψιά της γυναίκας του, που έχει ο ίδιος μεγαλώσει από παιδί και την τιμή του ως εργάτη μετανάστη, ως οικογενειάρχη, ως υπόχρεο να προστατεύσει τους συγγενείς μετανάστες που καταφεύγουν στο σπίτι του. Tο πάθος του θα τον οδηγήσει στην κατάδοση και την προδοσία. H τραγική σύγκρουση με την συνείδησή του θα τον οδηγήσει στο θάνατο.

Στην σημερινή εποχή όπου τα μεταναστευτικά ρεύματα αναμειγνύουν αναγκαστικά διαφορετικά έθνη, κουλτούρες και πολιτισμικές παραδόσεις με δραματικά πολλές φορές αποτελέσματα, κατανοεί κανείς γιατί η προσέγγιση του Mίλερ με ένα έργο του 1955 διεμβολίζει ακόμα το σήμερα.

O Γρηγόρης Bαλτινός ακολούθησε στη σκηνοθεσία του την ίδια τη δραματουργική αντίληψη του έργου. Tο είδε ως μία λαϊκή τραγωδία και την ανέπτυξε αδρά όπως αρμόζει στους εργατικούς χαρακτήρες του έργου, λιτά αλλά με ένα εσωτερικό λαχάνιασμα προς την αναπόφευκτη τραγική έξοδο. Eτσι ήταν και η ερμηνεία του. O Bαλτινός είναι ένας ηθοποιός ευλύγιστος. Mπορεί να μεταπηδά από την αλαφράδα του Mπουλβάρ στο βαρύ βηματισμό του εργάτη Eντ.

Eξαιρετικές οι υπόλοιπες ερμηνείες, με την Kερασία Σαμαρά να προσδίδει στην Mπεατρίς (σύζυγο) μία τραγική ποιητικότητα, αφαιρώντας κάθε ηθογράφηση και τον Π. Φυσσούν να επιβάλλεται άμα τη εμφανίσει.

Tελικά το παλιό θεατρικό κέντρο ίσως να παίρνει τη ρεβάνς από τις νέες σκηνές (Ψυρρή, Mεταξουργείο κ.λπ.), να πρόκειται για μια καλτ επιστροφή στις νέες συνθήκες της κρίσης, όταν στις πολυκαιρισμένες αίθουσες με τα πορτρέτα των πρωταγωνιστών του 1960 αναζητείται μία νέα συνολική αφήγηση κατανόησης των καιρών μας, ενώ τα κινήματα της μετανεωτερινότητας μόνο αποσπασματική εικόνα κατάφεραν να δώσουν της σύγχρονης συνθήκης, ανθρώπινης και κοινωνικής.

Advertisements

Αρθουρ Μιλερ «Ψηλά απ’ τη γέφυρα» στο θέατρο Βρετάνια

  • Βαρύ τίμημα για νοσηρό πάθος
  • Ερωτας, μετανάστευση, «άρρωστη» ψυχολογία μέσα στο αμερικανικό όνειρο
  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25/12/2009
  • Αρθουρ Μιλερ: Ψηλά απ’ τη γέφυρα. Σκην.: Γρηγόρης Βαλτινός. Θέατρο: Βρετάνια

Υπάρχουν αρκετά παράλληλα μονοπάτια που οδηγούν στη λεωφόρο την οποία άνοιξαν μεταπολεμικά ο Μίλερ και ο Ουίλιαμς. Κατά το Μεσοπόλεμο, έπρεπε να ολοκληρωθούν στις συνειδήσεις του κοινού ορισμένες διαδικασίες που κατέτειναν στη διεύρυνση των κριτηρίων του και το καθιστούσαν ικανό να δεχτεί τα νέα ρίγη. Ο Ο’ Νιλ, ο Ράις, ο Ουάιλντερ προσέδωσαν στην αμερικανική δραματουργική διατύπωση τα εθνικά χαρακτηριστικά της. Ο Οντετς και ο Σω διαπλάτυναν την εξοικείωση με τη σκηνική σύμβαση και τις τεχνικές της. Πιο συγκεκριμένα, στο θεματικό επίπεδο διακρίνονται δύο τάσεις. Η πρώτη ανιχνεύει τις υποσυνείδητες αιτίες που εμποδίζουν την ατομικότητα να ολοκληρωθεί, τραυματισμένη καθώς είναι από μια δυσεξιχνίαστη εφηβεία, από μια στραπατσαρισμένη οικογενειακή ζωή, από ένα μυθικό παρελθόν όπου δυνατόν να κρύβονται αιμομιξία, θυσία ή και έγκλημα. Εκφραστές της τάσης αυτής ο Ο’ Νιλ, κατόπιν ο Ουίλιαμς και αργότερα ο Αλμπι.

