Ο τραπεζίτης και ο πρωτομάστορας

  • Μαθητικός Ιψεν της Σαουμπίνε κι ένα γερό «Γεφύρι» προς τιμήν της Κύπρου
  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22-08-10
  • Ερρ. Ιψεν: «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν». Σκηνοθεσία: Τόμας Οστερμάιερ. Θέατρο: Σαουμπίνε Μπερλίν (Πειραιώς 260, Φεστιβάλ Αθηνών)
  • «Το Γεφύρι της Αρτας». Σκηνοθεσία: Μιχάλης Πιερής. Θέατρο: ΘΕΠΑΚ Κύπρου

Η ιστορία του «εραστή» ορυχείων μετάλλου και νυν παρακμία τραπεζίτη που θυσιάζει τα πάντα, ακόμα και τη γυναίκα που τον αγάπησε αληθινά, στον βωμό μιας ανθρωπιστικών καταγωγών κεφαλαιοκρατικής απληστίας, ο Μπόρκμαν που, προδομένος καταχραστής, ύστερα από πενταετή φυλάκιση, κλείνεται στο καβούκι του, ονειροπολώντας δικαίωση και, έστω καθυστερημένη, ικανοποίηση των προσδοκιών του, είναι ένα δράμα με σφιχτά και σκληρά δεμένες τις εξαρτήσεις των ηρώων γύρω απ’ το κεντρικό πρόσωπο, δράμα ολκής που μόλις αγγίζει τα όρια της τραγωδίας.

Και λέω τα αγγίζει άρα δεν τα φθάνει επειδή, άμα τη ενάρξει του έργου, η λύση των παθημάτων είναι συντελεσμένη και απομένει το οικτρό τέλος του Μπόρκμαν, ανάμεσα στην αμετανόητη έπαρσή του και στην εχθρότητα ή αδιαφορία των τυπικά «δικών του» ανθρώπων, εκτός από την ακόμα ερωτευμένη μαζί του γυναικαδέλφη του Ελλα.

Κύριε Οστερμάιερ, εκτός από την παθιασμένα συμμετοχική Ελλα, της Αντζελα Ουίνκλερ και τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς του Εριχ Σνάιντερ, πώς μπορέσατε να μας παρουσιάσετε αυτό το αριστούργημα σε μια τόσο πλαδαρή, πληκτική ώς το τελευταίο λεπτό παράσταση; Πώς μπορέσατε να μικρύνετε τόσο τους ήρωες με πρώτον, αβαρή και αβαθή, τον Μπόρκμαν, που περιεφέρετο σαν δικηγορίσκος της δεκάρας στη σκηνή; Πώς μπορέσατε, στο μίνιμαλ σκηνικό «πάγου» του Γιαν Πάπελμπαουμ, να μη θερμάνετε καμιά στιγμή, ενώ ξεφυσούσατε αλειτούργητους «καπνούς» από παντού, όπως γίνεται στις μαθητικές παραστάσεις ή στους ταχυδακτυλουργούς των λαϊκών αναψυκτηρίων; Πώς επιτρέψατε την άσχετη, «αντίπαλη» στο όλον μουσική του Νιλς Οστεντορφ; Ο Ιψεν μιλάει για γερο-Φόλνταλ. Τι δουλειά είχε ο ζωηρός πενηντάρης που διαλέξατε; Αν σας δανείζαμε τον Μοσχίδη απ’ την παρασάγγες απέχουσα παράσταση του δυνατού Μπόρκμαν Μιχαλακόπουλου (αφήνω εκείνην του Μινωτή). Τι είδους νεωτερισμός να εμφανίσετε τον διεκδικούμενο από πολλούς υιό Μπόρκμαν ως «Μπόμπο» στα όρια της καθυστέρησης; Πώς θα πάρει επαναστατικές πρωτοβουλίες και ιδίως γιατί να τον ερωτευθεί η ελευθεριάζουσα Φάννυ Βίλτον; Τυφλή είναι;

Αυτά όμως παθαίνουν οι Ηρακλείς της απο (σο) δόμησης όταν αποφασίζουν κλασική γραμμή. Μοιάζουν με τους αφηρημένους ζωγράφους που αγνοούν το κλασικό σχέδιο, κι όταν τους ζητάς να φτιάξουν έναν άνθρωπο, σου σερβίρουν έναν «σκαληνό» Πινόκιο.

