** «Το τάβλι» Θέατρο Αργώ

  • Ο Αρτό παίζει «Τάβλι»

  • ** «Το τάβλι» Θέατρο Αργώ
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 17 Απριλίου 2010

Ασφαλώς και δεν πήγα στο «Αργώ» ανυποψίαστος. Ούτε υπάρχει κανείς που περιμένει από τον Αρη Ρέτσο μια «κανονική» (ό,τι αυτό σημαίνει) ανάγνωση του διαχρονικού και θλιβερά επίκαιρου για τον νεοελληνικό βίο έργου του Δημήτρη Κεχαΐδη. Το βάθος της θητείας του σκηνοθέτη στον χώρο του αρχαίου και σύγχρονου ποιητικού λόγου προμηνύει μια ξεχωριστή οπτική, έναν δραστικό χρόνο θεάτρου.

Ανυποψίαστος δεν ήμουν, λοιπόν, έμεινα όμως άναυδος. Οχι μόνο γιατί ο Ρέτσος και οι ηθοποιοί του δίνουν μια εκπληκτική για τα κριτήριά μου εκτέλεση του κλασικού νεοελληνικού έργου. Αλλά γιατί απαντούν σε ένα από τα μεγαλύτερα ζητούμενα της σκηνής μας. Από τις προσπάθειες του Αβδελιώδη μέχρι την ομάδα «Ασκηση» οι σκηνοθέτες αναζητούν έναν νέο κώδικα μεταφοράς της αληθινής γλώσσας, του αληθινού ήθους, μακριά από ιδεολογήματα και, κυρίως, μακριά από ωραιοποιήσεις. Εναν κώδικα κοινό και ιδιώνυμο, συλλογικό και προσωπικό, που να λειτουργεί σαν πλατύ μέσο έκφρασης της ατομικής, καλλιτεχνικής και ποιητικής συνείδησης. Ο Ρέτσος έρχεται να τον προσφέρει στο πιάτο. Ορίστε πώς μπορούν να ενωθούν ο Καραγκιόζης με τον Αρτό, ο Κεχαΐδης με τον Ζαρί, ο Ρέτσος με τον Μέγιερχολντ. Σε μια αρραγή, σαφή οπτική με θεατρικότητα, ιδίωμα και κοινωνική κριτική. Ετσι απλά, ο Ρέτσος δείχνει ίσως τον πιο θεαματικά ανοικτό δρόμο για τον μελλοντικό κώδικα του ελληνικού θεάτρου.

Το επίτευγμα του Ρέτσου βρίσκεται στο ότι δεν υπάρχει πια τίποτα ψεύτικο, απουσιάζει η γωνιά της καπατσοσύνης ή της ντόπιας αλληλο-αναγνώρισης, όπου θα μπορούσαν να κρυφτούν ο Κόλιας και ο Φώντας. Δεν είναι μόνον η ανανέωση της παλιάς ταυτότητάς τους ή η απόπειρα ανάδειξης της διαχρονικής παρτίδας τους. Ο Ρέτσος εικονογραφεί τα πρόσωπα του Κεχαΐδη δισδιάστατα και τυπολογικά, μεταφέρει σε αυτά όλη την κωμωδιογραφική υποθήκη της γελοιότητας και το σπασμωδικό γέλιο των μοιραίων. Δεν κρύβεται και δεν υποκρίνεται πίσω από την προοπτική του χρόνου, πίσω από το «βάθος του ήρωα» ή τον όγκο του κοινωνικού ρεαλισμού. Η διδασκαλία του στο «Τάβλι» έχει πριν από όλα να επιδείξει μια άγρια υπερρεαλιστική αθωότητα. Μια αθωότητα χωρίς αναισθητικό.

Δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε άλλη δημιουργικότερη, αποτελεσματικότερη επιβεβαίωση της άποψης ότι το έργο του Κεχαΐδη είναι, πράγματι, ένα από τα λαμπρότερα δημιουργήματα του ελληνικού λόγου. Κι αν απουσίαζε αυτή η εντελώς ασυνήθιστη για τον Ρέτσο σκηνοθετική φλυαρία, θα μπορούσαμε να μιλάμε τώρα για μία από τις μεγαλύτερες παραστάσεις των τελευταίων χρόνων.

Αλλο θαύμα της παράστασης είναι ο τρόπος με τον οποίο οι δύο ηθοποιοί φτάνουν από τα χέρια του σκηνοθέτη στο επίτευγμα της υποκριτικής «μαριονέτας» ή, μάλλον, στο παράδοξό της. Διατηρούν και μεγεθύνουν την ιδιαιτερότητά τους, εντάσσοντας την τεχνική τους σε έναν ανώτερο στοχασμό και σε μια εντελή μηχανή θεάτρου. Ο Κόλιας του Βασίλη Νανάκη και ο Φώντας του Γιάννη Παπαϊωάννου γίνονται τα νευρόσπαστα του περιθωρίου, καρικατούρες γεμάτες από την ενέργεια ενός κρυφού ελατηρίου που κινεί τις σκέψεις και τις πράξεις τους. Με ένα ήθος διάφανο και διαπερατό μπορούν να μεταφέρουν τους τύπους τους αυτούσιους στο σήμερα, με όλο τον θόρυβο, τις εντάσεις και τα ψέματά τους.

Στην παράσταση στο «Αργώ» ο κόσμος ήταν λίγος, και αρκετοί από τους ευάριθμους θεατές ήλθαν, όπως ήταν αναμενόμενο, σε αμηχανία. Αν υπάρχει λάθος, αυτό βρίσκεται στην επιλογή του συγκεκριμένου θεάτρου. Η ιταλική σκηνή ποτέ δεν ανέχτηκε εύκολα τέτοιου είδους ανατροπές.*

Advertisements