«Του νεκρού αδελφού» από τον Σωτήρη Χατζάκη

  • Στις ρίζες του τραγικού
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 13 Απριλίου 2009
Ο Νίκος Αρβανίτης με την Κίτι Σελμάνι Τζέτσεβιτς στην παράσταση του  Σωτήρη Χατζάκη «Του νεκρού αδελφού»

Με παλιότερο εκτεταμένο δοκίμιό μου στις «Ιδέες» του Σαββάτου είχα αναφερθεί στην καταγωγή των αφηγηματικών και συνάμα δραματικών δημοτικών τραγουδιών που χαρακτηρίζονται «παραλογές». Λέγαμε τότε πως η επιστήμη πιθανολογεί την προέλευσή τους από τα χρόνια των μεγάλων μεταβάσεων του αρχαίου κόσμου προς τη γεωγραφία και τη διασπορά της ελληνιστικής εξάπλωσης. Κυρίως με κέντρο την Αλεξάνδρεια και τις άλλες μεγάλες πόλεις της Ανατολής, χοάνες πολυπολιτισμικές (τύφλα να έχει η εποχή μας!) κοινότητες. Ο όρος «παραλογή» θεωρείται ότι προέρχεται λόγω γλωσσικής «συγκοπής», από τον όρο «παρακαταλογή» που ήταν μια μιμική πράξη συνοδευόμενη από μουσική και αφήγηση.

Πριν από περίπου πενήντα χρόνια είχε κυκλοφορήσει σε τεύχη η «Ποιητική Ανθολογία» της Ρίτας Μπούμη-Παπά και του Νίκου Παπά, δύο αξιόλογων ποιητών και λογίων. Ήταν Παγκόσμια Ανθολογία και περιελάμβανε σε μετάφραση και τη δημοτική ποίηση των λαών. Από τα Βαλκάνια έως τον Καύκασο και από τους Εσκιμώους και τους Νέγρους του Αμερικανικού Νότου έως τα τραγούδια των Αφρικανικών Φυλών. Νέοι τότε φιλόλογοι παρ΄ ότι ήμασταν πληροφορημένοι από μεγάλους καθηγητές Λαογράφους, τον Γεώργιο Μέγα και τον Στίλπωνα Κυριακίδη, τον Κ. Ρωμαίο και τον Λουκάτο, μείναμε άναυδοι για τη διασπορά μερικών δημοτικών τραγουδιών σ΄ όλα τα Βαλκάνια.

Ιδιαίτερα το αριστουργηματικό «Του νεκρού αδελφού» κάλυπτε όλες τις γλώσσες των Βαλκανίων (πλην, ασφαλώς, της τουρκικής) και έφτανε έως την Ιρλανδία, όπου συναντάται ως το «Τραγούδι του Μπίλι». Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και με τα τραγούδια των Γεφυριών και της ανθρωποθυσίας για το στέριωμά τους, τόσο ώστε το «Γεφύρι του Ντρίνα» στη Σερβία έδωσε ως μυθιστορηματική ανάπλαση το Νόμπελ στον Άντριτς. Χωρίς τη συνδρομή των περιπλανώμενων μίμων, ιδιαίτερα στην περίοδο των διωγμών τους στο Βυζάντιο και στο Ισλάμ (δύο θρησκείες που μαζί με την άλλη μονοθεϊστική με προπάτορα και των τριών τον Αβραάμ που γυρεύουν τη μίμηση και την κατασκευή «ειδώλων και παντός είδους ομοιωμάτων» ιδέ Εικονομαχία και ακόσμητα Τζαμιά και Συναγωγές) δεν θα μπορούσαν να διαλυθούν γεωγραφικά αυτά τα πυρηνικά δραματικά θέματα.

Εξάλλου η ξενιτειά, το εμπόριο και οι μικροπαντρεμένες με πλούσιους μακριά απ΄ το πατρικό τους κόρες καθώς και χαροκαμένες χήρες με πολλά παιδιά που χάνονται σε ναυάγια, πανούκλες, χολέρες και πειρατείες, ληστείες, άλλο τίποτα η βαλκανική εμπειρία. Κι άλλο τίποτε από την εποχή του Ομηρικού Ελπήνορα και του ειδώλου του Δαρείου, της Κλυταιμνήστρας και του Ευριπιδικού Πολύδωρου από εμφανίσεις και επιφάνειες φαντασμάτων στο δράμα και στη συνέχεια στα παραμύθια των λαών.

Ο Σωτήρης Χατζάκης είναι ένας βαθιά μυημένος στη λαϊκή παράδοση, στους μύθους, στα παραμύθια αλλά και στη λόγια λογοτεχνία (σοβαρή και ειρωνική) που καταπιάνεται με μύθους, συναξάρια, λαϊκές αφηγήσεις και άλλα «Μυστήρια» πράγματα. Με τη «Νύχτα του Τράγου» τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, την «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη αλλά και την ανθολόγηση συναξαριών αγίων και μαρτύρων και της μνημειώδους πορείας των προσκυνητών της αφήγησης του Κόντογλου προς το μοναστήρι «Καταβύθιση», ο Χατζάκης «έπαιξε» με τις λαϊκές τελετές, το πένθος, τον θάνατο, τις επιφάνειες νεκρών, τον φόνο, τη μεταμφίεση, τη λαϊκή ευσέβεια και τα διαχρονικά (αρχαιοελληνικά, παγανιστικά, διονυσιακά και χριστιανικά) λατρευτικά ήθη.

