«Το κλουβί με τις τρελές» του Ζαν Πουαρέ στο Παλλάς σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή

  • Σκλάβοι στα φτερά τους
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • Λουιζα Αρκουμανεα
  • ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 29 Μαρτίου 2009
  • «Eίχα ντυθεί γυναίκα μια φορά στο παρελθόν, σε μια μικρή ταινία, ποτέ όμως δεν το είχα κάνει επί σκηνής και είχα πολύ τρακ. Οι άλλοι ηθοποιοί με προειδοποιούσαν ότι θα κατέστρεφα την καριέρα μου. Ξαφνικά όμως ο ρόλος της Νόρμα Ντέσμοντ, της ξεθωριασμένης βασίλισσας του βωβού κινηματογράφου [από την ταινία «Η Λεωφόρος της Δύσεως»], μού αποκαλύφθηκε. Το ντραγκ μού ήρθε φυσικά. Εμφανίστηκα ως Νόρμα Ντέσμοντ χωρίς καμία απολύτως προετοιμασία. Η μεταμφίεση, το κοστούμι, με απελευθέρωσαν, με βοήθησαν να κάνω πράγματα που ποτέ δεν θα μπορούσα να είχα κάνει ο ίδιος. Εβαλα την περούκα καιγουάου!- να η Νόρμα. Είναι αυτή η ταλάντευση στο χείλος τού να είσαι και άνδρας και γυναίκα που γοητεύει το κοινό». Ο Τσαρλς Λάντλαμ ήταν μια σπάνια κωμική ιδιοφυΐα που ίδρυσε τη Ridiculous Τheatre Company στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 στη Νέα Υόρκη. Εγινε διάσημος για τη μοναδική ικανότητά του να γράφει και να σκηνοθετεί αναρχικές παρωδίες κλασικών έργων και προσωπικοτήτων. Οπως περιγράφει ο ίδιος στο παραπάνω απόσπασμα, το μεγάλο του χάρισμα, και ένας από τους βασικούς λόγους που συνέρρεαν οι φιλότεχνοι Νεοϋορκέζοι για να τον δουν επί σκηνής, ήταν η ικανότητά του να ενσαρκώνει ένδοξους γυναικείους ρόλους: η «Κυρία με τις καμέλιες», η Κάλλας, η Εντα Γκάμπλερ ήταν μερικές από τις ηρωίδες που αποθέωσε στη διάρκεια τής σχετικά σύντομης καριέρας του.
  • Αυτό που περιγράφει ο Λάντλαμ, η αίσθηση της ελευθερίας, της αναζωογονητικής επίδρασης που βιώνει σε όλο του το σώμα και το πνεύμα, φορώντας μια περούκα και βγαίνοντας στη σκηνή ως Νόρμα Ντέσμοντ, είναι ακριβώς η αίσθηση που απουσιάζει από την ερμηνεία του Σταμάτη Φασουλή στο «Κλουβί με τις τρελές». Τον βλέπουμε ως μελισσούλα, τον βλέπουμε ως grande dame με μαύρη τουαλέτα και μανίκια νυχτερίδα, τον βλέπουμε ως κλασική μαντάμ με τύπου Chanel πλεκτό κοστουμάκι, τον βλέπουμε ως γυναίκα-τούρτα με ξανθιά περούκα σφηκοφωλιά και μοβ γοργονέ τουαλέτα, τον βλέπουμε τέλος πάντων σε πολλές εκδοχές Αλμπέν-Ζαζά (όπου Αλμπέν είναι ο πληθωρικός γκέι του πρωταγωνιστικού ζευγαριού και Ζαζά η βραδινή περσόνα του στα σόου του Κλουβιού). Οσο και αν τον δούμε, όπως και αν τον δούμε, όμως, κάθε φορά αποδεικνύεται η αρχική εντύπωση: ότι δεν υπάρχει ουσιαστική μεταμόρφωση. Υπάρχει τσαχπινιά, υπάρχει σκέρτσο, ελαφρύ κούνημα γοφού, υπάρχει το «θέλω να είμαι ντίβα», αλλά ως εκεί: ο Φασουλής που ξέρουμε επαναλαμβάνεται- μόνο λίγο πιο ναζιάρης και με πολλά κοστούμια.
  • Η «τρελή» του Φασουλή μόνο τρέλα δεν διαθέτει. Χωρίς οίστρο άλλωστε διαγράφεται το σύνολο του εγχειρήματος. «Ολα είναι έρωτας, χλιδή και ακολασία στο Cage aux folles» τραγουδά ο θίασος, αλλά τίποτε δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο στην παράσταση από αυτές τις τρεις λέξεις. Τα σκηνικά του Γιώργου Γαβαλά ακολουθούν τη λογική του φτωχού συγγενή: όλη αυτή η υπερπαραγωγή που υποσχέθηκε η διαφημιστική εκστρατεία συνοψίζεται σε τρεις- τέσσερις καθρέφτες με λαμπιόνια για τα καμαρίνια, τρία- τέσσερα τραπεζάκια για το Caf Τropicana στη μαρίνα του Σεν-Τροπέ, άλλα τόσα τραπέζια (συν μερικά καδράκια στον τοίχο) για το εστιατόριο της Ζακλίν και λίγο περισσότερα έπιπλα (συν ένα άγαλμα) για το σπίτι του ζεύγους. Τέλος, μια σειρά φούξια σκαλοπάτια με λαμπάκια για το «μεγάλο» φινάλε.
