**«Ο έβδομος σταθμός» του Ευγένιου Τριβιζά στο «Τρένο στο Ρουφ»

  • Η τέχνη μαλακώνει και την εξουσία

  • **«Ο έβδομος σταθμός» του Ευγένιου Τριβιζά στο «Τρένο στο Ρουφ»
  • Της ΜΑΡΙΑΣ-ΛΟΥΙΖΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
  • Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Στον «Εβδομο σταθμό», που για δεύτερη χρονιά συνεχίζει το ταξίδι του στο «Τρένο στο Ρουφ», ο Ευγένιος Τριβιζάς προσφέρει στα παιδιά μια ευφάνταστη παραβολή εμπνευσμένη από την «Ιδανική πολιτεία» του Πλάτωνα και τις «Χίλιες και μια νύχτες». Θεματική της: το ανώφελο και η αναγκαιότητα της τέχνης.

Τρεις καλλιτέχνες καταζητούνται ως ιδιαίτερα επικίνδυνοι, μιας και πεισματικά συνεχίζουν να ασχολούνται με τη μουσική, τον χορό την κλοουνερί -περιττές και επιβλαβείς ασχολίες για την αστυνομοκρατούμενη τεχνοκρατική χώρα του Σαρδόνιου Βουρδουλούμ. Οταν η Εριέτα Πιρουέτα, ο Τσίμπαλος Κλαμπατσίμπαλος και ο Ζιπ Ζουζαζίπ συλλαμβάνονται -σαν τη Σεχραζάντ στα παραμύθια της Χαλιμάς- προσπαθούν να σώσουν τη ζωή τους αφηγούμενοι τις περιπέτειες του πειρατή Μπελαφούσκ. Μέσα από τη δραματοποιημένη αφήγηση, που έντεχνα διακόπτουν σε κάθε σταθμό, ερεθίζουν την περιέργεια του αστυνομικού επιθεωρητή Γκραν ντε Λεγκράν. Προκειμένου να ακούσει ολόκληρη την ιστορία, ο επιθεωρητής αναβάλλει από στάση σε στάση την παράδοσή τους, μαλακώνει η καρδιά του και, τελικά, τους σώζει τη ζωή.

Ο Ευγένιος Τριβιζάς φτιάχνει κόσμους γκροτέσκους αλλά όχι και τόσο μακρινούς. Ολοένα και πιο επίκαιρη γίνεται η παραβολή του, καθώς η τέχνη, η ζωγραφική, ο χορός, η μουσική διαρκώς χάνουν τη φροντίδα της πολιτείας στο οικονομικό δούναι και λαβείν. Εξάλλου στο πρόγραμμα του σχολείου μια αδικαιολόγητη νοοτροπία έχει «περιθωριοποιήσει» τα καλλιτεχνικά μαθήματα.

Η Τατιάνα Λύγαρη στήνει μια πολύ ζωντανή παράσταση με έντονη κινησιολογία (Ζωή Χατζηαντωνίου), που αβίαστα ξεδιπλώνεται στον λιλιπούτειο χώρο της αμαξοστοιχίας. Η σκηνοθεσία στοχεύει να αφυπνίσει τις αισθήσεις των παιδιών. Η σκηνική δράση εκτυλίσσεται γύρω από τους ανήλικους θεατές, που έχουν την αίσθηση πως συνταξιδεύουν με τους ηθοποιούς. Με τα διαβατήρια στα χέρια, νιώθουν κάποιες στιγμές το βαγόνι να κινείται πραγματικά, ενώ πάνω από τα κεφάλια τους ακούγονται από τον μεγάφωνα οι βρυχηθμοί μιας τίγρης που έχει εισβάλει λαθραία στο τρένο. Το βλέμμα και η ακοή αλλάζουν κάθε στιγμή κατεύθυνση… Ο «στροβιλισμός» αυτός και η γειτνίαση με τα δρώμενα δίνουν το άρωμα της παράστασης και προσφέρουν μια διαφορετική εμπειρία στα παιδιά.

Τα κοστούμια της Ντόρας Λελούδα μέσα στο φυσικό σκηνικό του τρένου αναδεικνύουν εύστοχα την ποιότητα των δύο κόσμων. Οι πολίτες της αυταρχικής τεχνοκρατικής κοινωνίας είναι ντυμένοι ομοιόμορφα με άχρωμο, άκομψο, γκρι, ενώ οι καλλιτέχνες φορούν ζωηρά κοστούμια, ρομαντικά, ανατρεπτικά, παιχνιδιάρικα.

Στα αδύναμα στοιχεία της παράστασης: η εκτενής και γι’ αυτό κουραστική παρατακτική σύνθεση της ιστορίας του πειρατή Μπελαφούσκ. Στην επαναληπτικότητα του κειμένου δεν βρέθηκε κάποια σκηνοθετική λύση. Ετσι η «αγωνία» για την εξέλιξη της δράσης περιοριζόταν προς το τέλος. Απουσίαζε επιπλέον η αίσθηση πως η ιστορία αυτοσχεδιάζεται κάθε στιγμή στο παρόν -δύσκολο ζητούμενο.

Ο Μανώλης Σορμαΐνης ήταν εξαιρετικός ως επιθεωρητής Γκραν ντε Λεγκράν. Αμεσος, κινήθηκε με μαεστρία ανάμεσα στη βλοσυρότητα του ρόλου και στο λανθάνον χιούμορ του. Ο Κωστής Κορωναίος, ηθοποιός με ιδιαίτερη κωμική φλέβα, η χυμώδης Αννέτα Κορτσαρίδου, ο Χρύσανθος Καγιάς και ο Γιάννης Διαμαντής διαμόρφωσαν ένα πολύ καλό υποκριτικό σύνολο. Κάπως άγουρα αλλά με θέρμη ερμήνευσαν τους ρόλους τους οι νεότεροι ηθοποιοί (Γιάννης Διαμαντής, Ηρακλής Κωστάκης, Τζούλη Τσόλκα). Μέσα από την παράσταση, που πλησιάζει αργά στον τελευταίο της σταθμό, το παιδί καλείται να βιώσει την αίσθηση ανελευθερίας, να γευτεί την αξία και την ανατρεπτική δύναμη της τέχνης, να αντιδράσει υπεύθυνα, χτίζοντας έτσι σταδιακά την ταυτότητα ενός πολίτη που ονειρεύεται.

