«Φρεναπάτη» στο Εθνικό Θέατρο – Κεντρική Σκηνή

  • Η μεγαλύτερη φιλοφρόνηση στο θέατρο

  • «Φρεναπάτη» στο Εθνικό Θέατρο – Κεντρική Σκηνή
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Θέατρο «ο Παράδεισος»… Στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού ανεβαίνει η «Φρεναπάτη» του Κορνέιγ, η νέα παραγωγή μετά την ανακαίνιση της Αγίου Κωνσταντίνου. Ως παράσταση η «Φρεναπάτη» θέλει να εξαντλήσει τις τεχνικές δυνατότητες της σκηνής που την ανεβάζει. Και ως έργο θέλει να της χαρίσει τη στιγμή που η τέχνη του θεάτρου βλέπει τον εαυτό της να γίνεται είδωλο του κόσμου όλου.

Χρήστος Λούλης και Γιώργος Γάλλος σε σκηνή της παράστασης

Χρήστος Λούλης και Γιώργος Γάλλος σε σκηνή της παράστασης

Σπουδαία και παράξενη στιγμή θεάτρου. Μια νησίδα εξεγερμένης ελευθερίας (ή ελευθεριότητας), την οποία εκπροσωπεί ο Κλίνδωρας, στη μέση του διατεταγμένου ορθολογισμού της εποχής (ή αυταρχισμού), που εκπροσωπεί ο πατέρας Πριδαμάντης. Μια ρομαντική καταιγίδα στο μέσον του κλασικισμού, που διασπά διά μιας την ενότητα, τη συνέπεια και το ήθος των προσώπων.

Ο Δημήτρης Μαυρίκιος καταπιάστηκε με την παραβολή του Κορνέιγ από τρεις πλευρές: ως μεταφραστής, διασκευαστής και σκηνοθέτης. Τριπλός αγώνας που θέτει πολλά προβλήματα: πρώτον, σχετικά με την έμμετρη μετάφραση. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που έχουν ειδικευτεί στον αυστηρό γαλλικό στίχο και οι οποίοι θα μπορούσαν να δοκιμαστούν και τώρα. Δεν αμφιβάλλει κανείς για τα εφόδια του Μαυρίκιου. Το αποτέλεσμα όμως -όχι κακό, αλλά οπωσδήποτε μέτριο- αποδεικνύει ότι μια περισσότερο επαγγελματική προσέγγιση θα ωφελούσε την παράσταση. Τώρα, οι όποιες καλές μεταφραστικές στιγμές χάνονται σε χασμωδίες, εκβιαστικές επιλογές, καθώς και σε μια αύρα… Μποστ, που φυσάει από το ανοιχτό παράθυρο της μετάφρασης.

  • Γυναικοκρατία χωρίς νόημα

Επειτα, είναι η ίδια η διασκευή, που θέλει την ανδροκρατία του έργου να αντικαθίσταται από τη γυναικοκρατία, με αλλαγή μάλιστα των ονομάτων στο θηλυκό τους αντίστοιχο. Αν η παρέμβαση είχε στόχο (αν στόχευε λόγου χάριν σε μια ερμηνευτική υπόδειξη για την αχαλίνωτη σεξουαλικότητα του ήρωα) θα είχε και νόημα. Καθώς όμως στέκει εσωτερικά αδικαιολόγητη, δημιουργεί έναν ενοχλητικό μετεωρισμό, ιδίως στην περίπτωση της… Πριδαμάντας. Ποια είναι τέλος πάντων αυτή η μητέρα που διώχνει το παιδί της από το σπίτι; Και ποιος είναι εκείνος που θα έπαιζε φάρσα με τον πόνο της;

