Το ημερολόγιο ενός απατεώνα του Αλεξάντρ Οστρόφσκι Θέατρο REX – Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη»

  • Ξενιστές και παράσιτοι
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 4 Μαΐου 2009

Ο Οδυσσέας  Παπασπηλιώπουλος και η  Φιλαρέτη  Κομνηνού σε  σκηνή από το  «Ημερολόγιο  ενός  απατεώνα»  που παρουσιάστηκε από το  Εθνικό Θέατρο

  • Έγραφα το 1990 για την προσφορά του μακαρίτη φίλου Δημήτρη Ποταμίτη να τολμήσει αυτός, ηγέτης ενός μικρού περιφερειακού θεάτρου, να μας γνωρίσει έναν ελλείποντα κρίκο μιας γενναίας και σημαίνουσας σειράς σατιρικών ρωσικών έργων.  Επρόκειτο για το έργο «Το ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Αλεξάντρ Οστρόφσκι, που φώτιζε μια περιοχή από υπέροχα σκίτσα της ρωσικής δραματουργίας του 19ου αιώνα. Έτσι δίπλα στους ήρωες, ή μάλλον αντι-ήρωες του Γκόγκολ (Χλεστακόφ- «Επιθεωρητής»), του Γκριμπογέντοφ (Τσάτσκι- «Συμφορά από εξυπνάδα»), Σούχουβο- Κομπίλιν (Ταρέλκιν- «Ο θάνατος του Ταρέλκιν»), Τουργκένιεφ (Μπελάγεφ- «Ένας μήνας στην εξοχή»), δίπλα στον «Σωσία» και στον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι, ο Γκλουμώφ του Οστρόφσκι αποτελεί έναν ευρέως φάσματος και αποτελεσματικότητας κυμαινόμενης, καταλύτη. Όλοι αυτοί οι αντι-ήρωες, έγραφα, «εισβάλλουν σ΄ ένα κοινωνικό περιβάλλον και το αναστατώνουν για να εγκαταλείψουν πίσω τους χαίνουσες πληγές, που βρωμάνε και ζέχνουν. Ο ήρωας του Οστρόφσκι είναι ένας κατεργάρης, ένας μικροαπατεώνας, ένας καριερίστας, ένας παλιανθρωπάκος που, έχοντας μελετήσει με οξυδέρκεια τους μηχανισμούς της μεγαλοαστικής κοινωνίας της εποχής του, δεν ορρωδεί προ ουδενός προκειμένου να αναρριχηθεί, να εκμεταλλευτεί και να βολευτεί. Ψεύτης, υποκριτής, πλάνος, εκβιαστής, χαφιές, είναι οι ιδιότητες που κατά καιρούς και επ΄ ευκαιρία ενδύεται για να αποκομίσει οφέλη. Ο Γκλουμώφ, όπως και οι άλλοι καταλύτες που ανέφερα, είναι χαριτωμένα άτομα- πλην ίσως του Ταρέλκινχαρισματικά, ευφραδή, με καλούς τρόπους και δυνάμει αξιόλογα. Υποχρεώνονται όμως να έρθουν σε σύγκρουση με την εποχή τους, είτε αποδεχόμενοι τους νόμους της είτε αντιστεκόμενοι είτε αφομοιωνόμενοι. Σε όλες τις περιπτώσεις, η προσωπικότητά τους δρα ανατρεπτικά και ξεθεμελιώνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο προσδιορίζεται. Αλλά στο τέλος βουλιάζει στο τέλμα.
  • Ο Οστρόφσκι, ο πιο επαγγελματίας θεατράνθρωπος του καιρού του, είναι μεγάλος μάστορας πριν από τον Τσέχωφ και ένας βαθιά Σλάβος πνευματικός άνθρωπος. Πράγματι, πολύ δύσκολα μεταφυτεύεται σε άλλα εδάφη και δύσκολα ευδοκιμεί. Είναι ο κατεξοχήν συγγραφέας “Μπιτ”, του ρεαλιστικού τρόπου καταγραφής ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, που απαντάται μόνο στη Ρωσία. Το κλίμα αυτό προσιδιάζει μόνο στη σλαβική ιδιοσυγκρασία και στο θέατρο εκφράζεται από μια γλώσσα που διαθέτει μια φρεσκάδα, μια λαϊκότητα γεμάτη παροιμίες και ιδιόλεκτα».