* Μέχρι 16 Μαΐου. Σάββατο (3 μ.μ.), Κυριακή (11 π.μ. και 3 μ.μ.)

Advertisements

Προσιτό γέλιο, υπαινικτικός τρόμος

  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 25 Aπριλίου 2010
  • Ευγένιος Λαμπίς, Η υπόθεση της οδού Λουρσίν, σκην.: Μάρθα Φριντζήλα. Θέατρο Πορεία
  • Χάρολντ Πίντερ, Νέα τάξη πραγμάτων, σκην.: Πάρις Ερωτοκρίτου. Πολιτιστικό Κέντρο του Ιδρύματος «Μιχάλης Κακογιάννης»

Υπάρχει vaudeville και βοντεβίλ. Από τη μια μεριά είναι το γαλλικό πρωτότυπο από τον 19ο αιώνα (1800-1860) με τις απλοϊκές μονόπρακτες κωμωδίες και τα χαρωπά τραγουδάκια, κι από την άλλη είναι το απλοϊκότερο αμερικανικό από το 1880 μέχρι και τη δεύτερη δεκαετία του 20ού, με τα «νούμερά» του, με τα ακροβατικά, με τις χοντροκομμένες πλάκες και παρλάτες, το οποίο έφτανε μέχρι και σε «freak shows». Σήμερα, το περιπαικτικό αυτό είδος βρίσκεται πλησιέστερα στην παρωδία παρά ποτέ.

Βέβαια, το vaudeville έκανε την εισβολή του και σ’ εμάς ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1870, μετά τις επισκέψεις γαλλικών λυρικών θεάτρων στην Ελλάδα. Το είδος κρίθηκε πολύ πιο ελκυστικό και προσιτό στις αστικές μάζες από το ιταλικό μελόδραμα. Μέχρι εκείνη την εποχή η «ευρωπαϊκή μουσική» περιοριζόταν σε περιχαρακωμένους χώρους της μικρής πρωτεύουσας.

«Η Υπόθεση της Οδού Λουρσίν» του πολυγραφέστατου -και πολιτικά συντηρητικότατου- Ευγένιου Λαμπίς (πέθανε το 1888) ήταν ένα από τα συνολικά 175 έργα του. Φάρσα χοντροκομμένων παρεξηγήσεων και προβλέψιμων λύσεων το έργο απαιτεί να οδηγηθεί σκηνοθετικά από ένα παιγνιώδες χέρι.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το χέρι ανήκε στην πολύπραγη Μάρθα Φριντζήλα, η οποία αγωνίστηκε να εκμαιεύσει από την παράσταση κάθε κωμικό στοιχείο ακόμα και με τη βοήθεια εμβρυουλκού. Επιστρατεύοντας μία τεχνική υπερμεγέθυνσης σκηνικών ευρημάτων και -το χειρότερο- καταφεύγοντας σε φλύαρες και ανώφελες επαναλήψεις, η Μάρθα Φριντζήλα εξαντλεί ακόμα και τα πιο πνευματώδη ευρήματά της, επιμηκύνοντας το μονόπρακτο σε τρίπρακτο.

Η παράσταση πάντως διασώζεται χάρις στους πρώτης τάξεως ηθοποιούς της. Στον Δημήτρη Τάρλοου, ο οποίος έχει ξεσηκώσει ό,τι καλύτερο από τους κλασικούς κωμικούς του βωβού σινεμά, από έναν εντυπωσιακά ευέλικτο και ευλύγιστο Μιχάλη Φωτόπουλο, από τον Ερρίκο Λίτση και, το κυριότερο, από μία απολαυστικά αυτοσαρκαζόμενη Ταμίλα Κουλίεβα, την οποία -εγώ τουλάχιστον- δεν αντιλήφθηκα ως παρωδία της Μέριλιν ή της Τζέσικα Ράμπιτ, όπως κάπου διάβασα, αλλά ως ενσάρκωση ενός από τα πιο τετραπέρατα sex symbols όλων των εποχών, τη Μαίη Γουέστ. Οι δύο μουσικοί (Παναγιώτης Τσεβάς και Κώστας Νικολόπουλος) που συμμετέχουν και ως δρώντα πρόσωπα, συμπληρώνουν κι αυτοί το χαμογελαστό της υπόθεσης. Και βέβαια ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της παράστασης βρίσκεται και ο Αγγελος Μέντης με τα κοστούμια και τα σκηνικά του, τα οποία σχολιάζουν σαρκαστικά την εποχή του Λαμπίς.

«Νέα Τάξη Πραγμάτων»

Να περάσουμε στην αντίπερα όχθη. Στα σοβαρά και στα πειραματικά – με ή χωρίς εισαγωγικά. Ενας ταλαιπωρημένος «τριτοκοσμικός» ύποπτος κάθεται δεμένος σε μια καρέκλα. Οι δύο βασανιστές του φλυαρούν πίσω του δίχως να αναφέρονται σε κάτι συγκεκριμένο. Η απειλή όμως είναι παρούσα. Αλλαγή σκηνικού. Ή μάλλον όχι. Αλλαγή χώρου. Το κοινό σηκώνεται και πάει παρακάτω – στο υπόγειο του Ιδρύματος Κακογιάννη όπου διαδραματίζεται η παράσταση. Βλέπουμε τον μικρό γιο του κατηγορούμενου, που βρίσκεται κι αυτός στα χέρια κάποιας καταπιεστικής εξουσίας. Λίγο αργότερα, άλλη πάλι μετακίνηση του κοινού, το οποίο τώρα παρακολουθεί την ανάκριση του «υπόπτου» και αργότερα της νεαρής γυναίκας του. Δεν χρειάζεται να τους κακομεταχειριστούν μπροστά στους θεατές για να τους λυπηθεί κανείς. Κι αυτό είναι χειρότερο. Το τι έχουν υποστεί είναι ξεκάθαρο. Αν φταίνε ή όχι, το κοινό δεν το μαθαίνει ποτέ. Το χαμόγελο και η καθωσπρεπωσύνη των ανακριτών είναι πάντως στοιχεία πιο τρομακτικά.