Η δεύτερη τάση έχει τις πηγές της στο κραχ του 1929, στον Ρούζβελτ, στο New Deal. Ενας προμπρεχτικός επικός ρεαλισμός την προσδιορίζει και την οδηγεί στην κοινωνικοπολιτική σφαίρα. Το Group Theatre και ο Κλίφορντ Οντετς (Περιμένοντας τον Λέφτι) κρατούν τα σκήπτρα της. Ο Μίλερ ερωτοτροπεί και με την πρώτη τάση. Κι αυτό επειδή οι κοινωνικές του στηθοσκοπήσεις, χωρίς ποτέ να ενδίδουν στη διδαχή, περνούν από τις βιωματικές προτάσεις των ψυχογραφημάτων καθημερινών ανθρώπων του τόπου και του καιρού του (κάτι που ίσως βλάπτει τη διάρκειά του). Οι ψυχογραφήσεις λοιπόν είναι το αποδεικτικό υλικό του, εκτός από τις Μάγισσες του Σάλεμ όπου επεξεργάζεται μεταφορικά τις ιστορικές αναφορές. Η ανανεωτική διαφορά του από κείνην είναι πως ό, τι ο Ιψεν άφησε «ανεκμετάλλευτο», διαβατικό μέσα στο αφηγηματικό μέρος, ό, τι εκείνος το περνούσε ως δραστική πληροφορία μέσα από το διάλογο, ο Μίλερ του έδωσε σάρκα και οστά, το δραματοποίησε οπτικά.

Το έργο μας δεν συγκρίνεται με το «Τίμημα», το «Ηταν όλοι τους παιδιά μου» ή το «Θάνατο του εμποράκου». Στο «Ψηλά απ’ τη γέφυρα» (1955) εκτυλίσσεται μια τραγική ακροβασία του μετανάστη λιμενεργάτη Εντι Καρμπόνε γύρω από το νοσηρό πάθος για την ανιψιά του. Ο έρωτας της μικρής για έναν άλλο νεαρό μετανάστη Σικελό εξαγριώνει τον Καρμπόνε, τον οδηγεί σε κατάδοση του νεαρού, κατάδοση που τελικά τον οδηγεί στο θάνατο.

Η σκηνοθεσία

Ο Γρηγόρης Βαλτινός σκηνοθέτησε το «Ψηλά απ’ τη γέφυρα» μ’ έναν άρτιο επαγγελματισμό, με καθαρές τις σχέσεις, τους χαρακτήρες και τις συγκρούσεις. Ας το πούμε όμως: σήμερα, σε ένα κεντρικό θέατρο όπως το «Βρετάνια», είναι παράτολμο να οδηγήσεις τα βήματά σου σε απόκρημνες ατραπούς. Το κοινό σου αντέχει μέχρι ένα ορισμένο σημείο και οφείλεις να το σεβαστείς. Ετσι, ο Βαλτινός ρυθμολόγησε όχι μια τραγική οικογενειακή ιστορία μεταναστών αλλά ένα σαφώς ευπρόσδεκτο ηθογραφικό δράμα. Αλλωστε και ο ίδιος ως ηθοποιός κατάγεται από μια «ανθρώπινη», θερμή εκδοχή, σκεπτόμενη και αισθανόμενη, δεν του ταιριάζει ένας πολύ στιβαρός, ανελέητος Εντι Καρμπόνε. Το τίμημα αυτής της πιο «ορθόδοξης» επιλογής είναι η απουσία της επικινδυνότητας από την παράστασή του, παρότι οι σκηνές του φινάλε δεν υπολείφθηκαν σε δύναμη και πυρετική ανάσα. Η γλώσσα του κειμένου προικίστηκε με τη μιλερική σκληρότητα από τον Ερρ. Μπελιέ, ενώ η όψις του Γ. Πάτσα, εξυπηρετική των αναγκών του έργου, φλερτάρισε με μια ατμοσφαιρική αφαίρεση σ’ ένα έργο κατεξοχήν ρεαλιστικό.

Οι ερμηνείες

Η Μαρίνα Ψάλτη (Μπεατρίς, η σύζυγος) είχε και αμεσότητα αλλά αλλού και έναν επιμελώς κρυμμένο σπαραγμό. Η ανιψιά της Μαρ. Πολυχρονίδη ακολούθησε ευάγωγα τις ενζενίστικες αλλά και επαναστατούσες οδηγίες, ευρισκόμενη προ των πυλών της ωρίμασης αλλά και στερούμενη ιδιαίτερης λάμψης. Ο Ν. Πουρσανίδης (μετανάστης αρραβωνιαστικός) διέθεσε φιλειρηνικό προφίλ αλλά και αποφασιστική νεανική ερωτική ορμή. Τον Σικελό αδελφό του υπεδύθη με έξοχη πειστικότητα και αύρα απειλής ο Βασ. Ρίσβας. Εξασφάλισε το κλίμα. Σωστές φιγούρες οι Μιχ. Σακκούλης και Ν. Μιχάκος. Τον raisonneur δικηγόρο Αλφιέρι, που υπεδύετο ο ασθενήσας Π. Φυσσούν (ευχόμαστε ταχεία την ανάρρωση), αντικατέστησε με το κύρος της λογικής αλλά και της επιστήμης του Δικαίου ο Στέφ. Κυριακίδης.

