Γιώργου Hλιόπουλου «Το μαύρο κουτί»

Εξερεύνηση στο υποσυνείδητο
  • Εξερεύνηση στο υποσυνείδητο
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • OΛΓA MOΣXOXΩPITOY
  • ΗΜΕΡΗΣΙΑ, ο4/04/2009
  • Mετά την πτώση ενός αεροπλάνου όλοι ψάχνουν «το μαύρο κουτί» που θα τους δώσει τις αναγκαίες πληροφορίες για το τις αιτίες της συντριβής. Tο ίδιο συμβαίνει και όταν ένας άνθρωπος καταρρέει ψυχικά. Mόνο που αυτή τη φορά «το μαύρο κουτί» δεν είναι τίποτε άλλο από όσα περιλαμβάνονται στο υποσυνείδητό του, εκεί στο χώρο των απωθημένων τραυμάτων και ματαιώσεων. Tο έργο του Γιώργου Hλιόπουλου πατώντας από τη μια στο ψυχολογικό δράμα και από την άλλη στο ακραία γκροτέσκο, ψάχνει τη λύση του αινίγματος: Πώς φτάνει ένα «χρυσό αγόρι», ένα σύγχρονο golden boy να καταρρέει κάτω από κρίσεις πανικού, να εγκαταλείπει την χρυσή του καριέρα στη μητρόπολη του καπιταλισμού και να επιστρέφει στα πάτρια εδάφη για να αναμετρηθεί με τον πατέρα του και όλα τα φαντάσματα της ζωής του.

Όνειρα

  • Παράλληλα ο σκηνοθέτης είχε να αναμετρηθεί με τα όνειρα – εφιάλτες του ήρωα, με την εναλλαγή δραματικού και γκροτέσκο και τα κατάφερε υιοθετώντας μια μεικτή φόρμα μέσα από τη χρήση της video art και του φωτός, «είδε» όλο το έργο ως ένα θρίλερ εσωτερικής αναζήτησης του ενόχου ή της αλήθειας, ενώ προσπάθησε να σπάσει τον απόλυτο ρεαλιστικό χαρακτήρα των δραματικών σκηνών.
  • O θίασος (Γιώργος Hλιόπουλος, Aθηνά Mαξίμου, Aννα Γεραλή) υπηρέτησε ευσυνείδητα τη σκηνοθετική εκδοχή, αλλά οφείλουμε να επισημάνουμε τον Kώστα Kαζάκο που καταφέρνει ακόμα να μας ξαφνιάζει όχι μόνο με την γνωστή ώριμη ερμηνεία του, αλλά και τη δυνατότητά του να μεταμορφώνεται διαρκώς επί σκηνής και να επιβάλει με την ίδια του την παρουσία τον ήρωα που υποδύεται.
Advertisements

«Το μαύρο κουτί» στο «Τζένη Καρέζη», «Λισαβόνα» στη «Στοά», «Ο κύριος Επισκοπάκης» στο «104»

