«Τόκος», «Η νέα Σκηνή» – Φεστιβάλ Αθηνών

  • Ο ζόφος της λούμπεν μεταπολίτευσης

  • «Τόκος», «Η νέα Σκηνή» – Φεστιβάλ Αθηνών
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

Δεν είμαι ο μόνος φαντάζομαι που διακρίνω στον «Τόκο» του Δημήτρη Δημητριάδη καταθέσεις παλιάς συγκομιδής και αποδόσεις μελλοντικές του ελληνικού θεάτρου.

Ρένη Πιττακή και (αριστερά) Αγγελική Παπαθεμελή, στον «Τόκο» του Δημήτρη Δημητριάδη και του Λευτέρη Βογιατζή

Ρένη Πιττακή και (αριστερά) Αγγελική Παπαθεμελή, στον «Τόκο» του Δημήτρη Δημητριάδη και του Λευτέρη Βογιατζή

Ποιος, όμως, θα ισχυρισθεί ότι έχει καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα για το συγκεκριμένο έργο; Ειδικά όταν -διέκρινα ελπίζω καλώς- ο ίδιος ο σκηνοθέτης Λευτέρης Βογιατζής και το σύνολο των ηθοποιών, που υπηρετούν τους επαμφοτερίζοντες ρόλους του, δείχνουν να απέχουν ακόμη αρκετά από το να αγγίξουν στέρεο έδαφος για το ύφος, το θέμα και τη θέση του, για τη γενικότερη σημασία του. Φανερώνει ασφαλώς αμηχανία ο δισταγμός μας, πρόκειται όμως, νομίζω, για έντιμη στάση απέναντι σε ένα αληθινά αμφιλεγόμενο όσο και κρίσιμο για την εξέλιξη του θεατρικού μας τοπίου έργο.

Σε έναν κήπο, στο πίσω μέρος κάποιου διώροφου, μια συντροφιά έχει μαζευτεί για να γιορτάσει τα γεννητούρια του νέου μέλους της γειτονιάς. Πρόκειται για λούμπεν εκδοχή του ομιχλώδους τοπίου της μεταπολίτευσης, με λαμόγια και αρπαχτές, κρυμμένα και φανερά μυστικά, τρόπους εργατικής τάξης και συμπεριφορές νεόπλουτων. Εδώ έχουμε το τυπικό «πατάρι» της ελληνικής κοινωνίας, την τρίτης γενιάς εξέλιξη της κοινόχρηστης αυλής, μόνο που όλα στον Δημητριάδη τελούν «υπό κρίσιν». Η «αυλή των θαυμάτων», που κάποτε αποτελούσε ευφημισμό για την αυλή τραυμάτων του μεταπολεμικού μας κόσμου, γίνεται τώρα η «αυλή των τεράτων» της κοινωνικής (και υπαρξιακής) μας κόλασης.

Κεντρικό θέμα συζήτησης της παρέας είναι βέβαια τα παιδιά, και ο Δημητριάδης φροντίζει να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα σε όλες τις τρυφερές, κανιβαλιστικές μεταφορές της λιχουδιάς τους. Ωστόσο είναι φανερό ότι τα παιδιά φέρουν ακόμη μία σημασία: η παρουσία τους γίνεται το χαμένο κέντρο μιας παραπαίουσας κοινότητας, η σφραγίδα του κοινωνικού συμβολαίου, το καθαρτήριο της διαφθοράς της. Ανάμεσα σε περιπτώσεις υπερ-ευγονίας και αγονίας, τα παιδιά του «Τόκου» γίνονται τρόπος επένδυσης του μαύρου ηθικού κεφαλαίου που έχουν αποκτήσει τα πρόσωπα με την κερδοσκοπία τους.

Είναι σημαντικά όλα αυτά, δεν είμαι, όμως, ακόμα σίγουρος αν καταλήγουν στην τελευταία φρικαλέα πράξη, αν τη δικαιολογούν εσωτερικά. Η πράξη της βρεφοκτονίας -αποτελώντας πάντα κάτι σημαντικότερο από τις ερμηνείες της-, είναι δυσανάλογη του έργου. Δεν θα μιλήσω εδώ για επίδειξη ζοφερότητας εκ μέρους του συγγραφέα -αν και πολλοί θα την υποψιάζονται. Πάντως το έργο του έχει στη μέση του φανερό χάσμα, με το πρώτο μέρος να ζητάει ρεαλιστική απόδοση και το δεύτερο να απαιτεί απότομη μετάβαση σε υπαρξιακά και μεταφυσικά ύψη.

Βαρύ το φορτίο που ανέλαβε ο Βογιατζής. Στο άνυδρο τοπίο συλλογικής ερημιάς που έστησε η Χλόη Ομπολένσκι, ο σκηνοθέτης προβληματίστηκε με το έργο, ερέθισε, γοήτευσε και απώθησε τους θεατές του. Από εκεί και πέρα, μόνος του ο καθείς. Οι ηθοποιοί μοιάζουν προβληματισμένοι, ερμηνεύουν όμως με συνέπεια τους ρόλους τους. Ο Δημήτρης Ημελλος φτάνει τον ρόλο του Χρυσάφη στα όρια του ρεαλισμού. Η Ρένη Πιττακή μεταφέρει στην Πομπλίνα χυμούς της ηθογραφίας. Αμφίσημος -όπως πρέπει- ο Μέρλος του Παντελή Δεντάκη. Ο Ζήσης του Γιάννη Νταλιάνη, φτιαγμένος από το μπετόν της μεταπολιτευτικής διαφθοράς, σε αντίθεση με τον ασυνάρτητο τυχοδιώκτη Πετρή του Γιώργου Γάλλου. Η Αλεξία Καλτσίκη αποδίδει μια ευαίσθητη Κλείτα. Η Αγγελική Παπαθεμελή μεταφέρει φως και τρόμο στην ερμηνεία τής Νάρα. Επιτηδευμένα μυστηριώδης και ανολοκλήρωτη η Τέσσα της Λουκίας Μιχαλοπούλου. *

Advertisements

«Τόκος» του Δημήτρη Δημητριάδη

  • Μωρά για φάγωμα
  • «Τόκος» του Δημήτρη Δημητριάδη στην Πειραιώς 260, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή
  • ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | ΤΟ ΒΗΜΑ,  Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Τι θα γινόταν αν σκοτώναμε τα παιδιά μας εγκαίρως; Προτού γεννηθούν. Να τα σφάζαμε στην κοιλιά. Να μην περιμέναμε να ενηλικιωθούν και να βιώσουν τη δυστυχία. Να μην τ΄ αφήναμε να γίνουν κι αυτά κρίκοι στην αλυσίδα της διαφθοράς και της υποκρισίας αλλά να φροντίζαμε να αφανιστούν όσο είναι ακόμη αθώα κι άβγαλτα. Οσο είναι ακόμη μωρά. Ή και έμβρυα…

Την ακραία αυτή υπόθεση διερευνά ο Δημήτρης Δημητριάδης στον «Τόκο». Οχι, η ζωή δεν έχει καμία ιερότητα αν είναι να τη ζούμε και να την παράγουμε όπως οι ήρωες του έργου. Κομματόσκυλα, δωσίλογοι, φαλλοκράτες, αλαζόνες, σιχάματα που ανοίγουν βόθρους και διψούν για χρήματα. Ανδρες που εκπορνεύουν τις γυναίκες τους, κακοποιούν τις θυγατέρες τους και συνουσιάζονται με τους γαμπρούς τους. Καλύτερα λοιπόν να μη γεννηθεί το παιδί της Τέσσας αν είναι να έχει τέτοιον μπαμπά. Και τέτοιον παππού. Ετσι τουλάχιστον πιστεύει η μητέρα του, η οποία αποφασίζει να το πνίξει με τα ίδια της τα χέρια. «Κανείς δεν γλιτώνει… Οι κερδισμένοι χαμένοι/ και οι χαμένοι πιο χαμένοι» λέει η βρεφοκρατούσα που μεταλλάσσεται σε βρεφοκτόνο.

