«Το υπέροχό μου διαζύγιο» στο «Αγγέλων Βήμα», «Πολύ καλά!» στο «Θέατρο Εξαρχείων», «Ανάσα ζωής» στο «Απλό Θέατρο»,

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • Σύγχρονο ξένο έργο
  • ΘΥΜΕΛΗ
  • Τετάρτη 15 Απρίλη 2009
«Το υπέροχό μου διαζύγιο»

«Το υπέροχό μου διαζύγιο» στο «Αγγέλων Βήμα»

  • Τι μπορεί να σημαίνει διαζύγιο, σήμερα, για μια μεσήλικη γυναίκα, που απομένει μόνη στο σπίτι, με φευγάτο μακριά της το ένα και μοναδικό παιδί της, κι άνεργη, αφού πριν χρόνια, λόγω των συζυγικών και μητρικών υποχρεώσεων, εγκατέλειψε τη δουλειά της; Σημαίνει δυσκολία αναπροσαρμογής στη νέα της πραγματικότητα. Μοναξιά, ανασφάλεια, βύθισμα στις σκέψεις της. Συνεχείς αναδρομές στο παρελθόν της, στις μνήμες της νιότης, στον έρωτα, στα καλά και τα κακά του συζυγικού βίου της. Στις προσδοκίες, στις διαψεύσεις και απογοητεύσεις της. Σημαίνει απολογισμό της μέχρι τώρα ζωής της, φόβο για το αύριο, τρόμο για τα γηρατειά και το μοναχικό τέλος. Σημαίνει είτε ότι βουβαίνεται, είτε μονολογεί φωναχτά, ίσως και παραληρηματικά, για τις απώλειες της ζωής της. Μπορεί να μιλά με τον εαυτό της, μόνο και μόνο για να ακούει τουλάχιστον τη δική της φωνή. Για να γεμίζει λίγο την «άδεια» ζωή της, τον «άδειο» από άλλο πλάσμα και υπό μετακόμιση σπίτι της. Για να μην πάψει να είναι ζωντανό – έλλογο πλάσμα, να μη χάσει τις ανθρώπινες ιδιότητές της. Να μην τρελαθεί… που ο άχαρος πια σεξουαλικά άντρας της, μισόγερος πια το ‘ριξε στον έρωτα με νεαρές. Να βάλει σε τάξη το μυαλό της, ίσως, και με ψυχολογική στήριξη. Αυτό συμβαίνει με τη γυναίκα που με θαυμαστή απλότητα, αμεσότητα, γλυκόπικρη ειρωνεία, κυρίως με ψυχογραφική δεινότητα, έπλασε η Ιρλανδή συγγραφέας Τζέραλντιν Αρον, στο μονολογικό έργο «Το υπέροχό μου διαζύγιο». Το πρόσωπο του έργου είναι μια συνήθης γυναίκα, που με αξιοπρέπεια μάχεται τη μοναξιά και την πίκρα της, συνειδητοποιώντας ότι ένα διαζύγιο δε σημαίνει και το τέλος της ζωής της. Οτι έχει δικαίωμα να ξαναβρεί τον εαυτό της, να συνεχίσει να ζει φυσιολογικά, να ξαναγαπηθεί. Το έργο, σε εκπληκτικής αμεσότητας, αλήθειας, χυμώδους γλώσσας μετάφραση της Μαργαρίτας Δαλαμάγκα – Καλογήρου, με λιτότατα καλαίσθητο και συμβολικό σκηνικό του Παύλου Ιωάννου, με απέριττα ρεαλιστική αλλά και με αίσθηση του χιούμορ, σκηνοθεσία του Κοραή Δαμάτη. Η σκηνοθεσία κεντράροντας στην αλήθεια του προσώπου, εμπιστεύθηκε και αφέθηκε απόλυτα στη μεγάλη θεατρική απόλαυση, στη συγκίνηση αλλά και το γέλιο, που προσφέρει η υπέροχη, γεμάτη αλήθεια, αμεσότητα, μελαγχολία αλλά και πληθωρικό χιούμορ, μεγάλης εκφραστικότητας και σκηνικής λάμψης ερμηνεία της πολύτιμης για το θέατρό μας ηθοποιού Σμαράγδας Σμυρναίου. Μια ερμηνεία λεπτουργημένης βυθοσκόπησης και χειμαρρώδους ανάδυσης του ψυχισμού μιας πληγωμένης, προδομένης, μοναχικής γυναίκας, που όμως με αξιοπρέπεια, υπομονή και σθένος συνεχίζει να δίνει τη «μάχη» που λέγεται ζωή. Μια ερμηνεία «ύμνος» τελικά για τη ζωή.
«Ανάσα ζωής»