  • Οσον αφορά τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη, συναντάμε μεγάλη ποικιλία σε όλα τα σχέδια και σε όλα τα χρώματα, σαν να παρακολουθούμε επίδειξη φιλόδοξης τελειοφοίτου που προσπαθεί να αποδείξει ότι μπορεί να χειριστεί όλα τα πατρόν και όλα τα υφάσματα για να εντυπωσιάσει τους καθηγητές της. Πέραν τούτου, καμία έμπνευση και καμία πρωτοτυπία και προπαντός καμία άποψη: περιποιημένες αναπαραγωγές όλων των ενδυματολογικών κλισέ που έχουμε συνηθίσει να συνδέουμε με τις έννοιες καμπαρέ, κλαμπ, ντραγκ κουίνς- μποά, παγέτες και μαστίγια- παρελαύνουν αδιάκοπα μπροστά στα μάτια μας.
  • Ερμηνευτικά, το απόλυτο κενό. Δεν υπάρχει ούτε ένας ηθοποιός ούτε ένας χορευτής-«κλουβινέλα» που να δικαιολογεί την παρουσία του: είναι όλοι εξίσου υποτονικοί και διεκπεραιωτικοί, κινούνται και μιλούν σε αργούς ρυθμούς, χωρίς ζωντάνια, σαν να μην τους κάνει κανένα κέφι που συμμετέχουν σε αυτό το εγχείρημα (με εξαίρεση την ξεχασμένη Νέλλη Γκίνη η οποία κάνει το παν για να εκμεταλλευτεί τον ρόλο εστιατόρισσας που της εμπιστεύτηκαν). Σε μουσικό επίπεδο, η βραδιά ξεχειλίζει από αγαπησιάρικα τραγούδια σε γλυκερές ενορχηστρώσεις, τα οποία επίσης κανένας δεν μπορεί να ερμηνεύσει γιατί κανένας δεν διαθέτει αξιόλογη φωνή.
  • Ποιος ο λόγος να ανεβάσεις σήμερα το «Κλουβί με τις τρελές»- ένα έργο ανατρεπτικό, που χρησιμοποιεί την κωμωδία και την υπερβολή για να σατιρίσει την υποκρισία και τον συντηρητισμό- όταν δεν είσαι διατεθειμένος να πάρεις κανένα ρίσκο; Ο δοκιμασμένος τηλεοπτικός συμπρωταγωνιστής (ο Γιάννης Μπέζος, όπως τον ξέρετε), ο νεαρός που αρέσει στα κορίτσια (ο Μέμος Μπεγνής, άχρωμος και άοσμος), το γκέι στοιχείο όσο μπορούμε να το αντέξουμε, εκφράσεις της μόδας («καλέ, αυτός δεν υπάρχει!» επαναλαμβάνει ασταμάτητα ο Φασουλής-Αλμπέν), όλα τα συστατικά της mainstream συνταγής είναι εδώ στην πιο τυποποιημένη δυνατή εκτέλεση. Δεν υπάρχει ούτε ένα εύρημα σκηνοθετικό που να ξαφνιάζει ευχάριστα. Ακόμη χειρότερα, δεν υπάρχει πουθενά διάθεση φρέσκιας επαναπροσέγγισης ενός παλαιού κειμένου, το οποίο βρίθει κατά τα άλλα από τη χαρά της ζωής και της διαφορετικότητας: αυτά για τον σκηνοθέτη συνιστούν μόνο επιφανειακά ερεθίσματα για πιασάρικες λύσεις χωρίς φαντασία και χωρίς ψυχή.
  • Μία ακόμη φορά ο Σταμάτης Φασουλής απέδειξε ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να κατασκευάζει σουξέ. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό ως φιλοδοξία, γίνεται όμως ανασταλτικό όταν υπαγορεύει ολόκληρη τη δημιουργία ενός καλλιτεχνικού προϊόντος. Σαν καπάτσος πολιτικός που φροντίζει να πει και να δείξει κάτι για όλα τα γούστα και να μην αφήσει κανέναν παραπονεμένο οικοδομεί αυτό το στενάχωρο σύμπαν μικροαστικής αισθητικής που θα κερδίσει την ψήφο του «μέσου θεατή». Επιτέλους, κύριε Φασουλή! Τολμήστε! Και ας χάσετε το στέμμα…
Advertisements

