«Ανείπωτο – Ο λόγος του Γιώργου Χειμωνά»

  • Σαν event από λογοτεχνικό μνημόσυνο

  • «Ανείπωτο – Ο λόγος του Γιώργου Χειμωνά» Ομάδα «Δυτικά της πόλης» – Φεστιβάλ Αθηνών
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Σαν «θεατρικό αναλόγιο» περιγράφεται το δρώμενο που είδαμε στην Πειραιώς, η δομή ωστόσο και η γενικότερη εικόνα του παραπέμπουν στο «θέατρο του λόγου», στη στροφή του θεάτρου στη ρίζα της γλώσσας και του κειμένου, που πριν από μερικά χρόνια ευδοκίμησε στα παριζιάνικα θέατρα.

Δεν επρόκειτο για μία ακόμη αναβίωση του «ποιητικού θεάτρου» αλλά για την επικέντρωση στο συστατικό της ανθρώπινης επικοινωνίας, με όσο το δυνατόν λιτότερα μέσα, με περιορισμό της κίνησης, υποβλητική ατμόσφαιρα και αποδόμηση του νοήματος, ώστε να διαφανεί ο σκελετός που εσωτερικά συνάπτει τη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο. Το κυριότερο, ωστόσο, συστατικό της προσπάθειας παραμένει η ίδια η ποιητική, η παρουσία της δύναμης που κινεί τον λόγο μέχρι να αποκτήσει το μόρφωμα και την αισθητική του κρίσιμου γεγονότος (η «βιογραφία της όρασης», για την οποία μιλά ο Χειμωνάς).

Αυτή η τελευταία παρατήρηση μας οδηγεί ίσως στο κέντρο της προσπάθειας του Τάκη Τζαμαργιά και της ομάδας των νέων ηθοποιών του, που διάλεξαν να συμμετάσχουν στη μνήμη των δέκα χρόνων από τον θάνατο του Γιώργου Χειμωνά, με μια καταβύθιση στο μη-ειπωμένο του λόγου του ποιητή, στην αφάνεια που καλύπτουν τα κείμενά του. Γιατί ο λόγος του Χειμωνά, σύμφωνα με την άποψη του σκηνοθέτη, είναι σαν το μαγκάνι πάνω από το πηγάδι: καλύπτει το κενό που χάσκει από κάτω, αντλεί από τον πυθμένα άλλοτε νερό καθαρό, κι άλλοτε λάσπη και βούρκο. Στο κέντρο της προσπάθειας τοποθετείται το βιβλίο του «Γιατρού Ινεότη», το ίχνος αυτό του ρομαντικού παραληρήματος, που συναντά τον κόσμο στην πρώτη αινιγματική μορφή του, σαν εικόνα και φώνημα, στον ήχο και στο σχήμα της λέξης. Μαζί με αποσπάσματα από άλλα εμβληματικά έργα του Χειμωνά (τη σύνθεση επιχείρησε ο Ιερώνυμος Πολλάτος και την επιμέλεια ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος), το σχήμα αποκτά τελικά τη μορφή ενός ορατόριου, όπου ανολοκλήρωτα, μισοϊδωμένα πρόσωπα μιλούν μέσα από τα κείμενα, αλλά ζουν εκτός των ορίων τους.

Αυτή είναι ίσως η ουσία της πρότασης του Τζαμαργιά. Τολμάει να ανασύρει πρόσωπα που πέρα από τη φυσική, ηθογραφική παρουσία τους, έχουν φτιαχτεί από τον πηλό μιας μη-κανονικής, αποκαλυπτικής γλώσσας. Είναι επόμενο κάτι να λείπει από τη μορφή τους – και αυτό είναι κάτι που το γνωρίζει ο σκηνοθέτης. Γι’ αυτό άλλωστε αρνείται να προβεί στη σκηνική εξιστόρηση του υλικού του, αλλά στρέφεται στην πολύ σεμνότερη εκφώνηση και στην ακινησία των ηθοποιών που ακουμπά στο ύφος της τελετουργίας.