Τα τρία σύντομα έργα του νομπελίστα Χάρολντ Πίντερ (με τον συνοπτικό τίτλο «Νέα Τάξη Πραγμάτων») δεν βασίζονται τόσο στο κείμενο όσο στην ικανότητα του σκηνοθέτη (Πάρι Ερωτοκρίτου) να υπονοεί καταστάσεις, οι οποίες σε κάνουν κι ανατριχιάζεις. Το έργο παίζεται σε φυσικούς χώρους. Εδώ στο υπόγειο γκαράζ του Ιδρύματος Κακογιάννη. Σε ένα παλαιότερο φεστιβάλ, στο Μπράιτον, είχε παρουσιαστεί σε έναν ανάλογο χώρο. Δίχως να αποσαφηνιστεί, ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με κάποια πολιτική υπόθεση. Ισως και με τρομοκράτες. Πάντως, είναι σαφέστατο ότι «κακοί» είναι οι βασανιστές.

Ο Χάρολντ Πίντερ είχε ξεκαθαρίσει με την ομιλία του στην περίφημη τελετή για το βραβείο Νομπέλ ότι βρίσκεται στο πλευρό των καταπιεσμένων – όπου κι αν ανήκουν αυτοί. Αυτό που οφείλει να επισημάνει κανείς στη συγκεκριμένη περίπτωση της αθηναϊκής παράστασης του «Νέα Τάξη Πραγμάτων», είναι ότι είδαμε μια καθαρή, μια λιτή δουλειά του Fresh Target Theatre, μιας ελληνοκυπριακής ομάδας η οποία ιδρύθηκε πριν από δύο χρόνια -από τον Πάρι Ερωτοκρίτου και τον Γιάννη Γαβριηλίδη- και η οποία, παρ’ ότι έχει αντιγράψει τη βασική σκηνοθετική ιδέα από την Αγγλία, δείχνει να διαθέτει την ικανότητα να προχωρήσει και σε πιο προσωπική άποψη για ένα πειραματικό θέατρο. Θα φανεί στην επόμενη δημιουργία της.

Φλύαρη φάρσα που διασώζεται από τις ερμηνείες Πίντερ σε πειραματική παρουσίαση

«Εκδίκηση» στο Αμφι-Θέατρο – Είσοδος Κινδύνου

  • Οταν οι ελισαβετιανοί έκαναν «σναφ»

  • «Εκδίκηση» στο Αμφι-Θέατρο – Είσοδος Κινδύνου
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 24 Απριλίου 2010

Αν κάποιος θέλει να ελέγξει τη γνωστή ρήση του Κοτ πως στο ελισαβετιανό θέατρο ανιχνεύεται προδρομικά η τεχνική του κινηματογράφου, αρκεί να δει το έργο του Τόμας Κιντ στο Αμφι-Θέατρο.

Χωρίς την ποιητικότητα και τους διανοητικούς μαιάνδρους του μεγάλου συνοδοιπόρου του, του Σέξπιρ, που μπορεί να ενσωματώνει στην πλοκή των έργων του τη βίαιη κίνηση παρελθόντων και μελλόντων, απλά και σταράτα, άγρια και ακατέργαστα, ο Κιντ προσφέρει στη συνείδησή μας την πρώτη αποτύπωση μιας ιστορίας με τόση ταχύτητα και δράση, ώστε το πνεύμα μας να αναπηδά πάνω στην αναγκαιότητα, όπως θέλει ο κινηματογράφος.

Ναι, είναι αλήθεια πως ο Κιντ μοιάζει λίγος μπροστά στον Σέξπιρ, ακόμα και αν μαθαίνουμε ότι υπήρξε σημαντικός συγγραφέας του ελισαβετιανού θεάτρου. Οπως πάντα, διαβάζουμε την ιστορία ανάποδα και αδικούμε τους προδρόμους, βάζοντάς τους μετά τους επιγόνους τους. Αλλά έτσι είναι. Ευτυχώς που το έργο του Κιντ «Ισπανική τραγωδία» (διασκευασμένο με τον τίτλο «Εκδίκηση») μπορεί να εκτιμηθεί ακόμα για την αδρότητα και τον κυνισμό του. Μέσω αυτών, και μέσω της άγριας θεατρικότητάς του, η πρώτη «τραγωδία εκδίκησης» που γράφτηκε ποτέ μεταδίδει σήμερα μια σκηνική αίσθηση νεανική, σχεδόν ανατρεπτική.

Μπορούμε βέβαια να πούμε ακόμα πολλά για τον Κιντ. Οπως ότι πρώτος μας αναγκάζει να προσθέσουμε στα άψυχα πτώματα της σκηνής και τα έμψυχα. Στα πρώτα ανήκει η φοβερή αυτή σκιά του νεκρού Ιππότη, που παρακολουθεί τα τεκταινόμενα δίπλα στη μεσαιωνική Εκδίκηση, ζητώντας τη λύτρωση με την ανυπομονησία θεατή που έχει μισθώσει για λογαριασμό του την παράσταση. Θαυμάσιο εφέ ασφαλώς, ειδικά καθώς για πρώτη φορά το πεπρωμένο εμφανίζεται όχι σαν κάτι προδεδικασμένο, αλλά εξελισσόμενο, που προχωρά με δίψα και με βία σαν μοχλός της τραγωδίας.

Αν κοιτάξουμε όμως καλύτερα θα δούμε στη σκηνή ακόμα ένα ζωντανό νεκρό. Πρόκειται για τον δικαστή Ιερώνυμο, τον πατέρα που, όπως λέει ο ίδιος, «δολοφονήθηκε» μαζί με το παιδί του, και που περιφέρεται τώρα ζωντανός ακόμα, αλλά με την αμφισημία νεκροζώντανου και το βάρος του αδικαίωτου. Οι εκπλήξεις δεν σταματούν εδώ. Είναι αλήθεια πως η «Εκδίκηση» εξαντλεί το περίφημο τέχνασμα του «θεάτρου εν θεάτρω», που τόσο άρεσε στους ελισαβετιανούς σαν υπενθύμιση ότι το θέατρό τους εκπροσωπούσε κάτι μεγαλύτερο και τρομακτικότερο από τον εαυτό του. Ας μη σταθούμε όμως μόνο σε αυτό. Γιατί αυτό που ξεχωρίζει στην «Εκδίκηση» είναι η σπάνια εμφάνιση του αντιστρόφου του, ενός θεάτρου που αντί να ρουφά την γύρω του πραγματικότητα, την εκτοξεύει πάλι απειλητικά προς τα πίσω. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στο «σναφ» θέατρο που στήνει ο αδικημένος πατέρας, το ξίφος είναι αληθινό ξίφος και ο φόνος στη σκηνή είναι αληθινός φόνος.

