Το «Υστατο σήμερα», του Χάουαρντ Μπάρκερ

  • Η εγκεφαλική οδός της σκηνής
  • Ελένη Πετάση, Η Ναυτεμπορική, 22/01/2010

Το «Υστατο σήμερα», του Χάουαρντ Μπάρκερ, σημαία του αποκαλούμενου θεάτρου της καταστροφής, είναι μια από τις πλέον συζητημένες παραστάσεις της χρονιάς, καθώς είναι ο Λευτέρης Βογιατζής αυτός που οδηγεί και φέρει στη σκηνή το κείμενο αυτό, που εκφέρει εμπειρίες πόνου αγωνίας και ανθρωποφαγίας. Ο Χάουαρντ Μπάρκερ, δοξασμένος την τελευταία εικοσαετία στην Ευρώπη, αλλά «προφήτης χωρίς τιμές» στη χώρα του και ελάχιστα γνωστός στη δική μας, μας κοινωνεί το δικό του ιδιαίτερο θέατρο, φιλτραρισμένο μέσα από το βλέμμα του Λευτέρη Βογιατζή. Το «θέατρο της καταστροφής» -χαρακτηρισμός το οποίο ο ίδιος έχει εφεύρει- δικαιώνεται στο «Yστατο σήμερα» (2004), κείμενο που συνοψίζει την αδήριτη ανάγκη του Βρετανού συγγραφέα να δείξει τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης, την επαναλαμβανόμενη εμπειρία πόνου και αγωνίας. Η καταστροφή, στην προκειμένη περίπτωση, αναφέρεται τόσο στο συλλογικό όσο και στο ατομικό επίπεδο, ταυτοποιεί το παρελθόν με το παρόν, εκτείνεται στο μέλλον.

Τότε, τώρα, σίγουρα και αύριο, ένας αγγελιαφόρος κακών ειδήσεων καλείται να μεταφέρει στους πολίτες τα αποτελέσματα των εσαεί διαστροφικών ενεργειών τους. Ακριβώς όπως ο άγνωστος επιζών της σικελικής εκστρατείας (415 π.Χ.), που μπήκε σε ένα κουρείο του Πειραιά και συμπτωματικά ενημέρωσε τον κουρέα για την τρομακτική ήττα των Αθηναίων που ρήμαξε τις ζωές τους και σήμανε το τέλος της δημοκρατίας.

Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα το παραπάνω καταλυτικό γεγονός, έτσι όπως το αφηγείται ο Πλούταρχος και το περιγράφει ο Θουκυδίδης, ο σημαντικός στοχαστής επαναπραγματεύεται την έννοια του τραγικού, αλλά και την υπερβαίνει, καθώς δεν καταλήγει ούτε στην τιμωρία ούτε στην κάθαρση. Στο «Υστατο σήμερα», κομιστής κακών ειδήσεων είναι ένας μυστηριώδης, σχεδόν σατανικός πελάτης κάποιου μπαρμπέρικου, στη μέση του πουθενά. Όμως, ο Δνείστερ (ένας χαμηλόφωνος, σχεδόν υποτονικός, παρών-απών Λευτέρης Βογιατζής), αντί να ανακοινώσει τις συμφορές που ευαγγελίζεται ότι γνωρίζει, προτρέπει τον κουρέα (γεμάτος χυμούς ο Δημήτρης Ημελλος) να φανταστεί τη μεγαλύτερη τραγωδία που θα μπορούσε ποτέ να συμβεί. Και είναι αυτός, ο τελευταίος, που εκστομίζει εν τέλει τα φοβερά νέα: μια εθνική καταστροφή, με το θάνατο του γιου του μέσα. Οι όροι αντιστρέφονται, η σύγκρουση δεν αργεί να  ‘ρθεί, η Ιστορία αποδεικνύει για άλλη μια φορά πως ανάμεσα στους ταχτοποιημένους ανθρώπους κι εκείνους που περιπλανιούνται σε λαβυρίνθους γεμάτους ουρλιαχτά, τα σύνορα είναι πολύ κοντά.

Πίσω απ’ όλα αυτά, ελλοχεύει η κατάρρευση του πολιτισμού. Το έργο ή καλύτερα το φιλοσοφικό δοκίμιο του Μπάρκερ, υπονομεύοντας τη γραμμική αφήγηση, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη δύναμη του λόγου, γεμίζοντας τις λέξεις με ρωγμές φόβου και απειλής και εξαπολύοντας ικανό δηλητήριο για να αφαιρέσει την όποια ουτοπική αισιοδοξία, επινοεί «έναν κόσμο που δεν προσπαθεί να μας διαπαιδαγωγήσει, αλλά να μας οδηγήσει στη βαθύτερη γνώση του εαυτού».

Και ταυτόχρονα στοχεύει να ελευθερώσει τη σκέψη του θεατή, υιοθετώντας κατά κάποιον τρόπο τη μέθοδο των φανταστικών αριθμών, που, όπως διατυπώνεται στα Μαθηματικά, παρά το παραπλανητικό τους όνομα, όχι μόνο είναι υπαρκτοί, αλλά χρήσιμοι στην επίλυση άλυτων εξισώσεων. Κείμενο ποιητικό, περίπλοκο, με ορατές αδυναμίες, αλλά υψηλών προδιαγραφών αναμφίβολα. Οι Βρετανοί αποδέκτες του, ωστόσο, εθισμένοι στη σπάταλη, σκαιή εμμονή του συγγραφέα -αντίθετα με μας που από τα έργα του έχουμε δει μόνο το «Ένα καινούριο κόκκινο» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, το «Und» από την Ασπα Τομπούλη και κάποια αποσπάσματα από τον Δημήτρη Λιγνάδη- έμειναν αδιάφοροι στην πρόκλησή του, θεωρώντας πως «εγείρει την υποψία μιας ακαδημαϊκής άσκησης, χωρίς ίχνος συναισθήματος ή πραγματικότητας».

Ο Λευτέρης Βογιατζής σωστά επιλέγει το δύσκολο δρόμο μιας εγκεφαλικής προσέγγισης. Σε τέτοιο όμως βαθμό, που ο θεατής χάνεται μέσα στις λέξεις και αναζητά την επικουρία περαιτέρω διευκρινίσεων. Επιπλέον, ο διευρυμένος χρόνος της παράστασης δυσχεραίνει την αντιληπτική ικανότητά του. Ευτυχώς, το προσεγμένο πρόγραμμα λειτουργεί σαν δεκανίκι, ενώ κάποιες στιγμές έντονης θεατρικότητας τον αποζημιώνουν. Ιδιαίτερα εκείνη που τα δεκάδες γυάλινα αντικείμενά του εξαιρετικού σκηνικού χώρου της Ελένης Μανωλοπούλου θρυμματίζονται βίαια, δημιουργώντας μια απτή εικόνα καταστροφής.

Advertisements

«Το ύστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ, στη «Νέα Σκηνή»

  • Η θνητή, ύστατη ημέρα
  • Κώστας Γεωργουσόπουλος, Τα Νέα, 20/02/2010

Όσα ακολουθούν είναι κάποιες πρώτες σκέψεις πάνω στο συνταρακτικό τραγικό κείμενο «ΤΟ ΥΣΤΑΤΟ ΣΗΜΕΡΑ» του Χάουαρντ Μπάρκερ, που ανέβασε ο Λευτέρης Βογιατζής στη «ΝΕΑ ΤΟΥ ΣΚΗΝΗ». Εν πρώτοις δεν είναι φιλολογική αμηχανία εν γένει, ακόμη και του συγγραφέα, να κατατάσσει το έργο του στις «τραγωδίες». Παρ΄ όλο που ο Μπέκετ φαινόταν να κλείνει με τη σιωπή των μικρών του έργων τον τραγικό κύκλο, να που ο Μπάρκερ καταγίνεται με το είδος αυτό που φαινόταν να εξαφανίζεται μετά το αστικό κοινωνικό δράμα, το επικό θέατρο, το υπαρξιακό, το υπερρεαλιστικό, το σατιρικό και σαρκαστικό, και κάθε τι που δοκιμάστηκε στη θεατρική σκηνή έως το τέλος του 20ού αιώνα.