Η αφορμή της προσπάθειας εντοπίζεται βέβαια και αλλού: πίσω από την κατανοητή, αλλά όχι πάντα ικανοποιητική συνθήκη της τιμητικής επίκλησης του πνεύματος του ποιητή. Στη σκηνή συνήθως τέτοιες προσπάθειες καταλήγουν στη νεότερη εκδοχή του παλιού εκείνου «φιλολογικού σαλονιού», όπου φίλοι και θαυμαστές συγκεντρώνονται για να ακούσουν μια ανθολογία του εκλιπόντος. Ποιους αφορά, λοιπόν, μια τέτοια παράσταση; Τους φίλους του συγγραφέα; -Μα αυτοί ακριβώς δεν χρειάζονται τη σποραδική υπενθύμιση της αξίας του. Τους πολλούς άλλους που αγνοούν τα βιβλία του;- Αδύνατον να κατακτηθούν από μια τέτοια εισήγηση. Ετσι η παράσταση μένει στο κενό, σαν event που συνοδεύει κάποιοι λογοτεχνικό μνημόσυνο.

Δεν λείπουν οι καλές προθέσεις, η υποκριτική όμως οπωσδήποτε θέλει δουλειά – και αναρωτιέμαι πόσοι στην Ελλάδα μπορούν να διδάξουν ηθοποιούς να ερμηνεύουν ακίνητοι. Οι Μαρία Καλλιμάνη, Μάνος Καρατζογιάννης, Θεοδώρα Μαστρομηνά, Γεράσιμος Μιχελής, Χάρης Χαραλάμπους και Κατερίνα Φωτιάδη κάνουν ό,τι μπορούν, η παράσταση ωστόσο βυθίζεται εξαρχής σε μια διανοουμενίστικη σοβαροφάνεια και παραμένει καθηλωμένη στη μουντάδα της αφαιρετικής μελαγχολίας της. Η Μαριάνθη Σοντάκη ερμηνεύει την όπως πάντα ενδιαφέρουσα μουσική παρέμβαση του Πλάτωνα Ανδριτσάκη. *

Advertisements

Ποικιλία μορφών και κειμένων

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
«Το ανείπωτο – Ο λόγος του Γιώργου Χειμωνά»
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 7 Ιούλη 2010
  • Ιαπωνικό θέατρο «ΝΟ»
Στο Ηρώδειο έχουν φιλοξενηθεί αρκετές σπουδαίες παραστάσεις μακραίωνων παραδοσιακών ειδών ιαπωνικού και κινέζικου θεάτρου, όπως το «ΝΟ», το «Καμπούκι», το «Κυόγκεν», από μακρόβιους και φημισμένους, κρατικούς και μη θιάσους της Ιαπωνίας και της Κίνας. Φέτος, ένας ακόμη ιαπωνικός θίασος θεάτρου, το «ΝΟ» (με τεσσάρων και πλέον αιώνων οικογενειακή παράδοση, παράδοση που περνά από πατέρα σε γιο), στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, «μύησε» τους θεατρόφιλους με μια δίπτυχη παράσταση, στις θεματολογικές και αισθητικές παραδόσεις της δραματικής μορφής του «ΝΟ» και της κωμικής του «Κυόγκεν». Παραδόσεις που «τρέφονται» με παλιούς, αλληγορικούς μύθους, με επίμονη, ακάματη άσκηση του κάθε συντελεστή της παράστασης, για κάθε συστατικό της αισθητικής της. Ασκηση, όσον αφορά στην εκφραστικότητα της μάσκας (προσωπείο ή μακιγιάζ). Ασκηση στο πώς εκφέρεται ο λιγοστός αλλά τεραστίων, εξαιρετικά δύσκολων, φωνητικών απαιτήσεων λόγος. Λόγος που οφείλει να «συνάδει» με τη ζωντανή μουσική, να ορχείται μαζί της και με μιμικές κινήσεις και με συγκεκριμένες χειρονομίες του υποκριτή για κάθε ρόλο. Κινήσεις και χειρονομίες, «κώδικες» μακραίωνης άσκησης, μεγάλης ακρίβειας, απολύτως συνδεδεμένες και με τη μάσκα και με το κοστούμι κάθε ρόλου. Κινήσεις και χειρονομίες συμβολικές, που προεκτείνουν το λιγοστό κείμενο, εκφράζοντας καταστάσεις, αξίες, συναισθήματα, κοινωνικά αξιώματα, ακόμα και την κοινωνική τάξη του κάθε προσώπου του μύθου. Στο πρώτο μέρος της παράστασης ήταν η κωμωδία «Σαμπασό» (παράδοση του «Κυόγκεν»), που παραπέμπει σε παραδοσιακό λαϊκό γιορταστικό δρώμενο. Στο δεύτερο μέρος παίχθηκε «Η σούτρα της μεγάλης σοφίας» (παράδοση του «ΝΟ») με θέμα την αγωνιώδη αναζήτηση και μεταλαμπάδευση της γνώσης, από γενιά σε γενιά.
  • «Ανείπωτο – Ο λόγος του Γιώργου Χειμωνά»
«Ελα, έλα»