«Το κλουβί με τις τρελές» στο Παλλάς

  • Τα φύλα στο «Κλουβί»
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009
Ο Σταμάτης  Φασουλής με  τον Γιάννη  Μπέζο στο  «Κλουβί με  τις τρελές»  που παίζεται  στο «Παλλάς»
  • Ένα από τα πλέον γοητευτικά αλλά και αξιοπερίεργα για το μεγάλο κοινό θέματα, είναι ο κόσμος του θεάτρου. Αυτό το θέμα και η αναπαράσταση δικών με αμφιλεγόμενους κατηγορουμένους είναι από τα πλέον παραγωγικά και, τουλάχιστον ταμειακώς, επιτυχημένα. Πράγματι ο κόσμος του θεάτρου, των παρασκηνίων, των καλλιτεχνικών αντιζηλιών, των υπονομεύσεων, των μεταμορφώσεων, της εναλλαγής πραγματικής ζωής και φανταστικής, το κάμωμα και η ειλικρίνεια της τέχνης μέσω του ψεύδους της υποκριτικής και συνάμα του ψεύδους των υποκριτών της ζωής που αποκαλύπτονται από τη σκηνική αλήθεια και πειθώ, είναι τα όντως σαγηνευτικά στρατηγήματα που παγιδεύουν κάθε θεατή.
  • Ιδιαίτερα το πολυσύνθετο θέαμα που παρουσιάζει το καμπαρέ πάσης κατηγορίας, αφού συνδυάζει τη σάτιρα, τη μεταμόρφωση, τον χορό, το τραγούδι και την άμεση επικοινωνία με τον θεατή, είναι προσφιλές θέαμα για το μιούζικαλ που από την ειδική του φύση απαιτεί τα παραπάνω στοιχεία για την παραγωγή του. «Το κλουβί με τις τρελές», έργο θεατρικό που μετεξελίχθηκε σε μιούζικαλ και ποικιλοτρόπως έκανε καριέρα στο θέατρο πρόζας, στο μουσικό προσκήνιο και στο σινεμά, είναι ένα έργο δαιμόνιο, γιατί οι μάγειροί του εξάντλησαν με σωστή και πιπεράτη δοσολογία τη συνταγή. Γιατί προσέθεσαν στα γοητευτικά στοιχεία των θεατρικών δρώμενων και την παρενδυσία, γνωστή και μη εξαιρετέα συνθήκη στην ιστορία του θεάτρου, από την αρχαιότητα έως σήμερα. Η παλιά καλή μου φοιτήτρια και τώρα συνάδελφος, Ειρήνη Μουντράκη, στο πράγματι εξόχως ενημερωμένο θεατρολογικά πρόγραμμα της παράστασης στο «Παλλάς» ξετινάζει ιστορικά το θέμα της μεταμορφωτικής παρενδυτικής παράδοσης.
  • Από τον Πενθέα των «Βακχών» έως τον Μνησίλοχο των «Θεσμοφοριαζουσών», έως την «Τούτσι», το «Μερικοί το προτιμούν καυτό» και έως τους γνωστούς σε εμάς τους παλιότερους «μεταμορφωτές» του ελληνικού θεάτρου, τον Χριστοδούλου, τον Ροτζάιρον, τους αδελφούς Μάνου.
