Αλμπι και Ρίντλεϊ στο «Απλό Θέατρο»,

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 17 Φλεβάρη 2010
  • Ανθρώπινα «συντρίμμια»
  • Αλμπι και Ρίντλεϊ στο «Απλό Θέατρο»
«Ποιος φοβάται τη Βιτζίνια Γουλφ;»

Aγέραστα σύγχρονο το έργο του Εντουαρντ Αλμπι «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;», πριν πενήντα χρόνια ανάγκασε την αμερικανική αστική τάξη και την εξαγορασμένη από αυτήν διανόηση να κοιτάξουν στον «καθρέφτη» την εκατέρωθεν υπαρξική, ηθική, συνειδησιακή, ψυχοδιανοητική κατρακύλα τους. Να συνειδητοποιήσουν τις αλληλοφαγικές σχέσεις τους, ακόμα και στο γάμο, όσο κι αν προσπαθούν να τις κρύψουν με ψεύδη και επιφάσεις της «ανώτερης» ζωής και «κουλτούρας» τους. Δυο συζυγικά ζεύγη. Ενα άτεκνο μεσήλικο ζευγάρι, με το σύζυγο αρκετά νεότερο, κι ένα νεότερο άτεκνο ζεύγος. Τέσσερις άνθρωποι, σε μια πορεία αλληλοαποκάλυψης και αλληλοσπαραγμού. Πανεπιστημιακοί, κατώτερης κοινωνικής καταγωγής οι δύο άντρες. Κληρονόμοι πλούσιων πατεράδων οι γυναίκες τους. Φέρελπις ιστορικός ο Τζορτζ, παντρεύτηκε την Μάρθα, μοναχοκόρη του ιδιοκτήτη ενός πανεπιστημίου, προσδοκώντας – ματαίως – να τεθεί επικεφαλής του Ιστορικού Τμήματος. Υποτάχθηκε σαν επιστήμονας στον αμείλικτο εργοδότη – πεθερό του, αλλά και σαν άντρας στη γυναίκα του. Μεσήλικος πια, υποβαθμισμένος επιστημονικά, ταπεινωμένος από τις σεξουαλικές συνερεύσεις της Μάρθας με τους εκάστοτε νεοπροσλαμβανόμενους στην εκπαιδευτική επιχείρηση του πατέρα της, τον αλκοολισμό, την προσβλητική συμπεριφορά, την αχαλίνωτη γλώσσα, την περιφρόνησή της και για την ταξική κατωτερότητα και την υποταγή του, αλλά και το ψέμα – προκειμένου να τον κρατά δέσμιο – ότι γέννησαν ένα γιο, ο Τζορτζ ωθείται και ωθεί στον πάτο της «αβύσσου». Στο ξεγύμνωμα της ζωής και της ψυχής τους, όσο κρατά η βυθισμένη στο αλκοόλ μεταμεσονύκτια επίσκεψη του νεαρού αντρόγυνου, στο σπίτι τους. Ο νεαρός μαθηματικός Νικ «πουλήθηκε» στην Χάνι, τη βαθύπλουτη μοναχοκόρη-κληρονόμο ενός ιερέα που πλούτισε με το «φιλάνθρωπο έργο» του. Αχαρη, βλακώδης, ρέπουσα στον αλκολισμό, φοβούμενη υστερικά μια τυχόν εγκυμοσύνη, η Χάνι. Το νεαρό ζευγάρι θα καταντήσει σαν το μεσήλικο, αν δεν αλλάξει ζωή. Μεταφρασμένο εξαιρετικά – με οξύτατης ωμότητας, σύγχρονη γλώσσα (Τζένη Μαστοράκη), με επιβλητικά ρεαλιστικό σκηνικό και κοστούμια (Μαγιού Τρικεριώτη), μουσικά επενδυμένο με απόσπασμα από το «αλλεγκρέτο» της 7ης Συμφωνίας του Μπετόβεν (συμμετοχή της Ελένης Καραΐνδρου στην ηχογράφηση του κομματιού), με νυχτερινούς οικιακούς φωτισμούς (Λευτέρης Παυλόπουλος) και λιτή, ακριβούς ρεαλιστικού μέτρου, ατμοσφαιρική σκηνοθεσία του Αντώνη Αντύπα το έργο υπηρετείται και με τις ενδιαφέρουσες ερμηνείες δύο πολύ σημαντικών και πολύπειρων ηθοποιών, του Δημήτρη Καταλειφού (Τζορτζ) και της Ράνιας Οικονομίδου (Μάρθα), σε αντίθετους μάλιστα με την υποκριτική ιδιοσυγκρασία τους ρόλους. Αξιόλογη η ερμηνεία του Αλέξανδρου Μπουρδούμη (Νικ) και συμπαθής η υποκριτική προσπάθεια της Σωτηρίας Ρουβολή (Χάνι).