Δικαίως η Κατερίνα Ευαγγελάτου αντιμετώπισε το έργο σαν πρόκληση θεάτρου. Με πολλαπλό ντάμπλινγκ, βάζοντας τη δράση να τρέχει μπροστά και το θέατρο να ακολουθεί πιο πίσω, έδωσε στην παράσταση ελισαβετιανή ένταση και παρόρμηση. Για μια ακόμη φορά είδαμε τη δεξιοτεχνία της στα ανδρικά ανσάμπλ. Στον μικρό βέβαια χώρο της «Εισόδου» τα πράγματα ήταν κάπως στενάχωρα και οι αλλαγές συχνά εκβιαστικές. Και δραματουργικά όμως υπήρξαν στη διασκευή του έργου ορισμένα χάσματα. Μένω προσωπικά δύσπιστος στην υπερβολική συντόμευση της τελευταίας πράξης. Σαν να βιάζεται η παράσταση να τελειώσει και κινδυνεύει να ακυρώσει έτσι όλο το κλίμα του φινάλε. Οι ηθοποιοί, με κορυφαίο τον Νικόλα Παπαγιάννη, δίνουν μια άκρως ικανοποιητική εκτέλεση πολλαπλών ρόλων: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Σεραφίτα Γρηγοριάδου, Κωστής Καλλιβρετάκης, Λευτέρης Παπαχρόνης, Σωτήρης Τσακομίδης και Βαγγέλης Ψωμάς. Εξαιρετικοί οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη.*

«Λιοντάρια» των Βασίλη Μαυρογεωργίου και Κώστα Γάκη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

  • Ησυχοι θάνατοι

  • «Λιοντάρια» των Βασίλη Μαυρογεωργίου και Κώστα Γάκη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 24 Απριλίου 2010

Για ώρα η βραδιά θυμίζει παράσταση για παιδιά, με το κυρίως νεανικό κοινό να ανταποκρίνεται άμεσα στο «animal talk» των τεσσάρων νέων ηθοποιών, που με χάρτινες κεφαλές, χαριτωμένο μακιγιάζ, παντομίμα, βρυχηθμούς και χλιμιντρίσματα υποδύονται διάφορα εξωτικά ζώα.

Α.  Φιλιός, Κ. Μαυρογεώργη, Μ. Φιλίνη και Γ. Παπαγεωργίου

Α. Φιλιός, Κ. Μαυρογεώργη, Μ. Φιλίνη και Γ. Παπαγεωργίου

Αντιλόπες μαϊμούδες, τίγρεις, λιοντάρια. Τα τελευταία είναι και οι σταθεροί πρωταγωνιστές της ιστορίας, το λέει και ο τίτλος, συγκροτημένα σε κανονική οικογένεια. Εναν συμπαθή πατέρα (Ακης Φιλιός), κάπως ακυρωμένο βασιλιά της ζούγκλας πλάι στη δυναμική λέαινά του (Κατερίνα Μαυρογεώργη), μια γκρινιάρα αλλά σοφή θεία (Μαρία Φιλίνη) και έναν απόγονο σε εφηβεία (Γιώργος Παπαγεωργίου).

Σταδιακά, το παιχνίδι της ζωικής μακαριότητας χοντραίνει, καθώς στην οθόνη τίτλοι και 3D animations (Σοφία Μαυρογεωργίου) προσδιορίζουν τον τόπο -Βαγδάτη 2003- και στην «αγαθή» φλυαρία πλέκονται ολέθρια μηνύματα. Παρακολουθούμε την κλιμακούμενη εισβολή μέσα από την αντίληψη των ενοίκων ενός ζωολογικού κήπου, που περνούν τα βομβαρδιστικά για πουλιά και τις οβίδες για πυγολαμπίδες. Οι βομβαρδισμοί είναι ακόμη σποραδικοί και τα λιοντάρια απορροφημένα με το κουβεντολόι άλλης μια συνηθισμένης μέρας.

Η ζωηρή παρέα μάς μεταφέρει λεπτομέρειες του έγκλειστου βίου της, τους τρυφερούς τσακωμούς της, μια πικρή γεύση από την αταβιστική λαχτάρα της για τη σαβάνα και τα όνειρα επιστροφής στην αφρικανική πατρίδα που πολλοί δεν γνώρισαν ποτέ -μέχρι να αρχίσουν να συμβαίνουν «περίεργα πράγματα».

Οι φύλακες φεύγουν ένας ένας, ο ουρανός γεμίζει ολοένα «πουλιά», φωτιά και πηχτή σκόνη, η γη καίει, τα τείχη της φυλακής τους και οι τεράστιες καγκελόπορτες γκρεμίζονται, τα κλουβιά σπάνε και όλα τα ζώα εξορμούν ανάκατα προς το χάος. Επιτέλους ελεύθερα: «Ομως δεν έχουμε ιδέα πώς να είμαστε ελεύθεροι», λέει η καχύποπτη θεία, και δεν κάνει βήμα προς το άγνωστο.

Τα υπόλοιπα διασκεδάζουν με τα ακατανόητα σημάδια της φρίκης. Τρέχουν, πηδούν, κυλιούνται καταγής, γελούν με τις ασυνήθιστες αλλαγές.

Στα μάτια μας, η ανυποψίαστη ενέργειά τους τα καθιστά τρομακτικά ευάλωτα. Η θριαμβευτική έξοδος στα πάρκα της βομβαρδιζόμενης πόλης αποπνέει αγαλλίαση για τους προνομιούχους της άγνοιας και τραγικότητα για εμάς που γνωρίζουμε.