Μεγάλη η πρόωρη απώλεια του Γιώργου Χειμωνά. Αλλά το έργο του μένει να επιβεβαιώνεται ως σπάνιου είδους «ποιητικό» μέγεθος. Με αφορμή τα δέκα χρόνια από το θάνατό του, η ομάδα «Δυτικά της πόλης» ανέβασε στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών την παράσταση «Ανείπωτο – Ο λόγος του Γιώργου Χειμωνά». Με μορφή θεατρικού αναλογίου, με σεμνή σκηνοθετική καθοδήγηση του Τάκη Τζαμαριά, με σύνθεση αυτοβιογραφικών, κυρίως, αποσπασμάτων από έργα του Χειμωνά ( «Ο γιατρός Ινεότης», «Χτίστες», «Μυθιστόρημα», «Ο εχθρός του ποιητή»), συνεντεύξεις και άλλα κείμενά του, σε επιμέλεια του συγγραφέα Βαγγέλη Ραπτόπουλου, με αισθαντική μουσική και ήχους του Πλάτωνα Ανδριτσάκη, σκηνικό (ένα πολυεπίπεδο πατάρι) του Γιάννη Θεοδωράκη, φωτισμούς του Αλέξη Πηλού, διά στόματος των ηθοποιών επιχειρήθηκε να εκφραστεί ο πολύσημος, άμεσος και έμμεσος, ελλειπτικός, βαθύτατα φιλοσοφικός, κοινωνικοπολιτικά «στρατευμένος» με το λαό, τους αγώνες και τα πάθη του, μοναδικά αισθαντικός και εκπληκτικά υπονοηματικός λόγος του. Λόγος εκπληκτικής ποιητικότητας παρά την πεζή μορφή του. Λόγος που μίλησε όχι μόνο με λέξεις, αλλά και με τις σιωπές και με τους ποικίλους ρυθμούς της ανάσας του και των παλμών της καρδιάς του, ρυθμοί και παλμοί φορτισμένοι από τα βιώματα, τα συναισθήματα, τις ιδέες, τις χαμένες προσδοκίες, τον πόθο του Χειμωνά να εκφράσει και τα αφανή δράματα, τα «άρρητα», τον ακούσιο, αλλά και εκούσιο θάνατο της ανθρώπινης ύπαρξης, με αξιοπρέπεια, με μεγαλείο, εξυψώνοντάς την, παρότι «πονούσε» πολύ ο ίδιος (και ως ψυχίατρος) για κάθε πάσχουσα ανθρώπινη ύπαρξη. Τη δύναμη, το ποιητικό κάλλος και την ιδιαίτερη ρυθμοποιία του λόγου του Χειμωνά, με φιλοτιμία, σεμνότητα και ευαισθησία προσπάθησαν να προσεγγίσουν οι ηθοποιοί Μαρία Καλλιμάνη (η καλύτερη ερμηνεία), Γεράσιμος Μιχελής, Θεοδώρα Μαστρομηνά, Κατερίνα Φωτιάδη, Χάρης Χαραλάμπους, Μάνος Καρατζογιάννης και τραγουδώντας η Μαριάνθη Σοντάκη.

«Ελα, έλα» από τη «Μικρή Πόρτα»
«Η σούτρα της μεγάλης σοφίας»

