Αληθινά σενάρια ζωής. «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή στο Εθνικό Θέατρο

Στιγμιότυπο από την πολυπρόσωπη παράσταση του έργου του Κώστα Ταχτσή, που σκηνοθετεί ο Σταμάτης Φασουλής.

Ενα έργο διάστικτο με ενότητες της αθηναϊκής ανθρωπογεωγραφίας, «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, όπως το είδαμε στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, μέσα από τη θεατρική προσαρμογή-άθλο των Σταμάτη Φασουλή και Θανάση Νιάρχου.

Ξαναδιαβάζοντας το «Τρίτο Στεφάνι» (1962), μου ήρθαν στο νου τα λόγια του Σεφέρη: «Εκείνο που δίνει ένταση σε μια λέξη ή σε μια εικόνα είναι αυτός ο κορεσμός, αυτός ο εμποτισμός με συναισθήματα, που γίνεται στα σκοτεινά βάθη της ψυχής του ποιητή.» Ο λόγος του Ταχτσή, διάστικτος από συναισθηματικά τοπία, με μια πρωτόγνωρη για την εποχή του προφορικότητα, έδωσε φωνή στο καθημερινό ιδιόλεκτο της μικροαστικής τάξης, υποκλίθηκε στον αγώνα της για επιβίωση, χάιδεψε τις υπερβάσεις, τις ψευδαισθήσεις, τις ματαιώσεις, τις πονηριές, ακόμα και τις ευτέλειές της. Και μπορεί σήμερα να μη διαθέτει την ιδία δραστικότητα, ωστόσο δεν παύει να επαναφέρει στη μνήμη κρίσιμους καιρούς, που διαμόρφωσαν τον ψυχικό και ηθικό ορίζοντα του Νεοέλληνα.

Σε πρώτο πλάνο, η Νένα Μεντή στο ρόλο της Εκάβης και η Φιλαρέτη Κομνηνού, ως Νίνα, στην παράσταση του Εθνικού.

Η θεατρική προσαρμογή του μυθιστορήματος από το Σταμάτη Φασουλή και το Θανάση Νιάρχου, αναμφίβολα, ήταν ένα γιγαντιαίο εγχείρημα. Ευτυχώς με αίσιο τέλος, καθώς οι δημιουργοί του, ξεκινώντας από τις σιωπηλές γραμμές ενός βιβλίου, κατάφεραν να αναπτύξουν επί σκηνής τους κραδασμούς που αντηχούν μέσα τους. Και συνέθεσαν ένα μελοδραματικό έπος ελληνικότητας, που μοναδική αχίλλειος πτέρνα του είναι η εξίσου επική διάρκειά του (πάνω από τέσσερις ώρες μαζί με το διάλλειμα).

Το «Τρίτο στεφάνι», έργο αυτοβιογραφικό, καταγράφει αληθινά σενάρια ζωής, έστω και μέσα από «τα παραμορφωτικά φίλτρα που περνάει μια πραγματική εμπειρία» ή τον εμπλουτισμό της με πλασματικά στοιχεία, όπως ομολογεί ότι εφηύρε ο συγγραφέας τους. Ο Ταχτσής δεν στέκεται μόνο στην ψυχαναλυτική σκιαγράφηση χαρακτήρων. Από τη μια αρπάζει ένα φευγαλέο άγγιγμα, κάποιο επιθετικό μυωπικό βάδισμα, ένα τσακισμένο βλέμμα, τετριμμένες καθημερινές συμπεριφορές, λαϊκότροπες μέχρι αγοραίες κουβέντες, μεγάλα και μικρά πάθη και τα μετατρέπει σε λογοτεχνία. Από την άλλη, οι ζωές των ηρώων του σταθμεύουν στα σημαντικά ιστορικο-πολιτικά γεγονότα που σφράγισαν το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα.

Η παράσταση του Εθνικού θεάτρου, με εύστοχα ενδύματα εποχής (Ντένη Βαχλιώτη), αλλά άστοχη, για την περίπτωση, αφαιρετική σκηνογραφία (Έλλη Παπαγεωργακοπούλου), διατηρεί το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου, καθώς και τη χρονική του παλινδρόμηση (για παράδειγμα, εκεί που η μνήμη ανασκαλεύει ένα συμβάν της δεκαετίας του ’30, πετάγεται στο ’50 και έπειτα ξαναγυρνάει στο 1912).

Δύο γυναίκες λαϊκής καταγωγής, η Εκάβη και η Νίνα, αφηγούνται την ιλαροτραγική ιστορία τους. Το παρελθόν τους ζωντανεύει τόσο μέσα από φρενήρεις μονολόγους όσο και από την αναπαράστασή του. Με κινηματογραφική γραφή, νατουραλιστική λεπτομέρεια και σκηνικό νεύρο, ο Σταμάτης Φασουλής στήνει μια ρυθμική παράσταση, στην οποία η γλώσσα υψώνεται σαν πρωταγωνιστική δραματική παρουσία. Ωστόσο, η δομημένη επαναληπτικότητα αφήγησης-αναπαράστασης από ένα σημείο και μετά αφαιρεί το στοιχείο της έκπληξης και η έκπληξη του αποθεωτικού φινάλε μοιάζει ασύνδετη με όσα έχουν προηγηθεί.