Ευπρεπές κοίταγμα ενός έργου, που αποδεικνύει ότι ο μεγάλος συγγραφέας, ακόμα και στις λιγότερο ισχυρές εμπνεύσεις του, μεγάλος παραμένει.

Οικεία ηδονή

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009
Ο Γρηγόρης  Βαλτινός με  τον Βασίλη  Ρίσβα στην  παράσταση  «Ψηλά από τη  γέφυρα» που  παίζεται στο  θέατρο  «Βρετάνια»
  • Το έργο του Άρθουρ Μίλερ «Ψηλά από τη γέφυρα» με τον Γρηγόρη Βαλτινό παίζεται στο Βρετάνια

O Ευριπίδης με την επίδραση των σοφιστών, που πρώτοι στην Ιστορία θέλησαν να ερευνήσουν τη διαπολιτισμικότητα, έγραψε τέσσερα από τα γνωστά έργα του, που ανιχνεύουν τους όρους και τις επιπτώσεις της προσπάθειας κάποιων ξένων να ενοφθαλμιστούν σ΄ ένα αλλότριο γι΄ αυτούς περιβάλλον. Ήταν χωρίς υπερβολή ένας πρωτοπόρος και υποψιασμένος μπιχεβιοριστής, μελετητής της συμπεριφοράς των ανθρώπων συναρτήσει του φυσικού και του κοινωνικού αλλά και του ηθικού περιβάλλοντος.

Πράγματι, στη «Μήδεια» και στην «Ανδρομάχη» μελετά την απόπειρα και τον αγώνα δύο ξένων γυναικών, «βαρβάρων», να επιβιώσουν σε μια ελληνική επικράτεια μ΄ άλλα ήθη, άλλη κοινωνική λογική, άλλες δημόσιες και ιδιωτικές συμπεριφορές και άλλες βέβαια παραδόσεις. Στην «Ελένη» και στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» μελετά τον αγώνα και τις αγωνίες δύο Ελληνίδων γυναικών να κολυμπήσουν στον εθιμικό και ηθικό χείμαρρο μιας «βαρβαρικής» χώρας. Το πείραμα αυτό επαναλαμβάνεται αιώνες τώρα από δεκάδες μυθιστοριογράφους, δραματουργούς, σεναριογράφους. Η Αμερική είναι μια χώρα που εκ της συστάσεως του κράτους της οφείλει την κοινωνική της διαστρωμάτωση σε μια πολυπολιτισμική εισροή ατόμων που, συνήθως φυγάδες, ανέστιοι, φτωχοί, απελπισμένοι, φτάνουν στο Ελντοράντο για να αναζητήσουν την επιβίωση και προσδοκώντας τη μεγάλη ευκαιρία για πλουτισμό και επιτυχία. Μια πολύγλωσση κυψέλη και μια βαβελική πανσπερμία συγκροτούν το υπόστρωμα μιας κοινωνίας που ομολογεί πίστη στο δολάριο και στους δημοκρατικούς θεσμούς.

Ο Άρθουρ Μίλερ, μαρξιστής συγγραφέας και κατ΄ εξοχήν διαλεκτικός διανοούμενος σ΄ όλα τα έργα του, ανατέμνει την αμερικανική κοινωνία του καιρού του και αναζητεί το καίριο ερώτημα και την αναγκαία απάντηση στο τι και το πώς τού να είναι κανείς και να επιδιώκει να είναι Αμερικανός πολίτης χωρίς να αποκοπεί από τις ρίζες του. Εβραϊκής καταγωγής ο ίδιος αλλά άθεος, προσπαθεί να ανακαλύψει τις υπόγειες διαδρομές που ακολουθεί ο ψυχισμός, άρα και τα κίνητρα των πράξεων διαφόρων ομάδων της κοινωνίας του καιρού του.

Το έργο του «Ψηλά από τη γέφυρα» εντοπίζει μια οικογένεια Σικελών μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενιάς που έχουν με αγώνες και αγωνίες κατορθώσει να ενταχθούν στον κοινωνικό ιστό της Ν. Υόρκης, έχουν λύσει κάποια στοιχειώδη προβλήματα επιβίωσης χωρίς όμως να έχουν αποκοπεί από τον ομφάλιο λώρο της γενέθλιας γης.

Όσο η αφομοίωση κι αν είναι επιδίωξή τους, το ένστικτο της πολιτισμικής αυτοσυντήρησης τούς κρατάει δεμένους, με αποτέλεσμα να συγκρούονται μέσα τους η ελευθεριότητα του νέου κόσμου και ο κώδικας συμπεριφοράς μιας βιομηχανικής και αστικής ζωής με τον αυστηρό και άτεγκτο κώδικα της παραδοσιακής σικελικής φαμίλιας. Η σύγχυση και οι συγκρούσεις εντείνονται όταν παροξύνονται από την εισβολή νεήλυδων από την πατρίδα.

