«Ανίερο» πάτημα της θυμέλης. Ρακίνας «Φαίδρα»

  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 19/07/2009
  • Φαίδρα Ρακίνας, διασκευή: Τεντ Χιουζ, σκην.: Νίκολας Χάιτνερ. Εθνικό Θέατρο Ηνωμένου Βασιλείου. Φεστιβάλ Επιδαύρου
  • Ράδιο Μουεζίνης. σκην.: Στέφαν Κέγκι. Ρίμινι Πρότοκολ. Φεστιβάλ Αθηνών

Τριάντα-τόσα χρόνια τώρα, τέσσερις πέντε φορές κάθε καλοκαίρι πηγαίνω στην Επίδαυρο. Κάθε φορά που βρίσκομαι μέσα στο αρχαίο θέατρο νιώθω να ζω μία νέα εμπειρία. Ανεξάρτητα του τι παίζεται εκεί. Μερικοί αποκαλούν τον χώρο ιερό. Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου ήταν από τα ξεχωριστά πανελλήνια ιερά της αρχαιότητας. Αλλά και σήμερα η ορχήστρα του με το πατημένο χώμα και τη μαρμάρινη θυμέλη στο κέντρο της (τον αρχαίο βωμό όπου παλιά στεκόταν μόνο ο κορυφαίος του χορού, όπως και στα υστερότερα χρόνια, δηλαδή επί Ροντήρη, Μιχαηλίδη, Μινωτή κ.ά. απαγορευόταν αυστηρά ακόμα και ν’ αγγιχτεί η θυμέλη από τους ερμηνευτές) ήταν ο κατεξοχήν χώρος, που για πέντε περίπου δεκαετίες οι Ελληνες θεατράνθρωποι τον θεωρούσαν ως το πεδίο της υπέρτατης καταξίωσης.

Προσωπικά δεν το θεωρώ βλασφημία το ότι τούτη τη φορά η δύστυχη επιδαύρια θυμέλη ποδοπατήθηκε τόσο βάναυσα, τόσο επιδεικτικά κι επανειλημμένα στην παράσταση της «Φαίδρας». Μέχρι κι έναν μαστραπά θρυμμάτισε πάνω της ο σύζυγος της Φαίδρας, Θησέας (Stanley Townsend). Βέβαια, ως είναι πλέον αποδεκτό, την ιερότητα του θεατρικού χώρου την δημιουργούν οι καλλιτέχνες κι όχι ο οποιοσδήποτε Θεός – γιατρός Ασκληπιός. Αλλωστε η Επίδαυρος υπήρξε, τα τελευταία είκοσι χρόνια, πεδίο μείζον για τη διαχρονική εξέλιξη της ερμηνευτικής του αρχαίου δράματος σήμερα. Κάτι που πραγματοποιήθηκε -καλώς!- με νύχια και με δόντια από τους νεότερους θεατρανθρώπους μας. Καλώς! Πολύ καλώς!

Πάντως η πολυαναμενόμενη «Φαίδρα» -πεντάπρακτη τραγωδία σε αλεξανδρινό δωδεκασύλλαβο στίχο- του Ρακίνα αυτή τη φορά απογοήτευσε. Οχι, δεν ήταν διόλου κακή η αγγλική παράσταση, όπου διαδραματίζεται η ιστορία της βασίλισσας Φαίδρας, η οποία σε μια εξάμηνη απουσία του άνδρα της, ερωτεύεται παράφορα τον απ’ άλλον γάμο γιο του άνδρα της, τον Ιππόλυτο.

Οχι, δεν έφταιγε η νεωτεριστική μετάφραση του -σύγχρονου ποιητή- Ted Hughes και τα φωτοπουλίστικα σκηνικά του Bob Crowley. Αλλά ούτε κι η οσκαριούχα 63χρονη Ελεν Μίρεν στον επώνυμο ρόλο εντυπωσίασε με τη συγκρατημένη -άραγε λόγω κινηματογραφικής τεχνικής;- ερμηνεία της. Οσον αφορά εμένα τουλάχιστον, η Μίρεν δεν πέτυχε να γαργαλίσει την παραμικρή συγκίνηση μέσα μου, παρ’ όλο που της βγάζω το καπέλο για την άψογη τεχνική της.