Στην άπλα της νέας ζωής, τα λιοντάρια ξαναθυμούνται τα αρχέγονα ένστικτά τους, τον οίστρο του ζευγαρώματος, τη δύναμη της ελευθερίας. Ονειρεύονται τα ηλιοβασιλέματα και τον αέρα της σαβάνας ενώ ανίδεα κατευθύνονται στην καταστροφή. Αλαφιασμένες αγέλες πλέκονται ανάμεσα σε τανκς και όλμους. Ο ουρανός βρέχει φωτιά, το χώμα μυρίζει αίμα και η χαρά γίνεται τρόμος και ανάγκη για την ασφάλεια της φυλακής τους. Ξάφνου, τέσσερις σφαίρες πετυχαίνουν διαδοχικά τους φίλους μας, που πεθαίνουν όρθιοι, εκδυόμενοι μόνο το κέλυφός τους, που πέφτει αθόρυβα καταγής. Ενα ήσυχο, αφανές τέλος. Τέσσερις ηλίθιοι φόνοι.

Η γελαστή παράσταση ταράζει και τους μη φίλους του σουρεαλιστικού χιούμορ του δημοφιλούς διδύμου Βασίλη Μαυρογεωργίου – Κώστα Γάκη. Με πανούργα χρήση των μηχανισμών της αλληγορίας και της υπαινικτικότητας, οι δύο συγγραφείς/σκηνοθέτες καταφέρνουν απλά, τρυφερά, εξοργιστικά, να φωτίσουν τη βαρβαρότητα ενός χυδαίου πολέμου μέσα από τη σιωπή των πιο ανυπεράσπιστων και πιο αθώων θυμάτων του. Να γράψουν ένα πολιτικό έργο καμουφλαρισμένο σε παιδικό παραμύθι. Η ιδέα βασίζεται σε βιβλίο Αμερικανών, «Τα λιοντάρια της Βαγδάτης», και αυτό σε μια ανταπόκριση του Ρόιτερς του 2003. Ομως, η παιγνιώδης 70λεπτη υπόμνηση του πιο απροκάλυπτα άδικου πολέμου της Ιστορίας είναι όλη δική τους και -ακριβώς ισόποσα- των απαζάρευτα έξοχων ηθοποιών.

Μουσική Κ. Γάκης, κίνηση Χρήστος Παπαδόπουλος, κοστούμια Ελένη Μελισσάρη.*

Για τον «μαγικό ρεαλισμό»

  • Πολενάκης Λέανδρος, Η ΑΥΓΗ: 25/04/2010

Η ΚΑΡΥΟΦΥΛΛΙΑ ΚΑΡΑΜΠΕΤΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ LA CHUNGA ΤΟΥ ΜΑΡΙΟ ΒΑΡΓΚΑΣ ΛΙΟΣΑ
  • Η άπαιχτη στην Ελλάδα «La Chunga» είναι θεατρικό έργο του γνωστού Περουβιανού μυθιστοριογράφου Mario Vargas Llosa. (Είχα μεταφράσει πρώτος από τα ισπανικά, πριν από πολλά χρόνια, για τις εκδόσεις «Εξάντας», ολόκληρο το εξαίρετο μυθιστόρημά του «Η πόλη και τα σκυλιά», που σήμερα κυκλοφορεί σε άλλη μετάφραση από άλλον εκδοτικό οίκο).
  • Το κουαρτέτο των ανδρών – κυνηγών δίνουν, συντονισμένοι και με ενέργεια σε ρόλους διακριτούς, καθείς και το όπλο του, οι πολύ καλοί: Δημήτρης Λάλος με δύναμη (Χασεφίνο), Στάθης Σταμουλακάτος με σκηνική ευστροφία (Λιτούμα), Γιάννης Λεάκος ανάγλυφα (Πίθηκος), Δημήτρης Καπετανάκος έκτυπα (Χοσέ). Σχολιάζει ζωντανά, με την ωραία του μουσική και με την ηλεκτρική κιθάρα, ο Ισίδωρος Πάτερος. Τα σκηνικά και τα κοστούμια (Γιώργος Χατζηνικολάου) είναι εύγλωττα και οι φωτισμοί του Νίκου Βλασσόπουλου «μιλούν».

Πρόκειται για έναν συγγραφέα που έχει καταταγεί από τους κριτικούς στην ονομαζόμενη «Σχολή του μαγικού ρεαλισμού». Ο όρος έχει προέλευση γερμανική, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Γερμανό κριτικό τέχνης Franz Roh, το 1925. Αυτό μου φέρνει στο νου ένα διήγημα του Μπόρχες, ο ήρως του οποίου, διχασμένος ανάμεσα στις δύο καταγωγές του, τη γερμανική και την αργεντίνικη, αμφιταλαντεύεται ποια από τις δύο να διαλέξει ως πρότυπο βίου. Τελικά, σχολιάζει ο Μπόρχες, «ήταν οι ρομαντικές γερμανικές καταβολές του που τον ώθησαν ώστε να προκρίνει οριστικά την αργεντίνικη ρίζα του!».

Με τον ίδιο τρόπο ο δυτική και ιδιαίτερα η γερμανική ρομαντική κουλτούρα ερμήνευσε ως «μαγικό ρεαλισμό» την τέχνη λαών, όπως της Λατινικής Αμερικής, ο πολιτισμός των οποίων δεν είχε όμως πάψει ποτέ να αναφέρεται σε ένα δεύτερο επίπεδο πραγματικότητας, ας την ονομάσουμε για την ώρα, δανειζόμενοι τον όρο του Λέβι – Στρος «μυθική». Ο κοινός μύθος για τους λαούς αυτούς εκπροσωπούσε μια απόλυτη αλήθεια, ενώ συγχρόνως διαδράματιζε τον ρόλο του συνεκτικού ιστού των κοινωνιών τους. Αντίθετα με τη νεότερη Ευρώπη, όπου ο μύθος κατέληξε να σημαίνει κάτι το ψευδές και επινοημένο, εκπίπτοντας σε διήγηση λογοτεχνική ή σε απλό «φολκλόρ».