  • Σύγχρονα ελληνικά έργα
  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 1 Απρίλη 2009
«Λισαβόνα»
  • «Το μαύρο κουτί» στο «Τζένη Καρέζη»
  • Μαθητής του Κώστα Καζάκου, ο ηθοποιός Γιώργος Ηλιόπουλος εξελίσσεται σε πολύ ελπιδοφόρο δραματουργό. Απόδειξη το νέο (πέμπτο κατά σειρά) έργο του, «Μαύρο κουτί», που ακριβώς λόγω των αρετών του (περιεχομένου και μορφής) ανέβασε στο «Τζένη Καρέζη» ο Κώστας Καζάκος. Σε εποχή που η διεθνής και ελληνική δραματουργία περνά σοβαρότατη θεματολογική και μορφολογική κρίση – επηρεασμένη είτε από την παγκόσμια κοινωνική, ιδεολογική, ηθική κ.ο.κ σύγχυση, είτε από την παράκρουση του «μεταμοντερνισμού», είτε αναζητώντας καινούριες μορφές έκφρασης, περιορίζεται σε αφηγηματικού χαρακτήρα, συχνά ανούσιας μονολογικής αφήγησης και ατομικής ομφαλοσκόπησης κείμενα, αδυνατώντας να πλάσει μύθο, διαλόγους και πρόσωπα με καλοδιαγραμμένο παρελθόν, παρόν και μέλλον – ο Γ. Ηλιόπουλος, αποδείχνεται ικανός να γράφει πλήρες θέατρο. Με μυθοπλοκή που έχει αρχή, μέση και τέλος. Με σοβαρότατο, λίαν επίκαιρο από κοινωνιολογική – κατ’ επέκταση και πολιτική – άποψη, περιεχόμενο. Με σύνθετη μορφή. Με κορυφούμενες καταστάσεις, με καλοχτισμένα – χαρακτηρολογικά και ψυχογραφικά πρόσωπα και δυνατούς διαλόγους. Υπαρξιακό, οικογενειακό και κοινωνικό δράμα, με σαρκαστικές, υπερρεαλιστικές και πολύ «ποιητικές» πινελιές είναι «Το μαύρο κουτί». Ανθρωπος και σύγχρονη κοινωνία. Γονιός και τέκνο. Ανευ όρων τρυφερή αγάπη του γονιού και αχαριστία, αριβισμός και φυγή του τέκνου προς αναζήτηση άνευ ηθικών όρων πλουτισμό του. Ενας πατέρας, πληγωμένος από την αυτοκτονία της λατρεμένης του γυναίκας (όταν ήταν λεχώνα), που μεγάλωσε μόνος το μοναχογιό του, ετοιμοθάνατος από καρκίνο του εγκεφάλου, ξαναβλέπει το φευγάτο από χρόνια στις ΗΠΑ και «χρυσοπληρωμένο» στέλεχος μιας ανθρωποβόρας χρηματιστικής εταιρείας, γιο του. Ο επικείμενος θάνατος του πατέρα θα «τρικυμίσει» μέσα στην ψυχή του γιου τα συναισθηματικά τραύματα και τις ενοχές του, αλλά και θα τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι πίκρανε τον πατέρα και πήρε λάθος τη ζωή του. Το ευρηματικό σκηνικό, τα αρμόζοντα στα πρόσωπα κοστούμια και η ευφάνταστη σκηνοθεσία του Αντώνη Καλογρίδη, με τη συμβολή της ατμοσφαιρικότητας των φωτισμών (Κατερίνα Μαραγκουδάκη), της μουσικής (Θοδωρής Οικονόμου) και της εκφραστικής κινησιολογίας (Σοφία Μαυραγάνη), προβάλλουν τις δραματουργικές αρετές του έργου. Η σκηνοθεσία ευεργετείται από την υπέροχη ερμηνεία του Κώστα Καζάκου, που με σοφία, δραματικότητα αλλά και λεπτότατο χιούμορ, πλάθει ένα πατέρα ηθικά και συνειδησιακά καθάριο, βαθιά αξιοπρεπή και στη μοναξιά του, τρυφερότατο, που καθώς είναι διανοητικά χτυπημένος από την αρρώστια θυμίζει τον ετοιμοθάνατο Ληρ. Μητρικά στοργική και γλυκιά η θεία, που υποδύεται η Αννα Γεραλή. Με δυνατό συναίσθημα ερμηνεύει το γιο ο Γιώργος Ηλιόπουλος. Αξιοσημείωτες είναι και οι ερμηνείες των Αθηνάς Μαξίμου και Ντορέττας Παπαδημητρίου.