Γενικά, η παράσταση ήταν υπέρ το δέον συντηρητική και οι άριστα εκπαιδευμένοι ηθοποιοί δεν πρέπει να συγκλόνισαν παρά -αρνητικά- όσους θεώρησαν ως μη πρέπον το «ανίερο» πάτημα της θυμέλης. «Ηταν μία παράσταση για σαφώς κλειστό θέατρο!» με πληροφόρησαν οι ενημερωμένοι θεατρόφιλοι φίλοι μου Ελένη και Κώστας Αθανασόπουλοι, που το είχαν δει προηγουμένως και στο Εθνικό Θέατρο στο Λονδίνο, στο Lyttelton. «Εκεί το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ήταν οι εκπληκτικοί φωτισμοί». Ενα στοιχείο που ο φωτιστής (Paule Constable) δεν κατόρθωσε σαφώς να μεταλαμπαδεύσει κι εδώ, αν και κατήργησε κάμποσες από τις πλαϊνές σειρές των εδωλίων.

Τελικά το μεγάλο γεγονός του φετινού Φεστιβάλ έμοιαζε σαν να έτρωγες σούπα και μάλιστα χλιαρή σε ρηχό πιάτο.

Η ομάδα «Ρίμινι Πρότοκολ» αποτελείται από τη Χέλγκαρντ Χάουγκ, τον Στέφαν Κέγκι και τον Ντάνιελ Βέτσελ. Ολοι τους εκεί στα σαράντα κι ανακατωμένοι μ’ ένα σωρό τέχνες: θέατρο, ραδιόφωνο, εικαστικά, ντοκουμέντα. Μ’ αυτό το όνομα -Ρίμινι Πρότοκολ- υπάρχουν εδώ κι έξι χρόνια κι έχουν φέρει την επανάστασή τους στις σκηνές μεγάλων παραδοσιακών θεάτρων, όπως το Μπουργκ Τεάτερ της Βιέννης το Κρατικό της Ζυρίχης, το Θεατρικό Φεστιβάλ του Βερολίνου. Ποιος είναι ακριβώς ο μεγάλος νεωτερισμός τους; Οτι αντί να βάζουν ηθοποιούς οι οποίοι παίζουν χαρακτήρες με διάφορα επαγγέλματα, επιλέγουν γνήσιους επαγγελματίες και τους παρουσιάζουν έτσι όπως είναι στην πραγματικότητα. Με δυο λόγια φέρνουν πάνω στη σκηνή τη ζωή αυτοπροσώπως.

Την παράσταση «Ράδιο Μουεζίνης», η οποία είναι συμπαραγωγή και με το Φεστιβάλ Αθηνών, την «έστησε» ο Στέφαν Κέγκι. Τέσσερις -αυθεντικοί- Αιγύπτιοι μουεζίνηδες ιστορούν την καθημερινότητά τους, ενώ σε οθόνες πίσω τους προβάλλονται καθημερινές εικόνες από τις φτωχογειτονιές όπου ζουν. Αναμφίβολα το πείραμα έχει ενδιαφέρον. Ομως υπάρχει κι ένας μεγάλος κίνδυνος ο οποίος καιροφυλακτεί: το να υπερπηδήσει ο υπαρκτός νατουραλισμός τον καθημερινό ρεαλισμό. Δηλαδή, το να επικρατήσει η αλήθεια και να κουκουλώσει το θέατρο.

Γιατί πώς να το κάνουμε, ακόμα κι αυτά τα «αληθινά» που κάνει το Ρίμινι Πρότοκολ είναι μια μορφή θεάτρου. Από την Αθήνα, η ομάδα ταξιδεύει -μέχρι τα τέλη Αυγούστου- στο Φεστιβάλ της Αβινιόν, στη Ζυρίχη και στο Ελσίνκι. Θα ήμουν περίεργος να έβλεπα μια απ’ αυτές τις παραστάσεις. Οχι βέβαια για να ξανα-απολαύσω το θέαμα, αλλά για να δω αν χρησιμοποιούν εκείνη την παράγραφο που ανέφερε: «στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ισλαμικά τεμένη και νεκροταφεία για τους μουσουλμάνους» και σ’ άλλες πιάτσες.