Ενα μωρό που γεννιέται και φονεύεται. Ενα άλλο που δεν προλαβαίνει να γεννηθεί- σφάζεται στην κοιλιά της μάνας του. Μια λεχώνα που δεν θέλει το παιδί της και μια έγκυος που το περιμένει πώς και πώς. Μωρά και μωρουδέλια, μωρά για φάγωμα και μωρά για σκότωμασε κάθε περίπτωση όχι για μεγάλωμα.

«Ολοι χρωστάτε/ τίποτα δεν είναι τζάμπα/ θα πληρώσετε τόκους για όσα πήρατε» φωνάζει ο Μέρλος, εραστής και συνένοχος της Τέσσας. Τόκος και τοκετός. Χωρίς τοκετό δεν μπορείς να πληρώσεις τον τόκο: χωρίς να γεννήσεις κάτι καινούργιο δεν μπορείς να ξεχρεώσεις τις οφειλές σου- χρηματικές, ηθικές, κοινωνικές. Προκειμένου να δώσει σάρκα και οστά στην ιδέα αυτή ο συγγραφέας συγκεντρώνει και παραθέτει όλες τις λέξεις και όλες τις φράσεις της νεοελληνικής που σχετίζονται: α) με εγκυμοσύνη και γέννα, β) με τα ανδρικά γεννητικά όργανα και τις εκκρίσεις τους. Στην πρώτη κατηγορία π.χ. συναντάμε: «άντε και μας γκαστρώσατε», «σαν σ΄ ενδιαφέρουσα», «σαν ετοιμόγεννος», «τον ξέρω σαν να τον γέννησα», «από γεννησιμιού του» κ.ο.κ. Στη δεύτερη κατηγορία έχουμε μια πιο γλαφυρή ποικιλία, όπως ψωλή, σηκωμένη, παλούκι, πούτσος καδρόνι, πούτσες μπλε, φυσεκλίκια, σπέρμα, ψωλόχυμα κ.ο.κ. Η συγκίνηση κορυφώνεται όταν η πρώτη κατηγορία τέμνεται θριαμβευτικά με τη δεύτερη, περίπτωση κατά την οποία πληροφορούμαστε ότι ακόμη και τα έμβρυα έχουν «πουτσίτσες σηκωμένες». Μάθημα συνωνύμων; Επίδειξη ελευθεροστομίας; Οταν οι διάλογοι δεν θυμίζουν έντονα κάτι από τα δύο, τότε υποκύπτουν σε απίστευτες κοινοτοπίες, αοριστολογίες και ηθικολογίες: «Σταματήσαμε ποτέ ν΄ αγωνιζόμαστε;», «ξέρετε πόσα χρόνια μετράει το Σύμπαν;», «πρέπει να είσ΄ έτοιμος για τα χειρότερα», «το μέλλον είναι μόνο για τα παιδιά», «καμιά θυσία δεν είναι αρκετή» κ.ο.κ. Απώτερος στόχος προφανώς η στηλίτευση της υποκρισίας των νεοελλήνων που βρίσκονται εδώ σε πρώτο πλάνο και φλυαρούν ακατάπαυστα. Επειδή όμως τα πορτρέτα τους (όπως και τα ονόματά τους) αποδεικνύονται εγκεφαλικά πλασμένα, ο λόγος τους κουράζει αφάνταστα. Πασχίζοντας να μας σκανδαλίσουν, επιτυγχάνουν το αντίθετο. Κάπου μεταξύ μωρουδιακών νοστιμιών, σεξουαλικών υγρών και κούφιων φιλοσοφιών το μείγμα όχι απλώς δεν δένει αλλά βγαίνει απίστευτα άνοστο. Κι ας είναι όλα τα συστατικά ειδικά επιλεγμένα: ο μπαμπάς που βιάζει την υιοθετημένη κόρη, η κόρη που γίνεται με τη σειρά της δολοφόνος, ο σύζυγός της, βολεψάκιας επιβήτορας που κάνει μωρό για να έχει την «τέλεια βιτρίνα», ο «παράγοντας» του υπουργείου, ισχυρός κοινωνικά αλλά στείρος βιολογικά, η γυναίκα του που ονειρεύεται να γίνει μαμά και, τέλος, ο κατά συρροήν δολοφόνος εγκύων ονόματι Μέρλος, ένας ιμιτασιόν Ρομπέρτο Τσούκο, που όμως στερείται πλήρως την εγκληματική γοητεία του ήρωα του Κολτές- περισσότερο απ΄ όλα τον απασχολούν οι πριαπικές επιδόσεις του παιδικού του φίλου Πετρή, τις οποίες περιγράφει λεπτομερώς, με κάθε ευκαιρία, στην ομήγυρη.

Ο Λευτέρης Βογιατζής δεν κατάφερε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε να ορθοποδήσει το έργο. Δούλεψε με αξιόλογους ηθοποιούς- Ρένη Πιττακή, Αγγελική Παπαθεμελή, Δημήτρης Ημελλος κ.ά.-, οι οποίοι έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Εμοιαζε τόσο λίγο και τόσο μάταιο όμως! Σκορπισμένοι στο αχανές σκηνικό, με το τεχνικό πρόβλημα στον ήχο να τους καταδιώκει (τουλάχιστον στην πρεμιέρα) και να τους «τρώει» τα λόγια, φαίνονταν ανίσχυροι να κυριαρχήσουν στον χώρο και στον χρόνο. Ο σκηνοθέτης ζήτησε από τη σκηνογράφο Χλόη Ομπολένσκι να ξαναφτιάξει με τη φαντασία της το κτήμα των παιδικών του αναμνήσεων, όπου έκανε ποδήλατο μικρός. Το αποτέλεσμα ήταν πράγματι εντυπωσιακό ως προς την κλίμακα και το σκηνικό από τα πιο ωραία που έχουν στηθεί ως σήμερα στην Πειραιώς 260. Χώμα, χώμα, χώμα, αλλού πατημένο, αλλού σκαμμένο, ένα κτήμα να το βλέπεις και να χορταίνεις την άπλα του, άδειο από περιττά αντικείμενα- μονάχα ένα δέντρο και λίγα έπιπλα για να καθήσουν οι καλεσμένοι της οικογένειας, να γιορτάσουν την άφιξη μιας νέας ζωής. Να όμως που το χωμάτινο τοπίο κατάπιε τους ηθοποιούς. Ενας μικρότερος χώρος με μια πιο κλειστοφοβική σκηνή θα επέτρεπε, νομίζω, αν μη τι άλλο, να αναδυθεί η νοσηρή οικειότητα των ηρώων. Δεδομένων των συνθηκών, πάντως, η συνολική εμπειρία- κειμένου, σκηνοθεσίας και ήχου- στάθηκε μάλλον ανυπόφορη.

«Τόκος» του Δημήτρη Δημητριάδη

  • Αθωότητα και ενοχή
  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 08/08/2010

Το νέο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη με τον τίτλο «Τόκος» δόθηκε σκηνοθετημένο από τον Λευτέρη Βογιατζή στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του φεστιβάλ. Η δράση εκτυλίσσεται στην πίσω αυλή ενός διώροφου σπιτιού, σε μια μη κατονομαζόμενη συνοικία. Ο χρόνος είναι απροσδιόριστος, μπορεί η δεκαετία του ’60, μπορεί και σήμερα. Τα πρόσωπα του έργου ανήκουν μάλλον στον χώρο ενός «λούμπεν» που συνδέει τον κόσμο της νύχτας με τις μυστικές υπηρεσίες στην εξουσία: προαγωγοί και αδίστακτοι «άνθρωποι για όλες τις δουλειές». Είναι όλοι συγκεντρωμένοι για να γιορτάσουν τη γέννηση ενός καινούργιου μέλους της οικογένειας.

