Διαζύγιο αισθήματος και πράξης

  • Ο ένθερμος φιλόπατρις στα δίχτυα μιας σκηνικής σύγχυσης για τον «Τυχοδιώκτη»
  • Του Γιαννη Bαρβερη< Η Καθημερινή, Kυριακή, 17 Oκτωβρίου 2010
  • ΜIΛTIAΔHΣ ΧOYPMOYZHΣ, Ο Τυχοδιώκτης βασισμένος στον Χουρμούζη, σκην.: Βασίλης Παπαβασιλείου. Θέατρο: Εποχή 20.06 (Πειραιώς 260, Φεστιβάλ Αθηνών)

«Εσβέσθη ό, τι άγιον· δεσπόζει το χυδαίον, / οσμή πτωμάτων έλαβε την θέσιν των ανθέων. / Αντί θρησκείας, ο χρυσός· αντί οικογενείας / Της Αφροδίτης ο ναός, το αίσχος της νοθείας. / Κι έπεσαν, όλα έπεσαν· το παν εις τέφραν κείται· / υψούνται μόνον Τράπεζαι και μόνον Τραπεζίται»
ΑΧΙΛΛΕΥΣ ΠΑΡΑΣΧΟΣ
«Ποιήματα», 1881

Ο κατά πολλούς Μιχαήλ (και επί το ορθόν: Μιλτιάδης) Χουρμούζης (1801–1882) συνιστά, δυστυχώς εκ των υστέρων, μια από τις λαμπρότερες μεταπελευθερωτικές μας φυσιογνωμίες. Στη δεκαετία 1830–40, εν μέσω του Μάτεσι, του Βυζάντιου και του Ραγκαβή, γράφει, έστω κατά το μολιερικό πρότυπο, τις σατιρικές ηθογραφικές κωμωδίες του, που μαστιγώνουν ανελέητα την ηθική έκπτωση των νεοαπελευθερωμένων συμπολιτών του, την ξενομανία τους, τη διαφθορά και τις πελατειακές σχέσεις, την τάση τους για εύκολο πλουτισμό: ο «Λεπρέντης», «ο Τυχοδιώκτης», ο «Χαρτοπαίκτης», «Ο υπάλληλος» είναι σπαρταριστά κείμενα (μαζί με την παράφρασή του του αριστοφανικού «Πλούτου»), κείμενα των οποίων τη μεν θεατρική ανάσταση και απόλαυση οφείλουμε εν πολλοίς στον Σπύρο Α. Ευαγγελάτο, τη δε πληρέστερη φιλολογική ανάλυση στον προκάτοχο της στήλης εξαιρετικό φιλόλογο Τάσο Λιγνάδη (με το βιβλίο του «Ο Χουρμούζης»)

Γεννημένος στο νησάκι της Κωνσταντινούπολης Αντιγόνη, ο θερμός αυτός πατριώτης πολέμησε από νωρίς (1821) στην Κρήτη κι αργότερα, ως βουλευτής, επίσης σφοδρά πολέμησε τον Οθωνα και τη βαυαροκρατία. Πριν επιστρέψει απογοητευμένος στην πατρίδα του, θα λάβει ποικίλες διοικητικές θέσεις στη Λαμία (και πικρίες). Εκλέγεται, τέλος, βουλευτής Φθιώτιδος μέχρι το 1856. Το 1854 μάλιστα γίνεται αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, ενώ συνεχίζεται επί μακρόν η διαμάχη του με τον Σπυρομίλιο. Αυτήν ακριβώς την περίοδο «της Λαμίας» (1836–1856) φωτίζει υποδειγματικά ο σχετικός τόμος που εξέδωσε το ΔΗΠΕΘΕ Λαμίας το 2004, επί διευθύνσεως Σκουρολιάκου, με φροντίδα του αξιόλογου τοπικού φιλόλογου Δημ. Θ. Νάτσιου. Απόκτημα το βιβλίο αυτό, καταδεικνύει πόσους αγώνες και με τι πυρφόρες αγορεύσεις υπερασπίστηκε ο Χουρμούζης την αντιαυταρχική παιδεία, το δίκαιο, την ελευθεροφροσύνη. Ο «Τυχοδιώκτης» (1835) είναι το δριμύ κατηγορητήριο του συγγραφέα εναντίον παντός οθωνικού κηφήνα που, με όπλο τη λωποδυσία και τη ρουσφετολογία, παραμερίζει βάναυσα κάθε Ελληνα αγωνιστή και πατριώτη.