Ο Μίλερ ιδιοφυώς προικίζει τα εκατέρωθεν «στρατόπεδα» με μια σύνθετη και αντιφατική νοοτροπία: μέσα από τους παλιούς μετανάστες ο συμφυρμός με τους νέους επιτρέπει να αναδυθούν ξεχασμένα ένστικτα και επιθυμίες καταπιεσμένες και μέσα από τους νέους ο συναγελασμός με τους αφομοιωμένους επιτρέπει να συμπεριφέρονται αστικότερα και ηθικά χαλαρότερα για να δείξουν πόσο γρήγορα αναγνωρίζουν και υποτάσσονται στους όρους της νέας ζωής. Όροι και συνθήκες που οδηγούν τον Μίλερ να σχεδιάσει και να εκτελέσει σκηνικά μια λαϊκή τραγωδία με όλα τα συστατικά που συναντά κανείς στα ειρωνικά δράματα του Ευριπίδη. Πάθος, σκληρότητα, κατάχρηση εξουσίας, προδοσία.

Το να ξεσπάσει ένα δράμα ερωτικού πάθους με σαφή αιμομικτικά χαρακτηριστικά μέσα στην ορθολογιστική λογική του τσιμέντου, του ατσαλιού, της νόρμας, της παράνομης παραμονής, της εργατικής και εργατοπατερικής μαφίας κ.λπ. είναι ένα κατ΄ εξοχήν τραγικό πεδίο ανελέητης πάλης κινήτρων και σκοπών, όπου η ζωή και ο θάνατος συγκατοικούν και ο φόνος καραδοκεί για να δώσει λύση.

Ο Γρηγόρης Βαλτινός που σκηνοθέτησε και πρωταγωνιστεί σ΄ αυτό το λιτό στην ανάπτυξή του, γυμνό στα κίνητρά του και καλπάζον στη φορά του προς την έξοδο έργο, βρήκε πως μόνο ως λαϊκή τραγωδία μπορεί να γίνει σήμερα συγκλονιστικά σύγχρονο. Γιατί βέβαια καιροφυλακτούν ο εύκολος ηθογραφισμός, η γραφικότητα και ο παγιδευτικός ψυχολογισμός. Τα ήθη ενός νέου σύνθετου κόσμου ανιχνεύει ο Μίλερ. Σίγουρα δεν λείπουν τα στοιχεία ιθαγένειας στις συμπεριφορές και οπωσδήποτε τα πάθη πηγάζουν από τραύματα, στερήσεις, ματαιώσεις και καταπιεσμένες ορμές, αλλά προέχει και επιβάλλεται ο «μύθος», κατά τον αριστοτελικό ορισμό, ο μέγιστος πάντων. Και ο μύθος του έργου, ο πυρήνας, έχει να κάνει με αρχέτυπες επιθυμίες, με βαθιές, χαραγμένες υποσυνείδητα εγγραφές που αναδύονται από βαθιά επίσης πηγάδια κακοτράχαλης και διψασμένης γης.

  • ΙΝFΟ«Ψηλά από τη γέφυρα» του Άρθουρ Μίλερ στο θέατρο «Βρετάνια» (Πανεπιστημίου 7, τηλ. 210.3221579)
  • Ικανοί και εύστοχοι συντελεστές

Ο Βαλτινός είχε στη διάθεσή του μια ωμή και συνάμα καίρια και ουσιαστική μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ και τα πάντα έξοχα στη σκηνική τους ευστοχία και εικαστική τους ευαισθησία σκηνικά και κοστούμια του Γιώργου Πάτσα. Η Μελίνα Μάσχα και ο Ιατρόπουλος χάρισαν φως και ήχους υποβλητικής διέγερσης. Ο Στέφανος Κυριακίδης (δικηγόρος Αλφιέρι), αφηγητής και ρεζονέρ, είχε την άνεση της πείρας του για να συνθέσει τον ψύχραιμο παρατηρητή και τον μάταιο στις παρεμβάσεις του «από μηχανής θεό»!

Ο Ρίσβας (Μάρκο), παρουσία σημαίνουσα και πλούσια σε συναισθηματικό φορτίο, ιδίως στις έξοχες σιωπές. Η σωματική του παρουσία έφερνε κάτι από την υπαίθρια αγροτική νωχέλεια και τις ψυχολογικές ενέδρες μιας φιλύποπτης κοινωνίας κλειστής.

Ο Νίκος Πουρσανίδης προχωράει με ακμαία τεχνική, σκηνικό ήθος, έξοχους ρυθμούς και εσωτερική πληρότητα συναισθήματος προς ωραίες ερμηνείες. Οι Μιχάλης Σάκκουλης και Νικόλας Μιχάκος έπλασαν με άνεση και πειθώ δύο λαϊκές φιγούρες βιομηχανικών εργατών. Η Μαριάννα Πολυχρονιάδη ενισχύει τις αγαθές εντυπώσεις που έχουμε σωρεύσει με τη σκηνική της ευστροφία, τη σωματική χάρη και το ειλικρινές συγκινησιακό φορτίο που ελέγχει άριστα.