«Ο κύριος Επισκοπάκης»
  • «Λισαβόνα» στη «Στοά»
  • Στους ελπιδοφόρους συγγραφείς της νεότερης γενιάς ανήκει και ο Αντώνης Νικολής. Μετά την παρουσίαση των έργων του «Ο κ. Εμμανουήλ και… ο Ροΐδης» και το «Σπίτι φεύγει», που με το θεματολογικό και μορφολογικό ενδιαφέρον τους προκάλεσαν αίσθηση, φέτος αξιώνεται την παρουσίαση του έργου του «Λισαβόνα», από τον πολύπειρο στο ανέβασμα σύγχρονων ελληνικών έργων Θανάση Παπαγεωργίου. Ο Αντ. Νικολής και με αυτό το έργο αποδεικνύει ότι με τις υπεραισθαντικές «κεραίες» του μπορεί να προσεγγίζει ακόμα και σιωπηλά, βαθιά κρυμμένα στην ψυχή του ανθρώπου συναισθήματα, βάσανα και καημούς του. Οπως στο «Σπίτι φεύγει», με το οποίο βύθισε τη ματιά του στον πληγωμένο και μοναχικό ψυχισμό που προκαλούν οι μακρόχρονες, μικροαστικής νοοτροπίας, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο ζωής, αδιάφορες και άπραγες κοινωνικά και κλεισμένες στους τέσσερις τοίχους της οικογενειακής εστίας, στις σχέσεις ενός ζευγαριού, έτσι και στη «Λισαβόνα», ανατέμνει το μισοκρυμμένο ψυχικό άλγος ενός ζεύγους μεσηλίκων, που έχασαν τη μοναχοκόρη τους από μια σοβαρή αρρώστια, που εκδηλώθηκε κατά τις διακοπές των γονιών – για πολλοστή φορά – στη Λισαβόνα. Δυο άνθρωποι που αγαπήθηκαν, που αλληλοσυντροφεύτηκαν, που αλληλοπαρηγορήθηκαν για τον ξεριζωμό τους από τη γενέτειρά τους Αλεξάνδρεια, και που για να μην ξύνουν συνεχώς την «πληγή» ο ένας του άλλου για το θάνατο του παιδιού τους, χρόνια μετά από αυτόν ξαναπηγαίνουν διακοπές στη Λισαβόνα, λαχταρώντας να ξανανιώσουν την ευχαρίστηση που έβρισκαν άλλοτε εκεί. Η Λισαβόνα γίνεται πια γι’ αυτούς μια «Ιθάκη» της οδεύουσας προς το τέλος της ζωής τους μνήμης και του αθεράπευτου πένθους τους, που για να το αντέξουν θυμούνται το παρελθόν, τα χαρούμενα χρόνια τους και αποφεύγουν να πουν όλο τον πόνο τους, παρά μόνο με μισόλογα, καθώς είναι «καταδικασμένοι» να τον υπομένουν, με αξιοπρέπεια, ως το τέλος τους. Στο πρόδηλα μελαγχολικού χρωματισμού (γκριζόμαυρο) αφαιρετικά συμβολικό σκηνικό της Λέας Κούση, η σκηνοθεσία του Θανάση Παπαγεωργίου, στόχευσε και επέτυχε να αναδυθεί – από τις εξαιρετικές, λεπτομερειακά δουλεμένες ερμηνείες του ίδιου και της Λήδας Πρωτοψάλτη (όπως και από την υπερρεαλιστική εμφάνιση, σε ορισμένες σκηνές, των βουβών «ομοιωμάτων», πιστών χάρη στο μακιγιάζ και τις περούκες «αντιγράφων» του ζευγαριού, που τα υποδύονται η Εύα Καμινάρη και ο Δημήτρης Θοεδώρου) και ο κρυβόμενος αβυσσαλέος πόνος, αλλά και η εκ φύσεως διαφορές χαρακτήρα και συμπεριφοράς μεταξύ της γυναίκας και του άνδρα.