Η Νένα Μεντή (Εκάβη), άμεση και πληθωρική, ευάλωτη και δυναμική, ευτελής και υπεράνω, καταθέτει την ψυχή της σε μια ρωμαλέα ερμηνεία. Η Φιλαρέτη Κομνηνού (Νίνα) κρατάει με άνεση επίσης μια μεγάλη φέτα του χειμαρρώδους κειμένου. Ο λιτός και ουσιώδης Γιάννης Νταλιάνης και ο ορμητικός, αλλά ακόμη άγουρος Γιάννης Στάγκογλου ξεχωρίζουν ανάμεσα στους ερμηνευτές που κρατούν μικρότερους, αλλά σημαίνοντες ρόλους. Την πολυπρόσωπη διανομή συμπληρώνουν οι: Όλγα Δαμάνη, Μαρία Ζορμπά, Δημήτρης Κουτρουβιδέας, Ντόρα Σιμοπούλου, Τάνια Τρύπη και δεκαπέντε νεότεροι ηθοποιοί.

  • Κριτική: ΕΛΕΝΗ ΠΕΤΑΣΗ, Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, Παρασκευη, 15 Ιανουαριου 2010

Advertisements

«Το τρίτο στεφάνι» στη Σκηνή Κοτοπούλη του Εθνικού Θεάτρου

Μικροαστική Θεία Κωμωδία

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Από την παράσταση «Το τρίτο στεφάνι» (του Κώστα Ταχτσή) με τη  Νένα Μεντή που παίζεται στο Εθνικό Θέατρο- Σκηνή Κοτοπούλη  σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή
  • Οι μυθιστορηματικές σάγκες οικογενειακής πλοκής είναι μια από τις σημαντικότερες κατηγορίες του αφηγηματικού λόγου στην ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού

Oι θεμελιώδεις πυρήνες του είδους αυτού βρίσκονται μέσα στο ομηρικό έπος και αργότερα, έστω τεμαχισμένες, υπηρετώντας το τραγικό σχέδιο, μέσα στις τραγωδίες που ουσιαστικά δύο οικογένειες αφορούσαν, τους Λαβδακίδες των Θηβών και τους Ατρείδες του Άργους. Μερικές μάλιστα τραγωδίες, όπως οι «Φοίνισσες» του Ευριπίδη, είχαν ενδεικτική επική δομή και σχεδόν κάλυπταν, μαζί με τις καταγωγικές του μύθου αναφορές στα χωρικά, τέσσερις με πέντε γενιές.

Ο Κώστας Ταχτσής αφηγήθηκε τη «σάγκα» των Ελλήνων μικροαστών χωρίς να αποστεί κατά κεραίαν από την αφηγηματική, δομική και επική δοσολογία. Προίκισε τον λογοτεχνικό μας κανόνα με ένα έργο μοναδικής αυθεντικότητας. Κατέγραψε με ακρίβεια ζυγαριάς φαρμακοτρίφτη, παρατήρηση μικροβιολόγου, σχολαστικότητα γλωσσοκοινωνιολόγου την παθογένεια μιας εποχής, όπως αναδεικνύεται στο πειραματικό εργαστήρι μέσα από τη στατιστική πύκνωση μιας πυρηνικής μέσης μικροαστικής οικογένειας. Διότι τα πάθη, τα βάσανα, οι αμαρτίες, τα αδιέξοδα, τα μίση και οι έρωτες, οι αναστολές και οι ματαιώσεις, οι φαντασιώσεις και οι ψευδαισθήσεις, οι μισές αλήθειες και τα μισά ζωτικά ψέματα της οικογένειας που απαθανατίζει ο Ταχτσής είναι στατιστικό δείγμα της νεοελληνικής μικροαστικής οικογένειας του 20ού τουλάχιστον αιώνα.

Και έχει ως μικρομοντέλο όλα τα τυπικά γνωρίσματα των τραγικών οικογενειών, τις ίδιες «καταραμένες» ρίζες, τις ίδιες αμαρτίες, τα ίδια, χειρότερα από τα εγκλήματα, λάθη, τις ίδιες απονενοημένες πράξεις και τις ίδιες ατελέσφορες φυγές από το κέντρο του κυκλώνα. Κυρίως όμως σ΄ όλες τις μεγάλες αφηγήσεις, ο κυριαρχικός είναι ο ρόλος ενός καταλύτη, ενός δημιουργικού ή καταστροφικού παράγοντα που υπεισέρχεται σ΄ ένα δομημένο σύστημα, μια οικογένεια δηλαδή εδώ, και τη δυναμιτίζει, την ανατρέπει, την αλλοιώνει, την αναβαπτίζει, την αποχρωματίζει ή τη δηλητηριάζει.

Το «Τρίτο Στεφάνι» είναι μια μικρή ιλιάδα και συνάμα μια οικογενειακή οδύσσεια, μόνο που τώρα συμπρωταγωνιστούν ο Θερσίτης, η Κίρκη, οι Μνηστήρες, ο μαινόμενος Ορέστης, η Ιοκάστη και μια άλλη Εκάβη, το ίδιο βασανισμένη, αλλά και το ίδιο απάνθρωπα εκδικητική.

Μεγάλο άθλο κατόρθωσαν ο Σταμάτης Φασουλής και ο Θανάσης Νιάρχος με τη μεταφορά αυτού του επικού μικροαστικού ποταμού από τον αφηγηματικό χρόνο της μιμητικής πράξεως δι΄ απαγγελίας και αναγνώσεως σε μιμητική πράξη δρώντων.

Κατανόησαν σωστά πως το δράμα αυτού του έπους των μικροτήτων και της αστοχασιάς δεν είναι μόνο η κύρια πλοκή. Ο «Μύθος» του έργου είναι η Γλώσσα του. Η ανορθοδοξία, η τόλμη, η γοητευτική φλυαρία των γιαγιάδων μας με την εμμονή στη λεπτομέρεια, στις αποχρώσεις, στην υπαινικτική πονηριά και στην αφτιασίδωτη ρητορική της λαϊκής ευφράδειας, αυτά είναι τα προικώα της λογοτεχνικής εποποιίας του Ταχτσή.