Οσα είπα ώς τώρα, παρακαλώ, εν όψει της παράστασης του κ. Παπαβασιλείου, να τα ξεχάσετε αμέσως. Ο λαμπρός αυτός πνευματικός άνθρωπος συχνά παγιδεύεται στις θεωρητικές του εμπνεύσεις. Θεωρεί πως ό, τι για κείνον είναι σαφές, διαυγές και έγκυρο είναι και για τους θεατές του. Διάβασα προσεκτικά τη συνέντευξή του στο πρόγραμμα του Ελληνικού Φεστιβάλ και θαύμασα –συμφωνώντας– τις απόψεις του για τις υποθηκευμένες τύχες και τις κακοδαιμονίες μιας Ελλάδας που «ελευθερώθηκε» μόνον ως ανάχωμα των ξένων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Πάνω σ’ αυτό το ιδεολόγημα –και σε άλλα σχετικά– σκέφτηκε να ενώσει τον «Τυχοδιώκτη» με την 25η Μαρτίου του 2021, όπως η τελευταία θα αντικρίσει το ζοφερό τωρινό 2010. Ωραία ιδέα. Αλίμονο όμως! Μόνο κάποιες επικαιρικές αναφορές του ιδίου ως raisonneur της παράστασης –σε, πράγματι, επίτηδες αστεία αγγλικά– μπόρεσαν να κατέβουν στο κοινό και να το φαιδρύνουν. Ο όσος «Τυχοδιώκτης» μουτζουρώθηκε καθώς μιλήθηκε και παίχτηκε ασυνάρτητα, με φωνασκίες, κυβιστήσεις και ζαλιστική κινησιολογία των ρόλων μέσα από τροχήλατα αμαξίδια. Η καθαρεύουσα, βέβαια, ειπωμένη και από άβολες θέσεις, επέτεινε τη σύγχυση κι έτσι, δυστυχώς, ό, τι στον νου και στην καρδιά (ναι, σίγουρα στην καρδιά) του κ. Παπαβασιλείου ήταν εθνική οδύνη και βαθιά συγκίνηση, έμεινε επιεικώς αμετάδοτο στον κόσμο.

Λυπούμαι ειλικρινά που γράφω έτσι γι’ αυτόν τον άνθρωπο ο οποίος, στο τέλος, πράγματι με καθήλωσε διαβάζοντας ως ύμνο το ποίημα «Εις την οδόν των Φιλελλήνων» του Ανδρέα Εμπειρίκου. Λυπούμαι, γιατί τη θεατρική παιδεία, τη γλωσσομάθεια και τις εν γένει γνώσεις του, τις οποίες σέβομαι και τιμώ ιδιαίτερα, ελάχιστοι πια διαθέτουν σε αυτόν τον τόπο.

Advertisements

***«Ο Τυχοδιώκτης…» Θέατρο Εποχή – Φεστιβάλ Αθηνών

  • Χουρμούζης χωρίς αίσθημα και θερμότητα

  • ***«Ο Τυχοδιώκτης…» Θέατρο Εποχή – Φεστιβάλ Αθηνών
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Παραφράζοντας για τις ανάγκες μας την παρότρυνση του Ιερού Αυγουστίνου, δεν υπάρχει λόγος να διατηρούμε τις ελπίδες μας σε αυτή τη χώρα: θα υπάρχει πάντα κάτι που θα κάνει τον «Τυχοδιώκτη» του Χουρμούζη επίκαιρο. Και δεν υπάρχει, από την άλλη, λόγος για να απελπιζόμαστε ολωσδιόλου: θα υπάρχει πάντα ένας Χουρμούζης να αντιδρά με τον «Τυχοδιώκτη» του.