Έγραφα παλιότερα και με αφορμή σχόλια πάνω στην «Ορέστεια» του Αισχύλου πως από τη στιγμή που ο θεός αποσύρθηκε από τα ιστορικά δρώμενα, έπαψε να επεμβαίνει στα ανθρώπινα, να καθορίζει την πλοκή, την εξέλιξη και τη λύση των διανθρώπινων σχέσεων. Έγραφα πως μετά τη δίκη του Ορέστη από Αθηναίους ενόρκους δικαστές, η τραγωδία αφέθηκε πλέον στα χέρια των ιστορικών. Οι ιστορικοί γράφουν την αδιέξοδη πανανθρώπινη τραγωδία, όπου τα παθήματα δεν φιλτράρονται μέσα από τον έλεο και τον φόβο, αλλά οδεύουν καλπάζοντας προς την Έξοδο χωρίς να καθαρθούν.

Έτσι την τραγική σκυταλοδρομία συνεχίζει ο Θουκυδίδης. Και στην «Ιστορία» του Θουκυδίδη ούτε θεός υπάρχει ούτε κάθαρση. Υπάρχουν ανελέητα και τρομερά παθήματα και μόνο. Η πρώτη σωζόμενη τραγωδία της Ιστορίας είναι οι «Πέρσες» του Αισχύλου, στοχασμός πάνω σε ένα και εξαιτίας του ιστορικό γεγονός. Από το 472 π.Χ. που γράφτηκε έως το 415 π.Χ. που ο Θουκυδίδης ερευνά και γράφει τα γεγονότα της Σικελικής Καταστροφής έχει περάσει μόλις μισός αιώνας και από την αφήγηση, την ερμηνεία των ανθρωπίνων έχει αποδράσει και ο θεός και η μοίρα, αλλά και η τιμωρία ή η λύτρωση δίκην καθάρσεως. Ο θεός που κυκλοφορεί μετενσαρκωμένος σε άνθρωπο μέσα στις «Βάκχες» του Ευριπίδη είναι ένας ιδρυτής δόγματος, τιμωρός, ανελέητος.

Σαν τον Καλβίνο και τον Ιεροεξεταστή του Ντοστογιέφσκι: ιστορική μάστιγα. Αυτός ο μοναχικός σύγχρονος ποιητής τραγωδιών, ο Χάουαρντ Μπάρκερ καταφεύγει στον Θουκυδίδη και σε παράπλευρες ιστορικές πηγές για να γράψει μια σύγχρονη τραγωδία, χρησιμοποιώντας ως «Μύθο» τη θουκυδίδεια αφήγηση. Εδώ όμως θέλω να παρεμβάλω μια προσωπική υποψία. Το έργο του Μπάρκερ είναι ένας διάλογος ανάμεσα σ’ έναν «Μάντη, αγγελιαφόρο κακών» και σ’ έναν ταπεινό κουρέα (επεισόδιο «τραβηγμένο» από τον Πλούταρχο, που στο «Νικία» του αναφέρει πως μέσω μιας τέτοιας συνάντησης έφτασε το μήνυμα της καταστροφής στη Σικελία). Ο Αγγελιαφόρος έρχεται να φέρει στον κουρέα το μήνυμα πως ο γιος του σκοτώθηκε στο μακελειό που συνέτριψε τον αθηναϊκό στρατό κυρίως στα Ορυχεία των Συρακουσών. Ο Αγγελιαφόρος ως επαγγελματίας του είδους διαθέτει μια ρητορική περίτεχνη, γεμάτη αναστολές, σασπένς, πρωθύστερα, εντάσεις, συμβολισμούς, μεταφορές, ειρωνεία, κυνισμό, μελό και όσα τερτίπια εφηύρε η ρητορική ως τέχνη της πειθούς (κατά Γοργία) για να δικαιώσει το επιτήδευμά της. Το μέγα εύρημα του Μπάρκερ είναι ότι ο σιωπηλός ακροατής κουρέας πιάνοντας το νήμα της αφήγησης με δικό του λιτό, απέριττο, ωμό, ακριβή λόγο, αρθρώνει το απαίσιο μήνυμα, λες και ο αφηγητής έχει επωάσει τα τρομερά αυγά του στη γλώσσα του.

Εκείνο που, φοβάμαι, δεν πρόσεξαν και οι εμβριθέστεροι μελετητές του Μπάρκερ είναι η έμμονη και επανειλημμένη αναφορά του κουρέα: «Ήμουν κι εγώ στην Αμφίπολη». Αλλά τι σχέση έχει η Αμφίπολη με τη σικελική καταστροφή και εκστρατεία; Έχει με τον Θουκυδίδη. Ο Θουκυδίδης ως στρατηγός των Αθηναίων το 424 π.Χ. διατάχτηκε να εκστρατεύσει στην πολιορκούμενη σύμμαχο πόλη Αμφίπολη από τον Σπαρτιάτη Βρασίδα, δεν μπόρεσε να φθάσει εγκαίρως, η πόλη αλώθηκε και ο Θουκυδίδης καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο στην Αθήνα ως προδότης. Έμεινε εξόριστος στη Θράκη, όπου η περιουσία του, ορυχεία χρυσού, μέχρι το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου (404 π.Χ.) όταν δόθηκε αμνηστία. Αυτό το απροσδόκητο «Ήμουν κι εγώ στην Αμφίπολη» του κουρέα με οδηγεί στη σκέψη πως ο Μπάρκερ διχοτομεί στα δύο τον αφηγητή του. Ο Αγγελιαφόρος των κακών, ο ρήτορας, ο συγγραφέας, ο στυλίστας και ο ιστορικός Θουκυδίδης και ο κουρέας ο στρατηγός Θουκυδίδης, ο οποίος, γιατί όχι, ταυτίζεται με τον μεγάλο ηττημένο της Σικελίας Νικία, τον πειθαρχικό στρατηγό που διαφωνούσε με τον Αλκιβιάδη, θεωρώντας τρέλα την εκστρατεία, αλλά χάνοντας το παιχνίδι στη Βουλή, ετέθη επικεφαλής, ενώ ο Αλκιβιάδης, μετά το σκάνδαλο των ερμοκοπιδών, δραπέτευσε και κατέφυγε στην εχθρική Σπάρτη!!

Η υποκείμενη λοιπόν τραγωδία στο αριστούργημα του Μπάρκερ, πέρα από την υπερκείμενη ωμή καταγραφή ενός μακελειού, είναι η τραγωδία της γραφής και της πραγματικότητας που η γραφή αποδίδει. Ο Μπάρκερ φαίνεται να πιστεύει πως η γραφή, η τέχνη και η ηδονή που προξενεί η μεταστοιχείωση της πραγματικότητας σε καλλιτεχνικό είδωλο είναι τουλάχιστον μια Άλλη Πραγματικότητα.

Ύστατο σήμερα στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων

  • Ματίνα Καλτάκη, Culture, Επενδυτής, 12/12/2009

Στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων ο Λευτέρης Βογιατζής συστήνει έναν από τους πλέον σημαντικούς, αν και αμφιλεγόμενους στην πατρίδα του, συγγραφείς του σύγχρονου αγγλικού θεάτρου, τον Χάουαρντ Μπάρκερ. Δεν είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει έργο του σε αθηναϊκό θέατρο -το 2002 η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είχε ανεβάσει το «Σκηνές από μία εκτέλεση» (1999) με τίτλο «Ένα καινούργιο κόκκινο». Η παράσταση του Βογιάτζη, ωστόσο, λειτουργεί σαν εισαγωγή στο θεάτρο του Μπάρκερ γιατί το έργο που επέλεξε («Το Ύστατο Σήμερα», όπως έξοχα απέδωσε τον τίτλο «The dying of today » η Τζένη Μαστοράκη,) αποτελεί κάτι σαν εφαρμογή βασικών αρχών της σκέψης του συγγραφέα όπως την έχει καταθέσει στα θεωρητικά κείμενά του. «Αφού καμία μορφή τέχνης δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο, η τέχνη που ταιριάζει περισσότερο σ’έναν πολιτισμό στο χείλος του αφανισμού είναι εκείνη που ενεργοποιεί την οδύνη» γράφει στο «Αrgumentsfor a theatre», επιμένοντας στην ανάγκη της επιστροφής στην τραγωδία.Στην Αγγλία έχει αντιμετωπιστεί με καχυποψία -πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι ο Μπάρκερ είναι επιτηδευμένα προκλητικός όταν αρνείται το σύγχρονο βρετανικό θεάτρο και φυσικά τους θεσμούς που το στηρίζουν, από τα κρατικά θέατρα έως τις μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις που έχουν μετατρέψει το λογιστή σε λογοκριτή – «Ο λογιστής είναι ο νέος λογοκριτής. Ο λογιστής χειροκροτεί όταν η πλατεία είναι γεμάτη.