«Πολύ καλά!» στο «Θέατρο Εξαρχείων»

  • Δομημένο με την τεχνική του «θεάτρου μέσα στο θέατρο», εξομολογητικά αυτοβιογραφικό και αυτοψυχαναλυτικό, αλλά και αυτοσαρκαστικής διάθεσης κωμωδία είναι το έργο της Αμερικανίδας δραματουργού Λίζα Κρον «Πολύ καλά!». Σήμερα ουκ ολίγοι ψυχολόγοι θεωρούν τη θεατρική πράξη ως αποδοτικό μέσο ψυχοθεραπείας. Ουκ ολίγοι θεωρούν ότι οι καλλιτέχνες του θεάτρου υποχρεούμενοι από την τέχνη τους να αναλύουν, να ενδοσκοπούν, να ενσαρκώνουν χαρακτήρες, συναισθήματα, προβλήματα, συγκρούσεις ποικίλων ανθρώπινων υπάρξεων και ποικίλων κοινωνικών φαινομένων και καταστάσεων, κατά κάποιο τρόπο, συνειδητά ή ασυνείδητα υπόκεινται σε αυτοψυχανάλυση και, ίσως, εν μέρει σε αυτοθεραπεία. Η Αμερικανίδα συγγραφέας φαίνεται να πιστεύει στην ψυχαναλυτική ιδιότητα του θεάτρου και αυτό κάνει με το έργο της, βγάζοντας στη φόρα, επί σκηνής, τα ψυχολογικά «άπλυτά» της. Την ψυχολογική σχέση της, τα «κόμπλεξ» της, την προσπάθειά της να απογαλακτιστεί από τη φαινομενικά απλοϊκή αλλά δυναμική γριά πια μάνα της. Η κόρη γράφει, σκηνοθετεί και προσπαθεί να παρουσιάσει μια παράσταση που να βιογραφεί και να ψυχαναλύει την ίδια, όσο ζούσε με την οικογένεια, αλλά και τη μάνα της, η οποία, αν και λαϊκή γυναίκα, είχε το χάρισμα να ασχοληθεί με τα κοινά ζητήματα της κοινότητάς τους, δραστήρια και αποτελεσματικά και να καταξιωθεί στη συνείδηση όλων των κατοίκων. Παρά τη συγγραφική, σκηνοθετική και παραστασιακή προσπάθεια της κόρης να καταξιωθεί ως δυνατότερη και σημαντικότερη της μάνας προσωπικότητα, η τελευταία με την ψυχολογικά υγιή, ανεπιτήδευτη απλότητα, παρορμητικότητα, λαϊκή αφέλειά της, άθελά της αποδιοργανώνει και διαλύει την παράσταση. Κερδίζει τις εντυπώσεις και γίνεται το επίκεντρο του «παιχνιδιού». Το ενδιαφέρον και έξυπνα γραμμένο έργο, με ρέουσα μετάφραση της Αννίτας Δεκαβάλλα, λειτουργικά μεταμορφούμενο σκηνικό και σύγχρονα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού, με χιουμοριστική μουσική του Πλάτωνα Ανδριτσάκη και αρμόζοντες φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, σκηνοθετήθηκε με πολύ χιούμορ από τον Τάκη Βουτέρη, σαν σουρεαλιστικό «παιχνίδι» θεάτρου. «Παιχνίδι» που ψυχογραφεί όχι μόνο τα δύο κύρια πρόσωπα, αλλά και την ψυχολογία των θεατρίνων και παράλληλα αποκαλύπτει την «κουζίνα» του θεάτρου, των παρασκηνίων, των απρόβλεπτων ατυχημάτων, των τεχνικών μέσων και των λαθεμένων χειρισμών τους κατά την προετοιμασία ακόμα και την ώρα της παράστασης. Κυρίαρχη, μεταξύ του συνολικά καλού υποκριτικού επιπέδου, είναι η ερμηνεία της Ελένης Γερασιμίδου. Με την έμφυτη, πληθωρική αλλά και πάντα καλοζυγιασμένου μέτρου κωμικότητά της, την αμεσότητα, τη φυσικότητα, την αλήθεια και το λαϊκό αίσθημά της η Ε. Γερασιμίδου πλάθει απολαυστικά αλλά και συγκινητικά τη μάνα. Πολύ καλή, με πικρόγευστη αίσθηση του χιούμορ είναι η ερμηνεία της Αννίτας Δεκαβάλλα. Γόνιμες οι ερμηνείες των Λιάνας Παρούση, Ανδρης Θεοδότου, Τάσου Πολιτόπουλου και Γιώργου Δεπάστα.
«Πολύ καλά!»