Και αυτά διέσωσαν, ώστε οδήγησαν τον σκηνοθέτη Φασουλή να στήσει μια σκηνική μίμηση της αφήγησης με δύο θεμελιώδη υλικά της υφής· τον ρεαλισμό της πλοκής και τη μουσική της γλώσσας (στημόνι) και από την άλλη τον νατουραλισμό της υποκριτικής με την επική μπρεχτική απόδοση (υφάδι), ώστε τα τελούμενα να λειτουργούν ως παραξένισμα, δηλαδή τα οικεία στον μέσο Έλληνα δεινά να φαντάζουν και να δείχνονται και να είναι ανοίκεια, δηλαδή να λειτουργούν στην περιοχή και στην περιωπή της Ποίησης, τουτέστιν της Αυτογνωσίας.

Ο Φασουλής πέτυχε απόλυτα να υφάνει με γνήσια σκηνικά μέσα τον επικό μικροαστικό χωρόχρονο πότε εστιάζοντας σ΄ έναν αντιήρωα ιλιαδικής καταγωγής και πότε σ΄ έναν αντι-ήρωα οδυσσειακής καταγωγής που εξελίσσεται μέσα στον χρόνο της ιστορίας και της ατομικής του ωρίμασης.

  • ΙΝFΟ: «Το τρίτο στεφάνι» στο Εθνικό Θέατρο – Σκηνή Κοτοπούλη (Πανεπιστημίου 48, τηλ. 210.3305074 και 210.7234567)
  • Καημός, ειρωνεία, απελπισία

Ο Φασουλής αποδεικνύεται συνεχώς δάσκαλος ηθοποιών, δηλαδή σκηνοθέτης σκηνικού ήθους όχι τροχονόμος και ταξιθέτης, όπως πολλοί. Είχε στη διάθεσή του (και με την απόλυτη, φαντάζομαι, επιλογή του) θαυμάσια ομάδα, κυρίως γυναικών. Η Μεντή πλησίασε μεγάλες υποκριτικές στιγμές της Κοτοπούλη, της Σαπφώς Αλκαίου, της Παξινού, της Μεταξά (και αναφέρομαι σε όσες έπαιξαν ελληνικό λαϊκό ρεπερτόριο).

Η Φ. Κομνηνού σχεδίασε και σάρκωσε τον καλύτερο, ως σύνθεση και αποχρώσεις, έως τώρα ρόλο της. Καημός, ειρωνεία, απελπισία και υπέρβαση. Η Τρύπη άλλη μια φορά αδράχνει τον ρόλο από τα μαλλιά και τον κάνει αυτονόητο, χωρίς να φαίνεται ο μόχθος της έρευνας. Η Δαμάνη με την πείρα της, αλλά και την εσωτερική της τεχνική συνθέτει μικρά διαμαντάκια.  Η Ζορμπά κάνει ακροβασίες πάνω στο βάσανο και την αυτοσυντήρηση, το ένστικτο και το συναίσθημα. Η Βεργέτη ωριμάζει και ωριμάζοντας βαθαίνει, φτάνοντας ώς τη ρίζα του καημού.  Καλωσορίζω την Ηρώ Μπέζου στο θέατρο ουσίας και επιβεβαιώνω τις συνθετικές δυνατότητες της Αγορ. Οικονόμου, της Ματζουράνη, της Σιδερά. Η Ντόρα Σιμοπούλου, χάρμα.

Από τους άνδρες, ο Στάνκογλου με προσόντα και παρουσία- λείπει ακόμη το βάθος- ενώ ο Νταλιάνης ξέρει λιτά να σχεδιάζει τύπους με κοινωνικό περιεχόμενο καταγωγής. Ο Χύτας είναι ηθοποιός πολύφερνος και με μέλλον καλύτερο από το παρόν. Ο Ριμένας στον πλέον απαιτητικό ρόλο, αφού ο Φασουλής θέλησε να προσθέσει εκτός κειμένου μια έξοχη κατά τη γνώμη μου παρενδυτική σκηνή γκογκολικής γραφής διά χειρός Ζενέ. Έπλασε το τραγικό και συνάμα ιδιοφυές είδωλο του συγγραφέα. Ο Κουτρουβιδέας λίγο βέκκιος, ενώ πλάθει μια σειρά εύστοχα σκίτσα με βαθιές χαράξεις ο Δεπάστας.  Μια παράσταση μικροαστικής δαντικής Θείας Κωμωδίας, χωρίς σύνορα ανάμεσα στην Κόλαση και τον Παράδεισο.

  • Μεράκια και νταλκάδες

Το εικαστικό και το ηχητικό περιβάλλον ήταν άψογα. Η Ελ. Παπαγεωργακοπούλου σχεδίασε και εκτέλεσε έναν διαχρονικό χώρο σαν φωτογραφία που έχει πάρει φως. Εξάλλου αυτό είναι το πυρηνικό σκεπτικό τού Ταχτσή: η μνήμη πάμφωτη σαν μεσημέρι- καλοκαίρι κρατάει μέσα στις εκλάμψεις της τα ουσιώδη, τα τραυματικά και τα συνταρακτικά. Η Βαχλιώτη σχεδίασε κοστούμια θεατρικά, ήτοι εποχικά αλλά χαρακτηρισμένα. Καθένας φορά τη μόδα προσαρμοσμένη στο γούστο του ή στην άγνοιά του. Ο Παυλόπουλος κάνει φωτιστικά θαύματα, η Παπαδαμάκη έδωσε κίνηση θεατρικής ουσίας κι όχι τάχα ζωής εποχής. Ο Θ. Οικονόμου και με την πρωτότυπη μουσική του-ήχος βάθους ψυχών και τις επιλογές τραγουδιών απέφυγε την ηθογραφική αναμνησιολογία, αλλά ερμήνευσε μεράκια και νταλκάδες των ηρώων.