Κι ο εκπρόσωπος του επίσημου σοσιαλισμού ονειρεύεται γεμάτες πλατείες. Γεμάτες από τι;» γράφει.Οι κριτικοί,  μέρος κι αυτοί της αγγλικής θεατρικής αγοράς (άρα και της αντιμετώπισης της τέχνης ως καταναλώσιμο αγαθό), νιώθουν αμήχανα προς τον συγγραφέα, που δηκτικός και ειρωνικός, φαντάζει μάλλον αντιπαθής και αλαζονικός. Αλλά ο Μπάρκερ επιμένει, και γράφει διαρκώς, αρνούμενος τα προφανή νοήματα, αυτά που καλλιεργούν «συλλογικότητες» μέσω του ίδιου αστείου στη κωμωδία, μέσα από σουξέ δημοφιλών μιούζικαλ ή ακόμη και μέσω της εύκολης συγκίνησης στο δράματα όπου «θριαμβεύει» η αγγλική υποκριτική.

Ξαναγυρνώντας στα βασικά του θεάτρου επιμένει σε κείνο που λέει ο Άμλετ στους θεατρίνους, ότι το θέατρο είναι για τον καθένα χωριστά, και διεκδικεί έναν προς έναν τους θεατές μέσω ενός «θεάτρου της καταστροφής». Τι είναι αυτό; Ένα σύγχρονο θέατρο που να ανακαλεί «το δικαίωμα στην ατομική οδύνη», που διεγείρει τη συνείδηση, άρα την ατομικότητα ως αντίθετο στη μαζοποίηση που επιδιώκουν οι κάθε είδους αυταρχισμοί. Η σχέση του Μπάρκερ με το αρχαίο λόγο είναι προφανής στο «Ύστατο Σήμερα», ένα θεατρικό δοκίμιο πάνω στον τρόπο που λειτουργούν οι κακές ειδήσεις – «[…] απορρυπαίνουν οι κακές ειδήσεις, όλα τα επουσιώδη κατρακυλούν στον υπόνομο, όλα τα εφήμερα σαρώνονται από ένα κύμα οδύνης» λέει ο Δνείστερ, ο ένας από τους δύο ήρωες στο έργο.  Η απόσταση απ’ όσα γράφει ο απεγνωσμένος Αθηναίος στρατηγός Νικίας από τη Σικελία, σε επιστολή του προς τους άρχοντες της Αθήνας, δεν είναι μεγάλη: «Ημπορούσα να σας ανακοινώσω άλλας ειδήσεις περισσότερον ευχάριστους, βεβαίως όμως όχι περισσότερον χρησίμους, εφόσον παρίσταται ανάγκη να λάβετε αποφάσεις με πλήρη γνώσιν της εδώ καταστάσεως.

Άλλωστε, γνωρίζων ότι ως εκ της ιδιοσυγκρασίας σας, θέλετε μεν να ακούετε τα πλέον ευχάριστα πράγματα, μέμφεσθε όμως ακολούθως εκείνους που σας τα λέγουν εάν το αποτέλεσμα δεν ανταποκρίνεται προς αυτά, εθεώρησα ασφαλέστερον να σας είπω γυμνήν την αλήθειαν» (απόδοση Ελευθερίου Βενιζέλου).Αναφέρομαι στο ως άνω απόσπασμα από την Ιστορία του Θουκυδίδη γιατί ο Μπάρκερ χρησιμοποιεί την πανωλεθρία των Αθηναίων στη Σικελική εκστρατεία ως πρώτη ύλη στο «Ύστατο Σήμερα». Ο Δνείστερ (που ερμηνεύει ο Λευτέρης Βογιατζής), είναι ένας αυτόκλητος αγγελιοφόρος κακών ειδήσεων. Ο κουρέας (που υποδύεται ο Δημήτρης Ήμελλος) έχει γιο που συμμετέχει στο στρατό των Αθηναίων.

Ο γιος του θα σκοτωθεί, όπως σχεδόν όλοι οι γιοι της πόλης. Η επέλαση του εχθρού , άρα η υποδούλωση και ο αφανισμός της πόλης, είναι ζήτημα λίγων ωρών. Η γνώση είναι μια οδυνηρή διαδικασία, αλλά επιφυλάσσει γλυκές ανταμοιβές στους δυνατούς που θα την αντέξουν. Την οδύνη του τέλους εξισορροπεί η ηδονή της δύναμης να το αντιμετωπίζεις με ανοιχτά μάτια. Ο Θουκυδίδης και οι αρχαίοι Έλληνες τραγικοί, ο Σαίξπηρ, ο Νίτσε και ο Υπεράνθρωπος του, ο Μπαρτ και το «Τέλος του συγγραφέα», εντοπίζονται στο ευρύτατο διακείμενο του «’Υστατου Σήμερα», που συνδέουν την Ρητορική και την Ιστορία με την αρχαίο τραγικό λόγο, και τη φιλοσοφία με τις σύγχρονες θεωρίες της αφήγησης. Η υψηλή ειρωνεία διατρέχει τον εξαιρετικά έντεχνο λόγο του Μπάρκερ όχι μόνο ως ρητορικό σχήμα αλλά με τρόπο που επαναφέρει έναν ακόμη φιλόσοφο, τον πρώιμο υπαρξιστή Σάιρεν Κίρκεγκαρντ. «H υποκειμενικότητα, η εσωτερικότητα είναι η μόνη αλήθεια» έγραφε ο Κίρκεγκορντ στη διδακτορική διατριβή του (με θέμα την ειρωνεία), αντιτιθέμενος στην μαζοποίηση που συνεπάγεται η άκριτη παραδοχή του κοινώς αποδεκτού.

Αλλά είναι μάταιο, σε μια στήλη σαν κι αυτή, η προσπάθεια «αποκωδικοποίησης» ενός τόσο συμπυκνωμένου σε ιδέες και νοήματα έργου.  Κάποιοι θεατές μπορεί να το βρουν περισσότερο ρητορικό απ’ όσο αντέχουν. Αλλά είναι καιρός πια να επανεκτιμήσουμε τη σημασία του λόγου στο θέατρο, τη δυνατότητα που διατηρεί στο ακέραιο η τέχνη του θεάτρου να κινητοποιεί τη σκέψη μας, άρα και μια ευαισθησία που δεν έχει να κάνει με εύκολα συναισθήματα και συμπεράσματα. Με όχημα το «Ύστατο Σήμερα», η παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή επιτρέπει να εξετάσουμε εκ νέου την αντοχή πολλών «τάσεων» στο θέατρο των τελευταίων δεκαετιών. Γιατί τόσο ο ίδιος όσο κι ο Δημήτρης Ήμελλος παίρνουν ένα κείμενο χωρίς σημεία στίξης, που δεν έχει να κάνει με ψυχολογίες και ψυχογραφήματα, αλλά με τους καθαρούς τρόπους της αρχαίας τραγωδίας, και δείχνουν τι μπορεί να είναι ένα έργο του 21ου αι. : έξυπνο και όχι εξυπνακίστικο, με ιστορική συνείδηση, πολιτική άποψη, θεατρική ευφυΐα (στον τρόπο, λ.χ., που στον Δνείστερ συνυπάρχει ο Τειρεσίας και ο Εξάγγελος, και στον κουρέα ο Οιδίπους αλλά κι ο βοσκός του Κιθαιρώνα).  Πρόκειται για υψηλή υποκριτική, δουλεμένη στην λεπτομέρειά της, όχι με πνεύμα σχολαστικού αλλά με την φροντίδα που απαιτεί η έντιμη αντιμετώπιση ενός πολυεπίπεδου κειμένου. Δείτε, φερ’ ειπείν, πώς ο Βογιατζής εξισορροπεί την βιτριολική ειρωνεία με τη κωμική διάσταση που ενυπάρχει κρυμμένη σε αρκετά σημεία του έργου. Και πώς τα δάκρυα του Ήμελλου εσωτερικεύουν το πάθος του αντί να εκβιάζουν συναισθηματικά τους θεατές, και πώς το πρόσωπό του γίνεται αυτό που λέει προς το τέλος ο «ασυγκίνητος σα Θεός» Δνείστερ: το «επιτύμβιο του γιου χαραγμένο στο μέτωπο του πατέρα του».

Η παράσταση δεν έχει μουσική. Μόνον ήχους της επερχόμενης καταστροφής, που με προσοχή συνέθεσαν ο Θοδωρής Αμπαζής και ο Σταύρος Γασπαράτος. Τέλος, το σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου δεν είναι ένα απλό κουρείο, αλλά ένα κουρείο-μουσείο γι’ αυτό και επεκτείνεται και στο χώρο υποδοχής των θεατών. Αυτό σημαίνει ότι έχουν βρεθεί από παλαιοπωλεία, και στηθεί στην περίμετρο του σκηνικού χώρου, δεκάδες παλιά αντικείμενα που κάποτε αποτελούσαν εξοπλισμό των κουρείων (κάθε λογής λάμες, λεπίδες, ξυράφια, σαπούνια σε σκόνη, μπουκάλια με κολόνιες, ταλκ, βούρτσες, κ.ο.κ.), προ της εποχής των ξυραφιών μιας χρήσης και του αφρού ξυρίσματος.

Μ’ άλλα λόγια το σκηνικό ανακαλεί τη γοητεία μιας από καιρό χαμένης τελετουργίας, μέσω της οποίας η σχέση με διαδικασίες της καθημερινότητας αποκτούσε σημασία. Η σκηνογραφική ιδέα αποδεικνύεται εξαιρετικά εύστοχη τη στιγμή που ο κουρέας πετάει και σπάει τα πάντα, και τον καθρέπτη, λέγοντας «Ούτε παιδί ούτε κουρείο ούτε πόλη, κοιτάξτε με-ούτε και πρόσωπο». Αν τα μουσεία είναι κιβωτοί γνώσης της Ιστορίας του ανθρώπινου πολιτισμού, ας καταστραφούν. Τίποτα δεν μαθαίνουμε.

Χάουαρντ Μπάρκερ «Το Ύστατο σήμερα» στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας

  • Χρόνος και ιστορία

  • Πολενάκης Λέανδρος, Η ΑΥΓΗ: 07/02/2010

Στο ανακαινισμένο «Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας» ο Λευτέρης Βογιατζής ανέβασε και παίζει το Ύστατο σήμερα, του σημαντικού και σχεδόν άπαιχτου στην Ελλάδα σύγχρονου Βρετανού Χάουαρντ Μπάρκερ. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον έργο, έντονα πολιτικό και διαποτισμένο από την ιστορία τόσο ώστε να μπορεί να πει κανείς ότι συμπυκνώνει εντός του όλο το γίγνεσθαι της κρίσιμης εποχής μας. Την ώρα μάλιστα που κάποιοι (πάντα οι ίδιοι) επιμένουν να διαλαλούν για άλλη μια φορά το τέλος της πολιτικής και της ιστορίας.

Μπάρκερ στο «Θέατρο της οδού Κυκλάδων» και Κοκτώ στο «Ήβη»

Δεν είναι τυχαίο ότι ο εξάγγελος της συμφοράς μέσα στο έργο, ο «Δνείστερ», έχει το όνομα ενός μεγάλου ποταμού της Ρωσίας: η ιστορία είναι ποταμός που δεν στερεύει ούτε γυρίζει πίσω. Ο άλλος ρόλος, του κουρέα που γίνεται αποδέκτης ενός μηνύματος καταστροφής, προέρχεται από τον Πλούταρχο. Σύμφωνα με τον τελευταίο, την είδηση της πανωλεθρίας του στόλου των Αθηναίων στη Σικελία, ένα γεγονός καταλυτικό για την αθηναϊκή δημοκρατία, χωρίς το οποίο θα ήταν άλλες μάλλον οι τύχες του αρχαίου κόσμου και διαφορετικός ο χάρτης σήμερα της Ευρώπης, την έφερε πρώτος… ένας κουρέας όπως την άκουσε από έναν ξένο που μπήκε στο κουρείο του. Ο Θουκυδίδης δεν αναφέρει αυτή τη λεπτομέρεια στην ιστορία του. Το μήνυμα, όμως, της καταστροφής που φέρνει ο «Δνείστερ» στο έργο του Μπάρκερ ακολουθεί την αφήγηση του Θουκυδίδη. Με αυτόν τον τρόπο ο Μπάρκερ μεταβαίνει ανάστροφα από την εσχατολογία του Πλούταρχου στον ιστορικισμό του Θουκυδίδη, με τη νηφάλια αποδοχή του αμετάβλητου της ανθρώπινης φύσης και το «συναμφότερον» που διέπει την κατάσταση των ανθρώπινων πραγμάτων. Επαναφέροντας έτσι την ιστορία, όχι ως μηχανισμό με σιδηρούς νόμους και αδήριτη νομοτέλεια, όπως τη συνέλαβε ο Έγελος και οι επίγονοί του, σφραγίζοντας μοιραία μια ολόκληρη εποχή, αλλά ως αιώνιο Ηρακλείτειο παίγνιο της τύχης με την ανάγκη, με τον ατομικό ενσυνείδητο άνθρωπο πάντα στο κέντρο του κόσμου… Θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να μας μιλήσει για το μέλλον μας, που έρχεται δριμύ, αλλά δεν είναι το αυτό τέλος του πολιτισμού που αναγγέλλουν οι σύγχρονοι επαγγελματίες προφήτες. Μας αρκεί ο βαρύς από ιστορία λόγος του Αισχύλου: «Δεν είναι τίποτε από όσα γίνονται σήμερα που να μη συμβαίνουν ήδη στο μέλλον».

Κάτι ακόμη που έχει σχέση με τα πιο πάνω για την ολοκλήρωση του συλλογισμού: η συχνή αναφορά στο έργο της Αμφίπολης ως μοιραίας στροφής του Πελοποννησιακού πολέμου ίσως να παραπέμπει στην Καλλίπολη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, που λίγο έλειψε να αποδειχθεί μια εξίσου μοιραία στροφή του, καθώς εκεί ηττήθηκαν επώδυνα οι Αγγλογάλλοι με βαρύτατο τίμημα εκατόν πενήντα χιλιάδων ψυχών.

Η σκηνοθεσία του έργου του Μπάρκερ από τον Βογιατζή κατορθώνει το σχεδόν ακατόρθωτο, να δώσει με λιτότητα μέσα στην ψίχα του έργου αυτό το Θουκιδίδειο «εσαεί» που αναδίνεται από όλους τους πόρους του. Αν έπρεπε να βρω οπωσδήποτε ένα επίρρημα, θα έλεγα μετατραγικά. Με βιωμένη την αίσθηση της πραγματικής ιστορίας να απλώνεται σε ομόκεντρους κύκλους, σαν από μια πέτρα που έριξε ένα παιδί στο νερό. Δεν βλέπουμε την πέτρα, βλέπουμε τους κύκλους. Αυτό είναι το νόημα, η σημασία του όλου πράγματος: όταν κλείνει ο κύκλος της τραγωδίας (αν κλείνει), τη σκυτάλη παίρνουν οι μεγάλες ιστορικές αφηγήσεις, μετέχοντας της μεγάλης τέχνης. Για να ενώσουν και να σώσουν ιστορία και χρόνο. Με την εκπληκτικά χρονωμένη, οιονεί «καβαφική», μετάφραση της ποιήτριας Τζένης Μαστοράκη ως κλίμακα μουσική για να «ανέβουν» έργο – παράσταση.

Απαλλαγμένος από κάθε ίχνος μανιέρας, ο Λευτέρης Βογιατζής καταδύεται στον ρόλο – ποταμό Δνείστερ χωρίς να παρασυρθεί από τη δύναμή του. Εμβαπτιζόμενος κάθετα στο λάλον ύδωρ του, αναδύεται πάλι ως εικόνα – σφίγγα της Ιστορίας αυτοπροσώπως. Είναι έξοχος!