Η ζωή στη σκηνή

Advertisements

Συμπεράσματα από τη σύγκριση διαφορετικών παραστάσεων στο Φεστιβάλ Αθηνών

  • Αναζητώντας την έμπνευση

  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 5/7/2009

Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Οταν, δηλαδή, βλέπεις πολλές –και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους παραστάσεις– δύσκολα αποφεύγεις να τις τοποθετήσεις δίπλα δίπλα και να βγάλεις κάποια μοιραία συμπεράσματα.

Οπως, για παράδειγμα, όταν βλέπεις ένα διπρόσωπο θέαμα που αυτοαποκαλείται «Το Αόρατο Τσίρκο» (Βικτώρια Τσάπλιν και Ζαν – Μπατίστ Τιερέ), όπου κυριαρχεί ένας άκρως καλαίσθητος ανεμοστρόβιλος θαυμάτων και μεταμορφώσεων και σκέφτεσαι ότι ένα απειροελάχιστο ποσοστό αυτών των ευρημάτων θα αρκούσε να στολίσει την πλέον στερημένη έμπνευσης παράσταση που είδα στο Φεστιβάλ Αθηνών, «Ο Αρντεν από το Φέβερσχαμ».

Ανόρεχτα, φασαρτζίδικα και –το κυριότερο– δίχως κουκούτσι φαντασίας, σκηνοθετημένο (;) από τον Μάξιμο Μουμούρη, με προβληματικούς ηθοποιούς οι οποίοι εμπνεύστηκαν, λέει, «από πλανόδιους λαϊκούς θεατρίνους των αλλοτινών καιρών», η παράσταση ανήκε σε μία πολλά υποσχόμενη συνομοταξία του Φεστιβάλ Αθηνών: στην προσπάθειά του να δώσει ευκαιρίες και χώρο σε νέους Ελληνες σκηνοθέτες. Μπράβο.

Εμπλοκή του θεατή

Γιατί εκεί που απέτυχε με τον «Αρντεν» το Φεστιβάλ πέτυχε με την Ομάδα blitz και το θέαμα «Κατερίνη» όπου οι θεατές υποχρεώνονται, θέλουν δεν θέλουν, να συμμετέχουν ενεργά στην παράσταση περιπλανώμενοι στα επτά δωμάτια όπου συμβαίνει η όποια δράση. Μπορεί η ιδέα να μην είναι πρωτότυπη: πριν από δύο χρόνια σε εγκαταλελειμμένο πολυώροφο κτίριο στο ανατολικό Λονδίνο οι θεατές περιπλανιούνταν κι εκεί από πάτωμα σε πάτωμα κι από δωμάτιο σε δωμάτιο για να παρακολουθήσουν έργο με τον τίτλο «Φάουστ».

Τότε, μια νεανική ομάδα συνεργαζόταν με το National Theatre. Tώρα, οι Γιώργος Βαλαής, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής, που αποτελούν την ομάδα blitz, χρηματοδοτήθηκαν από το Φεστιβάλ Αθηνών. Και στις δύο περιπτώσεις λειτούργησε η φιλοσοφία μιας θεατρικότητας με εικαστική διάσταση και με τον θεατή ενεργό συμμετέχοντα – και με μπαρ. Σ’ εμάς εδώ υπήρχε και θέα στην Ακρόπολη. Ηταν από τις καλές στιγμές του Φεστιβάλ.

Η εμπλοκή του θεατή στη θεατρική διαδικασία ήταν σημαντική και στην –φεστιβαλική– παραγωγή της καταλανικής ομάδας La Fura dels Baus. Εδώ ο όρος «θέατρο εν θεάτρω» πραγματοποιήθηκε με μία αναπαράσταση του γεγονότος στο θέατρο «Ντουμπρόκα» της Μόσχας, όπου Τσετσένοι τρομοκράτες το είχαν καταλάβει πριν από μερικά χρόνια. Υπήρξαν πολλά θύματα. Η ισπανική ομάδα που πειραματίζεται με το «ολικό θέατρο» ισχυρίζεται ότι με το έργο αυτό φέρνει τους θεατές αντιμέτωπους με τη βία, τα αδιέξοδά της και την πραγματικότητα. Ολα εμφανώς σκηνοθετημένα, κι επομένως σε μεγάλο βαθμό ξεδοντιασμένα. Μήπως κάτι τέτοιο δεν κάνει περίπου –κάθε χρόνο από το 1920 ανελλιπώς– και το Φεστιβάλ στο Ζάλτσμπουργκ όταν παρουσιάζει το ηθικοπλαστικό Jederman (Ο Καθένας) του Ούγκο φον Χόφμανσταλ;