//

Ένα τραγικό «Τρίτο στεφάνι»

  • Πολενάκης Λέανδρος, Η ΑΥΓΗ: 20/12/2009

Το πασίγνωστο μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή, «Τρίτο στεφάνι», επικεντρώνει την οπτική του στο άτομο – μονάδα και στη μητριαρχική ελληνική οικογένεια που γεννά, τρέφει, σκοτώνει τέλος τα παιδιά της. Μέσα στις αυστηρές άκαμπτες δομές της οποίας αντανακλάται η αποτυχία της εγχώριας μέσης αστικής τάξης να αναλάβει και να φέρει σε πέρας τον ηγετικό κοινωνικό της ρόλο. Μια παταγώδης ιστορική αποτυχία, που οι συνέπειές της διαρκούν ακόμη, μια και η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί μέχρι σήμερα ως ένα σημείο να οικογενειοκρατείται.

Ο Ταχτσής με το «Τρίτο στεφάνι» δίνει μια πολυπρόσωπη πινακοθήκη ζωνταντών χαρακτήρων και τύπων του νεοελληνικού γίγνεσθαι. Ακτινογραφεί σε πρώτο επίπεδο την ελληνική οικογένεια και μέσω αυτής, βαθύτερα, τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Δεν πρόκειται άρα για μια απλή ηθογραφία με την έννοια που συνήθως δίνουμε στην Ελλάδα σε αυτόν τον όρο, αλλά για κάτι περισσότερο: για την πλήρη εικόνα της εθνικής μας παθογένειας, δηλαδή της εγγενούς μιας αδυναμίας να κόψουμε τον ομφάλιο λώρο που μας συνδέει διαρκώς με μια συμβολική ή πραγματική μητέρα – τροφό. Οι χαρακτήρες του έργου είναι άρα κομμένοι επάνω σε αρχαϊκό «πατρόν» και ως προπλάσματα τραγικά.

Η μεταφορά ενός τόσο πολυπρόσωπου και σύνθετου έργου πεζού λόγου στο θέατρο αντιμετωπίζει βέβαια πολλές δυσκολίες ή ακόμη και παγίδες. Από τη μία μεριά πρέπει να χωρέσει ολόκληρο μέσα στο συμβατικό χρόνο μιας παράστασης και από την άλλη να μην προδοθεί το πνεύμα του.

Η σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή στο «Εθνικό» σε θεατρική διασκευή του ίδιου και του Θανάση Νιάρχου, πετυχαίνει σε γενικές γραμμές το πρώτο (διάρκεια της παράστασης τέσσερις ώρες), αλλά όχι πάντα το δεύτερο. Δίνει την τοιχογραφία των προσώπων και των γεγονότων, το εύρος του βιβλίου, αλλά επίπεδα, χωρίς το βάθος του και χωρίς εκείνο το ιδιαίτερο ύφος του συγγραφέα που σχολιάζει ως αόρατος αφηγητής, κρυμμένος πίσω από τους ήρωες και αυτοσαρκαζόμενος, την κρυφή πληγή που τον «έτρωγε» ως τον τραγικό πρόωρο θάνατό του. Δεν μιλώ για τη γνωστή και δημόσια ομολογημένη ερωτική του ιδιαιτερότητα, αλλά για το σύνδρομο απόρριψης από μια παντοδύναμη δυναστική μητέρα, σε συνδυασμό με τη βία που σφράγισε την παιδική του ηλικία. Αυτό που ονόμασε λίγο πιο πάνω «εθνική μας παθογένεια». Δίνοντας περισσότερη έμφαση σε αυτή καθαυτή την ιδιαιτερότητά του συγγραφέα και υπενθυμίζοντάς την διαρκώς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η παράσταση παρουσίαζε την τάση να ξεφεύγει από το όντως θέμα του έργου. Ακόμη, προσφεύγοντας η σκηνοθεσία σε έναν επιφανειακό νατουραλισμό και σε μια φωτογραφική σχεδόν αποτύπωση, έχανε την πλήρη εικόνα. Φώτιζε τα πρόσωπα μεμονωμένα αλλά όχι την κοινωνία. Ξετύλιγε όπως μπορούσε το «στόρι» αλλά της διέφυγε η ιστορία. Το τραγικό στοιχείο που υποφώσκει, η σκηνοθεσία δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να το δει. Ούτε μπορεί να δεχτεί εύκολα κανείς το ψευδοσυμβολικό τέλος, που ήταν άλλη μια «φαεινή ιδέα» της σκηνοθεσίας: να παρουσιάσει τον θάνατο του Ταχτσή «ζωντανό» στη σκηνή, με φυσικούς αυτουργούς τους ήρωες του βιβλίου του, που όλοι μαζί τον ντύνουν γυναικεία, τον σφάζουον και αποχαιρετούν κατόπιν το κοινό με ματωμένα χέρια, ενώ πέφτει η αυλαία! Τι σκέψη! Αφελή, παιδαριώδη πράγματα, για να μην πω ευθέως αστειότητες, που αναιρούν όποια θετικά στοιχεία της προσπάθειας. Ο Ταχτσής ασφαλώς δεν έπεσε θύμα της συγγραφικής του «μοίρας». Οι πραγματικοί δολοφόνοι του, με σάρκα και οστά, παραμένουν ασύλληπτοι εδώ και είκοσι χρόνια.