Ο Δημήτρης Ήμελλος (Κουρέας), ένας σπουδαίος τεχνίτης που δουλεύει υπόγεια, ακούραστα, μαστορεύοντας τους ρόλους και αφήνοντας να φανεί μόνο η κορυφή τους, δίνει εδώ ιδανικά τον άνθρωπο που λύνει το αίνιγμα της σφίγγας – Ιστορίας και που η απάντησή του είναι μία λέξη μόνο: ο άνθρωπος! Είναι επίσης έξοχος.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου τριτώνουν το έξοχο, οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου κρύβουν για να φανερώσουν και η σύνθεση ήχων μουσική των Θοδωρή Αμπατζή, Σταύρου Γασπαράτου έχει σώμα.

*

Στο «Ήβη» δίνεται η παράσταση του αρκετά παιγμένου στην Ελλάδα έργου του Ζαν Κοκτώ Οι τρομεροί γονείς. Πρόκειται για το καλύτερο ίσως δείγμα γραφής του γνωστού Γάλλου εικαστικού, θεατρικού συγγραφέα και πολλά άλλα. Για ένα καλογραμμένο έργο πάνω στις σχέσεις των γονιών με τα νεαρά παιδιά τους, που όμως δεν πηγαίνει σε βάθος. Μια πικρή «κομεντί». Η σκηνοθεσία του Πέτρου Φιλιππίδη στηρίζεται τίμια στη φόρμα του έργου, χωρίς να επιχειρεί να του δώσει προεκτάσεις τις οποίες δεν έχει. Στήνει το έργο σωστά πάνω σε έναν ντόπιο υποκριτικό κώδικα, στη στρωτή απόδοση της Άννας Παναγιωτοπούλου και του Αλέξη Καλλίτση, με πλεονέκτημα τους καλούς ηθοποιούς που παίρνουν το έργο πάνω τους και τα ωραία κοστούμια (Μαχαιριανάκη) και σκηνικά (Μετζικώφ). Οι Τάσος Χαλκιάς, Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, Χριστίνα Αλεξανιάν, Ιωάννα Πηλιχού είναι ένα ισχυρό «τιμ» που επικοινωνεί άμεσα με το κοινό, ενώ οφείλω να κάνω ειδική μνεία του ταλαντούχου Σαράντου Γεωγλερή, ενός νέου στην ηλικία ηθοποιού με ιδιαίτερη λάμψη, πέραν του «ζεν πρεμιέ» και με ένα «κάτι» που πρέπει να προσεχθεί.

“Οπερα της πεντάρας” με το “Μπερλίνερ Ανσάμπλ” – “Το ύστατο σήμερα” στο “Θέατρο οδού Κυκλάδων”

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 20 Γενάρη 2010
  • Επίκαιρο πολιτικό θέατρο

«Το ύστατο σήμερα»
  • «Οπερα της πεντάρας» με το «Μπερλίνερ Ανσάμπλ»

Μεταγράφοντας την «Οπερα του ζητιάνου» του Τζον Γκέι (λαϊκή όπερα του 18ου αιώνα, με θέμα τον κοινωνικό «βυθό» στο Σόχο του Λονδίνου και έναν υπαρκτό κλέφτη, «προστάτη» πορνών και φονιά, τον Τζακ τον αντεροβγάλτη), ο Μπρεχτ με τη δική του «Οπερα της πεντάρας» (1928) διαμόρφωσε τη δική του θεωρητική, δραματουργική και αισθητική του «πρόταση» για ένα νέο είδος, διδακτικής για τις λαϊκές μάζες, «αντιόπερας», που δε θα «ναρκώνει» το θεατή με μελό θέματα και γλυκερές συνθέσεις. Κορυφαίος εκφραστής του γερμανικού εξπρεσιονισμού στο θέατρο, με επιρροές από το «θέατρο καμπαρέ» και τις παραδόσεις του ασιατικού θεάτρου, ο Μπρεχτ, με συνεργάτη τον συνθέτη Κουρτ Βάιλ, με την «Οπερα της πεντάρας» κατήγγειλε ότι γεννήτορας κάθε μορφής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και του κοινωνικού περιθωρίου – μαφιόζων κλεφτών, φονιάδων, μαστροπών, πορνών, ζητιάνων – είναι ο καπιταλισμός, με τους θεσμούς του. Την εξουσία, τους νόμους, την Εκκλησία, τη Δικαιοσύνη, την Αστυνομία του. Οτι ο καπιταλισμός χρειάζεται «επιχειρήσεις» σαν τις στρατιές ζητιάνων του Πίτσαμ, τα πορνεία, δύστυχες πόρνες, σαν την Τζένη, άθλια αλλά και γελοία «όργανα», όπως ο αρχηγός της Αστυνομίας Μπράουν, ο δεσμοφύλακας Σμιθ, ο κληρικός Κίμπαλ, αλλά και μαφιόζους σαν τον Μακίθ. Την αλήθεια αυτή υπογραμμίζει το δεύτερο και τελικό φινάλε του μπρεχτικού έργου. Αντί απαγχονισμού, η εξουσία αποδίδει στον Μακίθ κοινωνικά αξιώματα και οικονομικά οφέλη… Εξάλλου, «ο μεγαλύτερος εγκληματίας δεν είναι ο ληστής μιας τράπεζας αλλά ο ιδρυτής της», λέει ο Μπρεχτ. Η διαχρονική και άκρως επίκαιρη δύναμη του μπρεχτικού αριστουργήματος «έλαμψε», κυριολεκτικά, με την εκπληκτικής αισθητικής τελειότητας παράσταση του περίφημου θεάτρου που δημιούργησε ο Μπρεχτ, με σκηνοθέτη τον «μάγο» της σκηνικής τέχνης Ρόμπερτ Γουίλσον, με ερμηνευτές σπουδαίους ηθοποιούς και με εξαίρετη 9μελή ορχήστρα. Ο Γουίλσον, χωρίς παρεμβάσεις στο κείμενο, με ελάχιστες αλλαγές στην ερμηνεία των τραγουδιών που δεν αλλοιώνουν το ήθος της μουσικής, υπηρέτησε τον ιδεολογοαισθητικό στόχο του έργου, συνδυάζοντας αρμονικά τον δικό του – πρωτίστως εικαστικού χαρακτήρα – εξπρεσιονιστικό φορμαλισμό, με τον εξπρεσιονισμό, την αποστασιοποίηση και το «gestus» (τη σχολιαστική «στάση» έκφρασης, χειρονομίας, κίνησης, ερμηνείας του λόγου και των τραγουδιών) που ζητά ο Μπρεχτ. Με λιτό σκηνικό, υπέροχους εικαστικού χαρακτήρα μονόχρωμους φωτισμούς (φωτιστικά φόντα) εικονοποίησε την παρακμιακή εποχή του Μεσοπολέμου ανάγοντάς τη στο επίσης παρακμιακό σήμερα. Η εικονοποιία του, αντλώντας στοιχεία από το «θέατρο καμπαρέ», τα καυστικά σκίτσα του εξπρεσιονιστή Οτο Ντιξ, τα «γκανγκ» του βωβού κινηματογράφου (λ.χ., του Σαρλό), τις καρτούν φιγούρες (στην κίνηση και το μακιγιάζ των ηθοποιών) και χρησιμοποιώντας ήχους που αρμόζουν στην μπρεχτική «αποστασιοποίηση», συμβολοποίησε σε μέγιστο βαθμό όλα τα πρόσωπα του έργου. Ακρως ενδιαφέρουσα είναι η συμβολοποίηση του Μακίθ, ως ανδρόγυνου (θυμίζει την Μάρλεν Ντίτριχ) που «σαγηνεύει» και αποπλανά τους πάντες. Αλλωστε, στην εποχή μας το κεφάλαιο και η κάθε είδους εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο δεν είναι υπόθεση μόνο του ανδρικού φύλου… Μέγα έπαινο αξίζουν όλοι ανεξαιρέτως, για τις σπουδαίες ερμηνείες τους, οι – υποδειγματικής θεατρικής παιδείας – σπουδαίοι ηθοποιοί του θεάτρου, για τη σπάνιας ομοψυχίας ερμηνευτική τους άμιλλα.