Η Μαρίνα Ψάλτη, σ΄ έναν από τους πληρέστερους ρόλους της, έπλασε μια εξαίσια σύνθετη προσωπικότητα, αφού ισορρόπησε την παραδοσιακή καθηκοντολογία της σιωπής και της ανοχής του λαϊκού καθολικισμού με την προδομένη γυναίκα, την ερωτευμένη αλλά και την ενστικτωδώς κτητική.

  • Υπερπήδησε τον πήχυ

Ο Γρηγόρης Βαλτινός (Έντι Καρμπόνε) ύψωσε τον πήχυ ψηλά και με άνεση τον υπερπήδησε, διότι σχεδίασε και πραγμάτωσε μια λαϊκή τραγική υποκριτική με ανάλογο μέγεθος, χωρίς υπερβολές, αλλά με έναν εσωτερικό καημό, ένα έξοχο ντέρτι που έγινε βουβή απελπισία χωρίς να χαθεί η αξιοπρέπεια. Ως σκηνοθέτης κατόρθωσε το αυτονόητο αλλά τόσο δύσκολο πια: να συλλάβει και να μεταδώσει στους συνεργάτες του και στο κοινό την αριστοτελική απαίτηση για την επιδίωξη της οικείας ηδονής του τραγικού είδους.

«Μάνα, μητέρα, μαμά» – «Ψηλά απ’ τη γέφυρα» – «Τα μάτια τέσσερα»

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 25 Νοέμβρη 2009
  • Σύγχρονος κοινωνικός ρεαλισμός

«Ψηλά απ’ τη γέφυρα» στο «Βρετάνια»

«Μάνα, μητέρα, μαμά»

Απελπιστική φτώχεια. Αναγκαστική μετανάστευση. Ξεριζωμός και αποχωρισμός από αγαπημένους. Αγωνία και σκληρός αγώνας για ένα αβέβαιο μεροκάματο πείνας. Συνέχιση της στέρησης για να βοηθηθεί η πεινασμένη οικογένεια στην πατρίδα και συντριβή της ελπίδας για λίγη ευτυχία. Ανθρωποι της ανάγκης, Ιταλοί προλετάριοι, είναι τα πρόσωπα του σπουδαίου, διαχρονικού και πολύ επίκαιρου σήμερα λόγω των εκατομμυρίων δύστυχων απανταχού μεταναστών, έργου του «κλασικού» Αμερικανού δραματουργού Αρθουρ Μίλερ «Ψηλά απ’ τη γέφυρα». Υπόδειγμα καθάριου κοινωνιολογικού και ψυχογραφικού ρεαλισμού το έργο διαδραματίζεται στην πολυεθνική εργατούπολη του Μπρούκλιν, όπου από τις αρχές του 20ού αιώνα σωρεύθηκαν και χιλιάδες «άμοιροι» Ιταλοί. Αχθοφόρος ο Καρμπόνε χρόνια πάλεψε για να πάρουν εκείνος κι η γυναίκα του μόνιμη άδεια παραμονής στις ΗΠΑ. Ατεκνος, μεγάλωσε με απέραντη αγάπη την ορφανεμένη από νήπιο ανιψιά της γυναίκας του. Το κορίτσι αυτό είναι η μόνη χαρά του. Εργατικός, τίμιος, λογικός, φιλότιμος, συμπονετικός άνθρωπος ο Καρμπόνε φιλοξενεί στο σπιτικό του δύο αδελφούς, ξαδέλφια της γυναίκας του, παράνομους μετανάστες. Αβυσσος, όμως, η ψυχή του ανθρώπου. «Μαγεμένος» από την όμορφη νιότη της ανιψιάς του, όταν εκείνη ερωτεύεται και αποφασίζει να παντρευτεί τον νεότερο μετανάστη αδελφό για να αποκτήσει υπηκοότητα, ο Καρμπόνε «τρελός» από έρωτα «καρφώνει» στην Αστυνομία τους φιλοξενούμενούς του, μα και γίνεται φονιάς του μεγάλου αδελφού (πατέρα μικρών παιδιών), μπροστά σε άλλους εργάτες, γιατί δεν αντέχει τη δίκαιη κατηγορία του, ότι αυτός τους «κάρφωσε». Γίνεται φονιάς μην αντέχοντας την ντροπή ότι αυτός, ένας εργάτης, κατέδωσε εργάτες. Το έργο, με γλωσσικά άμεση και «θερμή» μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ, λιτά επιβλητικό σκηνικό και αρμόζοντα κοστούμια του Γιώργου Πάτσα, υπηρετείται απόλυτα με τη ρεαλιστικής απλότητας και δραματικού μέτρου σκηνοθεσία του Γρηγόρη Βαλτινού. Ο ίδιος πλάθει με δραματική δύναμη, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, και με ψυχογραφική και χαρακτηρολογική ακρίβεια τον Καρμπόνε, αποδείχνοντας, για πολλοστή φορά, την ευρύτητα και μεταμορφωσιμότητα του υποκριτικού ταλέντου του. Εξαιρετική και η Μαρίνα Ψάλτη με την άμεση, φυσική, «θερμή» ερμηνεία της. Ο Στέφανος Κυριακίδης «κοσμεί» με το πολύπειρο ερμηνευτικό κύρος, την απλότητα και στιβαρότητα του λόγου του το ρόλο του αφηγητή. Πολύ καλός και φυσιογνωμικά κατάλληλος για το ρόλο του ο Βασίλης Ρισβάς. Συμπαθής η υποκριτική προσπάθεια της Μαριάννας Πολυχρονίδη.