Στα θετικά στοιχεία περιλαμβάνω τους ρόλους που με δοσμένη τη σκηνοθετική γραμμή υπηρετήθηκαν σωστά και με συνέπεια από καλούς ηθοποιούς. Η Τάνια Τρύπη, ζεστή και ψυχρή συγχρόνως, κοντινή κι απόμακρη «ωραία Ελένη», δίνει με κύρος τον πιο ζωντανό χαρακτήρα του έργου. Η Φιλαρέτη Κομνηνού με τη γερή τεχνική της ηθογραφεί λεπτομερειακά ως έμψυχη φιγούρα τράπουλας την αμίμητη Νίνα και η Νένα Μεντή «από περιουσίας» δίνει μια άμεσα αναγνωρίσιμη πολύπαθη Εκάβη, θύμα και θύτη συγχρόνως. Η Όλγα Δαμάνη πάντοτε σεμνή και αθόρυβη λάμπει στους τρεις της ρόλους. Ο Γιάννης Στάνκογλου είναι μια δυνατή εικόνα «Δημήτρη» και ο σταθερός Γιάννης Νταλιάνης πλάθει έναν από τους καλύτερους ρόλους του (Αντώνης). Η Ντόρα Σιμοπούλου δίνει μια ενδιαφέρουσα καλοσχεδιασμένη φιγούρα (Ερασμία) και η Μαρία Ζορμπά ως Μαρία συλλαμβάνει το καίριο. Ο Γιώργος Δεπάστας μοιράζει τον καλό του εαυτό ισοδύναμα σε έξι ρόλους. Ελπιδοφόρα παρουσία είναι η Ηρώ Μπέζου, κυρίως ως Βικτώρια. Ο χώρος δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ με λεπτομέρειες στους υπόλοιπους ηθοποιούς, από τους οποίους κανείς δεν υστέρησε. (Αντίνοος Αλμπάνης, Ελένη Βεργέτη, Στέλλα Γκίκα, Χρήστος Καρνάκης, Παν. Κατσώλης, Μιχάλης Κοιλάκος, Δημήτρης Κουτρουβιδέας, Μαργ. Λουμάκη, Χριστιάνα Μαντζουράνη, Αγορίτσα Οικονόμου, Φοίβος Ριμένας, Ελένη Σιδερά, Στράτος Χρήστου, Νίκος Χύτας).

Τα σκηνικά της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου βρήκα κάπως άτολμα. Τα κοστούμια (Ντένη Βαχλιώτη) ικανοποιούν τις ανάγκες της παράστασης. Οι μουσικές του Θοδωρή Οικονόμου «ψαγμένες» και η χορογραφία της Αποστολίας Παπαδάκη κάπως «άψαχτη». Άψογα επαγγελματική όπως πάντα, η μουσική διδασκαλία της Παιονίδου.

*«Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή Εθνικό Θέατρο – Ρεξ

  • «Πόλεμος είναι θα περάσει…»

*«Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή Εθνικό Θέατρο – Ρεξ

  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Και ιδού, σε καιρούς ανοηματικής εξωστρέφειας, ξεκομμένης από κάθε διαπροσωπικό άγγιγμα και επιθυμία, έρχεται από τα βάθη του συλλογικού μνημονικού μας ένα αφήγημα να μας ζεστάνει την ψυχή, θυμίζοντας τη φυλή μας προτού αλλοιωθεί από την έλλειψη βάρους και βάθους της μετανεωτερικής φρενίτιδας, τη μαυρόασπρη Ελλάδα του σημαδιακού πρώτου μισού του περασμένου αιώνα, τους γαλαντόμους με χρόνο και αισθήματα Ελληνες της απαντοχής.

Μερικοί από τους βασικούς ήρωες της παράστασης του Σταμάτη Φασουλή

Μερικοί από τους βασικούς ήρωες της παράστασης του Σταμάτη Φασουλή

Η αυτοβιογραφία-μεταμφιεσμένη-σε-μυθιστόρημα του Ταχτσή, αποτελεί μία σπάνια εθνική ψυχανάλυση της παλιάς μικροαστικής Ελλάδας. Τρεις γενιές συμπυκνωμένες σε δύο εμβληματικές γυναικείες περσόνες μεγάλης ψυχογραφικής διαπεραστικότητας. Μια κοινωνία της επιβίωσης, δηλαδή της μιζέριας, του θράσους και της ανθρωπιάς. Μελοδραματική, αγαπημένη, παχύδερμα κυνική, με αδάμαστη φλόγα ζωής. Οπως η κυρα-Εκάβη.

Πίσω από ψηλά διάφανα ριντό προβάλλουν σαν από τον άλλο κόσμο, σε ενδύματα εποχής (κοστούμια: Ντένη Βαχλιώτη), οι χαρακτήρες του έργου. Στον άδειο παστέλ χώρο (σκηνικά: Ελλη Παπαγεωργακοπούλου), τις μινιμάλ σκηνικές αλλαγές (τραπεζαρίες, νοσοκομείο, αυλές, ταράτσες, κρατητήριο κ.λπ.) αναλαμβάνει μια (μάλλον άχαρη) περιστρεφόμενη κατασκευή πολλαπλών χρήσεων. Το παρελθόν, όταν δεν εξιστορείται στους μαραθώνιους μονολόγους της Εκάβης και της Νίνας, σε χειμαρρώδη προφορικά ελληνικά, γεμάτα μικροαστικά κλισέ, αναπαρίσταται. Στην ασφυκτική παρουσία λέξεων ο Σταμάτης Φασουλής αντιτάσσει οπτική αφαίρεση και ερμηνευτική λακωνικότητα. Ομως το πατινάζ σε δεκαετίες και κοινωνικές καταστάσεις αποδεικνύεται τιτάνιο εγχείρημα. Πόσο μάλλον, όταν σκηνοθέτης και συνδιασκευαστής (Θανάσης Νιάρχος) τάσσονται με ιερή μανία στη μάξιμουμ περίσωση αυτού του λογοτεχνικού έπους.