Ο «μαγικός ρεαλισμός», άρα, δεν είναι απλώς μια λογοτεχνική σχολή, αλλά βγαίνει ως στάση ζωής σχεδόν φυσικά μέσα από την ίδια τη ζωντανή παρουσία του μύθου στις κοινωνίες αυτές, η οποία επιτρέπει στο άτομο να ζει τη δική του υποκειμενική πραγματικότητα δίπλα στην αντικειμενική, να αναπνέει τον αέρα μιας άλλης ελευθερίας, με τη συνείδησή του απεγκλωβισμένη από το στατικό σύγχρονο είναι.

Ο «μαγικός ρεαλισμός» που γονιμοποιεί τη φαντασία μπορεί να γίνει έτσι μια τέχνη αληθινά λυτρωτική από διάφορες δουλείες, υλικές ή πνευματικές, στις οποίες υποχρεώνει τον άνθρωπο η μισθοφορική εποχή μας.

Η «La Chunga» προέρχεται από ένα μυθιστόρημα του Varbas Llosa με τίτλο «Το πράσινο σπίτι», που διασκεύασε ο ίδιος για το θέατρο. Θέμα του είναι η μυστηριώδης εξαφάνιση, από το ύποπτο μπαρ και καταγώγιο που διευθύνει η μυστηριώδης, ανδρόβουλη Chunga, μιας όμορφης αθώας νέας κοπέλας, της «Meche», όπου παρακολουθούμε να αναπτύσσονται στη σκηνή ταυτόχρονα πολλές εκδοχές για την τύχη της.

Πέρα από ένα μαστορικά γραμμένο θρίλερ που κρατά έως το τέλος αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού, το έργο παραμένει ανοιχτό στον ονειρικό χρόνο, που επιτρέπει να «τρέχουν» πολλές παράλληλες αφηγήσεις μέσα στην κύρια, σπάζοντας τη λογική της «μιας αλήθειας» και τα δεσμά της νωθρής γραφειοκρατίας του μυαλού μας…

Η «La Chunga» παρουσιάζεται από τη δραστήρια ομάδα «Νάμα», για πρώτη φορά, στο «Θέατρο επί Κολωνώ», που αποτελεί εδώ και καιρό ένα ζωντανό, παλλόμενο κύτταρο πολιτισμού. Η Μαρία Χατζηεμμανουήλ μεταφράζει καίρια και η Ελένη Σκότη σκηνοθετεί… ρεαλιστικά για να αναδείξει τον ρεαλισμό του ονείρου. Το κατορθώνει θαυμάσια, με «σκοτεινούς» τόνους, με συγκοπτόμενους, ελλειπτικούς ρυθμούς, με απειλητικά κενά και με σημαίνουσες σιωπές. Είναι μια χειροποίητη παράσταση – κέντημα, με έξοχη διδασκαλία των ρόλων.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Chunga) κατορθώνει ένα μικρό θαύμα: χρησιμοποιώντας ελάχιστα θεατρικά μέσα, με αριστοκρατικό μινιμαλισμό κινήσεων, με την αύρα ενός αινιγματικού χαμόγελου, με το σώμα στρατηγικά τοποθετημένο πλάγια ώστε να τέμνει λοξά τον χρόνο, δισυπόστατη, ονειρική και αληθινή συγχρόνως, μοιράζει το είναι της ανάμεσα στα δύο και, μαγικά, παραμένει μία. Μπαίνει μέσα στην Chunga ολόκληρη, από τα πόδια έως την κορυφή, λες και την έχει στοιχειώσει! Κάτι που, ομολογώ, σπάνια έχω δει στο θέατρό μας.

Η νεότατη Ηλιάνα Μαυρομάτη (Meche) βυθίζεται στην αλήθεια του ρόλου. Έρχεται από το «εκεί» του μύθου με τη λάμψη στα μάτια, δραπετεύει στο «εδώ», αναλήπτεται ξανά… Με το ακαταμάχητο επιχείρημα της ηλικίας, με καλή τεχνική, με γνώση και με ένστικτο, δίνει, πέρα από μια γυναίκα από σάρκα και αίμα… την προαιώνια μορφή της άπιαστης, μυθικής γυναίκας, που όλοι ποθούν, αλλά κανείς δεν μπορεί να έχει δική του. Επειδή είναι… η γοητεία του απαγορευμένου, είναι η ίδια η απρόσιτη θηλυκή ψυχή του κόσμου.

Η ζωή της άλλης

  • «Wunschkonzert»* του Φραντς Ξαβιέρ Κρετζ στο Από Μηχανής Θέατρο σε σκηνοθεσία Ζωής Χατζηαντωνίου

ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ: Οικολογική συνείδηση και ανακύκλωση