«Ανάσα ζωής» στο «Απλό Θέατρο»

  • Γνωστή από την κινηματογραφική μεταφορά της η «Ανάσα ζωής» του Ντέιβιντ Χέαρ, αν και δεν είναι έργο μεγάλης δραματουργικής πνοής, με τη λιτή ρεαλιστική πλοκή του, με το θέμα του και προπάντων με την ψυχογραφική εμβέλειά του, προσφέρεται για υποκριτική άμιλλα, για δύο μεγάλες γυναικείες ερμηνείες. Πρόσωπα του έργου είναι δυο μεσήλικες γυναίκες. «Αντίζηλες» επί πολλά χρόνια, εγκαταλειμμένες και οι δυο από τον άνδρα – ο άνδρας υπήρξε εραστής της μίας (μιας ανύπαντρης, συνταξιούχου επιστήμονα) και σύζυγος της άλλης – με πρωτοβουλία της συζύγου, συναντιούνται για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή τους. Η σύζυγος αναζητά μια «εξήγηση» του γιατί ο άντρας της παντρεύτηκε εκείνην, ενώ με την άλλη ήταν ερωτευμένος και στα νιάτα του, αλλά και δεν τη λησμόνησε ποτέ. Εκείνη που ερωτεύθηκε στη νιότη του, παρέμεινε το πρόσωπο αναφοράς της ζωής του. Η επίσκεψη της συζύγου – γνωστής συγγραφέα πια – στο σπίτι της ερωμένης γίνεται με το πρόσχημα ότι η πρώτη θέλει να γράψει ένα βιβλίο γύρω από τη ζωή της. Η συζήτηση, η αλληλοκατανόηση και η αλληλοπροσέγγιση των δύο γυναικών είναι δύσκολη. Συγκαλυμμένα οδυνηρή, γιατί αλληλοαναγκάζονται σε ανασκόπηση, απολογισμό, κριτική επανεκτίμηση της ζωής τους. Γιατί, με την επιστροφή στο παρελθόν, με την επιστροφή στο «καμίνι» της μνήμης «αναζωπυρώνουν» βιώματα, ιδέες, όνειρα, προσδοκίες της νιότης που διαψεύσθηκαν. Σταδιακά οι δύο γυναίκες οδηγούνται σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση, παραδοχή, αποδοχή της ζωής τους και τελικά στην αλληλοκατανόηση, στην αλληλοσυγχώρηση, στην αλληλοσυμπάθεια και τελικά στην αλληλολύτρωσή τους από τον «υπαίτιο» της μοναξιάς και της πίκρας τους. Το έργο σε εύγλωττα ψυχογραφική μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, ρεαλιστικής ακρίβειας και καλαισθησίας σκηνικό και σύγχρονα κοστούμια του Γιώργου Πάτσα, «ντυμένο» μελωδικά από την πάντα αισθαντική Ελένη Καραΐνδρου, σε ρεαλιστικά λιτή, ατμοσφαιρικού κλίματος σκηνοθεσία του Αντώνη Αντύπα, στηρίζεται στις πολύ καλές ερμηνείες δύο πραγματικά ταλαντούχων, πολύπειρων, υπεραισθαντικών, αλλά και με πνευματικότητα ηθοποιών. Της Ράνιας Οικονομίδου (υπερέχει ερμηνευτικά) και της Λυδίας Φωτοπούλου.
Advertisements

«Το υπέροχό μου διαζύγιο» στο «Αγγέλων βήμα»

