Το «Μεγάλο μας τσίρκο» σήμερα, με την ευκαιρία της παράστασης του ΚΘΒΕ

Πολενάκης Λέανδρος, Η ΑΥΓΗ: 30/09/2012

Το «Μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη γράφηκε σε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή μέσα στην «επάρατη» επταετία και παίχτηκε το καλοκαίρι του 1973, ενώ διαμορφωνόταν μια πολιτική αλλαγή που κανείς δεν ήξερε ακόμη ποια μορφή θα έπαιρνε και τι θα «έσερνε» πίσω της. Έχω την εντύπωση ότι το έργο του Καμπανέλλη, που συνάντησε, τότε, όπως τώρα που ξαναπαίζεται, την ολόθερμη ανταπόκριση του κοινού, συνέβαλε με τον τρόπο του στη διαμόρφωση της αλλαγής.

Εκείνο που μένει από το «Μεγάλο μας τσίρκο» είναι μια αίσθηση, σωστή, της ιστορικής αδικίας που έπληξε τον ελληνικό λαό από την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα

Ο «Ρωμιός» και το «Ρωμιάκι» είναι οι δύο χαρακτηριστικές φιγούρες του έργου, η «ραχοκοκαλιά» του. Μέσα από τους διαλόγους τους ο Καμπανέλλης σχολιάζει θυμόσοφα τη νεοελληνική Ιστορία και προδιαγράφει αισιόδοξα το μέλλον: βάζει το «Ρωμιάκι», στο φινάλε, να αφουγκράζεται το έδαφος καλώντας μας να ακούσουμε «κάτι μεγάλο που έρχεται». Το «μεγάλο» που προσμέναμε ήρθε, κούτσα – κούτσα, με τη μορφή της Μεταπολίτευσης, που βγήκε στα μετερίζια με τα νυχτικά της και μας έσκασε από εκεί πάνω ένα φτενό χαμόγελο ξεδοντιασμένης γραίας. Τα υπόλοιπα, γνωστά. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Κείμενα λαϊκού αισθήματος

«Θα τρελαθούν κι αφεντικά θα τρελαθούν και δούλοι»
  • «Το μεγάλο μας τσίρκο» με το ΚΘΒΕ

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης πρόσφερε στη νεότερη ιστορία του ελληνικού θεάτρου ένα έργο – σταθμό, πολύτιμη διδαχή για την ανάγκη οι καλλιτέχνες να δημιουργούν και να αντιπαρατίθενται με τη δημιουργία τους σε δεινούς καιρούς και σε δυνάστες, αλλά και τρανή απόδειξη της δύναμης του λαϊκού θεάτρου. Αυτό έκανε ο Καμπανέλλης, γράφοντας για το θίασο Τζένης Καρέζη – Κώστα Καζάκου την ιστορικο-πολιτική σάτιρα «Το μεγάλο μας τσίρκο». Ολο το χειμώνα του 1972 και την άνοιξη του 1973 έγραφε και ξανάγραφε σκηνικά επεισόδια, τα οποία – ανατρέχοντας στην Ιστορία της Ελλάδας από την αρχαιότητα μέχρι και το Β’ Πόλεμο – σπονδύλωναν το έργο, ως παράσταση ενός τσιρκολάνικου μπουλουκιού, με νούμερα και τραγούδια. Ο