  • Ο πρώτος συγγραφέας του πεζού θεατρικού έργου, ο Γάλλος Πουαρέ, συνέλαβε και ισορρόπησε πάνω σε τεντωμένο σκοινί έναν χαρακτήρα που σε πρώτο επίπεδο αναγιγνώσκεται ως τύπος της φάρσας (έχουμε ανάλογα του Λαμπίς και του Φεντό), αλλά πίσω από την επιφάνεια αποκαλύπτεται μια προσωπικότητα με βάθος αισθημάτων, τρυφερότητα και αξιοζήλευτη αυτογνωσία, παρ΄ ότι για την τρέχουσα λογική του μικροαστού είναι ένα τουλάχιστον υπαρξιακό παράδοξο. Πράγματι, ένας άνδρας αισθάνεται γυναίκα και αφοσιώνεται ως γυναίκα, σύζυγος και «μητέρα», ένα παρενδυτικό άτομο, που αντιποιείται φαινομενικά τη γυναικεία φύση, ασκεί το επάγγελμα του ντραγκ σόουμαν (κυριολεκτικώς σοουγούμαν) στο καμπαρέ, κλαμπ του συντρόφου του/της, που ενώ είναι συνειδητός ομοφυλόφιλος, «ατυχήσας» κάποτε έχει αποκτήσει και στρέιτ γιο!
  • Όλη η ίντριγκα του έργου, προτού περάσει στην αλαφράδα του μιούζικαλ, βασίζεται στα προβλήματα (καθαρή θεματική και πλοκή καραμπινάτου μπουλβάρ) υποδοχής των συντηρητικών γονέων της υποψήφιας συζύγου του γιου από το παράδοξο και παράξενο ζευγάρι. Ο ρυθμός απαιτεί φάρσα και υπερβολή, ενώ στο βάθος ηχεί μια υπαρξιακή χορδή, που απαιτεί με τη σειρά της σεβασμό στις επιλογές ζωής του καθενός, αλλά και μια καθαρά μπρεχτική επαναστατική θέση. Γιατί ο Πουαρέ, και εν συνεχεία οι συντελεστές του μιούζικαλ (ο Χέρμαν και ο Φιερστάιν), επαναφέρουν από άλλο δρόμο τη θέση που υπερασπίζεται ο Μπρεχτ στον «Καυκασιανό κύκλο με την κιμωλία» (που εξ άλλου πολιτικοποιεί και διασκευάζει γερμανικό έργο του 19ου αιώνα). Εκεί ο μεγάλος Γερμανός υποστηρίζει πως ένα παιδί ανήκει όχι στη μάνα που το γέννησε, και πιθανόν το εγκατέλειψε, αλλά στη γυναίκα που το έσωσε και το μεγάλωσε. Ο παρενδυσίας σύζυγος-θετή μητέρα διεκδικεί το παιδί μιας γυναίκας που τυχαία το συνέλαβε και ποτέ της δεν το φρόντισε. Και το διεκδικεί όχι με νομικά επιχειρήματα, αλλά με μητρική στοργή, και φίλτρο, και λαχτάρα. Δύσκολες ισορροπίες.
  • Και γίνονται δυσκολότερες όταν το μιούζικαλ από τη λύση του μεγεθύνει τις αντιθέσεις και διαστέλλει τους τύπους και τους χαρακτήρες. Το μιούζικαλ που αναπαριστάνει μάλιστα τον κιτς χώρο των κλαμπ, του ντραγκ σόου και του καμπαρέ, με τις πούλιες, τα φτερά, τα ψιμύθια, την ψευτοκλοουνερί και το χάιδεμα του κοινού, που έρχεται εκ των πραγμάτων να ξεσκάσει και να ξεφαντώσει, κάνει δυσχερέστερη την αποκάλυψη των απωθημένων, των προσωπικών στιγμών και της ειλικρίνειας των αισθημάτων των ανθρώπων του θεάματος. Και, πάνω απ΄ όλα, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα. Και αυτό το στοίχημα πρέπει να κερδίσει ένας σκηνοθέτης αυτού του πράγματι επικίνδυνου παιχνιδιού.