  • Διαπλέοντας τη μοναξιά
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

Η Σμαράγδα Σμυρναίου στην παράσταση «Το υπέροχό μου διαζύγιο» που παίζεται στο θέατρο  «Αγγέλων βήμα» σε σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη
  • Είναι, πράγματι, ανεξάντλητο το θέμα της ανθρώπινης μοναξιάς; Θα έλεγα, μόνο της ανθρώπινης; Αν είστε φιλόζωος θα έχετε συχνά συνταραχτεί από τη βίωση της μοναξιάς ενός σκύλου. Κάθε μοναξιά είναι η βίωση μιας απώλειας. Γι΄ αυτό, επειδή είναι άπειροι οι τρόποι και οι λόγοι που οδηγούν στην απώλεια αγαπημένων προσώπων ή πραγμάτων ή και του χρόνου, άπειροι είναι και οι τρόποι για να περιγραφεί η μοναξιά είτε στη λογοτεχνία είτε στο θέατρο, στο σινεμά, στον χορό κ.λπ. Η άγνωστή μας στην Ελλάδα ιρλανδικής καταγωγής συγγραφέας Τζέραλντιν Άρον καταπιάστηκε με τη μοναξιά της εγκαταλειμμένης, χωρισμένης, διαζευγμένης γυναίκας. Το έργο της Άρον εκ των πραγμάτων είναι μονόλογος, διότι ο μονόλογος για ένα θέμα μοναξιάς επιτείνει ώς τα άκρα το συναισθηματικό φορτίο των περιπτώσεων.
  • Η μονολογούσα γυναίκα, σ΄ αυτό το έργο που φέρει τον τίτλο «Το υπέροχό μου διαζύγιο», στην πιο κρίσιμη ηλικία της, γύρω στα πενήντα, έτσι ξαφνικά εγκαταλείπεται από έναν έτσι κι αλλιώς αδιάφορο σύζυγο, που ανακαλύπτει τον «σκοπό» της ζωής σε νεαρά τρυφερούδια. Με μια έφηβη κόρη η εγκαταλελειμμένη γυναίκα, ύστερα από την πρώτη ψυχρολουσία που την αφήνει άφωνη και αφού εγκαταλείπεται και από την κόρη που αποφασίζει να ζήσει αυτόνομη και ανεξάρτητη ζωή, προσπαθεί να περπατήσει στο κενό που δημιουργείται. Έχοντας ως μοναδική, ώς εκείνη τη στιγμή, ερωτική εμπειρία τον γάμο της και έχοντας αφεθεί στη ρουτίνα αλλά και τη ραστώνη της έγγαμης συνήθειας, νιώθει άοπλη μπροστά στη λεηλασία της μοναξιάς. Ακόμη και η ηλικιωμένη μητέρα της βρίσκει τρόπους να νιώθει κυριολεκτικά «ροκ». Ο μονόλογος που καταγράφει με έξοχο σπαρταριστό τρόπο τη μοναχική της πορεία και τις δοκιμές που εφευρίσκει για να αποφύγει την αυτοκαταστροφική λύση, διανύει χρόνο τριών ετών.
  • Έτσι, με απλές μεταβάσεις από τη μια κατάσταση στην άλλη, με μια μικρή σκηνική συσκότιση, απολαμβάνουμε (;) τις τακτικές και στρατηγικές της κινήσεις για να περάσει τη σκοτεινή σήραγγα που της έλαχε. Αλλάζοντας συνεχώς προσωπεία, αμφιέσεις, μεθόδους προσεγγίζει άλλοτε δειλά, άλλοτε αυθάδικα διάφορες εστίες που υπόσχονται σωτήριες καταφυγές. Διοχετεύοντας την κατάθλιψή της σε δραστηριότητες και άλλοτε κρυπτόμενη στο κλουβί της, αποτυγχάνει γιατί κουβαλάει τα μικροαστικά της σύνδρομα, τις ηθικές της προκαταλήψεις, τα ταμπού της και την αποτιτανωμένη της αξιοπρέπεια.
  • Ζει σε μια μεγαλούπολη και οι ευκαιρίες είναι άπειρες για διαφυγή, αλλά πάντα κάτι την κρατάει από το να αφεθεί χωρίς χαλινό στην απόλαυση ενός βίου χωρίς πλέον λογοδοσία. Βιώνει κατά τρόπο συγκλονιστικό τον τρόμο μπροστά στην ελευθερία, το πιο σύνηθες σύνδρομο του μέσου ανθρώπου.
  • Η Άρον γνωρίζει καλά τη γλώσσα του θεάτρου. Γλεντάει με το χιούμορ που ξεπηδάει μέσα από τις καταστάσεις που διέρχεται η ηρωίδα της. Γλεντάει με τα αδιέξοδά της που γνωρίζει να τα κλιμακώνει και να τα οδηγεί στον παροξυσμό. Χαίρεται με τις σιωπές τις γεμάτες αμηχανία ή έκπληξη ή ακόμη και ηθικό αιφνιδιασμό για τη μικροαστή νοικοκυρούλα. Ενδιαμέσως, επειδή η ηρωίδα της δεν είναι οικονομικά ανεξάρτητη, αναλύει και τις εργατικές και κοινωνικές συνθήκες που έχει να αντιμετωπίσει, πράγμα που εντείνει τα αδιέξοδά της και πολλαπλασιάζει τα καταθλιπτικά συμπτώματα. Η Άρον με μετρημένες δόσεις περνάει από την ιλαρότητα στο δράμα και από το υπαρξιακό φιάσκο στον τραγικό λήρο.
  • Το αξιοθαύμαστο σ΄ αυτό το λιτό κείμενο είναι πως δεν μας περιγράφονται άγνωστα πράγματα, κάπου κάποτε τα έχουμε βιώσει στο άμεσο περιβάλλον μας αλλά η συσσώρευσή τους, η ακολουθία τους, οι αλυσιδωτές αντιδράσεις που προκαλούν μέσα στη μιάμιση ώρα που διαρκεί ο μονόλογος μας δονούν αλλά και μας καθαίρουν, διότι η συγγραφέας οδηγεί τα πράγματα σε μια λυτρωτική ισορροπία. Δεν δίνει βέβαια, ούτε συνταγή και οδηγό, συμβουλές βίου. Δεν είναι διδακτικό και πολιτικά ορθό το κείμενό της. Μια όψη και μια πιθανότητα λύσης προσφέρει, σαφώς όμως αισιόδοξη για να ξεπεράσει κανείς την αφόρητη μοναξιά που φέρνει η απώλεια της σιγουριάς, της βεβαιότητα και της συνήθειας. Στο έξοχο κτιριακό διαμαντάκι της οδού Σατωβριάνδου, όπου έχει στεγάσει τα όνειρά του ο Κοραής Δαμάτης και το «Αγγέλων βήμα» του, η κ. Μαργαρίτα Δαλαμάγκα- Καλογήρου μετέφρασε το κείμενο της Άρον με θεατρική γνώση της σκηνικής σαφήνειας και του ρυθμού της καθημερινότητας της ποίησης. Ο Παύλος Ιωάννου δημιούργησε έναν χώρο διαθεσιμότητας, εκκρεμότητας, ανασφάλειας και σχεδίασε μια σειρά από κοστούμια φυγής και πανικού.