«Οπερα της πεντάρας», από το «Μπερλίνερ Ανσάμπλ»
  • «Το ύστατο σήμερα» στο «Θέατρο οδού Κυκλάδων»

Γεμάτη η ιστορία της ανθρωπότητας από δεινούς πολέμους. Χειρότερα από τα δεινά του πολέμου δεν υπάρχουν. Κάθε επεκτατικός πόλεμος σημαίνει όλεθρος, θάνατος, καταστροφή. Συνεπάγεται πένθος, πόνο, οδυνηρές μνήμες, αγώνα για επιβίωση μετά από αυτόν, αλλά και φόβο για άλλον ενδεχόμενο πόλεμο. Μπορούν όλοι οι άνθρωποι – παθόντες και μη – να μιλούν για τα δεινά του πολέμου και μάλιστα με τον ίδιο τρόπο; Σίγουρα όχι. Αλλιώς μιλά για έναν πόλεμο όποιος έχει πολεμήσει κι αλλιώς ο «άκαπνος». Αλλιώς ο παθών, αλλιώς ο μη παθών, αλλιώς όποιος δε συνειδητοποιεί τι σημαίνει πόλεμος, αλλιώς όποιος πραγματικά κερδοσκοπεί με έναν πόλεμο, αλλιώς ο φουκαράς που θαρρεί ότι θα ψωμοζήσει με τον πόλεμο μέχρι να χαροκαεί (όπως η μπρεχτική «Μάνα Κουράγιο). Αλλιώς μιλά για τον πόλεμο ένας «διανοούμενος», ένας «δημοσιογράφος», ένας εκ του μακρόθεν «σχολιαστής» πολεμικών ειδήσεων, που δεν έχει υποστεί τη φρίκη ενός πολέμου. Αλλιώς ένας ανώνυμος λαϊκός άνθρωπος, στρατιώτης που τυχαία επέζησε στον προηγούμενο πόλεμο, αλλά πατέρας ενός μοναχογιού που σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης, στον πρόσφατο πόλεμο. Οι πόλεμοι, τα δεινά, αλλά και ατομική και κοινωνική ψυχολογία που προκαλούν είναι το θέμα του έργου του Αγγλου δραματουργού Χάουαρντ Μπέρκερ «Το ύστατο σήμερα», που ανέβασε η πάντα δραματουργικά και αισθητικά ανήσυχη «Νέα Σκηνή» του Λευτέρη Βογιατζή, στο πανέμορφα ανακαινισμένο και αναμορφωμένο «Θέατρο της οδού Κυκλάδων». Πολιτικό, χωρίς να πολιτικολογεί, «θέατρο της καταστροφής», χαρακτηρίζει το έργο ο συγγραφέας του, αντιπαραθέτοντάς το στη σύγχυση, στην απάθεια, στη βαρβαρότητα της σύγχρονης κοινωνίας. Δραματουργικά νεωτερικό, με αφαιρετική μυθοπλασία, ελλειπτική γλώσσα και αυτόματη γραφή, ώστε ο λόγος εντελώς ελεύθερος από σημεία στίξης, με την αμφισημία και πολυσημία του να σηματοδοτεί τα υπονοούμενά του, τις σκέψεις και τα κρυμμένα βιώματα και συναισθήματα, την κοινωνική διαφορά των δύο προσώπων, το έργο γεννά στον θεατή που πολύ προσεκτικά ακούει το λόγο – αυτός εξάλλου είναι ο στόχος του συγγραφέα – αλληλουχίες σκέψεων και συνειρμών. Μια μέρα, σε ένα κουρείο μπαίνει ένας άγνωστος, για να κουρευτεί. Ο απροσδιόριστης επαγγελματικής ιδιότητας «πελάτης», ονόματι Δνείστερ (όνομα που θυμίζει τον ποταμό Δνείπερ ή Δνείστερ, αλλά και λογοπαίγνιο με την έννοια «δεινά»), κατευθύνοντας το κούρεμά του, περνά την ώρα του μιλώντας «ψυχρά», γενικά και αόριστα, για τον πόλεμο. Δηλώνοντας «κομιστής» κακών πολεμικών ειδήσεων, αλλά μη λέγοντας τίποτα ουσιώδες, με μια ειρωνική, σχεδόν κυνική αν όχι σαδιστική «ουδετερότητα», ξύνει τα βιώματα του κουρέα από τον πόλεμο (τη σικελική εκστρατεία, με την αναφορά της οποίας ο συγγραφέας υπονοεί όλους τους επεκτατικούς πολέμους, παρελθόντες και σημερινούς). Ξαναματώνει την «πληγή» του κουρέα για το χαμό του γιου του στον πρόσφατο πόλεμο, τόσο που ο παθών από τους πολέμους κουρέας, μη αντέχοντας την αναμόχλευση της οδύνης, του πένθους και της απελπισίας του και μη βρίσκοντας πια λόγο ύπαρξης του κουρείου του σε έναν κόσμο χάους και αλλεπάλληλων πολέμων, καταστρέφει με τα ίδια του τα χέρια το κουρείο του, το μόνο μέσο για την επιβίωσή του. Αυτός και όχι ο Δνείστερ έχει βιώσει τι σημαίνει πόλεμος. Αυτός ο ανώνυμος λαϊκός άνθρωπος – όπως ο «Αγγελιοφόρος» στην αισχυλική τραγωδία «Πέρσες» – μπορεί να πει την αλήθεια, το ατομικό και συλλογικό βίωμα, την τραγωδία και τα πάθη του λαού από τον τρόμο, το χάος, την καταστροφή που σπέρνει κάθε πόλεμος. Την αλληγορία, το διαχρονικό και επίκαιρο θέμα αυτού του πολύ ενδιαφέροντος, αλληγορικού, γλωσσικά και νοηματικά ελλειπτικού, και γι’ αυτό διόλου εύκολα εύληπτου έργου, μόνο ένας καλλιτέχνης με την τελειοθηρική σκηνοθετική και υποκριτική καθοδήγηση και την εμβρίθεια του Λευτέρη Βογιατζή μπορούσε να «φωτιστεί». Με δημιουργικούς συντελεστές την έξοχη, γλωσσικής αμεσότητας αλλά και ποιητικού αισθήματος μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη, το αξιοθαύμαστης λεπτομέρειας ρεαλιστικό σκηνικό και τα σύγχρονα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου, τους ανησυχαστικούς μουσικούς ήχους των Θοδωρή Αμπατζή και Σταύρου Γασπαρινάτου και τους αριστοτεχνικούς φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου, ο Λευτέρης Βογιατζής σκηνοθέτησε μια υψηλής αισθητικής στάθμης, υποβλητικής ατμόσφαιρας, βαθύτατου προβληματισμού, έμμεσου αντιπολεμικού μηνύματος, παράσταση. Μια παράσταση υποδειγματικής λιτότητας, που διευρύνει, αναδεικνύει και διασαφηνίζει τα νοήματα και τα υπονοούμενα του έργου και επιτυγχάνει να διεγείρει τη σκέψη του θεατή. Και το επιτυγχάνει αυτό χάρη στην εξαιρετική απλότητα και φυσικότητα και παράλληλα στην υπονοηματικότητα, την αμφίσημη ειρωνικότητα αλλά και την υποδόρια δραματικότητα της ερμηνείας του Λευτέρη Βογιατζή (Δνείστερ) και του Δημήτρη Ημελλου (Κουρέας).

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

«Το ύστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων

  • Τα δάκρυα του κουρέα

  • «Το ύστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή

Πώς επιλέγει το θύμα του ένας σαδιστής; Ο κουρέας της γειτονιάς, θα έλεγε κανείς, αποτελεί προφανή επιλογή: πατέρας με έναν γιο στον πόλεμο, μόνος μέσα στο κουρείο του, ευάλωτος, υποχρεωμένος να δεχθεί τον Δνείστερ, τον κάθε Δνείστερ, να τον καθίσει στην πολυθρόνα, και να αρχίσει να του κόβει τα μαλλιά ακόμη κι αν η καρδιά του βαραίνει από την αγωνία για την τύχη του παιδιού του, ένας επαγγελματίας δεσμευμένος από την άρρητη συμφωνία μαγαζάτορα και πελάτη να κάνει τη δουλειά του σαν να μην τρέχει τίποτε, αναγκασμένος να ψαλιδίζει μεθοδικά την ίδια στιγμή που συνειδητοποιεί πως αυτός ο πελάτης δεν είναι σαν όλους τους άλλους, όχι, αυτός ο πελάτης έχει έλθει εδώ για να του αλλάξει τη ζωή. Ο γιος του είναι νεκρός: και αυτός εδώ ο άνθρωπος ήρθε για να παρακολουθήσει το πένθος του. Το πένθος του κουρέα.