«That face»

Στο «Απλό Θέτρο» παρουσιάζεται και το έργο του Αγγλου συγγραφέα Φίλιπ Ρίντλεϊ «Φύλλα από γυαλί», σε ρέουσα μετάφραση (Χριστόφος Τυρόγλου), αφαιρετικό σκηνικό και σύγχρονα κοστούμια (Κωνσταντίνος Ζαμάνης), σκιώδεις φωτισμούς (Μελίνα Μάσχα), αρμόζουσα μουσική (Κώστας Ανδρέου) και λιτή σκηνοθεσία της Βίκυς Γεωργιάδου. Το έργο δραματουργικά έχει αδυναμίες. Πλατιασμούς, επαναλήψεις και θολή την πρότερη ζωή και σχέση των τριών βασικών προσώπων. Ομως, το θέμα του έχει κοινωνιολογικό και ανθρωπογραφικό ενδιαφέρον. Αλληλοσυντριμμένες ψυχές και ζωές, βυθισμένες στο μικροαστικό «καθωσπρεπισμό» τους, την υποκρισία, τα ψεύδη, το συμβιβασμό με το «λιγότερο κακό», αλλά και σε ένα διάχυτο κοινωνικό ζόφο. Μια χήρα και οι δυο γιοι της. Ο μεγαλύτερος είναι παντρεμένος. Ανάγκη όλων είναι η αγάπη, η αλήθεια, η αλληλοκατανόηση, η αλληλεγγύη, ο αλληλοσεβασμός. Αλλά δε βρήκαν το «δρόμο» αυτό. Η μάνα αγαπά το μεγάλο γιο, που δεν κέρδισε και την αγάπη που είχε ο πατέρας του για το μικρότερο αδελφό του. Ο μικρότερος δεν κέρδισε την αγάπη που έχει η μάνα του για το μεγάλο γιο. Ο μεγάλος βολεμένος οικονομικά, «εξουσιάζει» τον συντηρούμενο από αυτόν, ψυχολογικά, πνευματικά και κοινωνικά, ευαίσθητο μικρότερο αδελφό. Η έλλειψη αγάπης, η κρυμμένη από τη μάνα τους αλήθεια ότι ο πατέρας τους αυτοκτόνησε δίνοντας τέλος στην ανούσια ζωή του, η συμβατική συμβίωση του μεγάλου αδελφού με τη γυναίκα του και η άδικη υποψία του μήπως η γυναίκα του έμεινε έγκυος από τον αδελφό του, γεννούν έναν ακόμα όλεθρο κι ένα ακόμα ψέμα. Στην αυτοκτονία του μικρότερου γιου και τη συγκάλυψή της από τη μάνα.

«That face» στο «Αργώ»
«Φύλλα από γυαλί»

