Στρίντμπεργκ «Δεσποινίς Τζούλια», σκην.: Δημήτρης Φοινίτσης

  • Οταν ο θεατής αδυνατεί να συλλάβει το σημαίνον διφορούμενο στο έργο του Στρίντμπεργκ
  • Διασκευή σε πλήρη σύγχυση
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, 11/10/2009
  • Γιόχαν Αουγκουστ Στρίντμπεργκ, Δεσποινίς Τζούλια, σκην.: Δημήτρης Φοινίτσης. Θέατρο: Ομάδα προΤΑΣΗ (Νixon Screening Room)

Στην περίπτωση του μονόπρακτου του Γ. Α. Στρίντμπεργκ «Δεσποινίς Τζούλια», η αντιμαχία δεν είναι αναγκαστικά ανάμεσα στα δύο φύλα και στις κοινωνικές τάξεις, όπως τουλάχιστον πρωτοπαρουσιάστηκε στα τέλη του προπερασμένου αιώνα. Η μεγαλοαστή Τζούλια διαθέτει –αρχικά– το πάνω χέρι στη σύντομη σχέση της με τον Ζαν επειδή αυτός ανήκει στο υπηρετικό της προσωπικό. Ο Ζαν, πάλι, νιώθει πως αποκτά κάποια ισχύ επάνω της πρώτα πρώτα ως αρσενικό κι επειδή ως υπηρέτης έμαθε να υποτιμά τις δήθεν αριστοκρατικές αξίες των αφεντικών του.

Ομως, υπάρχει κι ένα άλλο πρόσωπο –ο τιτλούχος πατέρας της Τζούλιας ο οποίος δεν εμφανίζεται καθόλου στη σκηνή– που υπερισχύει πάνω στους δύο. Τα γάντια και οι μπότες του, τα οποία ο συγγραφέας έχει φροντίσει να τοποθετήσει σε περίοπτη θέση μέσα στην κουζίνα όπου διαδραματίζεται η δράση, μπορούν να εκληφθούν και σαν ο απειλητικός αντίχειρας που τους προειδοποιεί: «Προσοχή, είμαι κι εγώ εδώ».

Πάντως, το πιθανότερο είναι πως όταν ο Στρίντμπεργκ έγραψε το έργο –πριν από 120 χρόνια– δεν υπολόγισε πως αυτός ο πατέρας είναι το πρωταρχικό «κλειδί» σε μια πλοκή η οποία συγκεντρώνει την προσοχή της στο σεξουαλικό – εξουσιαστικό σμίξιμο του παρακατιανού Ζαν και της αριστοκράτισσας Τζούλιας. Ούτε θα πρέπει να του πέρασε από το μυαλό πως η σχέση «πατέρα – δούλου» ήταν όπως την παρουσιάζει τώρα ο Ελληνας διασκευαστής.

  • Μετάλλαξη

Γιατί στην παράσταση που διασκεύασε και σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Φοινίτσης το έργο παρουσιάστηκε εκ βάθρων «εκσυγχρονιστικά» μεταλλαγμένο. Ο πατέρας μπορεί μεν να εξακολουθεί να είναι πάντα απών, όμως μέσω τηλεφώνου η κατάσταση η οποία δηλώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι περίπου μετασεισμική: αφεντικό και «δούλος» όχι μόνον έχουν σχέση, αλλά είναι και ερωτευμένοι.

