ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ: «Φορτουνάτος», «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α», «Τιτανικός»

  • «Φορτουνάτος» και σύγχρονα κείμενα στο Εθνικό
  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 29 Απρίλη 2009

«Φορτουνάτος»

«Φορτουνάτος», στη «Νέα Σκηνή»

  • «Γόνος» της Κρητικής Αναγέννησης κι «απόγονος» της ιταλικής κομέντια ντελ άρτε, η κωμωδία του (γεννημένου στην Κρήτη) Μάρκου Αντώνιου Φόσκολου «Φορτουνάτος» (1662), θα διδάσκει εσαεί τι εστί δραματουργία: ευφάνταστος μύθος, διαλογική πλοκή, ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, ζωντανή γλώσσα. Μάστορας της κωμωδίας ο Φόσκολος, με ένα σοφά απλό, αλλά και ευφάνταστο και παιγνιώδη μύθο, με ομοιοκατάληκτα στιχουργημένη την κρητική γλώσσα, γλώσσα γεμάτη χυμούς, ζωντάνια, αμεσότητα και κωμικότητα, μίλησε για της «τύχης τα γραμμένα» και με τρυφερότητα παρηγόρησε την πίκρα των συγκαιρινών του για την απώλεια αγαπημένων, που θεωρούν «χαμένους» σε ώρες πολέμου, σε άλλη γη, ή άλλες θάλασσες. Παιδί της «τύχης», της «κακοτυχιάς» όταν ήταν μωρό, αλλά τελικά της «καλοτυχιάς» στη νιότη του, είναι ο Φορτουνάτος. «Χαμένος» από τον πατέρα του, «υιοθετημένος» και μεγαλωμένος από ντόπιο, ερωτευμένος με την όμορφη Πετρονέλλα, θα ξαναβρεί το γεννήτορά του, όταν εκείνος με τη μεσολάβηση προξενήτρας παντρολογιέται με την Πετρονέλλα. Τότε αλληλοανακαλύπτονται, αλληλοαγκαλιάζονται, αλληλοευτυχούν κι ο γάμος του Φορτουνάτου ευλογείται και με τις ευχές και την περιουσία του φυσικού του πατέρα. Το μυθοπλαστικό και γλωσσικό κάλλος του έργου προβάλλει ατόφιο με τη λιτή σε μέσα (ένα ριντό και βίντεο), με μορφή παιγνιώδους, πανηγυριώτικου λαϊκού δρώμενου και με καλοδιδαγμένο λόγο σκηνοθεσία της Μάρθας Φριντζήλα. Μέγιστη, θαυμαστή αρετή, ουσιαστικά «καθοδηγητής» της παράστασης είναι τα κωμικότατα, σχεδιαστικά ευφάνταστα, χρωματικά οργιώδη (φτιαγμένα με κομμάτια ποικίλων πετσετών και ταπέτων μπάνιου) κοστούμια του Αγγελου Μέντη και το εξαιρετικό μακιγιάζ. Εύστοχα παραπέμπουσα στην κομέντια ντελ άρτε είναι και η κίνηση που δίδαξε στους ηθοποιούς ο Καμίλο Μπεντακούρ και η παραπέμπουσα στον «Ερωτόκριτο» μουσική του Βασίλη Μαντζούκη (καλά διδαγμένη από την Μελίνα Παιονίδου και τραγουδισμένη από ηθοποιούς). Ολοι, ανεξαιρέτως, οι ηθοποιοί, αμιλλόμενοι με κέφι και ομοψυχία, κατέθεσαν τις καλύτερες υποκριτικές δυνάμεις τους. Επιχειρώντας μια ιεραρχική αξιολόγηση των ερμηνειών θα προτάσσαμε τις ερμηνείες των: Γαλήνης Χατζηπατέρα (ελπιδοφόρα νέα ηθοποιός, υπέροχη στην Πετρονέλλα και μεταμορφωμένη στην Τύχη), Μαρία Ζορμπά (εκφραστικότατη Πετρού, με ευθύβολο χιούμορ), Βαγγέλης Χατζηνικολάου (απολαυστικός στον ψευτοπαλικαρά Τζαβάρλα), Γιάννης Αναστασάκης (χυμώδης Λιόλιος). Αξιέπαινες είναι και οι ερμηνείες των Μιχάλη Τιτόπουλου, Μιχάλη Φωτόπουλου, Θάνου Τοκάκη, Βασίλη Ανδρέου, Αγορίτσας Οικονόμου, Γιώργου Φριντζήλα, Κίκας Γεωργίου.
«Τιτανικός»

«Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α», στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας»

  • Ολο και περισσότερο βλέπουν το φως της ελληνικής σκηνής διάφορα πρωτοπρόσωπα μονολογικά κείμενα, αφηγηματικού χαρακτήρα. Κείμενα, συνήθως, ομφαλοσκοπικού – βιωματικού περιεχομένου, αυτόματης γραφής (συχνά γραμμένα όχι με τη βάσανο της πένας, αλλά παρορμητικά μέσω μαγνητοφώνου). Ανάμεσα στις διάφορες εξηγήσεις που μπορεί να δοθούν γι’ αυτό το φαινόμενο είναι και οι εξής: Κόπωση ή απομάκρυνση (εκούσια ή ακούσια) από το θέατρο έμπειρων θεατρικών συγγραφέων (κάποιοι στράφηκαν στην πεζογραφία) και φιλοδοξίες πεζογράφων να χρησθούν και θεατρικοί συγγραφείς με αφηγηματικά πεζογραφήματά τους, δηλαδή με την εύκολη λύση κι όχι κοπιάζοντας για να μάθουν και να κατακτήσουν την τέχνη της δραματουργικής. Επιπλέον, το ανέβασμα ενός μονοπρόσωπου αφηγήματος κοστίζει λίγο… στη θεατρική επιχείρηση. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα είναι ότι το πεζογραφικό αφήγημα, ακόμα κι όταν έχει κάποια θεατρικά στοιχεία, δε συνιστά πλήρη δραματουργία κι ούτε λύση για το θέατρό μας. Κι αυτό το ζήτημα, κατά τη γνώμη της στήλης, πρέπει να απασχολήσει σοβαρά κάποιες ταλαντούχες πεζογραφικές πένες, ιδιαίτερα όταν προέρχονται από το θέατρο, όπως η Λένα Κιτσοπούλου. Μετά «Το πράσινό μου φουστανάκι» (παίχτηκε πέρσι), φέτος βλέπει το φως της σκηνής το, επίσης, πρωτοπρόσωπο αφηγηματικό πεζογράφημά της «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α». Με υπόδηλα βιωματικά – αυτοβιογραφικά στοιχεία, με το γνωστό σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό χιούμορ της, με αυτόματη, παρορμητική, συχνά παραληρηματική, κοφτερή, ωμή γλώσσα, όπως όταν οι άνθρωποι μέσα στο σπίτι τους μονολογούν βγάζοντας το άχτι τους και τα εσώψυχά τους, η Κιτσοπούλου, μέσω μιας βαίνουσας στα σαράντα συνηθισμένης γυναίκας, «καθρεφτίζει» τη γυναικεία εκδοχή της συνεχώς αυξανόμενης στις μέρες μας μοναχικής, αποξενωμένης από οικογενειακούς και άλλους δεσμούς, χωρίς αγάπη, χωρίς αληθινό έρωτα, χωρίς επικοινωνία και ελπίδα, αδιέξοδης ζωής όλο και περισσότερων ανθρώπων. Ζωή, με τη «λογική» του ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε… Ζωή του σήμερα, όχι και του αύριο, κλεισμένη σε τέσσερις τοίχους, χωρίς πίστη σε κανέναν και σε τίποτα, χωρίς ιδέες, χωρίς κάποιο όνειρο, κοινωνικά αμέτοχη και αδιάφορη, που «κηρύσσει» την απογοήτευση για όλα και όλους, κοινωνικά αμέτοχη και αδιάφορη. Ζωή, που καθώς δεν βλέπει άλλη διέξοδο επιλέγει την αυτοκτονία, καταπίνοντας ένα χάπι που το λένε «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α» (με τα αρχικά αυτά η συγγραφέας συνθέτει ένα δηλητηριώδους χιούμορ λογοπαίγνιο). Η ζωή της γυναίκας του έργου δεν έχει καμιά χαρά, καμιά ικανοποίηση, καμιά ελπίδα, καμιά προοπτική. Ολα τα βλέπει στραβά κι ανάποδα. Τη δουλιά της, τον εραστή της, τους ανθρώπους, την κοινωνία. Απαισιόδοξο, απελπισμένο, καταθλιπτικό, σπαρακτικό κατά βάθος, το κείμενο της Κιτσοπούλου, απασχολείται με ένα σοβαρό, πράγματι, πρόβλημα του ανθρώπου στη σύγχρονη κοινωνία – και την ελληνική. Ομως, δεν αναζητεί καν τα αίτια που το προκαλούν. Δεν διακρίνει ότι αυτό το πρόβλημα ούτε το μόνο, ούτε το κύριο, ούτε γενικευμένο είναι. Αλίμονο, αν ήταν. Οτι υπάρχει και η άλλη όχθη της ζωής. Τα μιλιούνια των γυναικών και αντρών που δε θεωρούν την ύπαρξή τους «κέντρο του κόσμου», που αντιμετωπίζουν καθημερινά ζέοντα προβλήματα, δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται για να ανθρωπέψουν, να δώσουν νόημα κι αξία στη ζωή τους, πολλοί και για τη ζωή των άλλων. Ευτύχημα για το κείμενο αποτελεί η εξαίρετη, εσώτατης αλήθειας, αφειδώλευτης ψυχοσωματικής κατάθεσης ερμηνεία της Μαρίας Πρωτόπαπα. Το ρεαλιστικό σκηνικό (Ελλη Παπαγεωργακοπούλου), το βίντεο, η βουβά συμβολική ερμηνεία της Λ. Κιτσοπούλου και η λιτή σκηνοθεσία, στήριξαν, επίσης, το κείμενο.
«Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α»

