Δύο Ιρλανδοί του εικοστού αιώνα

  • Ο Μπέρναρντ Σω και ο Σάμουελ Μπέκετ «δικάζουν» τις πράξεις και τον λόγο, αντίστοιχα
  • Τζ. Μπ. Σω, Το επάγγελμα της κυρίας Γουώρρεν, σκην.: Ανδρέας Βουτσινάς. Θέατρο: Ορφέας
  • Σ. Μπέκετ, Ευτυχισμένες μέρες, σκην.: Εκτ. Λυγίζος. Θέατρο: Χώρα
  • Γιάννης Βαρβέρης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/11/2009

Ο Ιρλανδός πολυγραφότατος δραματουργός και οξύς θεατρικός κριτικός Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω (1856-1950, Νομπέλ 1925) υπήρξε η σαρκαστικότερη πένα της Αγγλίας των αρχών του εικοστού αιώνα. Χαριτωμένος, ευφραδής και ευφυέστατος, μέσα απ’ την ηθογραφική κωμωδία ή απ’ τις ιστορικές παραβολές του, ως φύση βαθύτερα αναρχοσοσιαλιστική και ως εταίρος της θρυλικής «Λέσχης των Φαβιανών», προσπάθησε παντί σθένει να προωθήσει έναν ουτοπικό σοσιαλισμό. Πίστευε σαν κάπως τον δικό μας Κοραή -ίσως;- πως οι λαϊκές τάξεις θα ομονοήσουν με τις ανώτερες αν ευθυγραμμιστούν γλωσσικά και παιδευτικά μ’ εκείνες. Ρομαντικός «μεταδιαφωτιστής», με ευγενή σκέψη που προσέκρουσε στις πραγματικές κοινωνικές συγκρούσεις, ο Σω θεώρησε πως μπορούσε να παρέμβει στα κοινωνικά σαρκώματα -τουλάχιστον του καιρού του- και να τα θεραπεύσει. Κάτι τέτοιο, σε υποκρυπτόμενη διδακτική μορφή, συμβαίνει και με το «Επάγγελμα της κας Ουώρρεν» (1893). Ο Σω καταγγέλλει τα φαύλα ήθη, εδώ όχι τόσο της πορνείας όσο της εν γένει υποκρισίας και ανηθικότητας, τις οποίες όμως όλοι σιωπηρά συνομολογούν. Στο κεντρικό κάδρο η αμφίθυμη σχέση της μαστροπού μάνας με την διά των χρημάτων της καλοαναθρεμμένη -εκ του μακρόθεν όμως- κόρη η οποία, μετά την αποκάλυψη όλων των μυστικών απαξιώνει και εγκαταλείπει τη μητέρα.

Υπάρχουν χαρακτήρες και τύποι που σώζονται σ’ αυτό το «παλιό» έργο. Και το χαρακτηρίζω έτσι επειδή αφενός ο βασικός του προβληματισμός έχει ανεπιστρεπτί ξεπεραστεί και αφετέρου επειδή δεν διαθέτει την ιψενική ιδιοφυΐα για να επιζήσει, παρότι στην Ελλάδα παίχτηκε από αρκετά ζεύγη πρωταγωνιστριών. Δυστυχώς, ούτε οι χαρακτήρες ούτε η επιδέξια γραφή μπόρεσαν να δώσουν την ελάχιστη πνοή στην παράσταση του κ. Ανδρ. Βουτσινά. Αργότατη, χωρίς ένταση και ρυθμό, χωρίς καθαρό ιδεολογικό προσανατολισμό, με πρωτόλειες πόζες και υπογραμμίσεις και, ιδίως, με τους ηθοποιούς απολύτως εκτεθειμένους στα ελαττώματά τους. Στην ψυχική αναλήθεια και στο στομφαρισμένο μελό αγκυροβόλησε η Αλ. Λαδικού, στην εξωτερικά μόνο «σκληρή» κόρη η τεμαχίζουσα αναιτίως τις προτάσεις σε μικρά κομματάκια Βάσια Παναγοπούλου, στον άκρως επεξηγηματικό και πομπώδη τόνο ο αριστοκράτης του Ν. Γαλανού. Ο Πράιντ του Γιαν. Καρατζογιάννη είχε σκηνική κοσμική άνεση, αλλά όχι και τον ρομαντισμό του ρόλου. Ο εφημέριος του Ντ. Καρύδη πολύ σχηματοποιημένος. Μόνον ο Στρ. Τζώρτζογλου (Φρανκ) είχε ζωή, λάμψη και ειρωνεία, που έμειναν αναπάντητες. Ακρως εξαπλουστευμένα τα ελληνικά, διόλου δεν θύμιζαν την ευφράδεια του Σω (Παναγοπούλου – Χρ. Καρχαδάκης). Ολη η όψις (Τ. Κυριακίδου, Β. Ζούλιας, Ν. Γιαννέτος) εντόνως διακοσμητική. Μια ανιαρή, άτεχνη, πολύ κουραστική παράσταση.

Μπεκετική διαθήκη

Το μπεκετικό «Ευτυχισμένες μέρες», ακρότατο Ευαγγέλιο του παράλογου, άγλωσσου και ανιστορικού μας κόσμου όπως αποτυπώθηκε κατά τον εικοστό αιώνα, ευτύχησε να γίνει και στην Ελλάδα δοκιμαστήριο αντοχών, οπτικών και επιτεύξεων. Η πρωτοπόρος Χριστίνα Τσίγκου -δεν την πρόφθασα-, η μαγική Βάσω Μανωλίδου, η ρεαλιστικότερη Δέσπω Διαμαντίδου, η έξοχη «αυτοκτονούσα» αστή Ρούλα Πατεράκη και η πολύ ενδιαφέρουσα κλοουνίστικη Αννα Κοκκίνου είναι, αν δεν ξεχνώ άλλην, οι σημαντικότερες προσεγγίσεις του νηφάλια απέλπιδος αυτού κειμένου.

Ο Εκτ. Λυγίζος και η ποιοτικά ανήσυχη Μίνα Αδαμάκη βρήκαν μια ανανεωμένη φόρμα αντιμετώπισης του έργου. Δίπλα σ’ ένα χώρο ιδεώδους αντισηψίας, φρενοκομείου, φυλακής ή νοσοκομείου, που φιλοτέχνησε η Μ. Τρικεριώτη, προσάρμοσαν μια οθόνη video όπου ταυτόχρονα με τη «δράση» αναπαρήγοντο οι προσωπικές -εννοώ: του προσώπου- λεπτομέρειες. Η διαχείριση αυτή υπήρξε ευεργετικότερη στο β΄ μέρος, στο οποίο η Αδαμάκη τεχνολόγησε την ασφυξία του κολάρου της αλλά και της όλης ύπαρξης μ’ ένα σπαρακτικό σύνολο από πανικόβλητα γκρο πλαν του εν απογνώσει πλέον προσώπου της. Αντίθετα, το α΄ μέρος η ηθοποιός, φύσει διαθέτουσα ένα παραλογικό προφίλ, το χειρίστηκε αποδιοργανώνοντας όχι τόσο τις λέξεις όσο τα εξ αυτών συναισθήματα: ανέμελη, έκπληκτη, περίφροντις, συνοφρυωμένη, ανοηταίνουσα, η Ουίννυ, στην εκδοχή αυτή, συνομίλησε, υπερβαίνοντας τη βούληση του κειμένου, με τον Ουίλλυ, εδώ αντιστικτικό πιθηκοειδή πρωτόγονο ενσαρκωμένο απ’ τον cult Ερρ. Λίτση.

Οι μαίανδροι της κειμενικής ροής άλλαζαν ύφος κατά την περίσταση, από το ευαίσθητο μεταφραστικό χέρι του ποιητή Διον. Καψάλη.

Ξεπερνώντας τις υφολογικές παγίδες του «Ευτυχισμένες μέρες», συχνά πολύ συγκινητική, η Αδαμάκη παρέδωσε μια εκ βαθέων ανάγνωση σε πολύ μεγάλη γκάμα ιδιόμορφων εκφραστικών εναλλαγών που, παρά τις ελευθερίες τους, δεν εμπόδισαν τον μπεκετικό λόγο να τεκμηριώσει την διά του λόγου τραγική σιωπή του.

Advertisements