Το αποτέλεσμα είναι ένα ιλιγγιώδες τετράωρο δρώμενο που δεν παίρνει ανάσα, ούτε εμείς. Από την άλλη, είναι συγκινητική η λεπτότητα, η απουσία σκηνοθετικής εγωπάθειας και η επιστράτευση μιας χυμώδους πείρας, με τα οποία ο Φασουλής παρατηρεί και σχολιάζει χωρίς αντιδικίες το μυθιστόρημα του Ταχτσή.

Απλά και με τεράστια συναισθηματική δύναμη, η Νένα Μεντή σκιαγραφεί έναν χαρακτήρια σχεδόν εξ ολοκλήρου χτισμένο πάνω στο παραλήρημα. Η Εκάβη της παραπαίει, ωρύεται, ικετεύει, καταριέται, πάντα με μια αίσθηση κατεπείγοντος, γεμάτη ακατάπαυστους κλυδωνισμούς. Αυτή η διαρκής ταλάντωση ανάμεσα στην ανάταση και την ποταπότητα, την απελπισία και τον σαρκασμό ορίζει την επιβλητική υπεροχή και της θεατρικής Εκάβης.

Ζεστή, σημαίνουσα η Νίνα της Φιλαρέτης Κομνηνού, είναι ένα αντίβαρο στην επικοινωνιακή παραφορά και τα άγρια ξεκατινιάσματα της πεθεράς της. Οι δύο ηθοποιοί αποτελούν τον στέρεο πυρήνα μιας βραδιάς που, με εξαίρεση τους Γιάννη Στάνκογλου και Γιάννη Νταλιάνη, τείνει να αδικείται από μια πλειάδα άγουρων, συμβατικών ή ποζάτων ερμηνειών, ενίοτε στην κόψη της καρικατούρας.

Η ρεμβώδης εικαστικότητα και οι αλληγορικές πινελιές είναι ένα περίεργο συμπλήρωμα εκζήτησης στη γήινη, επιθεωρησιακή φύση της αφήγησης με τις μελό κορόνες. Οπως η τελευταία εικόνα της Εκάβης, ένα κυρτό, πείσμων χούφταλο, φορτωμένο τον ξύλινο σταυρό του Γολγοθά της. Παράδοξη φαντάζει και η στιλιζαρισμένη σκηνή ξέφρενου «καμπαρέ» του τέλους. Μετά τον ζόφο, ίσως η νότα κατάφασης που εννοούσε, σε πιο αθώα μορφή, ο Ταχτσής, «για να μη γίνει το έργο μια θηλιά γύρω από τον λαιμό του αναγνώστη». Ισως και ένα λασκάρισμα του σκηνοθέτη από τον κορσέ της πιστής συμπόρευσης με ένα μυθιστόρημα αξιώσεων της νεοελληνικής κοινωνίας. Πάντως, μια παράσταση που αξίζει να δούμε για βασικούς λόγους. Δύο από αυτούς: διότι δεν ψεύδεται και διότι μνήμη είναι αυτό που διατηρεί τον άνθρωπο στη ζωή. Και το μέλλον, ένα τέρας μπροστά μας…

Συμμετέχουν: Τάνια Τρύπη, Ολγα Δαμάνη, Μαρία Ζορμπά, Ντόρα Σιμοπούλου, Δημήτρης Κουτρουβιδέας κ.ά. Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου. *

«Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία» στη Νέα Σκηνή – «Το τρίτο στεφάνι» στο Κοτοπούλη – «Η βεγγέρα» στο Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 9 Δεκέμβρη 2009
  • Παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου

«Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία» στη Νέα Σκηνή

«Το τρίτο στεφάνι»