«Το μαύρο κουτί»

  • «Ο κύριος Επισκοπάκης» στο «104»
  • Σημαντικός και πολυγραφότατος πεζογράφος, ο Ανδρέας Μήτσου, αποτόλμησε να κάνει και τη δραματουργική εμφάνισή του, διασκευάζοντας επιτυχώς τη βραβευμένη νουβέλα του «Ο κύριος Επισκοπάκης», σε ένα πυκνής πλοκής, δραστικών γλωσσικά και θεατρικά διαλόγων έργο, με τρία πρόσωπα. Πρόσωπα ουσιαστικά μοναχικά,«διψασμένα» για έρωτα και επικοινωνία γι’ αυτό και «κολασμένα». Ενας παντρεμένος μεσήλικας έμπορος κοσμημάτων ερωτεύεται μια παντρεμένη επίσης οδοντίατρο, όταν εκείνη μια μέρα μπαίνει στο μαγαζί του, κοιτώντας ένα δαχτυλίδι που δεν μπορεί να αγοράσει. Ο κ. Επισκοπάκης της το προσφέρει, με «αντάλλαγμα» τις οδοντιατρικές υπηρεσίες της. Ετσι αρχίζει η μοιχός, αλλά και αδιέξοδη σχέση τους, αφού κανένας τους δεν έχει το σθένος να χαλάσει το γάμο του, ιδιαιτέρως ο Επισκοπάκης. Σε δραματική «διέξοδο» θα οδηγήσει αυτή τη σχέση η εμφάνιση ενός νεότερου άνδρα, ενός αμόρφωτου και λούμπεν αρσενικού, ψωνιζόμενου με μικροκλοπές και διάφορες βρωμοδουλειές μετανάστη, που διψασμένος κι αυτός για λίγη αγάπη και πιο ανθρώπινη ζωή, κερδίζοντας σεξουαλικά τη γυναίκα, οδηγεί τη ζήλια του δειλού Επισκοπάκη στο έσχατο κακό, το φόνο. Το λιτότατα μεταμορφώσιμο σκηνικό (ένα έπιπλο που μετατρέπεται σε οδοντιατρικό κάθισμα, τραπέζι και κρεβάτι) και τα σύγχρονα κοστούμια (Αγγελική Αθανασιάδου), η υποβλητική μουσική (Πάνος Βασιλονικολός) και η ρεαλιστικής απλότητας και ψυχογραφικής αλήθειας σκηνοθεσία του Στέλιου Μάινα υπηρετούν το εξαιρετικά ψυχογραφικό κλίμα του έργου. Η σεμνή, αλλά λεπτομερειακά προσεγμένη σκηνοθεσία στηρίζεται από το έμπειρο υποκριτικό ταλέντο αλλά και το ερμηνευτικό μέτρο του Στέλιου Μάινα (Επισκοπάκης), από την αξιόλογη ερμηνευτική προσπάθεια της Κάτιας Σπερελάκη, και από την εξαιρετικής αμεσότητας και φυσικότητας (στο λόγο, στην κίνηση, στη χειρονομία, στην έκφραση του προσώπου) ερμηνεία του Κώστα Καζανά, στο ρόλο του λούμπεν αντεραστή. Η καλύτερη ερμηνεία της παράστασης.

**»Το μαύρο κουτί», Θέατρο Τζένη Καρέζη

  • Η επιστροφή του «golden boy»
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Ο Γιώργος Ηλιόπουλος με τον Κώστα Καζάκο, στην παράσταση του έργου τού πρώτου, που σκηνοθέτησε ο Αντώνης Καλογρίδης