Ο δυσοίωνος επισκέπτης μοιάζει μάλλον να το απολαμβάνει. «Φανταστείτε το χειρότερο, μόνο το χειρότερο και δεν θα πέσετε έξω» λέει. Σιγά σιγά, με μαεστρία, ο Δνείστερ λειαίνει το έδαφος, ανακατεύει την ατμόσφαιρα, μοιράζει τους ρόλους, στήνει το σκηνικό της αγωνίας, εκεί όπου θα επέλθει η κατάρρευση. «Σας αρέσουν οι κακές ειδήσεις; Εμένα ναι· αν θέλετε κακές ειδήσεις, εγώ θα σας τις πω». Αυτή, όπως υποστηρίζει, είναι η ειδικότητά του: η επιστήμη των κακών ειδήσεων. Και το έργο του το εκτελεί, πράγματι, με επιστημονική πειθαρχία: απόμακρος, χωρίς συναίσθημα- με αναισθησία θα έλεγε κανείς- επιδίδεται σε αυτή την αποστολή που ανέθεσε ο ίδιος στον εαυτό του χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα- την ειρωνεία, την επιμονή, την παρότρυνση, την ψυχολογική αναψηλάφηση- έτσι ώστε να επιτύχει τον σκοπό του, να εκμαιεύσει τη γνώση και την απόγνωση από το άμοιρο θύμα του. «Ωραία που ήταν τα δάκρυα του κουρέα και πιο ωραίο το κράτημα των δακρύων κι ακόμη πιο ωραίο κι απ΄ αυτό τα δάκρυα που κυλούσαν μέσ΄ απ΄ το κράτημα· τότε ο Τζον ήταν θεός και ιδού εγώ τον κοιτούσα» συνοψίζει προς το τέλος την ουσία της συνάντησής τους.

Ο Λευτέρης Βογιατζής στον ρόλο του Δνείστερ (τι όνομα κι αυτό, θυμίζει τον ποταμό, όπως παρατηρεί η μεταφράστρια του κειμένου στο σημείωμά της) μοιάζει να βρίσκεται στο σπίτι του. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ερμηνείας του θα έλεγα ότι είναι αυτή η καθημερινή, χαλαρή διάσταση που φέρνει στο προσκήνιο ως βασικό χαρακτηριστικό του ήρωα. Ο Δνείστερ του Βογιατζή είναι ένας casual σαδιστής που βλέπει το θύμα του ως πρότζεκτ σε εξέλιξη (work in progress). Την ώρα που ακούγονται από μακριά οι κραυγές του πλήθους- ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει-, την ώρα που ο κουρέας αναπλάθει τον φρικιαστικό θάνατο του γιου του μέσα σε ένα λατομείο, την ίδια ώρα ο πελάτης αμέριμνος του δίνει οδηγίες για το κούρεμα που επιθυμεί. Οι τρίχες πέφτουν αθόρυβα στο πάτωμα ενώ η οδύνη αναβλύζει εκκωφαντικά.

Αυτή η αντιπαράθεση της συλλογικής με την ατομική τραγωδία είναι από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του κειμένου.

Τα μεγέθη διαγράφονται με ανατριχιαστική καθαρότητα: «αν πω ότι ο γιος μου είναι νεκρός δεν θα προκαλέσει μεγάλη αίσθηση- σωστά; έχασες τον γιο σου εσύ- ναι; ε, λοιπόν, εγώ έχασα δύο και τρεις, κάποιοι και παραπάνω από τρεις, σε ποιον να περισσέψει οίκτος για μένα» αναρωτιέται ο κουρέας και αυτή η «πνευματική αριθμητική», αυτό το ζύγιασμα του θανάτου είναι πέρα από τις ανθρώπινες δυνάμεις.

Μεταμοντέρνο σχόλιο στην κλασική τραγωδία θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί το εξαιρετικό κείμενο του Μπάρκερ: ένα σχόλιο αφαιρετικό, καθώς εδώ δεν υπάρχουν πια αρχοντογεννημένοι ήρωες, παρά μόνο ένας διεστραμμένος αγγελιαφόρος κι ένας απλός μεσοαστός κουρέας, πατέρας ενός εξίσου απλού, αντιηρωικού στρατιώτη που τον «έχουν καταπιεί οι διάδρομοι της Ιστορίας». Δεν υπάρχει εκδίκηση, δεν υπάρχει τιμωρία ή από μηχανής θεός, κι ας πιάνει κάποια στιγμή ο απελπισμένος κουρέας ένα ξυράφι μήπως και κόψει τον λαιμό του απρόσκλητου επισκέπτη. Οχι, η συνάντηση κλείνει με έναν αποχωρισμό: ο καθένας τραβάει τον δρόμο του, που σίγουρα θα είναι ολέθριος. Ακόμη και ο ψύχραιμος Δνείστερ ομολογεί: «Εχω παραβεί τον πρώτο κανόνα να μην παθιάζεσαι ποτέ και τον δεύτερο να φεύγεις πάντα με το πρώτο πλοίο. Δεν με αναγνωρίζω πια, οι κακές ειδήσεις παραήταν κακές ακόμη και για μένα… παραήταν αργά, παραήταν απ΄ όλα». Οι Μοίρες δεν έχουν χάσει την ισχύ τους στον 21ο αιώνα: απλά, απλούστατα, ανεξήγητα, ο ένας είναι γραφτό να υποφέρει και ο άλλος όχι.

Ο ψυχρός μαντατοφόρος του Βογιατζή συγκρούεται με τον καλοκάγαθο κουρέα του Δημήτρη Ημελλου: ένα ανθρωπάκι που ζορίζεται, συγχύζεται, συγκλονίζεται, ξεσπάει και τελικά αποδέχεται τη μοίρα του. Ο σκηνοθέτης οικοδομεί τον ήρωα του Ημελλου πάνω στους κώδικες της καρικατούρας (το ύφος, το στήσιμο, η ομιλία, η εμφάνιση) ακόμη κι αν τελικά ο νεαρός ηθοποιός υπερβαίνει με το ταλέντο του αυτό το καλούπι. Η επιλογή έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα: εξορκίζει τον μελοδραματισμό που ενυπάρχει σε κάθε θύμα. Ταυτόχρονα όμως διατηρεί το έργο σε ένα περισσότερο εγκεφαλικό επίπεδο- σαν να αποτρέπει τον θεατή να συμμεριστεί τον πόνο του πατέρα. Και επιπλέον, μοιάζουν λίγο παράταιροι αυτοί οι δύο πάνω στη σκηνή, από υποκριτική άποψη, σαν να ανήκει ο καθένας σε διαφορετικό έργο.

Σε κάθε περίπτωση έχουμε μια παράσταση αξιόλογη, συμπαγή, καλοδουλεμένη, που εκτυλίσσεται σε ένα ατμοσφαιρικό σκηνικό, στα χρώματα του οινοπνεύματος και της πούδρας, με δεκάδες μπουκαλάκια, ψαλιδάκια και χτενάκια να συνθέτουν το τακτοποιημένο σύμπαν του ανυποψίαστου ιδιοκτήτη (σκηνικά Ελένη Μανωλοπούλου). Εύστοχη στη λιτότητά της και η σύνθεση των ήχων (Θ. Αμπατζής- Στ. Γασπαράτος) που αποδίδει αφαιρετικά τον απόμακρο θρήνο της «συλλογικής απόγνωσης».

Ενα ευπρόσδεκτο ανέβασμα αυτού του εξαιρετικού κειμένου, τόσο πυκνού και πλούσιου ώστε νιώθεις την επιθυμία είτε να το ξαναδείς είτε να το διαβάσεις στην εναργή, ρυθμική μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη.

ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΜΠΑΡΚΕΡ «Το ύστατο σήμερα» στο Θέατρο Οδού Κυκλάδων

  • Ιστορίες πολεμικής αγριότητας
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20/12/2009
  • ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΜΠΑΡΚΕΡ Το ύστατο σήμερα, σκην.: Λευτέρης Βογιατζής. Θέατρο Οδού Κυκλάδων

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παράσταση είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Μόνο που ομολογώ πως το έργο με παίδεψε. Μου φάνηκε δύσκολο. Δεν κατάλαβα μεγάλα πράγματα…».