Οποιος πηγαίνοντας στην παράσταση «Ζορμπάς, η αληθινή ιστορία», στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και νομίζει ότι πρόκειται για πιστή διασκευή του μυθιστορήματος του Ν. Καζαντζάκη «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», ή κάτι παρόμοιο με την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, ίσως απογοητευθεί. Πρόθεση του Λιθουανού συγγραφέα και σκηνοθέτη του έργου Τσέζαρις Γκραουζίνις, δεν ήταν μια πιστή διασκευή του μυθιστορήματος. Αντίθετα σκοπός του ήταν, βασιζόμενος βέβαια στο μυθιστόρημα, να γράψει ένα δικό έργο, «εξομολογούμενος» την απόλαυση που ένιωσε διαβάζοντας το καζαντζακικό πρωτότυπο, αλλά και με αφορμή αυτό να αλληγορήσει για τη σχέση ζωής και τέχνης. Βοηθούντος του εύγλωττα σημειολογικού σκηνικού (Βίταουτας Ναρμπούτας), το ενδιαφέρον ως σύλληψη αλλά και με αδυναμίες (συχνά πλατιάζει ή μοιάζει «χύμα») έργο του Γκραουζίνις, με παιγνιώδη πλοκή αναπαριστά την απόλαυση που του πρόσφερε η ανθρωπολογία και η Ελλάδα που αντανακλά το μυθιστόρημα: ο ήλιος, το γαλάζιο ουρανού και θάλασσας, τα λείψανα του αρχαίου πολιτισμού, τα λαϊκά ήθη και έθιμα, η φιλοξενία, η φλόγα, η θυμοσοφία, η καλοσύνη και η λεβεντιά της λαϊκής ψυχής, με θαυμαστά συμπυκνωμένο εκφραστή της τον Ζορμπά. Εμμέσως σχολιάζοντας την ταινία, ο Γκραουζίνις θεωρεί ότι το ανθρωπολογικό «μεγαλείο» του Ζορμπά είναι η πηγαία ψυχοδιάνοιά του και όχι η αρρενωπότητα και ερωτικότητά του. Ορμώμενος από το πρόσωπο του «Συγγραφέα» στο καζαντζακικό μυθιστόρημα, ο Γκραουζίνις εφευρίσκοντας ένα δίσημο εννοιολογικά πρόσωπο (σύμβολο του Χάρου αλλά και της Δημιουργίας), την «Κυρία 1», στήνει ένα «παιχνίδι» μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας αλληγορώντας για τη σχέση ζωής και τέχνης. Για την πραγματικότητα που εμπνέει ένα σπουδαίο καλλιτεχνικό δημιούργημα. Για τη θνητότητα της ζωής και τη δύναμη της δημιουργίας να καθιστά «αθάνατο» έναν υπαρκτό άνθρωπο, λ.χ. όπως ο Ζορμπάς. Πολύχυμη, πολύχρωμη, πικρόγευστα χιουμοριστική η παράσταση του Γκραουζίνις «πλουτίζεται» από την ερμηνεία του Μανώλη Μαυροματάκη, που με απλότητα, αμεσότητα, πηγαία λαϊκότητα και απομυθοποιητικό χιούμορ πλάθει στα μέτρα του λαϊκού ανθρώπου τον Ζορμπά. Αξιοσημείωτη είναι όμως και η ερμηνευτική συμβολή και των Εύας Κεχαγιά, Δημήτρη Πασσά, Απόστολου Πελεκάνου, Μάρως Παπαδοπούλου, Δημοσθένη Ελευθεριάδη, Δέσποινας Κούρτη, Δημήτρη Κουρούμπαλη, Πολυξένης Ακλίδη.

«Το τρίτο στεφάνι» στο «Κοτοπούλη»

«Ζορμπάς, η αληθινή ιστορία»

Το δύσκολο και ριψοκίνδυνο εγχείρημα των Σταμάτη Φασουλή – Θανάση Νιάρχου να διασκευάσουν το πολυδιαβασμένο (και διασκευασμένο τηλεοπτικά), το σπουδαίο, σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό, μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή «Το τρίτο στεφάνι» πέτυχε σε μέγιστο βαθμό. Σεβάστηκε το πρωτότυπο, συμπύκνωσε την πενηντάχρονης σχεδόν διάρκειας μυθοπλασία του. «Ζωντάνεψε» όχι μόνο τα πρωταγωνιστικά, αλλά όλα σχεδόν τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, τη ζωή τους, την Αθήνα, την κοινωνία και τα προβλήματα της εποχής τους. Πρόκειται για διασκευή που γλωσσικά, ανθρωπολογικά, κοινωνιολογικά, ιδεολογοαισθητικά «μυρίζει» Ελλάδα, καθώς μέσα από τη φιλία, τις μνήμες και τις αφηγήσεις δύο γυναικών, της Εκάβης και της Νίνας, ιστορεί και ηθογραφεί τη ζωή, την καθημερινότητα, τις συμπεριφορές, τα ήθη και τις αξίες, τα μικρά και μεγάλα βάσανα, τη φτώχεια και το βιοποριστικό αγώνα, τους πόθους και τα πάθη του λαού της, από τις αρχές ως τα μέσα του 20ού αιώνα. Το λαό που, αυτός και μόνο αυτός, υπέφερε και από τρομερά ιστορικο – πολιτικά γεγονότα: Μακεδονικοί Αγώνες, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή, Ιδιώνυμο του Βενιζέλου, μεταξική δικτατορία με συκοφάντηση, διώξεις και εξορία των κομμουνιστών, τριπλή φασιστική κατοχή και αντίσταση, εμφυλιακά και μετεμφυλιακά χρόνια. Το επιτυχές διασκευαστικό εγχείρημα επέτυχε όμως και όσον αφορά στη σκηνική υλοποίησή του. Πολύπειρος ο Σταμάτης Φασουλής, αξιοποιώντας τις τεχνικές δυνατότητες της μεγάλης σκηνής του «Κοτοπούλη» (κρίμα που αυτή η σκηνή με την προβληματική ηχητική της βλάπτει την ακουστική του λόγου και τις φωνές των ηθοποιών) απέδειξε την ικανότητά του να κινεί πολυπρόσωπες και χωρο-χρονικά πολυεπίπεδες παραστάσεις, πράγμα διόλου εύκολο. Η «κινηματογραφικής» αντίληψης και ροής σκηνοθεσία του με πρώτα, δεύτερα και τρίτα «πλάνα», με ταμπλό βιβάν, με ολιγόλεπτα στιγμιότυπα, με κινούμενες σκηνές εν είδει σκηνών δρόμου και με σκηνές των πρωταγωνιστικών και δευτεραγωνιστικών βασικών προσώπων στο προσκήνιο και στο κέντρο της σκηνής συνθέτει μια πολυπρόσωπη κοινωνική και ανθρώπινη «τοιχογραφία», ελκυστική και στην όψη, χάρη στο λιτό σκηνικό (Ελλη Παπαγεωργοπούλου), στα καλαίσθητα κοστούμια εποχής (Ντέννη Βαχλιώτη), τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Λευτέρης Παυλόπουλος), την εκφραστική κινησιολογία (Αποστολία Παπαδαμάκη). Η σκηνοθεσία, καθοδηγώντας μεθοδικά εικοσιτέσσερις ηθοποιούς (οι δεκαοκτώ υποδύονται πολλούς μικρούς ρόλους), βοήθησε ουσιαστικά στις μεταμορφωτικές προσπάθειες αρκετών. Λόγω των μεγαλύτερων ρόλων αλλά και των υποκριτικών δυνατοτήτων τους ξεχώρισαν οι Γιάννης Νταλιάνης, Ολγα Δαμάνη, Γιάννης Στάγκογλου, Τάνια Τρύπη, Ντόρα Σιμοπούλου, Δημήτρης Κουτρουβιδέας, Γιάννης Λόγγος. Υποκριτικά στέρεη, άμεση και λαμπερή η Φιλαρέτη Κομνηνού (Νίνα). Η Νένα Μεντή, έχοντας υπερακονίσει, σε αφάνταστο βαθμό, τα υποκριτικά μέσα της με την αξέχαστη ερμηνεία της ως «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου», καταθέτει μια νέα σπουδαία, «θηριώδους» ψυχοσωματικής δύναμης, αλήθειας και βαθύτατης λαϊκότητας ερμηνεία (Εκάβη).