Το όνειρο της Σκουπιδένιας
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 13 Μάρτη 2009
  • ΑΝΝΑ ΠΑΠΑΜΑΡΚΟΥ – ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΨΕΛΤΟΥΡΑΣ «Το τραγούδι της Γης» από τον «Λώτινο Ηλιο» στο θέατρο «CORONET»
  • Ένας ύμνος στο περιβάλλον και συνάμα ένας αγωνιστικός παιάνας για να αφυπνιστούμε και έτσι να πάρουμε όλοι στα χέρια μας την υπόθεση της σωτηρίας του πλανήτη μας και της ζωής μας από την οικολογική ρύπανση. Επίσης, μια ενημέρωση – διά της τέχνης και της θεατρικής οδού – για την ανακύκλωση.
  • Στο δικαστήριο για την καταδίκη των ανθρώπων, που προκαλούν τη ρύπανση στη Γη και την οικολογική της καταστροφή, συμμετέχουν ως μάρτυρες κατηγορίας: Ο αέρας, η θάλασσα, η βροχή και η βροχούλα, ο εκπρόσωπος των ζώων προς εξαφάνιση, το δάσος. Συμβολικά ζητούνται ευθύνες από ένα παιδί, το μέλλον δηλαδή της ανθρωπότητας, αν και θα έπρεπε να υπογραμμιστεί, ώστε να το συνειδητοποιήσουν όλα τα παιδιά-θεατές της παράστασης, ότι το πρόβλημα της ρύπανσης, κατά κύριο λόγο, δημιουργείται από τις αντικοινωνικές πρακτικές του κοινωνικοοικονομικού συστήματος, που κυριαρχεί παγκοσμίως – και στη χώρα μας – που εξυπηρετούν τα καπιταλιστικά συμφέροντα που καταλήγουν σε βάρος των απλών ανθρώπων. Επισημαίνεται, επίσης, η αναγκαιότητα όλων των υλικών της φύσης για όλα τα είδη των ζώων και των φυτών. Υπογραμμίζεται ότι όλα τα υλικά στη φύση είναι ανακυκλώσιμα. Τίθενται προβληματισμοί για την τρύπα του όζοντος, τις πυρκαγιές στα δάση, την ατμοσφαιρική ρύπανση. Δίνονται πρακτικά παραδείγματα για την ανακύκλωση υλικών, που θεωρούνται σκουπίδια. Ετσι, ο Ανακυκλωτής μεταμορφώνει, κυριολεκτικά «άχρηστα», πεταμένα στο δάσος κουτιά, σωλήνες και σακούλες σε κρουστά και πνευστά μουσικά όργανα, μαράκες, ακαζού, κ.ά. Τονίζει ότι: «Με ανακύκλωση και φαντασία θα βοηθήσουμε τη Γη ν’ ανασάνει» και το παιδί συμπεραίνει, μετά από ένα οικολογικό τραγούδι, ότι: «Προστατεύοντας τη Φύση προστατεύουμε τον ίδιο μας τον εαυτό». Τελικά πείθεται ότι τα μεγαλύτερα όπλα που έχουμε οι άνθρωποι, για να σώσουμε το περιβάλλον μας, είναι η Αγάπη και η Γνώση και ότι πρέπει ν’ αγωνιστούμε για να εξαφανίσουμε το Δράκο της Αδιαφορίας και να ελευθερώσουμε το δικό μας «Τραγούδι της Γης».
Ανακύκλωσε ζωή
  • Μέσα από το υπέροχο και λειτουργικό σκηνικό που εμπνεύστηκαν οι Μαρία Πάνου και Απολλωνία Θεοχάρις, με την αισθητική βοήθεια των κοστουμιών της Κατερίνας Θεοφανοπούλου και της Κατερίνας Πασσά, τις μελωδικές νότες των Χρήστου Σταματίου και Στάθη Σκουρόπουλου, τις επιβλητικές και υποβλητικές/εντυπωσιακές μάσκες των Απολ. Θεοχάριτος, Κατερ. Θεοφανοπούλου και Ρωξάνης Γαρεφαλλάκη, η σκηνοθεσία της Αννας Παπαμάρκου είχε θετικό αποτέλεσμα, αφού οι οδηγίες της βρήκαν ανταπόκριση και δικαίωσαν τις προσπάθειές της, αφού και οι ρόλοι αποδόθηκαν με ενθουσιασμό και υποκριτική δεινότητα από τους ηθοποιούς Μελίνα Ιορδανίδου, Μαρία Δαβίλλα, Χριστίνα Παπαβασιλείου. Τα ηχητικά και οπτικά εφέ (και οι σκιές), καθώς και οι διάφοροι φωτισμοί πραγματώθηκαν με καλλιτεχνική ευθύνη του Λεωνίδα Ψέλτουρα.
  • Τα κείμενα και τους στίχους έγραψαν οι Αννα Παπαμάρκου και Λεων. Ψέλτουρας και υποψιάζομαι ότι έχουν ικανότητες, ακόμη και για μεγαλύτερες επιδόσεις. Αξιόλογα είναι και τα ενημερωτικά – εκπαιδευτικά έντυπα που μοιράζουν στους θεατές της παράστασης: «Ανθρώπινες αξίες» (32 σελ.) με πνευματικά οικολογικά παιχνίδια, το έντυπο για τους δασκάλους «Σας ευχαριστούμε…» (4 σελ.) και το βοήθημα για το σχεδιασμό μαθήματος πάνω στο παραμύθι «Το τραγούδι της Γης» (13 σελ.) με χρήσιμες πληροφορίες για το περιβάλλον.
Το τραγούδι της Γης

Το εν λόγω ανέκδοτο θεατρικό κείμενο έχει εκδοθεί μόνο σε πρόζα, με CD, από τις εκδόσεις «Λώτινος Ηλιος».

ΑΛΕΞΙΑ ΑΛΕΞΙΟΥ «Ανακύκλωσε ζωή» στο «ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ»

  • Η κουκλοπαίχτρια Αλεξία Αλεξίου, σε συνεργασία με την Φανή Αδαμίδου, επιδίδεται με αρκετά επιτυχή τρόπο στην καλλιτεχνική απόδοση διαφόρων μορφών τέχνης, όπως η παντομίμα, το αντικείμενο-θέατρο και το σωματικό θέατρο. Παρακινδυνευμένο εγχείρημα, αφού το κάθε είδος είναι αυτόνομο και όταν επιχειρείται η συνύπαρξη/σύνθεσή του με κάποιο άλλο απαιτείται υψηλή τεχνική για να «δέσει» αισθητικά. Χωρίς να παραβλέπουμε τη ρήση «εχθρός του καλού είναι το καλύτερο», οι δυο ηθοποιοί κατάφεραν να συνταιριάσουν διάφορες τεχνικές και ν’ αποδώσουν αισθητικά, ως ένα βαθμό, το οικολογικό μήνυμα της παράστασης. Βέβαια, ο θεατής αναρωτιέται γιατί απουσιάζει εντελώς ο λόγος από τα δρώμενα. Ο λόγος, έστω λιτός και περιεκτικός, θα μπορούσε να υπάρχει εμβόλιμα. Θα είχε την αξία του. Πάντοτε ο λόγος στο θέατρο, και μάλιστα για παιδιά, έχει τη σημασία του.
  • Η ιδέα, «το σενάριο» και η σκηνοθεσία είναι δουλειά της Αλεξίας Αλεξίου, η οποία έχει ευφάνταστες ιδέες και νέες δημιουργικές τάσεις, που στηρίζονται στην πρωτοπορία στο χώρο και σε μεταμοντέρνες αντιλήψεις. Την ευθύνη για την ευρηματικότητα και την κατασκευή των σκηνικών και των κουκλών έχει ο Στάθης Μαρκόπουλος, για τους φωτισμούς η Μελίνα Μάσχα, για την κινησιολογική και σκηνοθετική επιμέλεια ο Αντώνης Κουτρουμπής και για την ποικίλη ξένη μουσική ο Μηνάς Εμμανουήλ (και λίγη ελληνική, καλό θα ήταν ν’ ακούγεται).
  • Οι σκιές που αναφύονται, κατά την εξέλιξη του μύθου, είναι υποτονικές, λόγω ανεπαρκούς φωτισμού, ενώ είναι αξιόλογα αρκετά σημεία του έργου, όπου τα παιδιά αντιλαμβάνονται τη σημασία της ανακύκλωσης των σκουπιδιών. Βέβαια, δεν αναδεικνύεται, όπως θα ‘πρεπε, η σύγχρονη οικολογική αντίληψη περί ανακύκλωσης: Μείωση της κατανάλωσης, επαναχρησιμοποίηση «άχρηστων» αντικειμένων και, τέλος, ανακύκλωση στα ειδικά εργοστάσια. Το θέμα της ανακύκλωσης αναδεικνύεται, πολύ πετυχημένα, με λυρική διάθεση, δημιουργώντας συναισθηματική φόρτιση, και με την αγάπη δύο χαρτόδετων (πρωταγωνιστών της παράστασης), που η άγνοια των ανθρώπων τους χωρίζει προσωρινά, αλλά η ζωή τα φέρνει έτσι που ξανασυναντιούνται αργότερα.