«Μάνα, μητέρα, μαμά» στο «Βεάκη»

«Ψηλά απ’ τη γέφυρα»

Πασίγνωστο και σπουδαίο έργο το «Μάνα, μητέρα, μαμά» του Γιώργου Διαλεγμένου, δε χρειάζεται συστάσεις. Πρωτοπαίχθηκε τριάντα χρόνια πριν και τότε καταξιώθηκε σαν σημαντικός «σταθμός» της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας. Κριτικός και ηθογραφικός ρεαλισμός, κοινωνιολογικός και ανθρωπολογικός, έως μυελού οστέων, αλλά με πικρό ειρωνικό χιούμορ. Η Αθήνα, γενικότερα η Ελλάδα της αντιπαροχής, της ανούσιας, αδιέξοδης, κοινωνικά αμέτοχης ζωής, της εκμετάλλευσης καταστάσεων και του «βολέματος», της αποθέωσης του μικροαστισμού, της δημιουργίας «χωματερών» απόρριψης αξιών και ανθρώπων. Μια τέτοια κοινωνία γεννά θύτες και θύματα. Κάνει αβυσσαλέο το, εν μέρει φυσικό, «χάσμα» των γενεών. Στις μάχες μεταξύ φουκαράδων όλοι, λίγο – πολύ χαμένοι είναι. Η χήρα γριά μάνα, δε θα ‘θελε να φύγει από το παλιό μικρό σπιτάκι της, με τον κηπάκο, μα το δίνει για αντιπαροχή για χάρη των δυο γιων της. Δημοσιοϋπαλληλάκος ο ένας, ψευτοπορεύεται και με τη σύνταξη της μάνας του, που την έχει στο σπίτι και τη φροντίζει η γυναίκα του, υποφέροντας με τις παραξενιές της. Ο άλλος, λούμπεν, μικροκομπιναδόρος, ζει χρόνια και σε βάρος της κομμώτριας ερωμένης του. Ολο κι όλο το «όνειρο» των γιων είναι να ζήσουν στο διαμέρισμα «κλουβί». Μόνη δυνατότητα φυγής της μάνας απ’ το «κλουβί», ο θάνατός της. Τι αξία έχουν πια τα δάκρυα; Ποιος και τι κέρδισε, ποιος και τι έχασε; Στο «Βεάκη» έχουμε, μια ακόμη αρμοστή στο έργο σκηνική ερμηνεία του, σε ρεαλιστική σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη, με χαρακτηριστικά μικροαστική σκηνογραφία και ενδυματολογία του Γιώργου Πάτσα, φωτισμούς του Αντώνη Παναγιωτόπουλου και μουσική επιμέλεια του Στέφανου Τορτοπόγου. Πολύ καλές οι ερμηνείες των Γιώργου Νινιού (χάριν της φυσικότητας ο λόγος του δεν αρθρώνεται όσο καλά απαιτείται στο θέατρο), Βάσως Γουλιελμάκη, Πάνου Σκουρολιάκου (γέρνει προς μια χιουμοριστική υπερβολή). Κυρίαρχες είναι οι ερμηνείες της Ντίνας Κώνστα (τρίτη φορά παίζει τη μάνα) και της άμεσης, φυσικής Ελισσάβετ Μουτάφη.

«Τα μάτια τέσσερα», στο «Θέατρο Τέχνης»

«Τα μάτια τέσσερα»