Πληροφορούμαστε ήδη από την αρχή του έργου για ένα αιματηρό έγκλημα που βαρύνει την οικογένεια, όταν ο άντρας της «Ποπλίνας» έσφαξε την έγκυο νύφη του, ήδη μητέρα δώδεκα παιδιών, «για να την κάνει να σταματήσει να γεννάει σαν κουνέλα». Η Ποπλίνα, πρώην πόρνη και τώρα λαϊκή στιχουργός, διηγείται αυτό το περιστατικό με αθωότητα εκπληκτική, σαν να ήταν κάτι καθημερινό και συνηθισμένο. Ο άντρας της βρίσκεται στη φυλακή εκτίοντας την ποινή του, και ο γιος της στο ψυχιατρείο. Επίσης πληροφορούμαστε για την ύπαρξη ενός κατά συρροήν δολοφόνου που σκοτώνει έγκυες γυναίκες και παραμένει ασύλληπτος. Υπάρχει ακόμη η θετή κόρη του άλλου ζεύγους, μητέρα του μωρού του οποίου γιορτάζουν την έλευση, και ο άντρας της. Υπάρχει, τέλος, ένα τρίτο ζευγάρι, με τη γυναίκα επίσης έγκυο (κάτι που μαθαίνουμε στο τέλος) από τον εραστή της.

Ως καταλύτης όλων αυτών των περίπλοκων σχέσεων εμφανίζεται ένας μυστηριώδης φίλος της οικογένειας, άγαμος, άτεκνος, αγνώστων γονέων, κάτι ανάμεσα σε αναρχικό μηδενιστή και αρχάγγελο εξολοθρευτή, που απαξιώνει συνεχώς την ύπαρξη με διάφορα πολιτικοφιλοσοφικά τσιτάτα, προπαγανδίζει την καταστροφή του διεφθαρμένου κόσμου για να φτιαχτεί ένας άλλος, καλύτερος, επικαλείται την επικείμενη οργή των ουρανών και δηλώνει… ως άλλος Οιδίποδας ή Άμλετ, ότι η γέννηση είναι αμαρτία και ότι καλύτερα να μη γεννιέται κανείς. Όπως θα κατάλαβε ίσως ο αναγνώστης, αυτός είναι ο άγνωστος, ασύλληπτος δολοφόνος των εγκύων γυναικών. Αυτός ο άνθρωπος γοητεύει τη μητέρα του μωρού, η οποία το σκοτώνει, το πνίγει, διότι δεν ανέχεται την εξαναγκασμένη μητρότητα – ρόλο. Αποκαλύπτεται στο μεταξύ και η παράνομη σχέση της άλλης εγκύου γυναίκας και τη σκοτώνουν επί τόπου. Ο κατά συρροήν δολοφόνος και η μητροκτόνος… πληροφορούμαστε στο τέλος ότι… αναλήφθηκαν στους ουρανούς μέσα σε μια «αποκάλυψη». Το έργο, που ώς τώρα κολυμπούσε στα νερά μιας ρηχής ηθικολογίας, τελειώνει μεταφυσικά και θεολογικά!