Οταν ο Μαυρίκιος επικεντρώνεται στη σκηνοθεσία, τα πράγματα βαίνουν ασφαλώς καλύτερα. Υπάρχει και εδώ αντίλογος, τουλάχιστον από όσους δεν παρασύρονται από τη δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη. Υπάρχει εμφανώς κατάχρηση των εφέ, πολύ ανεβοκατέβασμα του ριντό, πολλή φασαρία. Δημιουργεί ωστόσο με αυτά το ζητούμενο: έναν κόσμο όχι μόνο ρευστό αλλά και ρέοντα. Διωγμένος από τη μητέρα του, ο Κλίνδωρας ζει ένα βίο που ρυθμίζει η ανάγκη, καθοδηγεί η τύχη και καθορίζει το ήθος. Υπηρέτης και πρίγκιπας, επαναστάτης και υποταγμένος, πρόσωπο αντάξιο της πιο τραγικής φαντασίας και του κωμικότερου οίστρου, ο Κλίνδωρας παίζει σε θέση λίμπερο του θεάτρου. Ερωτεύεται με τον υψηλό τόνο της τραγωδίας και τον πριαπισμό του λαϊκού θεάτρου. Το τέλος του έργου κρύβει βέβαια τη μεγάλη έκπληξη. Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ απλά με την περίπτωση του θεάτρου εν θεάτρω. Ο Κορνέιγ, χαρίζοντας στην τέχνη του την πιο σπουδαία -μαζί με τη σεξπιρική «Τρικυμία»- φιλοφρόνηση, της δίδει μαζί και το ελεύθερο να απλωθεί πέρα από τη σκηνή που την ορίζει. Την καθιστά αληθινότερη της πραγματικότητας. Είναι ο Πιραντέλο που οδηγεί τον θεατρικαλισμό του Μαυρίκιου, την πεποίθησή του ότι, πέρα από σπουδαίο έργο, η «Φρεναπάτη» αποτελεί την επιτομή του κόσμου.

  • Καλοί ηθοποιοί

Εχει την τύχη ο σκηνοθέτης να κατευθύνει ένα επιτελείο καλών ηθοποιών. Λίγοι μπορούσαν να ερμηνεύσουν το εκκρεμές του Κορνέιγ με αυτόν τον γοητευτικά ακαθόριστο τρόπο του Χρήστου Λούλη. Ο ηθοποιός, όμως, κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στο προφίλ του νεανία: είναι πλέον ώριμος καλλιτέχνης και έτσι πρέπει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Κοντά του η Εμιλυ Κολινδρή δίνει στην Ισαβέλλα χάρη, χωρίς όμως αξιόλογα ευρήματα. Ο Μάγος του Γιάννη Βογιατζή επιβάλλει το αργασμένο από τη μαγεία των χρόνων πρόσωπό του. Η Εύα Κοταμανίδου χαρίζει στην Πριδαμάντα το καλοκουρδισμένο φωνητικό της όργανο, μένει όμως, όπως και η Γεροντία της Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη, μετέωρη. Ο Ματαμόρος του Γιώργου Γάλλου είναι έξοχος: αποτελεί από μόνος του εμβολή του προσωπείου στο θέατρο, φιγούρα που σχολιάζει τον εαυτό της. Η δισδιάστατη φιγούρα της Λίζας αποκτά από την Ευγενία Αποστόλου όγκο και προοπτική. Ο Αδραστος του Γιάννη Κότσιδα και η Ροζίνα της Λουίζας Ζούζια είναι απλώς ικανοποιητικοί.

Τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου έχουν τη δική τους αυτόνομη θεατρικότητα. Η εμφάνιση όμως του «χορού» των σκιών με τα ξέφτια και τη σχολική χορογραφία κρίνεται επιεικώς απαράδεκτη. *

Advertisements

Να διασχίσει την οροφή

  • «Φρεναπάτη» του Πιερ Κορνέιγ στο Εθνικό Θέατρο- Κεντρική Σκηνή, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου

Μέσα στο ανθρώπινο σώμα βρίσκεται ένα άλλο σώμα του ιδίου περίπου μεγέθους και σχήματος, φτιαγμένο όμως από πιο ανάλαφρο υλικό. Δεν είναι βέβαια «αληθινό», αλλά ούτε το άλλο μας σώμα είναι.

Ο ερωτευμένος Κλίνδωρ αποφασίζει να αγνοήσει τον δεσμό αίματος και να αφοσιωθεί στον δεσμό ψυχής. Να εγκαταλείψει τον πατέρα του Πριδαμάντη και να δοθεί στην πολυαγαπημένη του Ισαβέλα.