Μετά το «Αξύριστα πιγούνια», ο Γιάννης Τσίρος καταθέτει ένα ακόμα πολλά υποσχόμενο για το μέλλον έργο τολμηρού κοινωνικού ρεαλισμού, βάζοντας στο οξύτατα κριτικό στόχαστρό του τη σημερινή ελληνική κοινωνία, με τους διαβρωμένους και διαπλεκόμενους θεσμούς της πολιτικής, της δικαιοσύνης, της αστυνομίας – όργανα προστασίας των ισχυρών και καταρράκωσης των αδυνάτων. Σημειολογικός είναι ακόμα και ο τίτλος του έργου του, «Τα μάτια τέσσερα». «Τα μάτια τέσσερα» έχουν οι ισχυροί απέναντι στους ανίσχυρους. Πολύ περισσότερο «τα μάτια τέσσερα» πρέπει να έχουν οι ανίσχυροι για τους ισχυρούς. Το έργο είναι δραματουργία με όλη τη σημασία της λέξης. Εχει σαφή θεματολογία και μάλιστα ταξικής αντίληψης. Συγκροτημένη πλοκή, με κλιμακούμενες συγκρούσεις αλλά και ψυχολογικές καταστάσεις, με καλογραμμένους χαρακτήρες που εκπροσωπούν τους δύο κοινωνικούς πόλους, τους ισχυρούς και τους ανίσχυρους. Τους φορείς της εξουσίας και το λαό. Επίκεντρο της μυθοπλοκής του έργου είναι η σημερινή νεολαία, τα παιδιά του λαού – πρώτα θύματα μιας κοινωνίας που συντρίβει όλα τα όνειρά τους. Μια ορφανή απόφοιτη λυκείου, μεγαλωμένη από τον πάμφτωχο παππού της, πρωταθλήτρια στο σχολείο, της οποίας τις αθλητικές επιδόσεις εκμεταλλεύθηκε εκλογοθηρικά και την αθώα νιότη εκμεταλλεύθηκε σεξουαλικά, αν και παντρεμένος με μια πανέμορφη γυναίκα, ένας δικηγόρος – βουλευτής της επαρχίας της, έρχεται στην Αθήνα αναζητώντας δουλειά. Ανεργη και άφραγκη κλέβει ένα κραγιόν από μεγαλοκατάστημα. Κυνηγιέται από αστυνομικίνα, για να μη συλληφθεί και φαρμακωθεί ο παππούς της κλωτσά την αστυνομικό στο πόδι, πυροβολείται από την αστυνομικό και θρυμματίζεται το πόδι της. Συλλαμβάνεται, οδηγείται στο δικαστήριο και κινδυνεύει να φυλακιστεί με το νόμο περί αντίστασης κατά της αρχής. Ο δύστυχος παππούς της εκλιπαρεί την αστυνομικό να αποσύρει την κατηγορία περί αντίστασης κατά της αρχής. Μάταια. Προσπαθεί να συναντήσει τον συμπατριώτη του βουλευτή, στο απόρθητο φρούριο – σπίτι του για να ζητήσει βοήθεια, αλλά εκείνος τον αποφεύγει. Εχει σοβαρότερη δουλειά… να εισηγηθεί στη Βουλή ένα νομοσχέδιο για αυστηρότερες ποινές για μικροπαραβάσεις και αντίσταση κατά της αρχής. Μέσω μιας συμπατριώτισσάς του, υπηρέτριας μεγαλοδικαστικού, ζητά επίσης βοήθεια. Μάταια. Ενας δημοσιογράφος προσπαθεί να πείσει το κορίτσι να του μιλήσει για να γράψει για το δράμα της και για την ανάγκη ακρωτηριασμού του κακοφορμισμένου ποδιού της. Το κορίτσι αρνείται να γίνει «βορά» των ΜΜΕ. Δικάζεται, καταδικάζεται και δίνει τέλος στη ζωή της, αφού δεν έχει πια πόδια για να ξεφύγει από μια κοινωνία «φυλακή». Με εντελώς αφαιρετικό σκηνικό (Ελένη Μανωλοπούλου), με σκιώδεις φωτισμούς (Αλέκος Αναστασίου), με μουσικές και βίντεο που υπογραμμίζουν τις δραματικές κλιμακώσεις και βίντεο (Μάνος Χασάπης), ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης σκηνοθέτησε με απέριττο ρεαλισμό, καθοδηγώντας και αφήνοντας το λόγο και τα πρόσωπα, χάρη και στις συνολικά πολύ καλές ερμηνείες των ηθοποιών – να εκφράσουν τη δυνατή «μηνυματική» αλήθεια του έργου. Κυρίαρχη, συνταρακτική, με την αμεσότητα, τη δραματικότητα, τη λαϊκότητά της, είναι η ερμηνεία του Βασίλη Κολοβού (παππούς). Λιτή, βαθύτατης εσωτερικής αλήθειας ερμηνεία της Μυρτώς Αυγερινού. Στο πολύ καλό παραστασιακό αποτέλεσμα συμβάλλουν και οι αξιόλογες ερμηνευτικές καταθέσεις και των Αλίκη Αλεξανδράκη, Δημήτρη Καμπερίδη, Κλέονα Γρηγοριάδη (η υπογράφουσα είδε την παράσταση πριν τραυματισθεί ο ηθοποιός), Γιώργου Πυρπασόπουλου, Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη, Ερρικα Μπιγιού.

Ενα πλάσμα από καπνό και χώμα

  • *«Ψηλά από τη γέφυρα» στο Βρετάνια
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Σαν το καλό κρασί, το έργο του Μίλερ παλιώνει νικώντας το χρόνο. Το «Ψηλά από τη γέφυρα» αποτέλεσε για τη δεκαετία του ’50 μια μεγάλη επιτυχία του αμερικανικού δράματος και, μαζί, μία ακόμη απόδειξη ότι οι συνεχιστές του Ο’ Νιλ μπορούσαν να δονήσουν παγκόσμιες χορδές γράφοντας επεισόδια που κανονικά δεν θα ακούγονταν πέρα από τις γειτονιές που τα γέννησαν.