Καλά διδαγμένη η ομάδα των ηθοποιών με κορυφαίο τον Βασίλη Χαλακατεβάκη

Καλά διδαγμένη η ομάδα των ηθοποιών με κορυφαίο τον Βασίλη Χαλακατεβάκη

Την ώρα που το κοινωνικό θα βυθίζεται στο πολιτικό και τα δύο μαζί στο τίποτα, ο λόγιος, κυνηγημένος από τις διαψεύσεις του, θυμωμένος με τα όνειρά του, διαπλεκόμενος και αυτός και ωστόσο μυστηριωδώς ανώτερος των συνθηκών που τον διέφθειραν και καθήλωσαν, θα διατηρεί το δικό του παράδειγμα σαν δείγμα μιας φυλής που καθαγιάζεται αποδομούμενη.

Το έργο του πολεμιστή και διανοούμενου (με τις δύο ιδιότητες σε αδιαίρετο, ομοούσιο ενότητα) με το δυσεπίλυτο μικρό όνομα, τίθεται στα θεμέλια του «κράτους», σαν κόκορας αντιφρονών και παραλογισμένος, για να μνημονεύουμε έκτοτε εξαιτίας του τον συγγραφέα του κάθε που μας βρίσκει το κακό. Το όμορφο σε αυτό το «μετα-επαναστατικό», όπως λέγεται θέατρο, είναι που καθαρίζει το βλέμμα, όπως οι πίνακες του Θεόφιλου, για πράγματα που φόρτωσαν την όρασή μας στη διάρκεια 190 χρόνων αφηρημένης επανάστασης.

Προφανώς ο Βασίλης Παπαβασιλείου θεωρεί το έργο του Χουρμούζη έργο «εντός του μέλλοντός μας». Προφητεία και σάτιρα φαντασίας ο «Τυχοδιώκτης…», ανήκει στον αγαπημένο χρόνο του καλλιτέχνη. Στον κυκλικό, τον διαρκώς παρόντα χρόνο, που κάνει τα πράγματα να τρέχουν παράλληλα με τις αιτίες και τις συνέπειές τους. Ο Χουρμούζης γράφει το θεατρικό του λίβελο το 1835, όταν διαψεύδονται ήδη ψέματα που στήριξαν την εθνική ουτοπία. Βαυαροί εντολοδόχοι, απεσταλμένοι και δάνεια, η αναγκαία έξωθεν καλή μαρτυρία για τη θεσμική κατοχύρωση του έθνους, έκαναν τότε τις πρώτες εμφανίσεις τους.

  • Κυρίως τον θυμό του αποζητάμε

Το να καταλαβαίνει όμως κανείς τον Χουρμούζη είναι απόκτημα μιας άλλης εποχής. Χρειάστηκε πρώτα το κενό της μεταπολίτευσης για να διαφανεί μέσα από τις ρωγμές της ο μισάνθρωπος και μισέλληνας σατιρογράφος. Και χρειάζεται τώρα το βίαιο ξύπνημα, με τον πονοκέφαλο από το μεθύσι της δανεισμένης ευμάρειας, για να θυμηθούμε τον θυμό του. Ως συγγραφέας θεατρικών έργων είναι άγαρμπος, συχνά πρωτεϊκός. Δεν νομίζω όμως ότι διαβάζει κανείς Χουρμούζη για να βρει σε αυτόν δραματουργικές αρετές. Είναι κυρίως ο θυμός του που αποζητούμε.

Η κεντρική ιδέα της μεταφοράς του Βασίλη Παπαβασιλείου: το έτος 2021, στην επέτειο 200 χρόνων από την Εθνική Παλιγγενεσία, οι νέοι αποσταλμένοι του παλιού αυτοκράτορα έχουν πλέον ολοκληρώσει το έργο τους, την ανόρθωση του έθνους. Στη γιορτή αναχώρησής τους από τη χώρα (πρόσκαιρη ασφαλώς, μέχρι να ξανάρθει η ανάγκη τους) αποτίνουν φόρο τιμής στον πρώτο εκείνο διδάξαντα, στον Τυχοδιώκτη του Χουρμούζη. Ο οποίος κατάφερε να διατηρήσει τον ιστό του κράτους αρραγή, αλλοιώνοντας τους όρους του. Ταυτόχρονα, παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη επιτυχία τους: την παραγωγή ενός νέου τρόπου διαβίωσης, ενός βιοκλωβού made in Greece, με τον οποίον κινούνται πια οι συνταξιούχοι όλης της Ευρώπης.

Κατ’ αυτό τον τρόπο ο Παπαβασιλείου προσεγγίζει για ακόμη μία φορά το αντικείμενο της έρευνας του: ένα θέατρο που παρουσιάζει τον εαυτό του με τη μορφή του σκηνικού προσχήματος. Μαζί, ένα θέατρο πολιτικής συνέπειας που μπορεί να λειτουργεί μετατρέποντας τη σκηνική ουσία σε σχόλιο για το σύστημα. Τώρα, ο «Τυχοδιώκτης…» του Χουρμούζη ενώ διατηρεί τη γλωσσική του αγκύρωση στο ιστορικό περιβάλλον, ανεβαίνει από μια ομάδα πειθαρχημένων ηθοποιών, που κινούνται σε καθορισμένες πορείες, συγκεκριμένες θέσεις, μέσα στα βιονικά κλιματιστικά τους. Εχουμε έτσι ένα διπλό αποτέλεσμα. Καθώς το έργο του Χουρμούζη χάνει το πρόσχημα της μεταφοράς στα καθ’ ημάς, είναι αυτά τα καθ’ ημάς που γίνονται το αντικείμενο της παράστασης.

  • Μια καθαρά πολιτική πρόταση

Με άλλα λόγια, δεν «βλέπει» η παράσταση τον Χουρμούζη, αλλά ο Χουρμούζης την παράσταση. Αυτός είναι που τελικά κρίνει, σατιρίζει και αναιρεί το μέλλον. Και εμείς, στο μέσον του 2010, μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος (χωρίς να ξέρει κανείς ποιο από τα δύο προηγείται), πρέπει να αποδεχθούμε την πιο απαισιόδοξη πλευρά της εξέλιξης. Στο μέλλον θα υπάρχει λοιπόν μόνο «Τυχοδιώκτης…», χωρίς τον Χουρμούζη; Τόσο θα έχει διαβρώσει το σύστημα πολίτες και θέατρο, ώστε να παρουσιάζει την παλιά εναντίον του πολεμική στη γιορτή της αυταρέσκειας και παντοδυναμίας του;

Πάντως, σε αυτή την παράσταση τον ρόλο του τυχοδιώκτη δεν αναλαμβάνει ένας αλλά πολλοί. Τυχοδιώκτης είναι ο Χορός από τους Ελληνες που ανέχθηκαν, έθρεψαν, συμφιλιώθηκαν, καλλιέργησαν και δίδαξαν στα παιδιά τους το σύστημα της αντικρατικής, κρατικοδίαιτης ευημερίας, με το οποίο φτάσαμε ώς τις μέρες μας.

Απαιτητική παράσταση και εγκεφαλική, ενταγμένη στο κλίμα του μελλοντικού εφιάλτη, χωρίς αίσθημα και θερμότητα. Είναι ζήτημα αν μπόρεσε να μείνει σε κάθε στιγμή μακριά από τη ρητορεία του διαγγέλματος, την κοινοτοπία του αναμενόμενου, την παγίδα του διανοουμενισμού. Παραμένει όμως ακόμη κι έτσι μια καθαρά πολιτική πρόταση, που στη χώρα μας κοντεύουμε να ξεχάσουμε πως συνίσταται στον βίαιο κλονισμό βεβαιοτήτων, στην τραυματική αποκάλυψη της πραγματικότητας.

Καλά διδαγμένη η ομάδα των ηθοποιών. Οι Γιώργος Γιαννακάκος, Θανάσης Δήμου, Ηλίας Ζερβός, Βασίλης Παπαβασιλείου, Δημήτρης Παπανικολάου, Χρόνης Παυλίδης, Βασίλης Χαλακατεβάκης -ειδικά ο τελευταίος στο ρόλο του Τυχοδιώκτη- φέρνουν στο προσκήνιο την επική τεχνική της παράστασης. Λιτά και ουσιώδη τα σκηνικά της Μαρί-Νοέλ Σεμέ. *