  • Το κυπριακό «Γεφύρι»

Με την ποιητική, διαρκώς να υπερτερεί της «αποτρόπαιης», φύση της παραλογής του «Γεφυριού της Αρτας», ο Κύπριος ποιητής και καθηγητής Μιχ. Πιερής γιόρτασε τα 50 χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας στο έξοχο αίθριο του φιλόξενου Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας που παρεχώρησε ο διευθυντής του, ποιητής Διονύσης Καψάλης. Συνδυάζοντας τις πολλαπλές παραλλαγές, ο Πιερής συνέθεσε ένα κινούμενο, άρα θεατρικό, αλλά και τραγικής κατεύθυνσης, άρα συλλογικά ορχούμενο (Αρ. Οικονόμου) και παραδοσιακά μελισμένο (Ευ. Καραγιώργης) δρώμενο. Από τα υπερυψωμένα μπαλκόνια του χώρου καταιονίστηκαν σκοινιά (Χρ. Λυσιώτης) ως άκρως εντυπωσιακή εικαστική ισοδυναμία της «στοιχείωσης» της γυναίκας (τρεις, εδώ) του πρωτομάστορα. Το εκλεκτά οργανωμένο απ’ τον Πιερή όλον χάρισε την ατμοσφαιρική εκείνη πλευρά του άδικου πένθους που αναπόφευκτα μας μεταπηδά μέσω της ιστορικής «γέφυρας» από τη δημοτική μας παράδοση στο αιμάσσον κυπριακό τραύμα. Πάντα, λοιπόν, κάποιος, πρέπει να θυσιάζεται…

Advertisements

Ιψεν και ελληνικά κείμενα

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, Τετάρτη 14 Ιούλη 2010
  • «Τζον Γαβριήλ Μπόργκμαν», από τη «Σαουμπίνε»

Σοσιαλιστικών πεποιθήσεων (γεγονός που ενοχλεί και αποφεύγεται η σημείωσή του από πολλούς), μέγας και πρωτοπόρος «θεμελιωτής» του κριτικού κοινωνικού ρεαλισμού, ο Ερρίκος Ιψεν, αν ζούσε σήμερα και βίωνε την τυραννία του ανθρωποφαγικού καπιταλισμού, την αχαλίνωτη υπερσυσσώρευση πλούτου του χρηματιστηριακού – τραπεζικού, βιομηχανικού – εφοπλιστικού κεφαλαίου, την καταδίκη πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων με την καταλήστευση των οικονομιών τους και των ασφαλιστικών ταμείων τους με την αρπαγή των αποθεματικών τους και τα βρώμικα παιχνίδια των ομολόγων, την άγρια ανακατανομή του πλούτου, το μεγαλύτερο ψάρι να τρώει τα μικρότερα, θα συμφωνούσε – κατά τη γνώμη της υπογράφουσας τη στήλη – με τον καθόλα απέριττο (και στην εικαστική όψη, με το συμβολιστικό σκηνικό), «γυμνής», πικρής και επίκαιρης ρεαλιστικής αλήθειας σκηνοθεσία του έργου του «Τζον Γαβριήλ Μπόργκμαν» από τον Τόμας Οστερμάγερ, διευθυντή του γερμανικού θεάτρου «Σαουμπίνε». Η σκηνοθετική «ανάγνωση» του Οστερμάγερ φώτισε χωρίς τάχα «ευρηματικές» φιοριτούρες, χωρίς ίχνος τάχα «ψυχογραφικού» μελοδραματισμού, τη διαχρονική αλλά και εξαιρετικά επίκαιρη αξία του έργου. Την αμείλικτη αλήθεια του για τα δεινά, τη δυστυχία, τα ανθρώπινα θύματα που εκ της φύσεώς του προκαλεί ο ασύδοτος πλουτισμός και η ανήθικη εξουσία του κεφαλαίου. Στο πρόσωπο του Μπόργκμαν, ο Ιψεν αποτύπωσε την απάνθρωπη, σκληρή, κυνική, ανήθικη «λογική» και εξουσία του κεφαλαίου. Ο Μπόργκμαν πατώντας επί πτωμάτων έγινε τραπεζίτης. Πρόδωσε τη γυναίκα που αγάπησε. Παντρεύτηκε την πλούσια αδελφή της και καρπώθηκε την ακίνητη και κινητή περιουσία της. Ανταγωνιζόμενος άλλον μεγάλο τραπεζίτη και θέλοντας να γίνει ο ηγεμόνας τραπεζίτης και επιχειρηματίας του παραγόμενου πλούτου της χώρας, άρπαξε όλες τις καταθέσεις, ακόμη και τις λιγοστές οικονομίες ενός φτωχού παλιού συμφοιτητή και φίλου του. Για την τρομερή κατάχρησή του φυλακίστηκε για λίγο, καπιταλισμός γαρ. Απομονωμένος σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του, χωρίς καμιά επαφή με τη γυναίκα του – αβυσσαλέο μίσος τους χώριζε – και το νεαρό μοναχογιό του, αλλά αμετανόητος για τα εγκλήματά του, επιδιώκει να ξανανοίξει τράπεζα, εκμεταλλευόμενος την αγνότητα και την αγάπη του γιου του θέλει να βάλει στο χέρι την περιουσία που κληροδοτεί στο γιο του η θεία του – η ετοιμοθάνατη πλέον γυναίκα που πρόδωσε στα νιάτα του. Μάταια, όμως, καθώς ο Ιψεν, θεωρώντας επιβεβλημένη την τιμωρία ανθρώπων σαν τον Μπόργκμαν, πλάθει ένα εμμέσως διδακτικό φινάλε. Ο νεαρός Μπόργκμαν δηλώνει ότι φεύγει από το σπίτι για να πάρει το δικό του δρόμο και γυρίζει την πλάτη στην πρόταση του πατέρα του, ο οποίος «καθαίρεται» με το θάνατό του. Τη σκηνοθεσία του Οστερμάγερ ευεργέτησαν με τις λιτές, χρακτηρολογικής και ψυχολογικής ουσίας ερμηνείες τους τρεις μεγάλοι ηθοποιοί. Οι Γιόζεφ Μπίρμπιχλερ, Κρίστεν Ντένε (το επίθετο της «απαθανάτισε» ο Τόμας Μπέρνχαρτ με το σπουδαίο έργο του «Ρίτε, Ντένε, Φος») και Ανγκελα Βίνγκλερ.