Κατ΄ αρχάς αναζητεί τον εσωτερικό ρυθμό της λαϊκής γλώσσας, τον βηματισμό του στίχου, όταν υπάρχει, τις ανάσες των τομών και κάνει τον Λόγο παρακλητικό της κίνησης, έτσι ώστε η χειρονομία, η κλίση της κεφαλής, η ματιά να εντάσσονται σε έναν αναγνωρίσιμο κώδικα τελεσμάτων. Το μέλημά του είναι να φτάσει να αναγνώσει με φρέσκια ορμή τελετές που ανήκουν στην προϊστορία του θεάτρου. Αυτά τα μοτίβα επαναφορτίζει ο Χατζάκης και επαναφέρει ίσως ασυνείδητα το ερώτημα και την καταγωγή του Τραγικού. Είναι γνωστό ότι στην επικρατούσα θεωρία του Αριστοτέλη για την καταγωγή της τραγωδίας από τον διθύραμβο και τους Εξάρχοντες του Χορού άρα τη διονυσιακή εορτή, υπάρχει και η ερεθιστική θεωρία που αποδίδει την καταγωγή του δράματος στις ταφικές τελετές. Προσωπική μου πίστη είναι πως η τραγωδία, γέννημα ώριμων ιστορικών χρόνων, θα ήταν αδιανόητο να μην έχει εμβολιαστεί και με στοιχεία λαϊκών και λατρευτικών τελετών, θρησκευτικών διονυσιακών πανηγύρεων, λυρισμού και αφηγηματικής τέχνης, όπως χωρίς αμφιβολία μπολιάστηκε και από τη σοφιστική και κυρίως τη ρητορική τέχνη.

  • Στις βαλκανικές γλώσσες

Ο Σωτήρης Χατζάκης δημιούργησε με αποσπάσματα από το θέμα του «Νεκρού αδελφού» σ΄ όλες τις βαλκανικές γλώσσες (και στην αυθεντική του εκφορά) μια παρτιτούρα «μουσικής» ανάγνωσης της παραλογής στις παραλλαγές της! Και έστησε ένα αυτόνομο, ανανεωμένο δρώμενο με το συνταρακτικό θέμα της αδελφικής υπόσχεσης, της ξενιτεμένης νύφης, της θανατηφόρας πανδημίας, της κατάρας (ανακάλημα- επίκληση νεκρού στο μνήμα) της μάνας και της προσωρινής «ανάστασης» του νεκρού, της φοβερής οδοιπορίας εν νεφέλαις και της τραγικής εξόδου του δράματος. Με ζωντανή ορχήστρα επί σκηνής, μια βαλκανική κοινότητα τελεστών- ηθοποιών- χορευτών- τραγουδιστών «τραγούδησε» και τραγώδησε στις εξαίσιες μουσικές γλώσσες των γειτόνων μας λαών τα πάθη χωρίς ανάσταση του θνητού Κόσμου. Παντρεύτηκε έτσι ο Πόντος με τη Θράκη, η Σερβία με τη Βουλγαρία, η Βόρεια Ήπειρος με τη Φλώρινα και η Αλβανία με τη Μικρά Ασία.

  • Το όραμα της Χάρτας του Ρήγα

O Σωτήρης Χατζάκης έκανε πράξη μέσα από το κύρος της λαϊκής ευσέβειας στα τιμαλφή των λαών το όραμα της Χάρτας του Ρήγα, αποδεικνύοντας πως με τους Βαλκάνιους γείτονες έχουμε περισσότερα ριζιμιά πράγματα που μας ενώνουν παρά όσα οι εκάστοτε ιστορικές σκοπιμότητες πολιτικάντηδων μας εξανάγκασαν να πιστέψουμε πως μας χωρίζουν. Και οφείλουμε άπειρη ευγνωμοσύνη στο Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Ωνάσης που χορήγησε (με την πρώτη σημασία του όρου) το τραγικό πρόπλασμα του Χατζάκη. Μόνο εγκώμια οφείλουμε στη σκηνογραφία της Έρσης Δρίνη, στον ενδυματολόγο Γιάννη Μεντζικώφ, στη χορογραφία τραγικού Χορού της Μαρίας Γκούτη, στους έξοχους φωτισμούς του Α. Παναγιωτόπουλου. Στις μεγάλες καλλιτέχνιδες Μάγια Μόργκενστερν (Ρουμανία), Μαργαρίτα Τζέπα (Αλβανία), Μαρία Κατσιαδάκη (Ελλάδα) συνταρακτικές μανάδες, στον Νίκο Αρβανίτη λυρικότατο Κωνσταντή, στη λιτή φιγούρα της Κίτι Σελμάνι Τζέτσεβιτς (Αρετή) και στη θαυμαστή διαβαλκανική λαϊκή κοινότητα τον Χορό της Πένθιμης Πανηγύρεως, βαθιά συγκινημένα ευχαριστήρια.