ΑΛΕΚΑ ΤΣΙΤΣΙΠΑ «Το όνειρο της Σκουπιδένιας… Ανακύκλωση» από την Παιδική Σκηνή «ΣΧΕΔΙΑ» στο θέατρο «ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ»

  • Μια φιλόδοξη παράσταση με οικολογικά μηνύματα για τη διαχείριση και επεξεργασία των σκουπιδιών, την εξοικονόμηση ενέργειας και την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας μας, δίνεται από τη «ΣΧΕΔΙΑ». Τα παιδιά κατανοούν τη μετατροπή πολλών σκουπιδιών σε άλλα παρόμοια αντικείμενα, δηλαδή τη χρησιμότητα και αναγκαιότητα ανακύκλωσης, τη μείωση της ρύπανσης και της μόλυνσης του περιβάλλοντος, την εξασφάλιση της υγείας μας.
  • Πρωταγωνιστές και δραματικοί ήρωες είναι οι: Σκουπιδένια, Μάγισσα Σώσε Περιβάλλον, Σκύλος, Γάτα Νιαμούρ, Γάτα Νιουμούρ, Σάχλα, Μάρα, Σκουπιδοφάντασμα, Σκουλήκι, Αστυνόμος, κ.ά. Η πλοκή του έργου είναι συναρπαστική και η ευρηματικότητα στη σκηνοθεσία και στα κοστούμια ενδιαφέρουσα.
  1. Η Αλέκα Τσιτσιπά, η οποία υπογράφει το κείμενο και τη σκηνοθεσία, παρουσιάζει αρκετά θετικά στοιχεία, με προοπτική βελτίωσης. Οι στίχοι των τραγουδιών της είναι αξιοπρόσεκτοι. Τα κοστούμια που επιμελήθηκε η ίδια είναι από τα πιο θετικά στοιχεία της παράστασης, κατασκευασμένα με ευφάνταστο τρόπο, αποδίδουν χαρακτηριστικά τους ρόλους. Τη σκηνογραφία υπογράφουν οι Αλέκα Τσιτσιπά και Κλεοπάτρα Κουράκλη και την ωραία μουσική ο Θανάσης Νικόπουλος (γνώμη μου είναι να ελαττωθεί η έντασή της).
  • Μια παράσταση με πολλούς ρόλους, που ενσαρκώνουν εφτά ηθοποιοί, που δεν ικανοποίησε τους θεατές, στο βαθμό που άξιζε το κείμενο και οι ταλαντούχοι, ως ένα βαθμό, ηθοποιοί. Κάτι έφταιγε: Ο σωρός των πολλών σκουπιδιών, φύρδην μίγδην πεταμένων και ανακατωμένων, προφανώς, για να αποτυπώσουν ρεαλιστικά στο θέατρο τους πραγματικούς σκουπιδότοπους, δημιουργεί έναν «αισθητικό εκνευρισμό…». Οι τσιριχτές φωνές και οι κακώς αποδοσμένες με ξενόγλωσσο χαρακτήρα φράσεις ορισμένων ηθοποιών, καθώς και η κακή ορθοφωνία κάποιων άλλων, η υπερβολική κινητικότητά τους και το αλλεπάλληλο τρέξιμο από και προς τους διαδρόμους, δημιουργούν απόσπαση τελικά της προσοχής των παιδιών, που θέλουν ηρεμία για να κατανοήσουν το δραματικό λόγο, ισορροπία, δηλαδή, μεταξύ κινησιολογίας και λόγου. Το χιούμορ, γενικά, δεν αρέσει όταν είναι «τραβηγμένο από τα μαλλιά». Η συμμετοχή των παιδιών στα θεατρικά δρώμενα θέλει φειδώ, οι διαδραστικές πρακτικές χρειάζονται μέτρο, αλλιώς κινδυνεύει… η παράσταση να «τιναχτεί στον αέρα».
  • Οι υπάρχοντες επί σκηνής 4 κάδοι για ανακυκλώσιμα υλικά έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να αξιοποιηθούν κατάλληλα: Στον καθένα να ρίχνονται από τους ηθοποιούς διαφορετικά υλικά, ώστε αυτό ν’ αποτελέσει και κοινωνική πρόταση στους ιθύνοντες (σε άλλες χώρες έχουν υλοποιήσει τέτοιου είδους πρακτικές), αλλά και οι θεατές ν’ αντιληφθούν τη χρησιμότητα ενός τέτοιου διαχωρισμού σκουπιδιών για μια πιο αποδοτική ανακύκλωση. Τέλος, τους ρόλους αποδίδουν οι: Λίλα Σταμπούλογλου, Αλέκα Τσιτσιπά, Κατερίνα Ιοράνη, Πένη Φωτιάδου, Αλέξης Μεϊμάρης και Βάσια Δρίτσα.