«Τιτανικός», στην «Πειραιώς 260»

  • Μετά την περσινή «Μπόσα Νόβα», μια ακόμη εντυπωσιοθηρικά θεαματική, κοσμοπολίτικης αισθητικής, χοροθεατρική παράσταση ανέβασε ο χορογράφος Κωνσταντίνος Ρήγας, με θέμα το ναυάγιο του «Τιτανικού» και κείμενα (μικρά μονολογικά) της Ξένιας Αηδονοπούλου, βασισμένα σε διάφορα βιβλία, σε δημοσιογραφικές «πηγές» περί του ναυαγίου του «Τιτανικού» και προπάντων στην ομότιτλη ταινία. Με καλαίσθητα κοστούμια της Νατάσας Δημητρίου, με σκιερούς, θαλασσινής, υγρής, νεφελώδους ατμόσφαιρας φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη, με σύνθεση δύο τραγουδιών (με αγγλόφωνους στίχους), επιλογή οκτώ γνωστών αγγλόφωνων τραγουδιών και μουσική διδασκαλία του Δημοσθένη Γρίβα, με ερμηνευτές ταλαντούχους ηθοποιούς, μερικούς πολύ καλούς επαγγελματίες χορευτές και δεκάξι σπουδαστές της Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, ο Κ. Ρήγος σχεδίασε και δίδαξε εξαιρετικά χορογραφικά κομμάτια, αξιοποίησε τη χορευτική ικανότητα κάποιων ηθοποιών και κίνησε εύστοχα τις πολυεπίπεδες και πολυπρόσωπες σκηνές. Μεγάλα στηρίγματα της μελαγχολικής διάθεσης σκηνοθεσίας του ήταν οι αισθαντικές ερμηνείες των – έμπειρων, αβοήθητων από τον ίδιο όσον αφορά στο λόγο – καλών ηθοποιών Αρη Λεμπεσόπουλου, Δήμητρας Ματσούκα, Μαρίας Ναυπλιώτου, Ιωάννας Παππά, Αιμίλιου Χειλάκη, Εμιλυς Κολιανδρή. Αξιοι αναφοράς για την ερμηνευτική συμβολή τους είναι και οι υπόλοιποι ηθοποιοί και οι χορευτές (αλφαβητικά): Αντώνης Αντωνίου, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Παναγιώτης Κοντονής, Γιώργος Κοτσιφάκης, Μαρκέλλα Μανωλιάδου, Σάββας Μπαλτζής, Αμαλία Μπένετ, Ελενα Τοπαλίδου, Ιωάννα Τουμπακάρη, Γιάννης Τσεμπερλίδης.