Καμπανέλλης, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του «θεάτρου μέσα στο θέατρο» και τη δομή των επιθεωρησιακών σκετς, κάποια νούμερα τα έγραψε σε δυο – τρεις παραλλαγές, ώστε να «χορτάσει», να εκτονώσει αλλά και να μπερδέψει τη λογοκριτική μανία της χούντας. Και τα κατάφερε. Η παράσταση του έργου στο «Αθήναιον» (το καλοκαίρι του 1973) και η επανάληψή του στο «Ακροπόλ» (αρχές Οκτώβρη 1973 έως τις αρχές Μάη 1974), σε σκηνοθεσία Κώστα Καζάκου, με συνεργάτη τον Ευγένιο Σπαθάρη που δίδαξε κινησιολογικά και φωνητικά τις σκηνές με ήρωες του θεάτρου σκιών, μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, ζωντανή ορχήστρα και τραγουδιστή τον μοναδικό και ανυπέρβλητο Νίκο Ξυλούρη, παρότι συνεχώς παρακολουθούμενη από τη χούντα, θριάμβευσε. Θριάμβευσε, γιατί εξέφρασε – με υπονοούμενα, περιορισμένα και όχι για όλες τις περιόδους της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας μας – πόθους, αγώνες και πάθη του λαού στο παρελθόν και το άχτι του για τη χουντική δικτατορία. Αν ο Καμπανέλλης έγραφε το «Τσίρκο» μετά τη μεταπολίτευση και την κατάργηση της λογοκρισίας, ίσως να τολμούσε να εκφράσει τολμηρότερες και περισσότερες αλήθειες, ιδιαίτερα για τη μεταπολεμική ιστορία μας. Πάντως, το «Τσίρκο» παραμένει – θεματολογικά και μορφολογικά – ανθεκτικό, διαχρονικό και επίκαιρο, όπως αποδείχνει το ανέβασμά του από το ΚΘΒΕ. Η σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη δεν «αναβιώνει» την πρώτη, αλησμόνητη και από σκηνοθετική και ερμηνευτική άποψη παράσταση, μια παράσταση πηγαίου, απόλυτα ελληνικού, λαϊκού θεάτρου. Η παράσταση του Χατζάκη ανέδειξε το λαϊκό χαρακτήρα του περιεχομένου και της μορφής του έργου, προσθέτοντάς του και στοιχεία της κομέντια ντελ άρτε και του γκροτέσκου, με τη συνεργασία των κοστουμιών (Ερση Δρίνη) και της χορογραφίας (Δημήτρης Σωτηρίου). Οι θεατές της παράστασης του ΚΘΒΕ απολαμβάνουν τα μηνύματα και την καυστική σάτιρα του έργου, τη ζωντανή εκτέλεση της μουσικής, διευθυνόμενη, μάλιστα, από τον συνθέτη, τα τραγούδια με τον καλλίφωνο Ζαχαρία Καρούνη και τις γενικά καλές επιδόσεις των ηθοποιών, με αξιολογότερες τις ερμηνείες του Γιώργου Αρμένη (ιδιαίτερα ως άγαλμα του Κολοκοτρώνη), της Μαρίνας Ασλάνογλου και του Τάσου Νούσια (επιδεικνύει, όμως, υπερβολικά την κινησιολογική του ικανότητα).