ΙΝFΟ: «Το υπέροχό μου διαζύγιο» στο «Αγγέλων βήμα» (Σατωβριάνδου 36, Ομόνοια. Τηλ.  210-5242211-3).

Κεντήματα… οάσεις

  • Ήταν τέτοια η συμμετοχή του κοινού, ιδιαίτερα του θηλυκού γένους, ώστε στα αποσιωπητικά της κάποιες κυρίες συμπλήρωναν την πρόταση και συχνά σε ένα αυτοσχέδιο ιντεράκτιβ ρωτούσε το κοινό και κείνο απαντούσε δίνοντας λύση στα προβλήματά της. Όταν έχουμε μπαφιάσει από το τηλεοπτικό παίξιμο και το τάχα μου τάχα μου μιας θλιβερής υποκριτικής, κεντήματα σαν αυτά της Σμυρναίου είναι οάσεις στην ερημοποίηση και τη Σαχάρα μιας συγκεκριμένης εμπορευματοποιημένης θεατρικής πιάτσας.

Αστραπιαίες αλλαγές ψυχισμού

  • O Κοραής Δαμάτης είναι σκηνοθέτης που γνωρίζει να στήνει σκηνές πολυπρόσωπες και σκηνές χαμηλής θερμοκρασίας. Δίδαξε το κείμενο με έμφαση στα απροσδόκητα των καταστάσεων, στις αστραπιαίες αλλαγές ψυχισμού, στις γέφυρες που ενώνουν την αποτυχία, την απόπειρα και το ρίσκο. Έδωσε βάθος στο κείμενο και δραματοποίησε χωρίς υπερβολές αλλά με υπαρξιακές κενώσεις τις σιωπές του. Είχε ένα ώριμο, έξοχο τεχνικά και καλλιεργημένο φωνητικά όργανο με ψυχή. Η Σμαράγδα Σμυρναίου έχει πλέον κατακτήσει μια υποκριτική λιτότητα, μια αμεσότητα στην έκθεση ακόμη και των πλέον μύχιων συναισθημάτων που αφοπλίζει την τεχνική, ενώ η τεχνική ως υπόβαθρο οργιάζει. Εξάλλου, αυτό δεν είναι το μέγα κατόρθωμα των σημαντικών καλλιτεχνών, να φαίνεται ότι αυτοσχεδιάζουν, ότι χωρίς μόχθο οικοδομούν έναν χαρακτήρα, ενώ έχει προηγηθεί επώδυνη κύηση και επώδυνος τοκετός;
  • Η Σμαράγδα Σμυρναίου έπλασε έναν χαρακτήρα πολυσύνθετο με τα αναγκαία υλικά, χωρίς περιττολογίες και μαλάματα. Σπαρακτικό, γελοίο, αφελή, απελπισμένο, βουλιμικό και συνάμα υστερικό, ανοργασμικό και συνάμα ερωτικά διαθέσιμο, παιδί και έμπειρο ώριμο άτομο.