Αυτό, το εσώτερο σώμα του Μάγου που είναι γνωστό και ως Φωτεινό Σώμα, μπορεί να εξασκήσει δυνάμεις που το φυσικό του σώμα δεν μπορεί. Οπως για παράδειγμα να περάσει μέσα από ύλη και να κινηθεί ελεύθερα προς κάθε κατεύθυνση μέσα στον χώρο.

Ο Κλίνδωρ περιπλανιέται σε βουνά και σε λαγκάδια, δουλεύοντας ακόμη και ως βαλές, «ακόλουθος ενός αλλοπαρμένου, σαλεμένου παραμυθά», του Ματαμόρου. Αυτό το φίνο σώμα αντιλαμβάνεται ένα σύμπαν που συνήθως δεν εμπίπτει στην αντίληψή μας. Ταυτόχρονα μπορεί να μην αντιλαμβάνεται όσα οι κανονικοί άνθρωποι: έτσι, μπορεί με το Φωτεινό Σώμα να διασχίσω την οροφή, δεν σημαίνει απαραίτητα όμως ότι θα μπορώ να σας πω τι καιρό κάνει έξω. Ενδέχεται να μπορώ, ενδέχεται και όχι. Αν δεν μπορώ, δεν σημαίνει ότι αυταπατώμαι και δεν έχω περάσει από την οροφή. Το Φωτεινό Σώμα λοιπόν είναι καλύτερα προικισμένο να αντιλαμβάνεται αντικείμενα της δικής του τάξης και συγκεκριμένα οράματα της «άλλης» διάστασης.

Ο Μάγος Αλκανδρος υπόσχεται στον ανήσυχο Πριδαμάντη να του φανερώσει τα ίχνη του γιου του που έχει εξαφανιστεί. Μέσα από τη μαγική σφαίρα αναδύονται ο Κλίνδωρ, ο Ματαμόρος και η όμορφη Ισαβέλα, αντικείμενο πόθου τριών ανδρών που τη διεκδικούν με πάθος.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αποκτήσεις τη Δύναμη. Κοίταξε μέσα σε μια κρυστάλλινη σφαίρα ή σε μια λιμνούλα μελάνι στη χούφτα σου ή μέσα σε έναν καθρέφτη ή μέσα σε ένα φλιτζάνι τσάι. Αυτές οι μέθοδοι όμως δεν πετυχαίνουν πάντα. Και το χειρότερο, είναι καθαρά παθητικές: βλέπεις μόνο αυτό που σου δείχνουν.

Ο Αδραστος επιθυμεί και αυτός την Ισαβέλα ενώ η υπηρέτρια της Ισαβέλας λαχταράει τον Κλίνδωρα, αγαπημένο της κυράς της. Σε αυτό το ερωτικό γαϊτανάκι όλοι προσπαθούν να μπουν ανάμεσα στους δύο εραστές, αυτοί όμως γνωρίζουν πως έχουν την τύχη με το μέρος τους.

Η καλύτερη μέθοδος είναι η εξής: να αναπτύξεις το Φωτεινό Σώμα ώσπου να είναι για σένα τόσο αληθινό όσο και το φυσικό σου σώμα. Δίδαξέ το να ταξιδεύει προς κάθε επιθυμητό σύμβολο και να εκτελεί όλες τις απαραίτητες τελετουργίες και επικλήσεις. Με λίγα λόγια, εκπαίδευσέ το. Απόκτησέ μαζί του οικειότητα όπως με το σάρκινο σώμα σου. Μόλις αισθανθείς άνετα μαζί του, άσ΄ το να ανασηκωθεί στον αέρα.

Λατρεύω την υποκριτική, είχε πει ο Οσκαρ Γουάιλντ, είναι περισσότερο αληθινή από τη ζωή. Αυτό το μάθημα εισπράττει ο στενόμυαλος Πριδαμάντης χάρη στη δαιμόνια παρέμβαση του Μάγου Αλκανδρου. Ο Κλίνδωρ σκηνοθετεί την ιστορία του με τέλος λυπητερό- τον ίδιο του τον θάνατο- και το κάνει τόσο καλά ώστε γεννάει τον τρόμο στην καρδιά του πατέρα του.