«Οξω απ’ την παράγκα»
Despina Mavridou
  • «Θα τρελαθούν αφεντικά θα τρελαθούν και δούλοι» με τα «Βήματα»

Η αβάσταχτη… επικαιρότητα του Γεωργίου Σουρή. Κάπως έτσι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ο επίκαιρος – σαν να είναι γραμμένος σήμερα για την πολιτική και τις «κολεγιές» του δικομματισμού, την καπιταλιστική κρίση, τα φορομπηχτικά χαράτσια, την πτώχευση του λαού – λόγος του σπουδαίου σατιρικού ποιητή του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Ο Γ. Σουρής (1853-1919) εκπλήσσει με τον τσουχτερό σαρκασμό των κειμένων του (ποιημάτων, σκετς της σειράς «Φασουλής και Περικλέτος» και μονόπρακτων) που περιλαμβάνει η παράσταση του θιάσου «Βήματα» υπό το γενικό τίτλο «Θα τρελαθούν κι αφεντικά, θα τρελαθούν και δούλοι». Ο Σουρής, γεννημένος στη Σύρο, από εύπορη οικογένεια, που πτώχευσε όταν «πνίγηκε» το νεοσύστατο ελληνικό κράτος με τα δάνεια των επικυρίαρχων τραπεζιτών των «μεγάλων δυνάμεων» και τον έλεγχο του Διεθνούς Ταμείου, αντί για παπάς, όπως ήθελε ο πατέρας του, έγινε γραφιάς, σπουδαίος «ακονιστής» του σατιρικού λόγου ενάντια σε όλα τα πολιτικά, κοινωνικά και ανθρωπολογικά στραβά κι ανάποδα της εποχής του. Τα πρώτα σατιρικά ποιήματά του δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά «Ασμοδαίος», «Μη χάνεσαι» και «Ραμπαγάς». Στη συνέχεια το ποιητικό ταλέντο και το οξυδερκές πολιτικοκοινωνικά πνεύμα του έλαμψαν με τον «Ρωμιό», την εβδομαδιαία, έμμετρη, πολιτικοκοινωνικά σατιρική εφημερίδα που έγραφε και εξέδιδε από το 1883 μέχρι το 1918, αλλά και με έμμετρες κωμωδίες του, που καυτηρίαζαν τα άθλια έργα, άθλιων πολιτικών (πρωθυπουργών, υπουργών, δημάρχων, πολιτευτών, κρατικών παραγόντων, λοιπών συνενόχων και «επιφανών» αστών), «τρωκτικών» και διαφθορέων της κοινωνίας της εποχής του. Δεν άφηνε, όμως, άκριτη και την αφέλεια των λαϊκών στρωμάτων και τη βλαπτική για τα ίδια ανοχή τους. Αυτά ήθελε να «ξυπνήσει» με τη σάτιρά του ο Σουρής. Ο θίασος «Βήματα» και η θεατρολόγος Μαρία Μάλλιου ανέδειξαν τη διαχρονική αξία, αλλά και την εκπληκτική επικαιρότητα της πολιτικοινωνικής σάτιρας του Σουρή, επιλέγοντας ως κειμενικό υλικό της παράστασης τα μονόπρακτα «Ο αναπαραδιάρης» (ένας άνεργος νέος, διωκόμενος από χωροφύλακα επειδή δεν έχει χρήματα για να πληρώσει ένα χαράτσι, αναγκάζεται να παντρευτεί την γεροντοκόρη αδελφή του χωροφύλακα), «Δεν έχει τα προσόντα» (ένας βουλευτής τάζει σε έναν ανειδίκευτο νέο ότι θα τον διορίσει στο Δημόσιο, προκειμένου να παντρευτεί τη μοδιστρούλα και με προίκα αρραβωνιαστικιά του νέου), «Η Περιφέρεια» (ψηφοθηρίες και ερωτοτροπίες ενός βουλευτή κι ενός δημάρχου). Μονόπρακτα που «γεφυρώνονται» με σπαράγματα ποιημάτων και διαλόγων των «Φασουλή και Περικλέτου». Η σκηνοθεσία (Ελένη Γερασιμίδου – Μαρία Μάλλιου), με συνεργάτες τους Κώστα Βελινόπουλο (σκηνικά – κοστούμια), Δημήτρη Λέκκα – Φίλιππο Περιστέρη (μουσική) και Αγγελο Χατζή (χορογραφία), Κώστα Σταματόπουλο (ευθύβολο πολιτικο-ιστορικά βίντεο), πρόβαλαν το λαϊκό θεματολογικό και μορφολογικό ήθος και την επικαιρική δύναμη της σάτιρας του Σουρή, χάρη και στις κωμικά χυμώδεις ερμηνείες της Ελένης Γερασιμίδου, της Αγγελικής Ξένου, του Αντώνη Ξένου και του Βασίλη Μπατσακούτσα.

«Το μεγάλο μας τσίρκο»
G.
  • «Οξω απ’ την παράγκα» με το «Ξυπόλυτο τάγμα»