Προσωπικά δεν ενοχλούμαι διόλου με την επίμονη, σε όλα τα έργα του, απαξίωση της ύπαρξης από τον Δημήτρη Δημητριάδη. Θα τη δεχόμουν απολύτως, εάν ήταν δική μου. Αλλά, δυστυχώς, δεν είναι. Προέρχεται από αναφομοίωτες επιρροές, φοβάμαι, του σαιξπηρικού Άμλετ, μέσω Ζενέ, Κολτές και άλλων εκπροσώπων της σχολής των Γάλλων «καταραμένων». Επειδή και αν ακόμα δεχτούμε ότι ο Άμλετ του Σαίξπηρ απαξιώνει πλήρως την ύπαρξη, κάτι διόλου σίγουρο, πάλι δεν είναι εύκολο να το επαναλάβει κάποιος σήμερα, μάλιστα με τον κατηγορηματικό και απόλυτο τρόπο του κ. Δημήτρη Δημητριάδη. Ο οποίος δεν είναι βέβαια ούτε Σαίξπηρ ούτε Ζενέ, ούτε καν Κολτές. Ας κάνει τον κόπο να προσέξει ο συγγραφέας π.χ. τον έμμεσο, πλάγιο τρόπο με τον οποίο εισάγει ο Κολτές τη μορφή του Άμλετ στον δικό του «Ρομπέρτο Τσούκο», στην ουσία μέσω ενός «ραγισμένου καθρέφτη» που κρατά στα χέρια της η Οφηλία, και θα καταλάβει τι εννοώ.

Το έργο, ακόμη, επειδή ακριβώς είναι αφαιρετικό, απαιτεί μια γερή πραγματική βάση για να πατήσει. Με χαρακτήρες αληθινούς, αδρούς, κομμένους από το υλικό της ζωής. Αλλά δεν την έχει. Τα πλάσματά του είναι αχνά και φιλολογικά, που αναλίσκονται σε εύκολες ρητορείες και μας κάνουν μάθημα. Το έδαφος ενός ανεστραμμένου, αρνητικού ανθρωπισμού πάνω στο οποίο πατούν είναι ιδιαιτέρως ολισθηρό, με αποτέλεσμα, χωρίς κέντρο βάρους, να χάνουν διαρκώς τις ισορροπίες τους.

Ο Λευτέρης Βογιατζής κάνει ό,τι μπορεί για να στήσει το έργο στα πόδια του. Έχει προσέξει τον συμβολικό χαρακτήρα και αποφεύγει να φωτίσει ρεαλιστικά τα πρόσωπα ή τις καταστάσεις. Επιλέγει ένα ύφος αφηρημένου ρεαλισμού, αλλά το έργο δεν διαθέτει συμπαγή πυρήνα, όπως π.χ. τα έργα του Διαλεγμένου ή της Αναγνωστάκη, και συνεχώς ξεφεύγει στην αοριστία και στη γενικότητα. Το ωραίο αισθητικά σκηνικό της Ομπολένσκι, που προδιαθέτει όμως για κάτι άλλο, και οι φωτισμοί του Παυλόπουλου μάλλον παραπλανούν την παράσταση αντί να την προσανατολίζουν. Αρνητικοί παράγοντες αποδείχθηκαν επίσης η άθλια ακουστική του χώρου και τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στα μικρόφωνα. Έχω πάντως την εντύπωση ότι στον φυσικό χώρο του Βογιατζή, στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων, το έργο θα είχε καλύτερη τύχη.

Οι ηθοποιοί καταβάλλουν τεράστιο μόχθο και δίνουν τα πάντα για να ζωντανέψουν το έργο. Η Ρένη Πιττακή και η Λουκία Μιχαλοπούλου ζωγραφίζουν έξοχα, η κάθε μία με τα δικά της εκφραστικά μέσα, το δίδυμο πλάσμα της αθωότητας και της ενοχής της γυναίκας. Μια παράμετρος της παράστασης που συγκινεί, καθώς μοιάζει εδώ η παλιά φρουρά να παραδίδει τη σκυτάλη της μεγάλης τέχνης στα άξια χέρια της νέας. Γύρω τους οι Δημήτρης Ήμελλος, Παντελής Δεντάκης, Γιάννης Νταλιάνης, Αλεξία Καλτσίκη, Αγγελική Παπαθεμελή, Γιώργος Γάλλος, φτιάχνουν με στέρεες τεχνικές μια ιδανική «πινακοθήκη τεράτων» του νεοελληνικού γίγνεσθαι.