Το έντυπο πρόγραμμα αναφέρει πως «η δράση στην «Τζούλια» της Ομάδας Παραστατικών Τεχνών προΤΑΣΗ μεταφέρεται στην Αθήνα του 2009 και δη στα βόρεια προάστια της πρωτεύουσας… Ο (μετανάστης) Ζαν εδώ ελληνοποιείται ως είθισται και βαφτίζεται «Γιάννης» … Δεν διαχωρίζει φύλα ή ηλικίες. Χρησιμοποιεί συνειδητά τους ανθρώπους, όπως τον χρησιμοποιούν κι αυτοί…». Αν δεν υπήρχε μια παρόμοια τρικυμία μέσα σ’ αυτήν την σε πλήρη σύγχυση διασκευασμένη εκδοχή, η υπόθεση θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη ενδιαφέρον. Ομως μερικοί ένθετοι –από τηλεφώνου– διάλογοι ανάμεσα στον Ζαν-Γιάννη και τον πατέρα της Τζούλιας είναι τόσο κακογραμμένοι, τόσο χυδαίοι, με αποτέλεσμα να μπερδεύουν καταστάσεις, σχέσεις και –το κυριότερο– σεξουαλικές συνευρέσεις, έτσι ώστε θα χρειαζόταν τουλάχιστον ένας ικανός ψυχίατρος – αναλυτής για να ξετυλίξει τις ψυχαναγκαστικές άμυνες και τα λανθάνοντα στάδια των προσώπων του έργου. Ενός έργου που είναι –λέει– μια συνομιλία σκηνής και οθόνης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπου ο διασκευαστής Δημήτρης Φοινίτσης επιστρατεύει μια προχθεσινή «μοντερνιά» ενσωματώνοντας κινηματογραφικές σκηνές από ταινίες του 1951 και 1999, μέσα στις νατουραλιστικές ζωντανές σκηνές με την Ελευθερία Γεροφωκά –Τζούλια– και τον Κρις Ραντάνοφ –Γιάννης– τα ύφη μοιάζουν να έχουν μπει κι ανακατευτεί μέσα σ’ ένα μπερδευτικό μίξερ.

Ή μάλλον ακόμη χειρότερα: δείχνουν σαν να έχουν περάσει από αποχυμωτή. Δίχως να βγαίνει κανένα απολύτως συμπέρασμα από τη νέα διασκευή, όπου ο μετανάστης βρίσκεται αντιμέτωπος με μία δεσποινίδα των βορείων προαστίων, ο θεατής αδυνατεί να συλλάβει το σημαίνον διφορούμενο, που είναι και το θεμέλιο του πρωτοτύπου του Στρίντμπεργκ.

  • Σ’ όλο τον κόσμο

Η πρωτοτυπία της μετάλλαξης δεν είναι βέβαια ντόπια πρωτοτυπία. Ειδικά η «Δεσποινίς Τζούλια» έχει υποστεί εδώ και δεκαετίες αλλεπάλληλους εκσυγχρονισμούς. Το 1986, οι Μπομπ Χίνεϊ και Μίκαελ Βάλφορς σκηνοθέτησαν μία τηλεοπτική διασκευή, βασισμένη σ’ ένα θεατρικό έργο που είχε παιχθεί στο Μπάξτερ Θίατερ στο Κέιπ Τάουν. Το ζευγάρι εκεί χωριζόταν από εμπόδια ράτσας και κοινωνικών διαφορών. Στα 1995, μετά τη νίκη των Εργατικών στην Αγγλία, ο Πάτρικ Μάρμπερ έγραψε και σκηνοθέτησε κάτι ανάλογο που το τιτλοφόρησε «Βασισμένο στη Μις Τζούλια». Το 2006, το έργο ανέβηκε στο Βασιλικό Θέατρο στο Μπαθ και το πρόβλημα μεταφέρθηκε τούτη τη φορά σε εκπροσώπους πληβείων και αριστοκρατών σε μια Ιρλανδία του 19ου αιώνα. Επίσης, εν έτει 2009, το ίδιο έργο παρουσιάστηκε στο CanStage στο Τορόντο, έχοντας μεταφερθεί –από τον Στέφεν Ζακς– στον Μισσισιπή του 1964.

Εννοείται ότι κάθε παράσταση –είτε τοποθετείται στον παγωμένο Καναδά είτε στην κοχλάζουσα Αφρική– δικαιώνεται τελικά μόνο από τα επιχειρήματα που προσφέρει στο κοινό της. Και ασφαλώς στηρίζεται και στην ποιότητα της πραγμάτωσής της για να θεμελιώσει κάποιαν άποψη. Ενα έργο σαν κι αυτό  απαιτεί δραματικά ερμηνευτές με χαρακτήρα και προσωπικότητα – πράγμα το οποίο εδώ απουσίαζε παντελώς.

Advertisements