Τι οδηγεί έναν δεκαεννιάχρονο να γράψει ένα έργο τόσο δυνατό, τόσο ωμής σκληρότητας, τόσο ρεαλιστικής αλήθειας, τόσο βαθιάς ψυχολογικής οδύνης, όσο το «That face» (2007) της Αγγλίδας δραματουργού Πόλι Στέναμ; Ασφαλώς το ταλέντο, η θεατρική καλλιέργεια, η γνώση των σύγχρονων δραματουργικών τάσεων, προπάντων όμως τα δικά του τραυματικά βιώματα. Παιδί χωρισμένων γονιών, στερημένη την αγάπη της μάνας της, έχοντας ζήσει μια τρομερή, οργισμένη και οργιώδη εφηβεία, εσώκλειστη μαζί με τη μικρότερη αδελφή της σε ένα σχολείο που πλήρωνε ο πλούσιος πατέρας τους, έχοντας βιώσει τη διάλυση όλων των σχέσεων (οικογενειακών, αδελφικών, ανθρώπινων), έχοντας γνωρίσει την πολύμορφη και διάχυτη – και στα σχολεία – βία, την παρακμή, τον παραλογισμό της σύγχρονης αγγλικής κοινωνίας, αλλά και έχοντας επιρροές από τη δραματουργία των Σάρα Κέιν και Κάριλ Τσέρτσιλ, η Πόλι Στέναμ μετέπλασε τα «τραύματά» της σε ένα δυναμικής γραφής, γρήγορης κινηματογραφικής «ροής», σπονδυλωμένο σε οκτώ σκηνές – επεισόδια δράμα, ολέθριων ανθρώπινων, οικογενειακών, κοινωνικών ακόμα και ενδοσχολικών σχέσεων, με πέντε βασικά πρόσωπα, περιορισμένο το ρόλο του πατέρα και δυο βουβά πρόσωπα να σπαράζουν και να αλληλοσπαράζονται από έσχατη υπαρξιακή απελπισία. Μια πληγωμένη και εγκαταλειμμένη από τον άντρα της μάνα, ταλαντούχα ζωγράφος άλλοτε, βυθισμένη πια στο αλκοόλ και σε μια ψυχωσική έως ερωτισμού αγάπη για τον συναισθηματικά ευαίσθητο, φευγάτο από το σχολείο γιο της και νοσηρή απέχθεια για την αμοιβαίων αισθημάτων κόρη της. Δύστυχα και τα δυο παιδιά, ανήμπορα να βοηθήσουν τη μάνα τους, από απελπισία και αυτά θα υποστούν ένα ακόμα «τραύμα». Η κόρη θα βοηθήσει τον πατέρα τους, αλλά και ο γιος θα αφεθεί στην κυνική απόφαση του πατέρα τους να κλείσει τη μάνα τους σε ψυχιατρείο, «για το καλό τους». Αυτή είναι η μόνη, ουσιαστικά, «πατρική αγάπη» που τους προσφέρεται. Το έργο, σε καλή μετάφραση της Υακίνθης Παπαδοπούλου, ευτύχησε με την «κινηματογραφικά» γοργόρυθμη, γυμνής ρεαλιστικής αλήθειας, ζοφώδους κλίματος, υπόκρυφης «ποιητικότητας», εύστοχα σύγχρονης αισθητικής σκηνοθεσία του Νίκου Χαραλάμπους, με συντελεστές το λιτά λειτουργικό σκηνικό του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, τα σύγχρονα κοστούμια της Κυριακής Μπούσκα, τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς του Νίκου Καβουκίδη και τις αρμόζουσες μουσικές που επέλεξε. Ο Ν. Χαραλάμπους έστησε μια από τις καλύτερες παραστάσεις του τα τελευταία χρόνια, καθοδηγώντας και αποσπώντας πολύ καλές ερμηνείες. Η Αιμιλία Υψηλάντη, με σπαρακτικά πικρό χιούμορ και υπόγεια δραματικότητα, πλάθει την άλλοτε γοητευτική, ψυχολογικά συντριμμένη, αλκοολική μάνα. Εξαιρετικά αληθινή, άμεση, φυσική, με εκφραστικό στο λόγο και στην κίνηση «νεύρο» η ερμηνεία της νέας ηθοποιού Βάσιας Λουκουμέντα, στο ρόλο της οργισμένης έφηβης κόρης. Σωστά αισθαντική και η ερμηνεία του Μιχάλη Καλαμπόκη (γιος). Με λιτότητα, ακρίβεια και μέτρο ερμήνευσε ο Γιάννης Ζαβραδινός τον απόμακρο, ψυχρό συναισθηματικά πατέρα. Αξιόλογη η υποκριτική προσπάθεια της Βάλιας Παπακωνσταντίνου.

Advertisements

«Φύλλα από γυαλί» του Φίλιπ Ρίντλεϊ στο Απλό Θέατρο

  • Το ανάθεμα της μνήμης

  • *«Φύλλα από γυαλί» του Φίλιπ Ρίντλεϊ στο Απλό Θέατρο
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

«Ο κόσμος είναι μια χύτρα ταχύτητας και η βαλβίδα είναι τόσο πιεσμένη, που ο οργή θα εκραγεί με τρομακτικό τρόπο». Οι δαίμονες του πολυσχιδούς Βρετανού Φίλιπ Ρίντλεϊ δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Οι προσωπικές φοβίες του εισχωρούν στους ταραγμένους καιρούς μας και δυστυχώς η πίστη του στην πιθανότητα της λύτρωσης δεν είναι αρκετά πειστική.

Η μάνα (μια έξοχη Θέμις Μπαζάκα) ανάμεσα στους γιους της (Γιώργης Τσαμπουράκης, Θανάσης Δόβρης)

Η μάνα (μια έξοχη Θέμις Μπαζάκα) ανάμεσα στους γιους της (Γιώργης Τσαμπουράκης, Θανάσης Δόβρης)

Οι άνθρωποί του μιλούν για να ξεχάσουν, μιλούν για να θυμηθούν, μιλούν για να επιβιώσουν. Η σιωπή είναι θάνατος. Σε ένα περίεργο καθιστικό γεμάτο γυάλινα κουτιά, σαν ενυδρεία που περιέχουν γυαλικά αντί ψάρια (σκηνικά Κωνσταντίνος Ζαμάνης), δύο αδέλφια προσπαθούν να διαχειριστούν ένα κοινό σκοτεινό παρελθόν. Ο γραβατωμένος 30άρης άνδρας αφηγείται μια ιστορία με ήρωα τον πατέρα, όταν αυτός και ο αδελφός του ήταν ακόμα παιδιά. Η θέρμη της νοσταλγίας εξελίσσεται σε θρίλερ, καθώς διαφαίνεται πως ο υπέροχος μπαμπάς υπήρξε ένας καταθλιπτικός αυτόχειρας που είχε εξαφανιστεί με μυστηριώδη, ανατριχιαστικό τρόπο, ενώ κάποιος «κύριος Φάντασμα» στοιχειώνει επί χρόνια τραυματικά τις μνήμες τους και τις τεταμένες μεταξύ τους σχέσεις.

Εξωτερικά το τοπίο φέρει τις κοινότοπες οικογενειακές επιβαρύνσεις μιας χρόνιας αδελφικής διχόνοιας, με τη μάνα ως ενδιάμεσο ανήμπορο θεατή. Ωστόσο, σταδιακά αναπτύσσεται μια άβολη αίσθηση απειλής, καθώς είναι φανερό πως σε κάθε μια από τις 19 σκηνές του έργου τουλάχιστον ένα πρόσωπο δεν λέει την αλήθεια. Ενας μεγάλος αδελφός (Θανάσης Δόβρης), δραστήριος επιχειρηματίας, εν αναμονή του πρώτου παιδιού από μια επίσης καλοβαλμένη σύζυγο (Μαρία Παρασύρη), πασχίζει να στηρίξει τον διαλυμένο νεότερο αδελφό του (ένας εξ αρχής σε μακάβρια ενεργητικότητα Γιωργής Τσαμπουράκης), έναν αποτυχημένο ζωγράφο που κοπανιέται στο μητρικό σαλονάκι από (άλλη) μια κρίση αλκοολισμού και αυτοαηδίας. Αργότερα πληροφορούμαστε πως υπήρξε θύμα μιας σεξουαλικής κακοποίησης, στης οποίας τη συγκάλυψη είχε βάλει το χέρι του και ο αδελφός του. Σε όλη αυτή την εύφλεκτη αναμέτρηση των βλασταριών της, η μητέρα τους (μια έξοχη Θέμις Μπαζάκα) κοιτάζει αλλού, ξεφυλλίζει περιοδικά, σερβίρει ξανά και ξανά τσάι, πάντα καθησυχαστικά κεφάτη μέσα στο ανατριχιαστικό κενό. Η ευχέρεια της ηθοποιού να περνά από την απάθεια στις αλλοτριωμένες στρατηγικές ισορροπίας είναι εντυπωσιακή.

Αλλωστε, η αποσιώπηση και οι υπεκφυγές, εκτός από φιλοσοφία επιβίωσης αυτής της δυσλειτουργικής οικογένειας, αποτελούν το δραματικό άλλοθι ενός έργου που στα 3/4 του χασομερά με τη φλύαρη απόκρυψη ένοχων μυστικών και τον φιμωμένο θυμό ανθρώπων που πάσχουν από υπερβολική μνήμη. Μέχρι τον αναπόφευκτο λογαριασμό, λίγο πριν το τέλος, όπου ευτυχώς κάποιοι επιτέλους αποκαλυπτικοί μονόλογοι και κόντρες επί της ουσίας κομίζουν λίγο αληθινό σασπένς σε ένα σενάριο ηθικής αμφισβήτησης που είχε προοριστεί να μας παγώσει.

Σε σχέση με τα άλλα έργα του Ρίντλεϊ, το «Φύλλα από γυαλί» (2007) είναι το λιγότερο ενοχλητικό, με την έννοια των φαντασιώσεων ανοιχτής βίας και ίσως όχι το πιο γλαφυρό δείγμα της αφηγηματικής ευφυΐας του. Εν τούτοις, και αυτό περιέχει κάτι από τη ζοφερή γοητεία τού απίστευτα τερατώδους που κατατρύχει τον Ρίντλεϊ, το οποίο σε μια δεύτερη ματιά δεν είναι τόσο απομακρυσμένο και από τη δική μας πραγματικότητα. Αίσθηση στην οποία συμβάλλει και η λιτή, πυκνή σκηνοθεσία της Βίκυς Γεωργιάδου, έστω με έναν δευτερεύοντα ρόλο (της Μπαζάκα-Μητέρας) να κρατά τον σφυγμό της βραδιάς.

Μετάφραση: Ευάγγελος Χριστόφορος Τυρόγλου. *