ΙΝFΟ: «Το κλουβί με τις τρελές».
Στο Παλλάς (Βουκουρεστίου 5. Τηλ. 210.3213100)

Σαν καλλιεργημένο μαργαριταράκι

  • Ο Σταμάτης Φασουλής δίδαξε με μέτρο τους ρόλους και απέσπασε γνήσια υποκριτικά προϊόντα. Ο Γιάννης Μπέζος αναδεικνύεται για άλλη μια φορά μια μείζων υποκριτική οντότητα. Τι λιτότητα, τι χιούμορ, τι μέτρο, τι πλασάρισμα ατάκας και τι φωνή!! Ο Μπεγνής στην καλύτερή του εμφάνιση, η Φαραζή ανερχόμενη ενζενί, χωρίς μανιέρα. Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς έφτιαξε μια έξοχη καρικατούρα επαγγελματία ηθικολόγου και θεομπαίχτη, με διαλεγμένα υλικά. Η Σεμπεκοπούλου πάντα ακριβής στη διαγραφή με βαθιές εγχαράξεις της γελοιογραφίας μιας μικροαστής. Ο Κατσαφάδος υπερβολικός, όσο κι αν χρησιμοποιήθηκε ως γελοίος αντίποδας της φιγούρας που έπλασε ο Φασουλής. Α! Ο Φασουλής! Τα περάσματά του από το δημόσιο προσωπείο στο ιδιωτικό πρόσωπο, οι μεταβάσεις του από την ανδρική περσόνα στη γυναικεία και κυρίως στη μητρική λαχτάρα, οι ακαριαίες μεταλλάξεις ρυθμών, οι φωτοσκιάσεις αφέλειας, υποψίας και απελπισίας, συγκρότησαν ένα σπάνιο υποκριτικό κατόρθωμα, σαν καλλιεργημένο μαργαριταράκι.
  • Ο Γαβαλάς μετέτρεψε τις δυνατότητες της σκηνής του «Παλλάς» σε μαγεία και χλιδή. Η Ντένη Βαχλιώτη, με τα εκατοντάδες κοστούμια της, αναδεικνύεται πλέον κυρίαρχη στον χώρο της ενδυματολογίας, ποιητικώ δικαιώματι. Ο Παπάζογλου κάνει θαύματα, χορογραφώντας -κατά την ταπεινή μου γνώμη- το καλύτερο χορευτικό κόρπους που έχουμε ποτέ απολαύσει στην Ελλάδα. Η ζωντανή ορχήστρα με μαέστρο τον Πρίφτη συμπληρώνει μια μεγάλη και γενναιόδωρη παραγωγή της Ελληνικής Θεαμάτων. Η Νέλλη Γκίνη, νότα και παρουσία νοσταλγίας από το ένδοξο παρελθόν.