Σπουδαίο, μακροπρόθεσμα και πολύπλευρα ωφέλιμο «κεφάλαιο» του θεάτρου μας αποτελεί η πολύχρονη προσφορά της Ξένιας Καλογεροπούλου για ανάπτυξη υψηλών ποιοτικών απαιτήσεων θεάτρου για παιδιά, προς αισθητική καλλιέργεια των παιδιών – αυριανών θεατρόφιλων, αλλά και καλλιτεχνών του θεάτρου (συγγραφέων, σκηνοθετών, συνθετών, σκηνογράφων, χορογράφων, ηθοποιών). Προσφορά που πηγάζει από τη βαθιά αγάπη και τη γνώση της για την κοινωνική και μορφωτική αξία του θεάτρου. Προπάντων, όμως, από τη λατρεία που τρέφει για τα παιδιά, τη συναίσθηση του «χρέους» των ενηλίκων απέναντί τους και την – επιβεβαιωμένη στην πράξη, με τις παραστάσεις της – πίστη της για την εκπληκτική ψυχοδιανοητική προσληπτικότητα των παιδιών, από τη βρεφική του ακόμη ηλικία. Με αυτή την πίστη της η Ξένια Καλογεροπούλου έκανε φέτος ένα ακόμα «θαύμα». Συνέλαβε την ιδέα μιας παράστασης που να απευθύνεται στα πολύ μικρούλια παιδάκια και πέτυχε διάνα. Στην παράσταση που παρακολούθησε η υπογράφουσα ήταν ακόμα και μπόλικα μωρά ενός έτους και πάνω, που τα ματάκια τους καθηλώθηκαν με το βουβό σκηνικό «ποίημα» και με την ομορφιά, την τρυφερότητα, τη μιμητική χάρη, τη φαντασία, το αρμόζον για νήπια χιούμορ, τα συναισθήματα που εκπέμπει η μορφολογική εικόνα και η ερμηνεία της Ξένιας Καλογεροπούλου, σε ρόλο νηπίου. Η «σοφή» δημιουργός έγραψε, σκηνοθέτησε και ερμήνευσε ένα σενάριο, ψυχογραφώντας – υμνητικά και λυρικά – την ηλικία της αθωότητας. Τότε, που το νήπιο δεν μπορεί ακόμα να πει ό,τι θέλει, ό,τι νιώθει, ό,τι το φοβίζει, ό,τι δεν κατανοούν από όσα βλέπουν. Με το «Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να περπατώ» και παραμύθια εξοικειώνουν οι μεγάλοι τα παιδάκια με το «άπιαστο», μετακινούμενο, μεγάλο ή μικρό, μισόγεμο, ή ολόγεμο, μισοσκότεινο ή ολόφωτο, «μουτρωμένο» ή «χαμογελαστό» στρογγυλό αστέρι, τη Σελήνη. Η Ξ. Καλογεροπούλου, με το αναπαραστατικότατο, βουβό «Ελα, έλα» της, και με τη συμβολή της Νάνσυ Μπινιαδάκη (βίντεο) και του Λευτέρη Παυλόπουλου (φωτισμοί), έστησε για τα παιδάκια ένα χαρούμενο, αλλά και γνωσιακό «παιχνίδι» με την εικόνα του φεγγαριού.

  • «Stand Alone Zone»
«Stand Alone Zone»

Χορός, μιμική, μουσική, τραγούδι, ηχογραφημένος λόγος. Λεπτομερειακώς θεατρικά κοστούμια και μεγάλες, εξπρεσιονιστικά συμβολικές μάσκες. Οπτικά εφέ και βιντεοπροβολές. Ενα αριστουργηματικής σύλληψης, υψηλής εικαστικής αισθητικής και άψογης τεχνικής εφαρμογής, με εξαιρετικά εύγλωττους συμβολισμούς, ψηφιακά εικονικό «σκηνικό». Σκηνικό συνθεμένο, με σκόπιμα υπερμεγέθεις κινηματογραφημένες και βιντεοσκοπημένες εικόνες από σχεδιαστικές, αλλά και υπαρκτές, τεραστίων διαστάσεων και τρομερής όψης βιομηχανικές, ποικίλης παραγωγής, εγκαταστάσεις (εργοστασίων πολύ βαριάς βιομηχανίας, ακόμη και παραγωγής οπλικών συστημάτων, διυλιστηρίων, δεξαμενών, γεφυρών, λιμανιών, πεδίου εκτόξευσης πυραύλων κ.ά.). Αυτά τα «υλικά» συνθέτουν την παράσταση ««Stand Alone Zone», που παρουσίασε η γαλλική χοροθεατρική ομάδα «Systeme Castafiore», στο Φεστιβάλ Αθηνών. Μια παράσταση υψηλής αισθητικής καθ’ όλα τα «συστατικά» και τους συντελεστές της, ευφάνταστη, ευρηματικών μέσων, αλλά και σοβαρού περιεχομένου. Εμπνεόμενοι από την σπουδαία, προφητική ταινία επιστημονικής φαντασίας του Ταρκόφσκι «Stalker», oι ιδρυτές της ομάδας, Καρλ Μπισκουί και Μάρσια Μπαρσελό, δημιούργησαν μια αλληγορία για τον επίγειο κόσμο του ανθρώπου και τον πολιτισμό του, για τον πόθο του ανθρώπου να προσεγγίσει το άγνωστο, για τους πολέμους, τα τρομερά οπλικά μέσα, την εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνολογίας, την καταστροφή του περιβάλλοντος, την παραμορφωτική και εκφυλιστική μεταλλαγή του ανθρώπινου είδους, τον «πόλεμο του διαστήματος», την εφιαλτική προοπτική καταστροφής του πλανήτη μας. Το μήνυμα της παράστασης, ενάντια σε όλα όσα συνθέτουν αυτόν τον εφιάλτη, είναι η συνειδητοποίηση του τρομερού κινδύνου από τους ανθρώπους και η επείγουσα επιλογή και «επιστροφή» τους στη ζωή και τις αξίες του ανθρωπιστικού πολιτισμού.

«Δυτικά της πόλης»: αναλόγιο με κείμενα του Γιώργου Χειμωνά

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 27/06/2010

Έγραφα παλιότερα για τον Γιώργο Χειμωνά ότι πρόκειται ίσως για τον πιο δυτικότροπο συγγραφέα της ελληνικής γλώσσας. Με τα παράθυρα της γραφής του φραγμένα στον ήλιο, να αντικρίζει μονίμως το έρεβος που είναι η ινδοευρωπαϊκή λέξη από την οποία πολλοί πιστεύουν ότι παράγεται το όνομα της Ευρώπης. Η γραφή του Χειμωνά αποτελεί ένα είναι ακέραιο, αλλά προσανατολισμένο προς θάνατον. Στη σκιά της διδασκαλίας του Εγέλου, όπως την ανασκεύασε ο Χάιντεγκερ τοποθετώντας την κάτω από τη λάμπα της ψυχανάλυσης, χωρίς όμως να αλλάξει ριζικά τους ουσιώδεις όρους της.

Χέγκελ και Χάιντεγκερ, μέσα από μια σειρά αναγνώσεων κλασικών έργων, όπως η Αντιγόνη του Σοφοκλή και ο Άμλετ του Σαίξπηρ, φωτίζουν τα τοπία της ύπαρξης, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, αλλά πάντα κάτω από το πρίσμα ενός λιγότερο ή περισσότερο υπερκείμενου «κατευθυντήριου λόγου». Υποτάσσοντας έτσι την αίσθηση στην ιδεολογική σκοπιμότητα. Σε ένα αίτημα «καθαρότητας» των προθέσεων του δρώντος υποκειμένου της Ιστορίας, με παράλληλη παραγνώριση της πολλαπλότητας των ανθρώπινων κινήτρων, που έφερε πάντα στην πράξη τα αντίθετα των επιδιωκομένων αποτελέσματα: ποταμούς αιμάτων, ένα γενικό «μπλακ άουτ» των αξιών και μια έκλειψη διαρκείας του πολιτισμού. Όταν η ανάγνωση της Αντιγόνης από τους Χέγκελ – Χάιντεγκερ, που καθορίζει ως σήμερα την αισθητική μας, βλέπει την ηρωίδα κάτω από τη σκοπιά μιας οικογενειακής αποκλειστικά ηθικής και ενός εξ υποκειμένου δικαίου, παραγνωρίζοντας το διονυσιακό, απελευθερωτικό στοιχείο της εξέγερσής της.

Αποτυγχάνει έτσι να δει την τραγωδία του Σοφοκλή ως τη μόνη έως σήμερα διατυπωμένη πρόταση μη φονικής εξουσίας! Και όταν η ανάγνωση του Άμλετ από Χέγκελ, Φρόιντ και τους επιγόνους ξεκινά χαρακτηριστικά πάντοτε από το ερώτημα «γιατί ο Άμλετ καθυστερεί να εκτελέσει τον φόνο;». Αποδίδοντας την υπαρξιακή αγωνία του, και τον συνακόλουθο δισταγμό, στη διαπίστωση από μέρους του ότι: «καμία χρήση του κόσμου δεν είναι καλή»! Μια πρόταση εμβληματική σε ολόκληρο το έργο του Χειμωνά, που στοιχειώνει κυριολεκτικά τον λόγο του. Η εντελέστερη όμως ανάγνωση κρίσιμων χωρίων του κειμένου του Άμλετ όπως ο γνωστός μονόλογος ή η σκηνή του «θεάτρου μέσα στο θέατρο» κ.ά., θα αναδείκνυε ίσως μια τελείως διαφορετική προβληματική.

Το ζήτημα εν τέλει με τον Χειμωνά είναι ότι ενώ η σκέψη του ξεπερνά τα συμβατικά πλαίσια της νεωτερικότητας, και οπωσδήποτε δεν ενδιαφέρεται, ως μεταφραστής και ως δημιουργός, για ιδεολογικές σκοπιμότητες και άλλα ασήμαντα, δεν έχει γίνει ως τώρα καμία συστηματική μελέτη του τεράστιου, σύνθετου έργου του, ώστε να έχουμε μια άποψη σαφή, σε ποια σημεία συγκλίνει και σε ποια αποκλίνει από τη νεωτερική σκέψη. Πού δηλαδή πρωτοτυπεί.

Ο ίδιος ο Χειμωνάς, ως τελευταίος ιππότης – ιδαλγός της «δύσθυμης αναγέννησης», είχε πιστεύω πλήρη αντίληψη αυτής της τραγικής, μοιραίας αντινομίας (δεν την ονομάζω αντίφαση) ανάμεσα στις επαγγελίες της νεωτερικότητας και στην ιστορική πραγματικότητα που γέννησε. Ακόμη, αν θέλουμε, ανάμεσα στην ηρακλείτεια πατρική κληρονομιά, και στη δυτική μας προίκα – παιδεία. Διέθετε διαυγή συνείδηση του «κοινού» και του «ίδιου» λόγου του, που τον πίεζαν ασφυκτικά να γράφει τη ζωή του ως ένα είναι προς θάνατον και να σκηνοθετεί τον διαρκή θάνατό του, αντίστροφα, ως ένα θνήσκειν προς ζωήν.

Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, στην Πειραιώς 260, παρακολούθησα ένα θεατρικό αναλόγιο πάνω σε σύνθεση κειμένων του Χειμωνά, φτιαγμέν0 από τον Ιερώνυμο Πολλάτο, με επιμέλεια του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, σκηνοθετημένο από τον Τάκη Τζαμαργιά (επιμέλεια κίνησης Ζωής Χατζηαντωνίου). Μια ενδιαφέρουσα δουλειά, που έρχεται στην ώρα για να καλύψει, σε επίπεδο θεατρικό, το έλλειμμα για το οποίο έκανα λόγο πιο πάνω.

Η επιλογή των αποσπασμάτων είναι καίρια, ενώ η σκηνοθεσία έχει το σημαντικό προσόν της απλότητας. Τοποθετεί στρατηγικά τους «ρόλους» στον χώρο, κατανεμημένους σε αρχετυπικά τρίγωνα, και τους επιτρέπει ευεργετικά να μιλήσουν σε πρώτο πρόσωπο, ασχολίαστα, χωρίς να προσθέτει κάτι «δικό της». Η δύναμη του λόγου τους είναι τέτοια, που ακόμη και τα δυσκολότερα σημεία φτάνουν άμεσα στο κοινό, χωρίς διαμεσολάβηση, λειτουργώντας ως μια υπερβατική αλληγορία περί του όντος, μεταδίδοντας το ρίγος μιας σχεδόν λαϊκής αίσθησης ματαιότητας του ζειν.

Ο Μάνος Καρατζιάννης διαθέτει δωρικότητα και λιτότητα, είναι ακριβής σ’ αυτό που κάνει και απαλλαγμένος από φτιαχτά, περιττά στοιχεία. Η Θεοδώρα Μαστρομηνά έχει σπουδαία φωνή και παρουσία. Η Κατερίνα Φωτιάδη ανάγλυφη. Η Μαρία Καλλιμάνη «γεμάτη». Ο Χάρης Χαραλάμπους στέρεος και ο Γεράσιμος Μιχελής πατά γερά. Η Μαριάνθη Σοντάκη δένει το σύνολο με το ωραίο τραγούδι της. Ο γυμνός χώρος της σκηνής παίζει τον δικό του ρόλο.