Εικαστικές εικόνες

Σε περισσότερους από έναν χώρο αρέσκεται να κινείται και ο προκλητικά ριζοσπαστικός Ρομέο Καστελούτσι, ο οποίος επίσης τραβάει με το ζόρι από το χέρι τον θεατή για να ζήσει «νέες θεατρικές εμπειρίες». Και γι’ αυτόν πρωτεύοντα ρόλο έχουν οι εικαστικές τέχνες και οι σχέσεις σκηνής – κοινού.

Πόσο γρήγορα αλλάζουν στ’ αλήθεια οι σχέσεις θεάτρου και τέχνης! Πότε ήταν που έλεγαν ότι l’ art pour l’ art είναι ό, τι πιο κατακριτέο υπάρχει στη σκηνή… Πότε –πριν από καμιά σαρανταριά χρόνια– ήταν που ο υπαρκτός σοσιαλισμός κατακεραύνωνε τον εικαστικό «φορμαλισμό»!

Ελάχιστα κατανοητή –τουλάχιστον για τους γνώστες του έργου του Δάντη– ήταν και η «Θεία Κωμωδία» με την ομάδα Societas Raffaello Sanzioκ όπως σκηνοθετήθηκε από τον Καστελούτσι, της οποίας τα τρία μέρη «Κόλαση», το «Καθαρτήριο» και τον «Παράδεισο», παρουσιάστηκαν σε διαφορετικούς χώρους στην Αθήνα φέρνοντας κοντά στην έκσταση τους πλέον ένθερμους θαυμαστές της μεθόδου της πνευματικής αποκωδικοποίησης.

Ο ίδιος ο δημιουργός το είχε ξεκαθαρίσει εγκαίρως πως «Με τη φιλολογία δεν κάνεις θέατρο… Θέλει περιπέτεια και ριζοσπαστικό τρόπο… Πώς να παρουσιάσεις άλλωστε επί σκηνής τον Θεό ή το Απόλυτο Κακό;» Πώς, ντε; Εν πάση περιπτώσει ο Καστελούτσι παρουσίασε τα πάντα με μερικές άκρως συναρπαστικές εικαστικές εικόνες. Προσωπικά με θάμπωσε, δίχως να με συγκινήσει.

Τι με συγκίνησε προσωπικά; Θεάματα πιο «ελαφρά». Πιο ευχάριστα κι εμπλουτισμένα με γενναίες δόσεις φρέσκου χιούμορ. Οπως ήταν ο –βασισμένος στο ομώνυμο έργο του W. A. Mozart– πολυεθνικός Μαγικός Αυλός. Ή, πάλι, η «αντι-ηρωική» χορογραφική δουλειά της Βελγίδας Μισέλ Αν ντε Με και της ευφρόσυνης γυμνοπόδαρης ομάδας της, που σ’ άφηναν να φύγεις από την παράσταση με το χαμόγελο στα χείλη.

Λέγαμε στην αρχή για συγκρίσεις. Πώς να συγκρίνεις τώρα τις παραπάνω χαριτόβρυτες νυφάδες με το εγκεφαλικό κείμενο του μυθιστορήματος του Κλάους Μαν «Μεφίστο» (1936), που υπήρξε η καρδιά του έργου που σκηνοθέτησε, εφαρμόζοντας κι αυτός μια ευρηματική τεχνολογία, ο Ολλανδός Γκι Κασίερς; Μια εγκεφαλική παράσταση με έξοχους ηθοποιούς, όμως φλύαρη –φευ! – όπως ήταν στα ολλανδικά της, έβγαζε τον θεατή νοκ-άουτ αφού η ανάγνωση των υπέρτιτλων ήταν στην περίπτωση αυτή απαραίτητη.