Πέτυχε το ακατόρθωτο

  • Ο Σταμάτης Φασουλής ανέβασε φορτίο για άλλους πολλούς δυσβάσταχτο. Μετέφρασε, σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε. Ως μεταφραστής, μας έχει συνηθίσει σε εύστοχες λύσεις μεταφράζοντας δύσκολα και αινιγματώδη κείμενα. Αλλά και ως συγγραφέας της επιθεώρησης είναι μαέστρος του ακαριαίου, της ευθύβολης και φαρμακερής ατάκας και του πηγαίου γραπτού ρυθμού. Διασκεύασε σχεδόν το κείμενο, του έδωσε ελληνικό χρώμα χωρίς να υποκύψει σε ηθογραφικά κλισέ. Καμιά φτήνια, καμιά χυδαιότητα, κανένας ανοίκειος υπαινιγμός. Ως σκηνοθέτης στην τρίτη – αν δεν απατώμαι- ενασχόλησή του με το ξένο στην παράδοσή μας είδος, το μιούζικαλ, έδειξε πως κατέχει τα μυστικά του και έχει εκπορθήσει τις πλέον απόκρυφες θύρες του. Πάνω απ΄ όλα, όμως, γνωρίζει τη σοφή συνταγή των αναλογιών. Το μιούζικαλ, και ιδιαίτερα «Το κλουβί με τις τρελές», έχει αρκετά παρέμβλητα μέρη, φερτά, δεδομένου ότι διασκευάζει πρόζα με ενότητα αφήγησης. Τα χορευτικά σχεδόν ιντερμέδια πρέπει να ισοζυγιαστούν με την πρόζα και ιδίως με τις τραυματικές συγκρούσεις της τελευταίας πράξης. Και ο Φασουλής εκεί πέτυχε το ακατόρθωτο. Κέντησε με τα παρέμβλητα, γλέντησε με τα τραγούδια και απέσπασε από ένα αφελές καθεαυτό- κείμενο δραματική ύλη σπάνια και βαθιά συγκινημένη ταραχή.

Χρυσό το «κλουβί με τις τρελές». Ξεχωριστοί ηθοποιοί, κεφάτη μουσική και χορογραφία συνιστούν εγγύηση επιτυχίας

  • Εντυπωσιακά σκηνικά; Τρέμε Bollywood. Αστραφτερά κοστούμια; Στοίχημα τη δαχτυλήθρα του Κριστιάν Λακρουά. Ξεσηκωτικές μουσικές; Η ζωντανή ορχήστρα τα έδινε όλα. Σκαμπρόζικες χορογραφίες; Τύφλα να ’χουν αυτές του Τάκη Σαγιόρ. Καλές ερμηνείες; Χμ, κάποιες εξαιρετικές, δεν άφηναν να πέσει κάτω ούτε φτερό από τα μποά. Αλλά, σςςς. Η παράσταση αρχίζει. Η σκουρόχρωμη -γεμάτη glitter- αυλαία ανοίγει. Τρεις συνεχόμενες αλλαγές σκηνικών και να, ο Γιάννης Μπέζος ως Ζορζ -γεννημένος showman, άνετος, σκηνικά απενοχοποιημένος, ο πυλώνας της παράστασης- με μπλε ελεκτρίκ και μαύρο σμόκιν, με παγιέτες φυσικά, μας καλωσορίζει στο διάσημο καμπαρέ του Σαν Τροπέ, το «Cage aux Folles», στον κόσμο «της χλιδής και της ακολασίας».
  • Και όντως. Κανονική επέλαση του μαύρου ρίμελ και της ψεύτικης βλεφαρίδας, της παγιέτας, των φτερών και των «πίπουλων», των σαδομαζό και των αλά Καν-Καν κοστουμιών. Με δυο λόγια, ξεφωνίστε γιατί χανόμαστε. Ή, μάλλον, ξεφωνίστε και υποδεχτείτε τον Θόδωρο Κατσαφάδο ως Ζακόμπ-Κλοντίλ, έτσι όπως δεν τον έχετε ματαδεί ποτέ, με πλατινέ μαλλί και λευκή kinky ποδιά υπηρέτριας σε σχήμα καρδιάς και κροκί κολάν, και αμέσως μετά την… κυρία του, τη Ζαζά, την απόλυτη drag ντίβα του σόου του «Cage aux Folles», κατά κόσμον Αλμπέν, σύντροφο του Ζορζ, δηλαδή τον Σταμάτη Φασουλή. Ο οποίος ήταν εμφανώς μαγκωμένος και αγχωμένος όταν πρωτοβγήκε στη σκηνή αλλά σύντομα βρήκε το γνωστό ταμπεραμεντόζο κι ατακαδόρο εαυτό του στη σκηνή.

