«Ο Φώντας»

getImageΜετά τη μεταπολίτευση, κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980, η απαλλαγμένη από τη χουντική λογοκρισία ελληνική δραματουργία μπόρεσε να ανασάνει, να ελευθερωθεί θεματολογικά, μορφολογικά και γλωσσικά, να πει ιστορικές, κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές αλήθειες, που επί δεκαετίες δεν τολμούσε ή δεν την άφηναν να πει για τα μύρια κακώς κείμενα που όχι μόνο κατά το παρελθόν, αλλά και μεταπολιτευτικά βασάνιζαν, πλανούσαν, διαστρέβλωναν, διέβρωναν, διέφθειραν την ελληνική κοινωνία, την ανθρώπινη ζωή και συνείδηση. Χάρη στο πρωτοπόρο (από τη δεκαετία του 1950 και τις επόμενες) στη στήριξη της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας «Θέατρο Τέχνης» και στο θέατρο «Στοά» (από τη μεταπολίτευση και εντεύθεν), δόθηκε η δυνατότητα να πρωτοδοκιμαστούν αρκετοί νέοι συγγραφείς και μερικοί από αυτούς να εξελιχθούν και να καταξιωθούν. Μεταξύ των καταξιωμένων ήταν και ο πρόωρα αποβιώσας Μήτσος Ευθυμιάδης. Μετά το – σαφώς επηρεασμένο (θεματολογικά και μορφολογικά) από το «Μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη – εξαιρετικό (ποιητικο-ρεαλιστική σάτιρα, ιστορικο-πολιτικού περιεχομένου, εμπλουτισμένη με τραγούδια – σχόλια) παρθενικό έργο του, «Προστάτες» (1974), που ανέβασε το «Θέατρο Τέχνης» (1975), ο Ευθυμιάδης εντάσσεται στο αναπτυσσόμενο από άλλους συγγραφείς «ρεύμα» του νατουραλισμού, που καυτηρίαζε διάφορα «άνθη του κακού» (ατομικά και συλλογικά ήθη, φαινόμενα, συμπεριφορές, αντιλήψεις, «αξίες», στάσεις, τρόπους ζωής, ακόμη και γλωσσικά ιδιώματα), που σταδιακά, ανεπαισθήτως, μετά τη μεταπολίτευση «μόλυναν» το «σώμα» του ελληνικού λαού, που θάρρεψε ότι «απελευθερώθηκε» από τον από συστάσεως του ελληνικού κράτους κύριο υπαίτιο των δεινών του. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements