Ο Ελληνας Aντερσεν στο σανίδι

  • Πήγασος ελευθερίας και μύθου επί πτερύγων αμαξοστοιχίας
  • Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Ευγένιος Τριβιζάς «Ο έβδομος σταθμός», σκην.: Τατιάνα Λύγαρη. Θέατρο: Τρένο στο Ρουφ (εταιρεία «Αξάνα»)

Ο Ευγένιος Τριβιζάς, εγκληματολόγος το επάγγελμα, έχει δώσει πολλές επιστημονικές μελέτες ανάλογης θεματικής. Το σπουδαιότερο είναι πως, ιδίως μέσα από την πολύτομη «Φρουτοπία» του, έχει χαρίσει στον ανήλικο και στον προέφηβο ανεκτίμητες ώρες υψηλής αισθητικής μέσα σε τρυφερό περιτύλιγμα που προετοιμάζει τον αυριανό πολίτη σ’ ένα σύστημα φαντασίας, εκπλήξεων και αξιών: ο θρυλικός δημοσιογράφος Πίκος Απίκος παρατηρεί και σχολιάζει τον αέναο πόλεμο του αγαθού κόσμου των φρούτων απέναντι στις βυσσοδομούσες εταιρείες ή στους φυσικούς τους εχθρούς, με νικητή πάντοτε το αγαθό και την αγνή φύση των πραγμάτων. Ο βαθύτερος μοραλίστας Τριβιζάς είτε με τα φρούτα του είτε με τα λυκάκια και τα γουρουνάκια διαθέτει έναν μαγικό και συνάμα αφοπλιστικό τρόπο να κατακτά την παιδική ψυχή με όπλα την αντιστροφή εννοιών, τον ευάρεστο αιφνιδιασμό, τον γλωσσικό πλούτο, την εκάστοτε ευφάνταστη ονοματοδοσία και το διδακτικό παραπεμπτικό λογοπαίγνιο – στοιχεία ερεθιστικά για τη νεανική πρόσληψη και πειστικά για την αθώα ακόμα αξιακή τους κλίμακα.

Δεν είναι, βέβαια, ούτε ο σκοπός μου ούτε και διαθέτω τη γνώση και την ικανότητα να εκδιπλώσω εδώ τον πολύπλευρο Τριβιζά. Παρακολούθησα όμως ένα έργο του για ενηλίκους («Ο έβδομος σταθμός–αποπλάνηση μιας κούκλας»), έργο που υπό ορισμένες περιοριστικές λεκτικές συνθήκες παίζεται αυτούσιο και για παιδιά, και θα επικεντρωθώ σ’ αυτό.

  • Αλληγορία

Ο Τριβιζάς εδώ θέτει επί τάπητος το ζήτημα της ελευθερίας της τέχνης, καθώς την οικειοποιούνται και της αλλάζουν πρόσωπο όσοι την ποθούν, ενώ η ίδια κρατάει εσωτερικά αμόλυντη την ταυτότητά της και προσφέρεται όπως εκείνη θέλει αλλά δεν απαλλοτριώνεται ποτέ και από κανέναν. Η αλληγορία του είναι ενταγμένη –πώς αλλιώς;– στη λογική ενός ταξιδιού με τρένο στο Ρουφ, ευεργετική αλλά και εξαναγκασμένη χωροταξία σκηνοθεσίας της animatrice των εκεί θεατρικών εγχειρημάτων Τατιάνας Λύγαρη.

Υποτίθεται πως υπό ένα αυταρχικό και αντιπνευματικό καθεστώς ταξιδεύουν, άλλοι κρυφά κι άλλοι φανερά, άνθρωποι της τέχνης καταδικασμένοι σε απαγχονισμό. Ο αστυνομικός επιθεωρητής που τους συνοδεύει όμως κάμπτεται από την ευαισθησία της παραβολής που οι καλλιτέχνες του εξιστορούν και αναβάλλει, με διάφορα προσχήματα, για τον επόμενο και τον επόμενο σταθμό την αποβίβαση –και άρα το τραγικό τους τέλος–, μέχρις ότου όλοι πεισθούν για την ελευθερία της ομορφιάς και οδηγήσουν σε αίσιο πέρας την περιπέτειά τους. Κεφαλαιώδη σημασία στο διδακτικό αυτό «παραμύθι» παίζει βέβαια η αποπλάνηση της κούκλας – Τέχνης, μιας νέας κοπέλας που σε κάθε σταθμό αλλάζει πρόσωπο σύμφωνα με την επιθυμία του νέου εκπορθητή της.

  • Αρετές

Το κείμενο είναι γραμμένο ως δροσερή έμπνευση και παρακολουθείται από τις γνωστές, γλαφυρότατες αρετές του Τριβιζά, τόσο στη δομή όσο και στη γλώσσα, τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο. Σοβεί όμως κίνδυνος, μια ευθύνη, θαρρώ επιμερισμένη ανάμεσα στη συγγραφή και στη σκηνοθεσία: οι διάφοροι «σταθμοί» του τρένου επαναλαμβάνονται κάπως κουραστικά για τον ενήλικο θεατή ο οποίος από ένα σημείο και πέρα γνωρίζει ακριβώς τι θα επακολουθήσει. Αντίθετα, η επανάληψη αυτή πιθανόν να γοητεύει τους μικρούς θεατές που αφήνονται στο θέαμα χωρίς επιφυλάξεις και γκρινιάρικους σχολιασμούς. Κατά τ’ άλλα, η Τατιάνα Λύγαρη κίνησε με σοφία εκατοστομέτρου τους ηθοποιούς της στον περιορισμένο χώρο. Η αιθέρια παντομίμα τους, ο συντονισμός τους, το παιχνίδι της σοβαροφάνειας για να αμβλυνθεί υφολογικά η αίσθηση του παραμυθιού, αλλά και οι πέπλοι μυστηρίου του παραμυθιού αυτού συνοδευμένοι από χιούμορ και συναισθηματικές μεταπτώσεις των ηρώων ανταποκρίθηκαν, πιστεύω, στις σκηνικές φιλοδοξίες του Τριβιζά αλλά και των θεατών της παράστασης. Η εργασία της Ντόρας Λελούδα στα σκηνικά αλλά ιδίως στα κοστούμια των οβιδιακών μεταμορφώσεων υπήρξε υποδειγματική όπως επίσης και εκείνη της Ζωής Χατζηαντωνίου στις φύσει «άβολες» χορογραφίες που φάνταξαν πλήρως αβίαστες. Ακεφη μου φάνηκε η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου, ενώ το κείμενο τον είχε εφοδιάσει με τόσα ωραία τραγούδια.

  • Ερμηνείες

Ο Μανόλης Σορμαΐνης έπαιξε όπως ζητούσε η σύλληψη, έναν βλοσυρό αλλά κατά βάθος καλοκάγαθο αστυνομικό επιθεωρητή, κατακτώντας μια αληθινά δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στο παίγνιο και στην εικονική πραγματικότητα της fable. Με την πείρα και την ευρεία γκάμα της, η Τζένη Σκαρλάτου εξασφάλισε μια βεντάλια υποκριτικών μεταβολών από την ηθελημένη συμβατικότητα μέχρι την απαγορευμένη λαγνεία που περιέχει το υλικό «δι’ ενηλίκους». Συγκινημένος μέσα στην αχλύ του μύθου, ρεαλιστικός ή και βίαιος κατά περίσταση ο δυναμικός και ευέλικτος Γιώργος Τσιδίμης. Ο Ανδρέας Μαριανός, ο Σωτήρης Ταχτσόγλου, ο Γρηγόρης Γαλάτης, ο Χάρης Μποσινάς, η Τζωρτζίνα Παλαιοθόδωρου και ο Δημήτρης Μενούνος υπηρέτησαν με νεύρο και χωρίς κενά τους υπόλοιπους ρόλους.

Η απαστράπτουσα και ηθολογούσα φαντασία του κορυφαίου στο είδος του Ευγένιου Τριβιζά, με μηχανοδηγό στο σκηνοθετικό τιμόνι τη Λύγαρη, ταξίδεψαν το ακίνητο βαγόνι στην αεικίνητη επικράτεια της ελευθερίας και του ονείρου.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/02/2009

Advertisements