«Πότε κάναμε λάθος;»

  • Ειδικά από τη στιγμή που αποθεώθηκε από το κοινό με το κοστούμι μελισσούλας και τις μαύρες μπαλαρίνες -φετίχ στιγμή- ρωτώντας τον Ζορζ με απόγνωση και υστερία μαζί: «Ο γιος μας παντρεύεται; Πότε κάναμε το λάθος και βγήκε τόσο straight;». Πανικοβάλ στην αίθουσα. Χαμός έγινε επίσης στην πλατεία όταν ο Φασουλής εμφανίστηκε με το κοστούμι «διασταύρωση καναπέ και Μαρίας Αντουανέτας» και την καούκα υδρόγειο στο κεφάλι.
  • Εκεί όμως που ο Φασουλής ήταν απολαυστικός ήταν όταν αυτοσχεδίαζε στην επικοινωνία του με τους θεατές. Η θητεία στην επιθεώρηση βλέπεις. Το δεύτερο μέρος της παράστασης μες στην παράσταση ξεκινά επεισοδιακά με τη Ζαζά, μετά από ένα καβγά με τον Ζορζ, να μπαίνει στη σκηνή σαν τεθλιμμένη χήρα με μαύρο κοστούμι και πλερέζα και μουσική υπόκρουση το πένθιμο εμβατήριο, ακολουθούμενη από την Κλοντίλ με αρχαιοελληνική χλαμύδα. Η Αρτα και τα Γιάννινα στη μαρίνα του Σαν Τροπέ. Της τρελής, κυριολεκτικά, όμως γίνεται όταν επιχειρείται η «ανδροποίηση» της Ζαζά για να υποδεχθεί τους συμπέθερους: «Μα, είμαι ο Τζον Γουέιν σε κοριτσάκι» λέει όλο νάζι η αειθαλής Ζαζά. «Γίνε πιο πολύ Τζον Γουέιν χωρίς το καλιαρντό» της λέει ο πιο «αντρουά» Ζορζ.
  • Από το… καλιαρντό όμως δεν ξεφεύγει ούτε ο αυστηρός μπαμπάς της νύφης, κύριος Ντιντόν -έξοχος για άλλη μια φορά ο Αλέξανδρος Μυλωνάς- που μεταμφιέζεται σε Μπρουχίλντα με χρυσό λαμέ φόρεμα, κόκκινο μποά και ψεύτικη βλεφαρίδα ως το πάτωμα για να γλιτώσει τους δημοσιογράφους. Στα μείον της παράστασης, η ενοχλητική επανάληψη της trashy φράσης «δεν υπάρχει» και η εμφανής αδυναμία που είχαν οι «κλουβινέτες», τα «αγορίτσια» της Ζαζά, να «περάσουν» την παραμικρή ατάκα. Ας μείνουν στο πολύ καλό χορευτικό show που κάνουν.
  • Κοντολογίς, «Το κλουβί με τις τρελές» τα αξίζει τα πολλά ευρώ των 36.000 -μέχρι στιγμής- προπωλημένων εισιτηρίων του. Τώρα, αν εμένα μου «χτυπάει» όλο αυτό το glam-kitsch υπερθέαμα κόντρα στην ανέχεια της εποχής και στη συλλογική αγωνία μιας κοινωνίας μπροστά σε ένα κοινωνικό και οικονομικό μεταίχμιο, μη δίνετε σημασία. Πιείτε μια Veuve Clicquot στο κομψό μπαρ του Παλλάς και νιώστε στις χρυσές φυσαλίδες της τη ροζ ψευδαίσθηση μιας στιγμιαίας ευδαιμονίας.

Info

ΠΑΛΛΑΣ, Βουκουρεστίου 5, Αθήνα, τηλ.: 210-3213100, 210-8108181 (με πιστωτική κάρτα), ή στο Internet: http://www.ellthea.gr.
– Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Τετ.-Κυρ. 21.00.
– Τιμές εισιτηρίων: €20,€25,€45,€50,€60,€80. Εως 10 Μαΐου.

  • ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Δευτέρα, 09.03.09