Οταν ο Κορνέιγ έγραφε το 1660 ότι η ευχαρίστηση οφείλει να είναι ο μοναδικός σκοπός της δραματικής ποίησης προκαλούσε αντιδράσεις στους πνευματικούς κύκλους της εποχής του. Με τη «Φρεναπάτη», έργο του 1635, στοχεύει ακριβώς εκεί: συνθέτει ένα γοητευτικό παραμύθι με μάγους και πριγκιποπούλες, έρωτες και δούλες, προδοσίες και μονομαχίες, μια απολαυστική φαντασμαγορία, ένα ευφρόσυνο παιχνίδι ανάμεσα στη μυθοπλασία και στην πραγματικότητα. Οι δύο αυτές διαστάσεις μάλιστα μπλέκονται τόσο αρμονικά ώστε ο ανυποψίαστος θεατής πέφτει στη θεατρική παγίδα όπως και ο Πριδαμάντης. Επειτα από όλη αυτή τη γλυκιά παραζάλη της περιπλάνησης ο συγγραφέας κάνει τα αποκαλυπτήρια και καλεί τον ανακουφισμένο πλέον θεατή να συνειδητοποιήσει ότι η μαγεία του θεάτρου δεν έχει όρια: βρίσκεται παντού, ανά πάσα στιγμή.

Την παραζάλη αυτή δεν μπόρεσε να προκαλέσει με τη σειρά του ο σκηνοθέτης της παράστασης Δημήτρης Μαυρίκιος. Αντί για ευφορία, μια αίσθηση γλυκερή και παλιομοδίτικη διαπερνά την αισθητική του εγχειρήματος. Παιδικά τραγουδάκια και μαριονέτες ξεθάβονται από τα μπαούλα ως σύμβολα άλλης εποχής. Το «μουσικό κουτί» αναδύεται και αυτό μέσα από την αχλύ του παρελθόντος. Να και ο Μάγος με τα μακριά κρόσσια στο κεφάλι, σαν σαμάνος από το Νεπάλ. Το φιλμάκι με τη μητέρα-τέρας του Χρήστου Δήμα (που προβάλλεται σε τεράστια οθόνη στο άνοιγμα της σκηνής) μάλλον επιδεινώνει την κατάσταση με την προχειρότητα και την αφέλεια των συμβολισμών του. Και το χειρότερο όλων, οι ηθοποιοί μοιάζουν να βρίσκονται υπό την επήρεια αναισθητικών φίλτρων: στέκονται χωρίς ενθουσιασμό και λειτουργούν διεκπεραιωτικά. Ακόμη και οι πιο ταλαντούχοι ανάμεσά τους, όπως ο Χρήστος Λούλης στον ρόλο του Κλίνδωρα, αποδεικνύονται απλώς επαρκείς. Φωτεινή εξαίρεση ο Γιώργος Γάλλος, ιδανικός ενσαρκωτής του miles gloriosus, δηλαδή του ανόητου, καυχησιάρη στρατιώτη. Γοητευτική, ακόμη, η φωνή και η παρουσία της Εμιλυς Κολιανδρή (Ισαβέλα). Το πιο ζωντανό κομμάτι της βραδιάς όμως αποδεικνύεται η μετάφραση, που φέρει την υπογραφή του σκηνοθέτη. Η εξαιρετική αυτή δουλειά επιδεικνύει όλα τα χαρίσματα που απουσιάζουν από την παράσταση: κέφι, χαρά, πνεύμα περιπετειώδες, διάθεση κυματιστή. Τι κρίμα που δεν κατάφεραν τα δύο πνεύματα, του μεταφραστή και του σκηνοθέτη, να συναντηθούν…

ΥΓ.: Τα αποσπάσματα που παρατίθενται με πλάγια γράμματα είναι από το βιβλίο Μagick:Βook 4, Liber Αba του Αλαστερ Κρόουλι, άγγλου μυστικιστή που έδρασε στις αρχές του 20ού αιώνα και είχε χαρακτηρισθεί από εφημερίδα της εποχής «ο πιο κακός άνθρωπος στον κόσμο».