  • Ενας χαρισματικός και πληγωμένος τριανταπεντάρης, στα πρόθυρα της οικονομικής και προσωπικής κατάρρευσης, επιστρέφει στο χωριό και στον ετοιμοθάνατο πατέρα του ύστερα από χρόνια απουσίας και μια «λαμπρή» καριέρα. Ο Γιώργος Ηλιόπουλος με τον Κώστα Καζάκο, στην παράσταση του έργου τού πρώτου, που σκηνοθέτησε ο Αντώνης Καλογρίδης Μέχρι τώρα, στη Μητρόπολη του καπιταλισμού, τη Νέα Υόρκη, δούλευε ως υπεύθυνος συγχωνεύσεων εταιρειών· αρπακτικό και μάστορας δηλαδή, του γρήγορου και βρώμικου χρήματος. Η επιστροφή του όμως δεν είναι νόστος. Στο πατρικό του σπίτι θα έλθει αντιμέτωπος με τα παλιά συμπλέγματα απέναντι στον σκληρό και εγωπαθή πατέρα του, με τις προσωπικές ενοχές του, που ξεκινούν από τη δουλειά του, και με τα ψυχικά του ζητήματα, που μοιάζουν να συγγενεύουν ολοένα και πιο επικίνδυνα με την παράνοια. Δυο γυναίκες στέκονται δίπλα του. Από τη μια ένας παλιός έρωτας: η γιατρός του νοσοκομείου, ευαίσθητη και πληγωμένη, περισσότερο όμως φιλοσοφημένη από τον ίδιο. Και έπειτα, το γυναικείο alter ego του: μια επαγγελματική ύαινα που τον ακολουθεί κατά πόδας, όχι για να τον στηρίζει αλλά για να ξυλεύεται τη δύναμή του.
  • Κινούμενο έξυπνα μεταξύ γενικότερης υπαρξιακής και ειδικότερης οικονομικής κρίσης, με δεδομένη την τεχνική του έμπειρου πια Γιώργου Ηλιόπουλου, τις καλές θεατρικές στιγμές και το «όσο πρέπει» χιούμορ του, το «Μαύρο κουτί» φαίνεται να έχει ούριο άνεμο στα πανιά του ως εμπορική πρόταση. Η μορφή του «golden boy» μπορεί να μην είναι απόλυτα πειστική (αμφιβάλλω ότι ο συγγραφέας γνωρίζει σε βάθος τα «golden boys» -ο ήρωάς του συμπεριφέρεται περισσότερο σαν λαμόγιο ντόπιας ανώνυμης εταιρείας), το έργο εντούτοις παραμένει καλό γι’ αυτό που είναι: ένα κατ’ ουσίαν μελόδραμα που εγείρει τη λαϊκή συγκίνηση, ζητώντας για αντάλλαγμα την ανοχή της στην όποια έλλειψη αληθοφάνειας. Οπως, λόγου χάρη, ότι ένα ορεινό χωριό, το οποίο δεν παρέχει επαρκή κάλυψη στο κινητό, μοιάζει να έχει -απ’ ό,τι δείχνει η συχνότητα των επισκέψεων της φιλενάδας- απευθείας αεροπορική σύνδεση με Νέα Υόρκη.
  • Η σοβαρότερη όμως έλλειψη αληθοφάνειας αφορά τη σχέση πατέρα και γιου: η αυτοκτονία της μητέρας – η οποία, όπως αποκαλύπτεται, υπήρξε αποτέλεσμα ιδίων προβλημάτων- δεν αναπτύσσεται για να ερμηνεύσει την αλλαγή στάσης του πατέρα, τη σκληρότητά του απέναντι στο γιο του ή την απόφασή του να του αποκρύψει την αλήθεια. Μένει μετέωρη σαν μια από τις εμπνεύσεις του μελοδράματος που δημιουργούν παροδικό συγκινησιακό σπασμό, καταρρέουν όμως μόλις εξεταστούν με την κοινή λογική.
  • Σε αυτό το σημείο επεμβαίνει σωτήρια ο σκηνοθέτης: νιώθοντας ότι το έργο κλείνει επικίνδυνα προς τη συμβατικότητα, ο Αντώνης Καλογρίδης σπάει τη φόρμα με το εφέ της εξπρεσιονιστικής διδασκαλίας του. Είναι η δεύτερη φορά που βλέπω σκηνοθέτη να απογειώνει έτσι σύγχρονο ελληνικό έργο: η πρώτη ήταν πριν από λίγα χρόνια στο «Γάλα» του Κατσικονούρη, με την κόντρα σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη. Η ερμηνεία του Κώστα Καζάκου είναι όπως πάντα μεστή. Οι τρεις γυναίκες (Αννα Γεραλή, Αθηνά Μαξίμου και Ντορέτα Παπαδημητρίου) είναι αδύναμες, έχουν όμως να υπερασπιστούν και αδύναμους ρόλους.
  • Αφήνω για το τέλος μια παρατήρηση: είναι ενοχλητικό να βλέπουμε έναν συγγραφέα να δημιουργεί κατ’ εξακολούθηση πρωταγωνιστικά έργα, προκειμένου να κρατήσει ο ίδιος τον κεντρικό τους ρόλο. Χαμένος είναι τελικά και ο ίδιος: η ώσμωση με την προσωπικότητα κάποιου άλλου ηθοποιού θα έδινε στο έργο του αξιώσεις και άλλες, πέρα από τις καθαρά εμπορικές. Ας τονιστούν ιδιαίτερα οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη.