Σαν το παλιό, καλό «κρασί»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
«Ενας ήρωας, το καμάρι της δύσης»
  • «Ενας ήρωας, το καμάρι της δύσης», στο «Μεταξουργείο»

Αιώνες βασανισμένος από την αγγλοκρατία ο ιρλανδικός λαός γέννησε ουκ ολίγους μεγάλους ποιητές, πεζογράφους, δραματουργούς, που με το έργο τους, άλλοι υπερασπίστηκαν τους αγώνες κι άλλοι τις λαϊκές παραδόσεις και την πολιτιστική «ταυτότητα» του λαού τους. Μεταξύ των πρωτεργατών – διαμορφωτών της εθνικής «ταυτότητας» του ιρλανδικού θεάτρου ήταν και ο (πεθαμένος στα 38 του χρόνια) ποιητής και πεζογράφος Τζον Μίλινγκτον Σινγκ (1871-1909), ο οποίος, παρακινημένος από τον φίλο του και κορυφαίο Ιρλανδό ποιητή Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, ασχολήθηκε με τη δραματουργία. Το ελληνικό κοινό από πολλά χρόνια πριν γνώρισε τον Σινγκ από τα έργα του «Καβαλάρηδες της θάλασσας» και «Η Ντίαρντρη των θλίψεων» και το έργο του «Λεβεντόπαιδο απ’ τη δύση» (1906, η παρουσίασή του το 1907, στο Δουβλίνο, και το 1911 στις ΗΠΑ, ενόχλησε τους στενόμυαλους υπερεθνικιστές Ιρλανδούς). Αυτό το έργο με τίτλο «Ενας ήρωας, το καμάρι της δύσης», επανέφερε στο φως της σκηνής, στο «Μεταξουργείο», ο σκηνοθέτης που συνηθίζει να ανεβάζει έργα παλιών σπουδαίων δραματουργών Στάθης Λιβαθινός, σε μια ελκυστική, χυμώδη θεατρικά παράσταση, από τις καλύτερες, μέχρι τώρα, του θεατρικού χειμώνα. Στο έργο προβάλλει η αγάπη του Σινγκ για την πάτρια γη και τις παραδόσεις της, η εκτίμησή του για το μόχθο του λαού του, η ικανότητά του να ηθογραφεί και ψυχογραφεί χαρακτηριστικούς λαϊκούς τύπους, αλλά και η τόλμη του να σατιρίσει στραβά κι ανάποδα, στενομυαλιές, κουταμάρες, συνήθειες (όπως το πιοτό) του λαού του. Κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι ένας ορφανεμένος από μάνα, καλοκάγαθος, μισοχαζούλης νεαρός αγρότης, που «σκότωσε» τον μέθυσο πατέρα του επειδή τον ξυλοφόρτωνε για να δουλεύει ασταμάτητα. Ο «πατροκτόνος» το σκάει από το σπίτι, κρύβεται μέρες και πεινασμένος καταλήγει στο καπηλειό του χωριού. Ζητώντας εκεί καταφύγιο, ομολογεί πως σκότωσε τον αυταρχικό πατέρα του. Η κόρη του κάπελα, που ο πατέρας της την παντρολογεί με έναν δειλό και ασχημούλη, θεωρώντας «ήρωα» τον «φονιά», ερωτοχτυπιέται μαζί του, όπως κι εκείνος. Ενώ οι δειλοί και οι πιωμένοι τον τρέμουν, μέχρι να εμφανιστεί ο «νεκραναστημένος» πατέρας, οπότε όλοι, και η αγαπημένη του, στρέφονται εναντίον του, αλλά και η πλοκή στρέφεται σε κωμωδιογραφικό αίσιο τέλος. Με τη χυμώδη γλωσσικά μετάφραση (Γιώργος Δεπάστας – Ζένια Κριτσέφσκαγια), το ευρηματικά λιτό σκηνικό και τα όμορφα (από γεώδη χρωματικά λινάτσα) κοστούμια (Ελένη Μανωλοπούλου), τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Αλέκος Αναστασίου), την ψυχοσωματοποιημένη κινησιολογία και χορογραφία (Κωνσταντίνος Μίχος), τη ζωντανά εκτελεσμένη μουσική (Κώστας Μαγγίνας), τις ενιαίου υποκριτικού ήθους ερμηνείες όλων των ηθοποιών- παλιών συνεργατών του Στ. Λιβαθινού (από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου), υπό τη λεπτομερειακά δουλεμένη, γοργόρυθμη, με αίσθηση του χιούμορ, σκηνοθετική καθοδήγηση, αναδύεται το ύφος ενός έργου που θυμίζει την τσεχοφική δραματουργία, αλλά και το ήθος και η ψυχή ενός λαού που θυμίζει πολύ το δικό μας λαό. Επαινο αξίζουν όλοι οι ηθοποιοί για την ομόψυχη ερμηνευτική τους κατάθεση, από την οποία ιδιαιτέρως ξεχωρίζουν οι ερμηνείες των Νίκου Καρδώνη, Αννας Κουτσαφτίκη (στους πρωταγωνιστικούς ρόλους των δύο ερωτευμένων νέων) και της Μαρίας Ναυπλιώτου. Μια παρατήρηση, που λίγο – πολύ αφορά όλες τις ερμηνείες, παρατήρηση που, ίσως, πρέπει να απασχολήσει τους αναμφίβολα ταλαντούχους ηθοποιούς, αλλά πρωτίστως τον σκηνοθέτη, καθώς εκείνος, από χρόνια, έγινε ο «μέντορας» και διαμορφωτής της υποκριτικής τους. Μιας – υπεράνω του μέτρου – καθ’ υπερβολήν εκφραστικής υποκριτικής, ενός περιγραφικού υπερπαιξίματος, που χρόνο το χρόνο, παράσταση την παράσταση, δείχνει να τείνει προς τη σχηματοποίηση, την επιτηδευμένη, την επιδεικτική πόζα.

«Χιούι»
  • «Χιούι» από τις «Οψεις»

Το άγνωστο μονόπρακτο του Ευγένιου Ο’ Νιλ «Χιούι» ανέβασαν (στο «Bios») οι «Οψεις» της Ασπας Τομπούλη, σε δική της μετάφραση και σκηνοθεσία. Το «Χιούι» (1941) είναι το μόνο σωζόμενο από μια σειρά 7-8 μονοπράκτων που έγραψε ο κορυφαίος Αμερικανός δραματουργός, με ενιαίο τίτλο «Αντί νεκρολογίας». Κάθε μονόπρακτο τιτλοφορούνταν με το όνομα ή το παρατσούκλι ενός νεκρού και είχε μόνο δύο πρόσωπα (το βασικό μιλά για κάποιον νεκρό, το άλλο απαντά, σιωπά, κυρίως σιωπά). Ο Ο’ Νιλ, επηρεασμένος ίσως από το αμερικανικό αστυνομικο-κοινωνικό φιλμ νουάρ, με το «Χιούι» συνθέτει ένα ποιητικά νατουραλιστικό (ο πρωταγωνιστής μιλά την αργκό της δεκαετίας του 1930) θεατρικό «νουάρ», προβλέποντας και σκηνική χρήση ειδικών ήχων και φιλμικών εικόνων. Ο μύθος τοποθετείται στη Ν. Υόρκη, το 1928. Η οικονομική κρίση στη «μητρόπολη» του καπιταλισμού φουντώνει, όπως και οι συνέπειές της: Ανασφάλεια, ανεργία, παρασιτικότητα, βία, εγκληματικότητα. Νύχτα. Οι θόρυβοι της νύχτας ακούγονται πιο ανησυχαστικοί. Εξάπτουν τη φαντασία. Ενσπείρουν φόβο. Στη ρεσεψιόν ενός φτηνού ξενοδοχείου ένας φουκαράς, τίμιος οικογενειάρχης, που – μετά το θάνατο του προηγούμενου νυχτερινού υπαλλήλου, που λεγόταν Χιούι – από ανάγκη δέχτηκε τη νυχτερινή βάρδια, με τους ανησυχαστικούς θορύβους «προσμετρά» τους κινδύνους, τη μοναξιά και αγρύπνια του για ένα ψωρομεροκάματο. Η πόλη βρίθει από λογής λογής μοναχικούς, έρημους ανθρώπους. Μοναχικός, ουσιαστικά έρημος και φοβισμένος είναι και ο πελάτης που εμφανίζεται. Ο Ερι, παλιός, περιστασιακός ένοικος του ξενοδοχείου, «φίλος» του Χιούι, ανεπάγγελτος, «παράσιτο», μονίμως άφραγκος – καθότι μικροκομπιναδόρος, παρακατιανός και εκτός μαφίας – χαρτοπαίκτης. Δυο διαφορετικοί άνθρωποι. Μόνη ομοιότητα, η μοναξιά και η βιοποριστική ανάγκη τους. Η μοναχικότητα του ρεσεψιονίστ εκφράζεται με τη σιωπή. Η μοναχικότητα του Ερι, με πρόσχημα τις αναμνήσεις του από τον πεθαμένο Χιούι, εκφράζεται με την ανάγκη του να επικοινωνήσει, να μιλήσει με έναν άνθρωπο, να εξομολογηθεί ιστορίες του, βιώματα, επιθυμίες, αλήθειες και ψέματα, ακόμα και σε έναν άγνωστο. Η μετάφραση και η λεπτοδουλεμένα ρεαλιστική, ατμοσφαιρικότατη – με τις νυχτερινές βιντεοεικόνες και τις όμορφες τζαζ συνθέσεις (Πλάτων Ανδριτσάκης – Μίκυ Παντέλους), ζωντανά εκτελεσμένες από τον δεύτερο – σκηνοθεσία ανέδειξε την ενδιαφέρουσα δραματουργική γραφή του έργου, αλλά και ευεργετήθηκε από τις ερμηνείες. Από τον ιδιόμορφα μελαγχολικής αισθαντικότητας Μάνο Σταλάκη (ρεσεψιονίστ) και προπαντός από τη σπάνια, έμφυτη νατουραλιστική αμεσότητα, φυσικότητα και αλήθεια του Κώστα Τριανταφυλλόπουλου. Δημιουργική η συμβολή των Ηλία Κωνσταντακόπουλου (φωτισμοί), Μαρίας Κονομή (σκηνικό) και Κλερ Μπρέισγουελ (κοστούμια).

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 21/01/2009

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

Advertisements