«Η βεγγέρα» στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας»

Γεννημένος το 1858 στο χωριό της Καλαμάτας, Τρικότσοβα, γιος αγωνιστή του ’21, με νομικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δημοσιογράφος από νέος, επικριτής του κωμειδυλλίου με κριτική στήλη που έγραφε, δημόσιος υπάλληλος για ένα χρόνο ως υπουργικός γραμματέας, ο Ηλίας Καπετανάκης ανήκει στους «θεμελιωτές» της νεοελληνικής κοινωνικής κωμωδίας. Της «σοβαρής κωμωδίας» ( όπως έλεγε ο ίδιος ο συγγραφέας της αριστουργηματικής κοινωνικής κωμωδίας «Ο Γενικός Γραμματέας»), δηλαδή της κωμωδίας που δεν αποσκοπούσε απλώς στη διασκέδαση των νεοελλήνων, αλλά στην αφύπνισή τους, καυτηριάζοντας τους αγύρτες πολιτικούς, τα βλαβερά κοινωνικά φαινόμενα, τα γελοία ήθη, τη βλακεία, την ξενομανία της μετεπαναστατικής «ψωροκώσταινας», την αμορφωσιά, τη χοντροκοπιά, τη βλακεία, τον μαϊμουδισμό των μικροαστών που μη αντιλαμβανόμενοι το μαύρο χάλι τους, μεγαλοπιάνονταν μιμούμενοι συνήθειες, συμπεριφορές και τον τρόπο ζωής των «αστών». Στο μονόπρακτό του «Η βεγγέρα» σαρκάζει δυο οικογένειες μικροαστών της Αθήνας. Μιας «πρωτεύουσας» χωρίς πολεοδομικό σχεδιασμό, χωρίς δρόμους, βυθισμένη στα σκοτάδια, στο σκουπιδαριό, στη λασπουριά. Το ζεύγος Στενού και ο αναζητών νύφη ανιψιός του, νυχτιάτικα επισκέπτονται το σπίτι του ζεύγους Νερουλού και των δύο – εις ηλικίαν γάμου – θυγατέρων τους που ως κόρες «καλής οικογενείας» σπουδάζουν μουσική και γαλλικά… και του νηπίου γιου τους, ελπίζοντας να αλληλογνωριστούν, να βεγγερίσουν (διασκεδάσουν) και να συμπεθερέψουν. Η βεγγέρα, στο σπίτι – τρελοκομείο των Νερουλών, με μια υπηρέτρια επίσης τρελοκομείο, με τα μυαλά – τρελοκομείο που έχουν και οι δύο οικογένειες, θα αποκαλύψει τα κουσούρια και των οικοδεσποτών και των επισκεπτών και θα τελειώσει κακήν κακώς, με την οικογένεια Στενού να φεύγει άρον άρον και τις μάταια ανταγωνιζόμενες για υποψήφιο «γαμπρό» κόρες Νερουλού, να μένουν «μπουκάλα», αφού αυτός γοητεύεται από την εξαδέλφη τους. Η παράσταση της ενταγμένης στο πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου, ομάδας «Κανιγκούνα», σε σκηνοθεσία του Γιάννη Λεοντάρη, αντιμετώπισε το έργο όχι ως μια ηθογραφική κωμωδία εποχής, αλλά με μια έντονα γκροτέσκα «ματιά», με αποχρώσεις «θέατρου του παραλόγου». Βάσιμη και ενδιαφέρουσα είναι η αισθητική «ανάγνωση» της σκηνοθεσίας. Υπερβάλλει, όμως, σε βάρος των κωμικών χυμών του λόγου και των φαρσικών καταστάσεων. Το κωμικό στοιχείο «πνίγει» η γκροτέσκα σχηματικότητα του λόγου, της κίνησης, της χειρονομίας, της έκφρασης της μάσκας- προσώπου των ηθοποιών, που σε συνδυασμό με τα ευφάνταστου σχεδιαστικά και έντονων χρωμάτων κοστούμια της Θάλειας Ιστικοπούλου και το επίσης έντονο μακιγιάζ θυμίζουν τη σατιρικά γκροτέσκα, ελληνική και διεθνή, σκιτσογραφική παράδοση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Τη σκηνοθετική «ανάγνωση» πειθαρχικά στηρίζουν οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών (αλφαβητικά): Δημήτρης Αγαρτζίδης, Θανάσης Δήμου, Ανθή Ευστρατιάδου, Σύρμω Κεκέ, Μαρία Κεχαγιόγλου, Μαρία Μαγκανάρη, Πέτρος Μάλαμας, Ρεββέκα Τσιλιγκαρίδου.