  • Δεν θα είχα σήμερα, περίπου είκοσι χρόνια μετά, λόγους να αλλάξω γνώμη και γι΄ αυτό περίμενα να δω πώς μια νέα προσέγγιση του έργου θα φώτιζε διαυγέστερα τη δραματουργία του Οστρόφσκι. Τα έργα αυτά, όλη η σειρά που προανέφερα, ανήκουν στον ρεαλισμό, αν θέλετε στένεμα του όρου στον κριτικό ρεαλισμό, ό,τι ονόμασε ρεαλισμό η πνευματική πρωτοπορία της Ρωσίας που θεμελίωσε ένα γενναίο οικοδόμημα. Κανείς ατιμωρητί δεν μπορεί να παίζει με το ήθος και το ύφος αυτών των κειμένων, να τα αλλοιώνει και να τα παραποιεί. Κάθε παρέκκλιση από τη φόρμα τους, τη δομή τους και κάθε απόπειρα νόθευσης της ιδεολογίας τους είναι καταδικασμένη να τα παρουσιάσει είτε ως απλές ηθογραφίες είτε ως εξπρεσιονιστικές καρικατούρες.

  • Ο Οστρόφσκι θεωρεί την ηθογράφηση ως εργαλείο αποκάλυψης μηχανισμών και όχι ως γραφικό περιγραφικό ντοκουμέντο. Και η γελοιότητα των χαρακτήρων και των τύπων δεν προηγείται των ενεργειών των ηρώων, αλλά παράγεται από αυτές. Ο Λεωνίδας Καρατζάς που στη σκηνή του «Θεάτρου Κοτοπούλη» (RΕΧ)- έδρα, μία από πολλές, του Εθνικού Θεάτρου- μετέφρασε τη ρεαλιστική σάτιρα του Οστρόφσκι, έχει μεγάλη πείρα ανάλογων ρωσικών κειμένων. Παρέδωσε μια θεατρικά νόμιμη μετάφραση, την οποία προσάρμοσε δραματουργικά για τις ανάγκες της παράστασης με τον σκηνοθέτη Γιάννη Κακλέα. Αυτός ο τελευταίος είναι αναμφίβολα δυνάμει ένας σημαντικός σκηνικός μάστορας, αλλά συχνά υπέκυψε στον πειρασμό του μεταμοντέρνου ιδιώματος, παρεμβαίνοντας στη δομή, «πειράζοντας» το ύφος και αλλοιώνοντας το ήθος και τη διάνοια των κλασικών κυρίως κειμένων. Μόδα γαρ! Στην προσέγγιση του Οστρόφσκι δεν κατέφυγε σε υπερβολές, πέρα από μια εξεζητημένη σκηνογραφική, τάχα μοντέρνα αφαίρεση που δεν προσέφερε- αντίθετα μουντζούρωσε- τίποτα στο έργο και στην ανάγνωσή του.

Στην κόψη του ξυραφιού

  • Η Κόρα Καρβούνη (Μάσενκα) και η Σοφία Σεϊρλή (μητέρα του Γκλουμώφ) έπαιξαν διπλό παιχνίδι ανάλογα με τους συμπαίκτες τους, μια καρικατούρα, μια αληθινός άνθρωπος. Η Φιλαρέτη Κομνηνού, ηθοποιός πάντα λιτή και με μέτρο, που τρέμει τις υπερβολές, σχεδίασε και εκτέλεσε με ακρίβεια την Μαμάγεβα, ισορροπώντας στην κόψη του ξυραφιού, διότι αυτός ο γυναικείος χαρακτήρας είναι μεν επιπόλαιος μέσα σε μια κοινωνική συνθήκη ελαφρότητας και υποκρισίας αλλά, ερωτικά καταπιεσμένη και αξεδίψαστη, έχει ειλικρίνεια στη διαθεσιμότητά της και ως εκ τούτου όταν προδοθεί είναι ανελέητη. Ο κωμικός οίστρος της Κομνηνού μας προίκισε με μια άγνωστη πτυχή του ταλέντου της. Ο Δημήτρης Πιατάς έπλασε με ευχέρεια και ευφράδεια υποκριτική τον Μαμάγεφ. Ήταν σοβαρός στη γελοιότητά του και γελοίος στην ειλικρίνειά του και ως τούτου άκρως επικίνδυνος στην κουτοπονηριά του. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Γκλουμώφ) έδειξε άλλη μία φορά την κλάση του, ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος όταν βρήκε και τον δεσπόζοντα τόνο του ρόλου, που περιέχει και ειλικρίνεια και δραματικότητα και πληγωμένο εγωισμό. Κρατώ τα υπέροχα κοστούμια της Ελ. Μανωλοπούλου (κόντρα στον κονστρουκτιβισμό των σκηνικών του Παντελιδάκη) και την έξοχη επιλογή μουσικής του Ι. Δρόσου.

Καρτουνίστικη αλλοίωση

  • Το δεύτερο αρνητικό στη σκηνοθετική γραμμή του Κακλέα είναι η καταφυγή, με την καθοδήγησή του ασφαλώς, μερικών ηθοποιών σε καρικατούρες, πράγμα το οποίο μετατόπιζε τον άξονα της παράστασης από τη σάτιρα καταστάσεων σε σάτιρα τύπων. Ευτυχώς στο δεύτερο μέρος το ίδιο το έργο επέβαλε το κύρος του και την αυθεντική του δομή, ύφος και ρυθμό. Έτσι ο Τσακομίδης (Γκολούτβιν), η Μαρία Τσιμά (Μανιέφα), η Ελένη Κοκκίδου (Τουρούσινα) με την καρτουνίστικη υποκριτική τους (μια παλιά αισθητική αγάπη του Κακλέα) αλλοίωσαν τελείως το τοπίο και χάλασαν τη ροή της ρεαλιστικής αφήγησης. Αντίθετα, οι μετρημένοι Λαέρτης Βασιλείου (Κουρτσάγεφ), Γιάννης Νταλιάνης (Κρουτίτσκι), Θέμης Πάνου (Γκοροντούλιν) έπλασαν με άνεση και καθαρά περιγράμματα ανθρώπινους, ζωντανούς και αληθινούς χαρακτήρες.
Advertisements

«Το ημερολόγιο ενός απατεώνα», «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς», «Ο κλήρος του μεσημεριού», «Διψασμένοι»,

  • Παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου
  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 18 Μάρτη 2009

«Το ημερολόγιο ενός απατεώνα», στο «Ρεξ»
«Ο κλήρος του μεσημεριού»
  • Εικόνα σου, δημιούργημά σου, είναι κοινωνία κι όσο θα παραμένεις κοινωνία εκμεταλλευτών, διεφθαρμένων, απατεώνων, υποκριτών, παρασίτων, ηλιθίων, θρησκόληπτων, θα χρειάζεσαι λέρες σαν κι αυτόν… Αυτή τη φαρμακερή αλήθεια πέταξε κατάμουτρα στην τσαρική κοινωνία ο «θεμελιωτής» του ρωσικού κριτικού ρεαλιστικού θεάτρου, Αλεξάντρ Οστρόφσκι, διά στόματος του Γκλούμοφ, του κεντρικού προσώπου στην καυστική κωμωδία του «Το ημερολόγιο ενός απατεώνα» (1868). Μια εκπληκτική κοινωνιολογική και ανθρωπολογική «τοιχογραφία», με ποικίλα είδη ανθρωποτεράτων της χώρας του. Πλούσιοι και άφραγκοι ψευτοάρχοντες, μεγαλοαστοί, αστοιχείωτοι πολικάντες, κρατικοί υπάλληλοι και στρατιωτικοί – παράσιτα, μοιχοί κύριοι και κυρίες, μπαγαπόντες υπηρέτες και ποικίλα άλλα κοινωνικά, εκκλησιαστικά, παραεκκλησιαστικά…
  • Παράγωγο όλων αυτών είναι ο διαολεμένος, εγγράμματος, αλλά άφραγκος νεαρός Γκλούμοφ, που, με συνεργό τη μάνα του, μηχανεύεται διάφορες απατεωνιές για να εισχωρήσει στην «υψηλή» κοινωνία, να αποκτήσει κρατική θέση, και να παντρευτεί μια πλούσια νέα. Όλα τα σχέδιά του κινδυνεύουν να ναυαγήσουν όταν η μοιχός ερωμένη του ανακαλύπτει το ημερολόγιό του, όπου κατέγραφε το «ποιόν» όλων των θυμάτων του. Αυτά εξαγριώνονται, αλλά κι εκείνος τα ξεδοντιάζει με τη μόνη αλήθεια: Άθλιοι κι απατεώνες είστε κι εσείς όλοι, αλλά με χρειάζεστε γιατί είμαι ικανότερος από εσάς!
«Διψασμένοι»
  • Το καυστικότατο περιεχόμενο του διαχρονικά επίκαιρου έργου αναδείχνεται πλήρως με την υψηλής καλαισθησίας εικαστική όψη της παράστασης (σκηνογραφία Μανόλης Παντελιδάκης, ενδυματολογία Ελένη Μανωλοπούλου), τη γλαφυρή μετάφραση (Λεωνίδας Καρατζάς), την εκφραστική κινησιολογία (Κυριάκος Κοσμίδης), τους φωτισμούς (Σάκης Μπιρμπίλης), προπάντων με την ενδιαφέρουσα, συγκροτημένης ερμηνευτικής άποψης, σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα. Η σκηνοθεσία, θέλοντας να υπογραμμίσει την κοινωνική καταγγελία και όχι τα κωμικά χαρακτηριστικά του έργου, με μια καθ’ υπερβολήν, βέβαια, υπέρβαση της εποχής και της εθνικότητάς του, παρομοίασε τα πρόσωπα του έργου με τις τερατόμορφες ανθρώπινες φιγούρες της καυστικότατης σειράς σκίτσων του Γκόγια, «Καπρίτσια». Η σκηνοθεσία καθοδήγησε αποτελεσματικά όλους τους ηθοποιούς. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, με σαρκαστικό σκηνικό «νεύρο» ερμήνευσε εξαιρετικά τον κεντρικό ρόλο. Το παραπέμπον στον Γκόγια «εύρημα» της σκηνοθεσίας ευτύχησε, ιδιαιτέρως, με τις ερμηνείες των Δημήτρη Πιατά, Μαρίας Τσιμά, Ελένης Κοκκίδου, Γιώργου Οικονόμου. Πολύ καλές, ισόρροπες με τη σκηνοθεσία αλλά και με την κωμικότητα και ελαφράδα που απαιτεί το ήθος του έργου, είναι οι ερμηνείες των Φιλαρέτης Κομνηνού, Σοφίας Σεϊρλή, Θέμι Πάνου, Γιάννη Νταλιάνη.
«Ο κλήρος του μεσημεριού», στο «Πειραιώς 260»
«Το ημερολόγιο ενός απατεώνα»
  • Καθολικός έως μυελού οστών, συντηρητικός ιδεολογικά, καριερίστας διπλωμάτης, οπαδός του αισθητισμού, διαμορφωτής (κατά τα πρότυπα της Βίβλου) ενός εκτενούς, μακρόσυρτου, γλωσσικά ναρκισσευόμενου και επιτηδευμένου στίχου, ο Πολ Κλοντέλ, υπηρετώντας στην Απω Ανατολή (1895-1909), σε εποχή που συνεχίζονταν οι πόλεμοι του οπίου, που οργίαζε ο ανταγωνισμός των αποικιοκρατικών ευρωπαϊκών χωρών, που ο λαός της Κίνας και άλλων ασιατικών χωρών πέθαινε από πείνα και λοιμώδεις νόσους, ο αδιάφορος για τα πάθη των ασιατικών λαών Κλοντέλ βίωσε έναν έρωτα «αμαρτωλό». Ερωτεύτηκε μια, πυρετικά ερωτική, παντρεμένη συμπατριώτισσά του. Ο έρωτας αυτός ενέπνευσε τα έργα του «Ο κλήρος του μεσημεριού» (πρώτη γραφή το 1905, δεύτερη το 1945) και «Το ατλαζένιο γοβάκι» (1929). Ορθώς, το Εθνικό Θέατρο, μετακαλώντας τον Γερμανό σκηνοθέτη Γιόσι Βίλερ, επέλεξε την πρώτη γραφή του «Κλήρου του μεσημεριού» (αυτήν σκηνοθέτησε ο Βίλερ και στη Γερμανία), σε πολύ καλή μετάφραση του Στρατή Πασχάλη. Η πρώτη γραφή (ο Κλοντέλ είχε απαγορεύσει το ανέβασμά της) είναι πιο βιωματικό, πιο ζωντανό, λιγότερο θρησκομανές, λιγότερο εγκεφαλικό θέατρο απ’ ό,τι η συνήθως παιζόμενη δεύτερη γραφή του έργου. Επίκεντρό του είναι η όμορφη Υζέ, γυναίκα – «μοίρα» τριών αντρών. Του επιχειρηματία συζύγου και πατέρα των παιδιών της, Ντε Σιζ. Του νέου, ποιητικά στοχαστικού, θρήσκου, αμόλυντου από την ερωτική αμαρτία, διπλωματικού εκπροσώπου της Γαλλίας, Μεζά. Και του τυχοδιώκτη μπίζνεσμαν Αμαλρίκ. Ο Μεζά υποκύπτει στη γοητεία της Υζέ. Εκείνη εγκαταλείπει τα παιδιά και το σύζυγό της, γεννά ένα νόθο παιδί με τον Μεζά, αλλά τον εγκαταλείπει, μαζί με το νόθο της, για να καταλήξει ερωμένη του Αμαλρίκ και να ζήσει μαζί του, έως θανάτου του νόθου και της ίδιας – στην εξαθλίωση. Εξαθλίωση – καθαρμός της, που προκαλεί αθεράπευτο συνειδησιακό πόνο στον Μεζά.
«Ο χορός της μοναχικής καρδιάς»
  • Εμπειρος σκηνοθέτης ο Γ. Βίλερ, με τους ίδιους συνεργάτες που είχε ανεβάζοντας το έργο στη Γερμανία, «μεταφύτευσε» μια παράσταση καλαίσθητη στην όψη, λιτής ψυχογραφικής και «ποιητικής» ατμόσφαιρας, αλλά μάλλον… στα γρήγορα. Πράγμα που διαφαίνεται κάπως με τις ερμηνείες των πολύ ταλαντούχων ηθοποιών. Σπουδαίο υποκριτικό «όργανο», με σπάνια ικανότητα να ψυχοσωματοποιεί κάθε αναπνοή, κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα, κάθε λέξη, κάθε σιωπή του προσώπου που υποδύεται, η Αμαλία Μουτούση, κυριαρχεί ερμηνευτικά, αλλά δείχνει να στηρίζεται στις δικές της δυνάμεις, παρά στην καθοδήγηση του σκηνοθέτη. Λειψή σκηνοθετική καθοδήγηση δείχνουν και οι άλλες ερμηνείες. Η αβεβαιότητα προς τα πού να βαρύνει την ερμηνεία του ο πάντα αισθαντικός και στέρεος Νίκος Κουρής (Μεζά), η υποκριτική αμηχανία του Νίκου Καραθάνου (Ντε Σιζ), η υποκριτική πόζα και υπερβολή του Λάζαρου Γεωργακόπουλου (Αμαλρίκ).
«Διψασμένοι», στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας»
  • Στη μικρή σκηνή του «Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας» παρουσιάστηκε το έργο του Λιβανοκαναδέζου συγγραφέα Ουαζντί Μουαουάντ «Διψασμένοι». Εργο πικρόγλυκου χιούμορ, μελαγχολικά «παιγνιώδες», αντλημένο από εφηβικές μνήμες του συγγραφέα, με θέμα τις ανάγκες, τις επιθυμίες, τις ανησυχίες, τις συνήθειες, τις συμπεριφορές, τις αγωνίες, την κριτική ματιά, την απογοήτευση, ακόμη και την κατάθλιψη των εφήβων από την εκπαίδευση, την κοινωνία, τους θεσμούς, τα μύρια όσα προβλήματα της καθημερινότητας των μεγαλουπόλεων. Ενα κείμενο φαινομενικά «απλοϊκό», δραματουργικά ανεπιτήδευτο, ανθρώπινο, με κατανόηση κι αγάπη για τη νιότη. «Ηρωες» του έργου είναι δυο έφηβοι – ο Μερντόκ και η Νορβέζ – και ο ενήλικος πλέον Μπουν, που ανασκαλεύει τη δική του εφηβεία και τα «τραύματά» της.
  • Το κείμενο, σε μετάφραση της Εφης Γιαννοπούλου, με αφαιρετικότατο σκηνικό και ταιριαστά στα πρόσωπα κοστούμια (Ολγα Λεοντιάδου), ευτύχησε με την απλότητα, την ευαισθησία, τη συναισθηματική θέρμη, το χιούμορ, την παιγνιώδη «αφέλεια» της σκηνοθεσίας του Μανώλη Μαυροματάκη (με συνεργάτρια την Τζένη Αργυρίου), τις πολύ καλές ερμηνείες του ίδιου (Μπουν), του πολύ ελπιδοφόρου νέου ηθοποιού Προμηθέα Αλειφερόπουλου και της Στεφανίας Γουλιώτη.
«Ο χορός της μοναχικής καρδιάς», στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας»
  • Από αυτοβιογραφικά κείμενα μπορεί να προκύψουν σοβαρά, σημαντικά, ουσιαστικά σοβαρού προβληματισμού σκηνικά δημιουργήματα, αλλά και ανούσια και προβληματικά. Σε ένα λαό σαν το δικό μας, που υπέφερε από αμέτρητα δράματα και τραγωδίες που προκάλεσε, μετά τον εμφύλιο, η μαζική οικονομική -και πολιτική- μετανάστευση, λ.χ. στη Γερμανία, μάλλον ως «παρωνυχίδες», αν όχι ασημαντότητες και αστειότητες, ηχούν τα βιώματα του – αφηγηματικού ουσιαστικά και όχι θεατρικού – αυτοβιογραφικού έργου του Ακύλα Καραζήση «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς», που ο ίδιος σκηνοθέτησε, στη μεγάλη σκηνή του «Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας». Ο Ακ. Καραζήσης, έζησε στη Γερμανία σαν φοιτητής κάμποσα χρόνια. Ισως γιατί «ψαχνόταν», ίσως για να «απογαλακτιστεί» ψυχολογικά από τους γονείς του, κι όχι από βιοποριστική ανάγκη. Προφανώς κουβαλά κάποια βιώματα.
  • Αλλά όσα – «χύμα» μάλιστα – αφηγείται κειμενικά και σκηνοθετικά, παρασάγγας απέχουν από το σκληρό βιοποριστικό αγώνα των Ελλήνων μεταναστών (αγώνας και των φτωχών, αναγκασμένων να δουλεύουν για τον επιούσιο, φοιτητών), από την ανάγκη να βοηθήσουν τους δικούς τους στην Ελλάδα, από το βάσανο της προσαρμογής σε μια ξένη χώρα, από τους εργατοσυνδικαλιστικούς, πολιτικούς, εκπαιδευτικούς αγώνες τους εκεί, από τη μοναξιά και τη νοσταλγία για την οικογένεια και την πατρίδα. Χαμπάρι δεν πήρε ή αδιαφορούσε για όλα αυτά τα σοβαρά βιώματα των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία – και στη δεκαετία του ’70 και ’80 – ο συγγραφέας του έργου; Αυτά είναι ουσιώδη βιώματα κι όχι η ερωτική σχέση και συμβίωση με μια άλλης εθνικότητας μετανάστρια, τα μεθυσμένα ξεφαντώματα και τις δήθεν νοσταλγικές παρόλες για την πατρίδα σε ελληνική μπουζουκοταβέρνα, οι ψευτοενοχές του γιου που δεν έγραψε ποτέ γράμμα στο γονιό, η δήθεν αυτοψυχανάλυση, τα δήθεν «αριστερά» ιδεολογήματα. Κρίμα, που ένας τόσος καλός ηθοποιός, ικανός για σημαντικούς ρόλους, σπατάλησε για τη σκηνοθεσία και την ερμηνεία του αυτοβιογραφικού κειμένου του και τις δικές του δυνάμεις και άλλων καλών ηθοποιών, μεταξύ των οποίων η ξεχωριστά ταλαντούχα Μαρία Σκουλά.

* «Το ημερολόγιο ενός απατεώνα» Εθνικό Θέατρο – Κοτοπούλη

  • Το κρησφύγετο του αυτοσεβασμού
  • Κριτική
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Το Κοτοπούλη και το Εθνικό Θέατρο ανοίγουν τις πύλες τους στον Γιάννη Κακλέα με αφορμή ένα ιδιόμορφο, γνωστό στη σκηνή μας αλλά όχι πλήρως αξιολογημένο, έργο του Ρώσου συγγραφέα Αλεξάντρ Οστρόφσκι. Είναι αλήθεια πως το «Ημερολόγιο ενός απατεώνα» τίθεται στο σταυροδρόμι του ρωσικού θεάτρου, στο κατώφλι μιας παλιάς συζήτησης για το ρεαλισμό, στην οποία ο Ελληνας σκηνοθέτης μπορεί να προσφέρει πολλά: το έργο ανήκει ασφαλώς στο ρεύμα του ρεαλισμού, χρησιμοποιεί ωστόσο την αιχμή της σάτιρας και τη διόγκωση της καρικατούρας προκειμένου να επιτύχει την οξεία κριτική της μπουρζουαζίας. Ρωσική σάτιρα και ρεαλισμός αποτέλεσαν κάποτε συγκοινωνούντα δοχεία, καθώς από κοινού ζήτησαν να αποκαλύψουν την αστική υποκρισία, η πρώτη με εργαλείο τη μεγέθυνση, ο δεύτερος με την εστίαση. Εδώ, στο «Ημερολόγιο ενός απατεώνα», έχουμε την αποκάλυψη εκ μέρους του Οστρόφκσι της μοσχοβίτικης αστικής τάξης, με όλους τους τύπους και το τυπικό της, ένα εργαστήριο στο οποίο μεταφέρονται διογκωμένες και παραμορφωμένες οι μορφές των αστών.

Ο Γκλούμοφ, ο πρωταγωνιστής, έρχεται να κατακτήσει αυτή την τάξη σαν κάποιος που κατέχει το τυπικό της. Το πρωτότυπο ωστόσο στο έργο είναι ότι ο Γκλούμοφ συνεχίζει να διατηρεί στον ωκεανό της κολακείας και φαυλότητας τη δική του νησίδα πραγματικότητας, ένα κρησφύγετο όπου φυλάει τον αυτοσεβασμό του: Είναι το προσωπικό του ημερολόγιο, το βιβλίο όπου καταγράφει την άποψή του για τους νεόπλουτους, αεριτζήδες και υποκριτές του κύκλου του. Γιατί το κάνει αυτό; Η πρώτη απάντηση είναι πως έτσι διατηρεί την ψυχική ισορροπία του. Ωστόσο, κάποιος που τηρεί ένα τέτοιο ημερολόγιο, θέλει στο βάθος να το εκδώσει κάποτε με τη μορφή της καταγγελίας. Στο βάθος ο Γκλούμοφ θέλει να αποκαλυφτεί.

Αλλωστε, σε αυτό το παιχνίδι κανείς δεν κοροϊδεύει κανέναν. Ολοι γνωρίζουν τους όρους του και αν κάποιος αποφάσιζε να σταματήσει, το τέλος του θα σήμαινε την ακύρωση και του δικού του ρόλου. Γι’ αυτό όταν η αποκάλυψη έρχεται, οι αστοί βρίσκουν τον τρόπο να ενσωματώσουν την ανατροπή στους κόλπους της τάξης τους, να εμφανίσουν τη ρήξη σαν συνέχεια. Η τελευταία σκηνή της παράστασης αρκεί για να δούμε πόσο αυτό έγινε κατανοητό από τον σκηνοθέτη: Ο Γκλούμοφ παίρνει μέρος στην επιλογική αναμνηστική φωτογραφία, καθώς αποσύρει το ημερολόγιο του. Ολα μοιάζουν με κακό όνειρο, οι αστοί μπορούν πάλι να νιώσουν ασφαλείς.

Ωριμη διδασκαλία, με γνώμονα τη σαφήνεια και την ποιητική διάθλαση του γκροτέσκ. Το ύφος βέβαια, γνώριμο και αναγνωρίσιμο για τον Κακλέα, διατηρεί κάτι από την αισθητική των κόμικς. Οι σκηνές διεκδικούν την αυτονομία τους, ο άπλετος χώρος γεμίζει με την ενέργεια των ηθοποιών. Οι πιο παρατηρητικοί ίσως δουν ότι ο σκηνοθέτης χτίζει δυο σκηνικούς χρόνους: ένα ζοφερό, άγριο, εσωτερικό, και έναν εξωτερικό, αστραφτερό, φαρσικό. Η συνύπαρξή τους αποτελεί υπογραφή και δείγμα της δεξιοτεχνίας του.

Δεν πρέπει να έχει παράπονο από τους ηθοποιούς του. Ευέλικτος αριβίστας ο Γκλούμοφ του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου, ιδανική συνεργός η Μητέρα τής Σοφίας Σεϊρλή. Στον Μαμάγεφ του Δημήτρη Πιατά, όμως, βρίσκει έναν αληθινό τεχνίτη της καρικατούρας και στη Μαμάγεβα της Φιλαρέτης Κομνηνού μια γνήσια μπριλάντε ηθοποιό. Χτίζουν, από κοινού με τους άλλους ηθοποιούς της διανομής, τον κόσμο αμοιβαίας υποκρισίας και συνενοχής του Οστρόφκσι. Εύληπτη η μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά. Και η σκηνογραφία του Μανόλη Παντελιδάκη, σταθερά στο μεταξύ ρεαλιστικής κατάδειξης και υπερρεαλιστικής απογείωσης. *

  • ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 28/02/2009