Θέλει αγάπη, μεγάλη γνώση και τέχνη, τόλμη, πολλή και πολλαπλή δουλειά για να καταφέρει κανείς να ενσαρκώσει – όχι απλώς και μόνο φωνητικά – αλλά και σωματικά, κινησιολογικά, ψυχο-πνευματικά, ιδεολογο-αισθητικά τις «άψυχες» φιγούρες των «ηρώων» του παραδοσιακού μας θεάτρου σκιών. Αποτέλεσμα των παραπάνω συνισταμένων είναι η απολαυστικά ευφρόσυνη, πηγαίου λαϊκού ήθους και αισθητηρίου παράσταση του θιάσου «Ξυπόλυτο Τάγμα», με τον ευθύβολα εύγλωττο τίτλο «Οξω απ’ την παράγκα», τίτλος που εκφράζει όσα νιώθει ο λαός μας για του σημερινού «πλιάτσικου το ασκέρι», των ντόπιων και ξένων εκμεταλλευτών του, εγχώριων και ευρωενωσιακών γκουβέρνων, του κάθε «βεζύρη» και «βεληγκέκα» του τραπεζικού κεφαλαίου, της «τρόικας», του ΔΝΤ, που θέλουν το λαό πεινασμένο, άστεγο, καρπαζωμένο, υποταγμένο, «μοιραίο κι άβουλο αντάμα», για να βγει ο καπιταλισμός κερδισμένος και από την κρίση του. Οχι μόνο ο τίτλος, αλλά και πολλές διαχρονικές, θυμοσοφικές, σπινθηροβόλα σαρκαστικές κι αστείες φράσεις από έργα και ήρωες του θεάτρου σκιών πλουτίζουν το προσαρμοσμένο στη σημερινή οικονομική, πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα «καραγκιόζικο» έργο που έγραψε ο Τάσος Κώνστας (ο οποίος, μαζί με τους Αθω Δανέλλη, Τάσο Γεωργίου, Χάρη Μπιλλίνη, πίσω από τον μπερντέ, δίνουν φωνή και κίνηση σ’ όλους τους ήρωες του θεάτρου σκιών, πριν τη «σκυτάλη» της ενσάρκωσής τους, επί του προσκηνίου, αναλάβουν οι ηθοποιοί). Εργο, εμπλουτισμένο και με αποσπάσματα κειμένων του Διογένη και του Πτωχοπρόδρομου, από τον σημαντικό συνεχιστή της παράδοσης του θεάτρου σκιών Αθω Δανέλλη. Γνώση, αγάπη και πίστη στην αξία του λαογέννητου θεάτρου σκιών έχει και ο Κώστας Καζάκος, ο οποίος, αξιοποιώντας και τη διδασκαλία του Ευγένιου Σπαθάρη στο «Μεγάλο μας τσίρκο», σκηνοθέτησε την παράσταση απολαμβάνοντάς την και ο ίδιος, όπως και όλοι οι ηθοποιοί, που, επίσης, «γεύονται» αλλά και προκαλούν «λυτρωτικό» γέλιο με τις εξαιρετικές μεταμορφώσεις τους – ενσαρκώσεις των «πρωταγωνιστών» του θεάτρου σκιών (Καραγκιόζης, Κολλητήρης, Αγλαΐτσα, μπαρμπα-Γιώργος, Χατζηαβάτης, σιορ Διονύσιος, Βεληγκέκας, Βεζύρης, Μορφονιός, Σταύρακας, Εβραίος): Γιάννης Μποσταντζόγλου, Παύλος Ορκόπουλος, Βασίλης Τσιπίδης, Γιάννης Ζουμπαντής, Τζένη Βαβαρούτα, Τάκης Βαμβακίδης (Καραγκιόζης). Εξαιρετική ήταν η ιδέα της «αναβίωσης» του τραγουδιστή και της ζωντανής ορχήστρας που συνόδευε τις παραστάσεις του θεάτρου σκιών (παράδοση που χάθηκε γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1950). Ιδέα που ευοδώθηκε απολύτως με τον πηγαία λαϊκό τραγουδιστή και οργανοπαίκτη Γιώργο Τζώρτζη και τους μουσικούς Σωτήρη Μαργώνη, Κώστα Δουμουλιάκα, Μίλτο Χρυσανθίδη, Solis Barki, Νίκο Σουλιώτη, Παναγιώτη Μπουζέα, Δημήτρη Κατσούλη, Νίκο Φιλιππίδη. Αξιέπαινοι είναι και οι άλλοι συντελεστές της παράστασης: Νίκος Κασαπάκης (κοστούμια, σκηνικό), Πέτρος Γάλλιας (κινησιολογία), Μελίνα Μάσχα (φωτισμοί), Θανάσης Γκίκας (ήχος).

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 15/8/2012

Τίποτα δεν άλλαξε, 39 χρόνια μετά

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 06 Αυγούστου 2012

Πριν από 39 ακριβώς χρόνια, στα δίσεκτα χρόνια της χούντας, στο θερινό θέατρο Αθήναιον, μαζί με άλλους στην πρεμιέρα του «Μεγάλου μας Τσίρκου» είδαμε και ακούσαμε πώς αντέδρασε η καταπιεσμένη λαϊκή συνείδηση στην τόλμη του Ιάκωβου Καμπανέλλη να μιλήσει για τα «οικεία κακά». Τα «οικεία κακά» που διεκτραγώδησε ο Καμπανέλλης βρήκαν την Καρέζη και τον Καζάκο στο ΕΑΤ-ΕΣΑ και στα χέρια του ύπουλου, κρυψίνου, δολοπλόκου και προσεχώς τυράννου Ιωαννίδη. Είχα τότε χαιρετίσει, μετά την ατυχέστατη «Ασπασία», την επιστροφή του μεγάλου συγγραφέα και φίλου στον κριτικό θεατρικό ρεαλισμό αλλά κατανοούσα και τα χρονικά καυδιανά πλαίσια που τον ανάγκαζαν να παραδώσει και φλύαρα και «διδακτικά» και «ρητορικά» νούμερα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου