Μοναξιά, είσαι η πιο πικρή παρέα…

  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 18 Aπριλίου 2010
  • Γιώργος Μανιώτης, Εξοδος, σκην.: Τάκης Βουτέρης. Θέατρο: Εξαρχείων
  • Ιάκωβος Καμπανέλλης, Οι δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά, σκην.: Τάκης Βουτέρης. Θέατρο: Εξαρχείων
  • Βασίλης Κατσικονούρης, Το μπουφάν της Χάρλεϋ, σκην.: Πέτρος Ζούλιας. Θέατρο: Δ. Χορν (Διονύσια)

Μνήμη Θανου Αρωνη

Ο Τάκης Βουτέρης γιόρτασε φέτος τα πενηντάχρονά του στη σκηνή, ανεβάζοντας ως ηθοποιός και σκηνοθέτης σε κοινό πρόγραμμα ένα μονόπρακτο του Γ. Μανιώτη και ένα του Ιάκ. Καμπανέλλη.

Αποτελούν αμφότερα μονολόγους, στους οποίους βασιλεύει η αδυσώπητη μοναξιά. Ο στρατηγός του Μανιώτη δίνει, σε διασκεδαστική παρελθοντική καθαρεύουσα, οδηγίες σεμνής και ευπρεπούς συμπεριφοράς στους στρατιώτες του, πριν από την τρίωρη έξοδό τους στην παρακείμενη του στρατοπέδου πόλη. Ο λόγος -και ο χαρακτήρας- ξεκινάει υπερήφανος, υπερσυντηρητικός, υπερπατριωτικός: απ’ τις γραμμές του περνούν όλες οι γνωστές παλαιές φανφάρες -ιδίως της επταετίας- που εμφορούσαν το ήθος του στρατεύματος. Ο συγγραφέας ξέρει να φωτίσει κρυφές πλευρές, να σατιρίσει χωρίς οίκτο την απατηλή στρατιωτική ιδεολογία που ξεδιπλώνει την περιφρόνησή της απέναντι στην εργατική τάξη, απ’ την οποία, αλίμονο, ο στρατηγός μας προέρχεται. Προϊόντος του μονολόγου και αφού απομακρυνθούν οι στρατιώτες, το κείμενο «εκθρονίζει» τον ήρωα απ’ το βάθρο του, καθώς μας εξομολογείται τη ματαιότητα του άχαρου βίου του και την τραγικότητα της μοίρας του μέσα στη διάψευση και τη μοναξιά. Δομή σωστή, λόγος αιχμηρός, με ολοκληρωμένο το ιδεολογικό δίπτυχο του στρατηγού.

Ο καλοκάγαθος, τρυφερότατος χήρος Θωμάς του Καμπανέλλη συζητεί με την πεθαμένη γυναίκα του. Ο Καμπανέλλης κατορθώνει, συγκινημένος, να μας συγκινήσει βαθιά με τις μικρές, ασήμαντες λεπτομέρειες της μοναχικής ζωής του κυρίου Θωμά, γιατί τις χρησιμοποιεί με άκρα οξυδέρκεια αλλά και λεπτότητα. Ο ήρωας αποδέχεται την κατάστασή του, «εκμεταλλευόμενος» ίσως μόνον ένα λάθος τηλεφώνου που προσπαθεί να το μετατρέψει σε επαναλαμβανόμενο νυχτερινό διάλογο. Είναι αξιοθαύμαστο το πώς ο Καμπανέλλης κλείνει σιγά σιγά μέσα στα «τείχη» της πλήρους μόνωσης τον κύριο Θωμά, εκλύοντας όμως τελικά το αριστοκρατικότερο συναίσθημα: τη βελούδινη μελαγχολία σε απόλυτα ποιητική γλώσσα. «Διασκεδάζοντας» και διασκευάζοντας, η Μ. Τρικεριώτη αρχιτεκτόνησε ένα έξυπνο μεκανό που μεταμορφώθηκε από εξέδρα του στρατηγού σε κρεβατοκάμαρα του κυρίου Θωμά.