«Πού να δεις με πόσο ενθουσιασμό γράφουν στα μπλογκς. Κι αυτά είναι πιο σημαντικά από τις κριτικές!..» μου απάντησε πικαρισμένη η Ειρήνη Λεβίδη, από τις «ψυχές» της Νέας Σκηνής που είναι γνωστότερο σαν το θέατρο του Λευτέρη Βογιατζή.

Τι να πω! Αγνοώ αν η καλή, ξανθιά Ειρήνη είχε υπόψη της το γράμμα του «Παντοδύναμου Θεού» στο Evening Standard. Ετσι, ως God Almighty, υπογράφει ένας θεατής από την Κινσάσα του Κογκό -δεν κάνω πλάκα!- που είδε την παράσταση «The Dying Of Today» στο Arcola Theatre του Λονδίνου, και επέμενε ότι «Για 70 λεπτά ένιωθα να με πάνε και να με φέρνουνε από την κόλαση μέσω των λέξεων που αποζητούσαν να φτιάξω τις δικές μου εικόνες. Αν δεν έχετε την ικανότητα να ακούτε αυτά που λέγονται στη σκηνή, τότε αυτό το έργο δεν είναι για σας… Αυτό το έργο θα ισχύει σε 50, σε 100, σε 1.000 χρόνια κι όταν όλοι οι σύγχρονοι θεατρικοί συγγραφείς θα έχουν πλέον πάψει να υπάρχουν».

Προσωπικά δεν συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό του συγκεκριμένου Κογκολέζου γι’ αυτή την ιστορία, όπου ένας πελάτης κουρείου ονόματι Δνείστερ λέει στον μπαρμπέρη του ότι έκανε σκοπό της ζωής του να αφηγείται κακές ειδήσεις. Τον προτρέπει μάλιστα να φανταστεί και τη χειρότερη είδηση που βάζει το μυαλό του. Κι ο κουρέας αφηγείται την ιστορία για τους δεκαπέντε χιλιάδες αιχμαλώτους που στριμώχθηκαν σ’ ένα λατομείο «…μόνο όρθιοι δεν μπορούσαν να σαλέψουν ούτε να καθήσουν κάτω ο ήλιος τους έβρασε και τους μαύρισε καθώς ξεψυχούσαν». Κι ανάμεσά τους ήταν κι ο γιος του. Ή μήπως δεν ήταν; «…αλλά τίποτε απ’ αυτά δεν έχει ύψιστη σημασία. Εχει;» λέει ο κουρέας στο έργο. «ΔΝΕΙΣΤΕΡ: Οχι; Τίποτε απ’ αυτά δεν έχει ύψιστη σημασία λέει ο κουρέας, αλλά τότε τι;».

Μην περιμένετε τον παραμικρό ρεαλισμό στα έργα του Χάουαρντ Μπάρκερ, ο οποίος σφραγίζει το έργο του με τον χαρακτηρισμό «Θέατρο της Καταστροφής». Ως μετα-μπρεχτικός, ακολουθεί κι αυτός την επιταγή να μην ταυτίζεται ο θεατής με όσα συμβαίνουν στη σκηνή, αλλά να τα επεξεργάζεται με το μυαλό του και να βγάζει τα δικά του συμπεράσματα. Οι χαρακτήρες στα έργα του είναι ως επί το πλείστον νευρωτικοί, συχνά διεστραμμένοι -τουλάχιστον με την τρέχουσα αστική αντίληψη- και δείχνουν να κινούνται από ολοσκότεινα κίνητρα. Εχοντας διατυπώσει το προσωπικό του «καλλιτεχνικό» μανιφέστο δηλώνοντας ότι «οι άνθρωποι είναι πολύ πιο ωραίοι πεσμένοι καταγής παρά όρθιοι», όπως επισημαίνει κι η Ελισάβετ Σακελλαρίδου, η οποία -νομίζω- πρωτανακάλυψε το έργο αυτό για την Ελλάδα, ο Μπάρκερ είναι ένας «δύσκολος» συγγραφέας που -ακριβώς ως τέτοιος- παίζεται αραιά και πού ακόμα και στην πατρίδα του την Αγγλία.

Στο «Υστατο Σήμερα» -εύστοχα μεταφρασμένος ο πρωτότυπος τίτλος από την Τζένη Μαστοράκη (μπράβο της!), η οποία πάλεψε στην κυριολεξία μ’ ένα στρυφνό πυρετικό κείμενο- οι περιγραφές των μαχών είναι πρωτάκουστα άγριες. «…Για να καταλάβει τα υψώματα οι στρατιώτες έμπαιναν τρέχοντας ποδοπατούσαν τους σκοτωμένους που το γέμιζαν είκοσι κορμιά του βάθους…» και «ο εχθρός τούς πετούσε κατακέφαλα πέτρες πελώριες πολτοποιημένα κρανία πολτοποιημένα πρόσωπα κι ένα δάπεδο από σάρκες». Οπου εκεί βρισκόταν «ο μικρός μου γιος…». Λέει ο κουρέας.

Πού στ’ αλήθεια βρισκόταν; Ο συγγραφέας αναφέρει κάποια Amfipoli, αν και θα ταίριαζε καλύτερα εκείνη η Gallipoli στο Τσανάκαλε, δηλαδή η τοποθεσία όπου στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αφανίστηκαν πεντακόσιες χιλιάδες άνθρωποι, ανάμεσά τους και 145.000 Βρετανοί στρατιώτες. Αλλωστε, η αρχαία Αμφίπολη δεν γνώρισε ποτέ παρόμοιες αιμοσταγείς σφαγές. Πάντως, όπως αναφέρει η καθηγήτρια στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Σακελλαρίδου, στη συγκεκριμένη περίπτωση πηγή για τον Χ. Μπάρκερ ήταν ο Θουκυδίδης και η πανωλεθρία των Αθηναίων στη Σικελία κατά τη δεύτερη φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Προσοχή: λέω «πηγή» γιατί στο έργο αυτό βρίσκεται συμπυκνωμένη μια ολόκληρη κοσμοθεωρία για την αγριότητα των πολέμων – τότε και πάντα. (Αν δεν το έχετε ήδη απολαύσει προτείνω το συγγενικής θεματικής «Ο Κύριός μου ο Αλκιβιάδης» του Αγγελου Βλάχου το οποίο καταλήγει επίσης στον πόλεμο στη Σικελία και στην όχι ιδιαίτερα αξιέπαινη πολεμική αρετή των Ελλήνων.) Οχι, δεν θα περάσετε καλά αν πάτε να δείτε την παράσταση που σκηνοθέτησε ο Λευτέρης Βογιατζής με συνομιλητή του τον «κουρέα» Δημήτρη Ημελλο, έναν ξεχωριστό ηθοποιό ο οποίος αποδεικνύει το πόσο ξεχωριστός είναι, ειδικά στο πρώτο μισό του έργου όπου απλώς ακούει. Δεν είναι σωστό -λένε- να κάνει κανείς συγκρίσεις, αλλά ναι, για τα γούστα μου ο Ημελλος είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον ερμηνευτικά κι από το Νο 1 της παράστασης, τον θεατρώνη, θιασάρχη, σκηνοθέτη -και φίλο- Λευτέρη Βογιατζή. Ο οποίος είναι -συχνά- μονότονος, έντεχνα υποτονικός, ακροβατεί στο χείλος της μανιέρας, υπεροπτικά εγκεφαλικός, αλλά… Αλλά όπως και να το κάνουμε, είναι ένας από αυτούς που εδώ τους μετράμε στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Εικαστικά (Ελένη Μανωλοπούλου) και σκηνοθετικά (ο ίδιος ο ψιλολόγος στις λεπτομέρειες Βογιατζής) η παράσταση ήταν έξοχη. Αν καταφέρετε να καταλάβετε και το περιπεπλεγμένο τι και γιατί τόσο το καλύτερο. Προσωπικά, πάντως, είχα δυσκολίες κι έπρεπε να κάνω φροντιστήριο στο Ιντερνετ.

Μια έξοχη παράσταση με ένα δύσκολα κατανοητό έργο, από τον Λευτέρη Βογιατζή