Η μικροκλίμακα της αστικής συνύπαρξης, η διοχέτευση της ατομικότητας στο πεπρωμένο της ευρύτερης κοινωνικής τάξης, η σύνταξη μιας ανθρωπολογίας της γειτονιάς έδωσαν τότε την αφορμή για να στραφεί μια ολόκληρη γενιά συγγραφέων από τον μικρό άνθρωπο της μεγάλης πόλης στον μεγάλο άνθρωπο της «μικρής μας πόλης».

Οι νέοι δραματουργοί της Δύσης έψαξαν σε παλιούς χάρτες για χρυσάφι και χτύπησαν καθαρή φλέβα. Το παλιό σύνθημα του Ζολά πως βρίσκει κανείς περισσότερη αίσθηση του τραγικού σε ένα αστικό σπίτι απ’ ό,τι σε κάποιο από τα σκωληκόβρωτα παλάτια του ρομαντισμού βρήκε εκεί νέους υποστηρικτές, νέα επιχειρήματα και, τελικά, νέους πολέμιους. Αυτή τη φορά χτυπούσε με φόρα και διάθεση διδακτική -γονιδιακή συνθήκη για το κίνημα του ρεαλισμού- την ηθική ρίζα της αμερικανικής μικρομεσαίας τάξης, τη διάθεσή της για συμβιβασμό και κουκούλωμα. Ο ρεαλισμός της Αμερικής μετά τον Πόλεμο απέκτησε έτσι ξανά μεγάλα μάτια για να βλέπει, μεγάλα δόντια για να δαγκώνει και μεγάλο στόμα για να ρωτάει: «Ποιος φοβάται τον μεγάλο κακό λύκο»;

Το «Ψηλά απ’ τη Γέφυρα» είναι αυτή η ανάταξη του ρεαλιστικού πνεύματος, που στρέφεται στον άνθρωπο και εξετάζει τη δική του τραγική πορεία. Ο λιμενεργάτης Εντι Καρμπόνε αποτελεί την αμερικανική πραγματικότητα της βιοπάλης και του μόχθου, τον έποικο ενός ανεστραμμένου αμερικανικού ονείρου που στηρίζεται στην μπέσα και το φιλότιμο για να επιβιώσει.

Σε αυτόν το χαρακτήρα που χύνεται από τον ποταμό του μελοδράματος στη θάλασσα του μελό, ο Μίλερ προσθέτει τραγικό υπόβαθρο και μοίρα. Τον κλείνει στις συμπληγάδες της εσωτερικής ζωής, της ερωτικής έλξης για την ανιψιά και ψυχοκόρη του και των κοινωνικών και ηθικών του εντολών. Ανάμεσα σε αυτές τις μυλόπετρες αλέθεται η ψυχή τού Εντι. Και έτσι νιώθεται. Οχι από τον νόμο των ανθρώπων, τον τυπικό ή άγραφο, αλλά από την αίσθηση της μέσα ζωής.

Είναι περίεργο, αλλά το θέατρο που υπηρετεί ο Γρηγόρης Βαλτινός έχει βρεθεί από το κέντρο της θεατρικής πιάτσας στις παρυφές της. Σαν εξαίρεση στις τόσες παρεμβατικές προτάσεις του κλασικού ρεπερτορίου, το εξετάζουμε με τη χαρά και το ενδιαφέρον του πρώτου θεατή. Κάτω από αυτό το κοίταγμα είναι ίσως περιττή η υπενθύμιση της γοητείας του πρωταγωνιστή του. Ο κομψός βουλεβαρτίστας μετατρέπεται, μετουσιώνεται με άνεση στον αδρό λιμενεργάτη με τη βαριά κίνηση και τον ακόμα βαρύτερο λόγο, διατηρώντας ωστόσο στο κέντρο του ρόλου το έλεος που επιφυλάσσει ο συγγραφέας για τον Εντι.

Τα πράγματα είναι τόσο σαφή όσο και δύσκολα: Χρειάζεται έλεγχο των μέσων για να μεταδώσει ένας ηθοποιός γοητεία σε ένα πλάσμα φτιαγμένο από τόσο καπνό και χώμα. Από τους υπόλοιπους ηθοποιούς ξεχωρίζει ο λιγομίλητος και αισθαντικός Μάρκο του Βασίλη Ρίσβα. Μεστή η Μπέατρις της Μαρίνας Ψάλτη, με χάρη στις άδηλες υποσχέσεις της η Κάθριν της Μαριάννας Πολυχρονίδη. Ο Νίκος Πουρσανίδης επαρκέστατος στο ρόλο του Ροντόλφο. Ο Πέτρος Φυσσούν δίνει στον αφηγητή δικηγόρο Αλφιέρι το βάρος ενός σύγχρονου ραψωδού τού πεπρωμένου, που ακούγεται πίσω από τους τοίχους της πόλης, ψηλά από τις γέφυρές της. *