Νομίζω πως ο Βουτέρης σφράγισε με την αβίαστη τεχνική αλλά και την «καταθλιπτική», θα έλεγα, θεατρική προσωπικότητά του, τους δύο αυτούς μονολόγους. Ηταν ένας επιβλητικός στρατηγός που συρρικνώθηκε σταδιακά σ’ ένα ανθρώπινο κουρελάκι. Κι ήταν ένας γλυκός κύριος Θωμάς, ντυμένος με απόλυτη φυσικότητα τις πιτζάμες της απόγνωσής του, γεμάτος διακριτική θλίψη αλλά και την αθωότητα που αναπτύσσει ένας μοναχικός υπερήλικας χάνοντας το ταίρι του. Ο Βουτέρης έχει ξαναπαρουσιάσει τα δύο μονόπρακτα παλαιότερα. Ο εξωτερικός αλλά ευπρόσδεκτος δυναμισμός του τότε αντικαταστάθηκε από τη μεγαλύτερη πείρα και, κατά στιγμές, την εικαστική και ερμηνευτική ταύτιση. Καλή του συνέχεια.

  • «Το μπουφάν της Χάρλεϋ»

Ο Βασίλης Κατσικονούρης έγραψε έναν μονόλογο μιας μάνας προς τον εύζωνα γιο της εν ώρα υπηρεσίας – και άρα εξαναγκασμένης ακινησίας και αφωνίας του. Του θυμίζει, τον επιπλήττει, τον ικετεύει για μια ανταπόκριση μέσα στην απόλυτη μοναξιά της. Αλλοτε νοσταλγεί τα νιάτα της κι άλλοτε ελεεινολογεί τα γηρατειά της. Προς το τέλος, βέβαια, αποκαλύπτεται ότι ο πραγματικός γιος της έχει σκοτωθεί με μηχανή (εξ ου και «Το μπουφάν της Χάρλεϋ») και ότι η μητέρα αυτή επισκέπτεται εύζωνες τα βράδια για να «ξαναβλέπει» το χαμένο παιδί της. Η έμπνευση αυτή είναι επιτυχής αν και δεν είναι εντελώς πρωτότυπη ως προς την αποκάλυψη του «μυστικού». Το κατ’ ιδίαν κείμενο όμως έχει γλαφυρότητα, ανθρωπιά και τρυφερό χιούμορ. Ο μονόλογος διαθέτει για φινάλε ένα εξαιρετικό και πολύ συγκινητικό εύρημα με την ομπρέλα της γυναίκας.

Ο σκηνοθέτης Πέτρος Ζούλιας, ενώ αφέθηκε γενικά στη φυσική υπόκριση της ηθοποιού, νομίζω πως υπογράμμισε (και ιδίως με μουσικές) τις μελοδραματικές περιοχές. Αυτές ήταν, νομίζω, και οι λιγότερο πετυχημένες της Αννας Παναγιωτοπούλου, που όμως, κατά τα άλλα, με συγκίνησε με την απλότητά της, τις χιουμοριστικές σκηνές και, ιδίως, με την αφοπλιστική της αφέλεια όταν νοσταλγούσε το νέο κορίτσι που κάποτε ήταν. Μετά από μακρά προσφορά στο εν γένει κωμικό είδος, νομίζω πως αυτή υπήρξε μια πολύ καλή ευκαιρία για την Παναγιωτοπούλου να απεκδυθεί τη συνήθη εικόνα και να εκδιπλώσει το γνήσιο αίσθημά της πάνω σ’ ένα ρατέ πρόσωπο.

Δύο ηθοποιοί υπερασπίζονται, με επιτυχία, τρία νεοελληνικά θεατρικά μονόπρακτα

Advertisements