  • «Παραλογές ή Μικρές καθημερινές τραγωδίες»
«Τα λόγια της Κασσάνδρας»

Ο νέος σκηνοθέτης Γιάννης Καλαβριανός, με τη γυναικεία ομάδα του «Sforaris», στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, παρουσίασε μιας νεανικά «παιγνιώδους» φρεσκάδας αλλά και με κάποιες αστοχασιές, πειραματική παράσταση, εν είδη ποιητικο-λαογραφικο-ανθρωπολογικού δρώμενου, με τίτλο «Παραλογές ή Μικρές καθημερινές τραγωδίες». Κειμενικό υλικό (επιλογή και δραματουργική σύνθεση του σκηνοθέτη) του σκηνοθετικού και ερμηνευτικού πειραματισμού του είναι διάφορες τοπικές παραλογές ελληνικών δημοτικών τραγουδιών με δραματική – έως και τραγική – θεματολογία (μητροκτονία, παιδοκτονία, συζυγοκτονία, αδελφοκτονία, μοιχεία), και στιχουργικά σπαράγματα υπεραισθαντικών, υπαρξιακής θεματολογίας ποιημάτων του Τάσου Λειβαδίτη, που εμμέσως υπογραμμίζουν ή σχολιάζουν τα ανθρώπινα δράματα, τη ζωή και το θάνατο που προβάλουν τα επιλεγμένα δημοτικά ποιήματα. Προφανής στόχος του Γ. Καλαβριανού είναι να μιλήσει – και το πέτυχε σε αρκετό βαθμό – να καταδείξει την τολμηρή δραματική θεματολογία, τη διδακτική αλληγορία, τα ατομικά και συλλογικά ήθη και πάθη, το ρεαλισμό της δημοτικής μας ποίησης. Στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τον κίνδυνο υπερδραματοποίησης των φοβερών ανθρωπίνων πράξεων, η σκηνοθεσία και οι ερμηνείες των αξιόλογων νέων ηθοποιών Κίκας Γεωργίου, Αννας Ελεφάντη, Χριστίνας Μαξούρη, Αναστασίας Μποζοπούλου και Βασιλικής Σαραντοπούλου, γέρνουν κάπως προς μια αφελή, παιδιάστικα χιουμοριστική απαναπαραστατικότητα.

  • «Τα λόγια της Κασσάνδρας»
«Τζον Γαβριήλ Μπόργκμαν»

«Πειραματικού» χαρακτήρα ήταν και η παράσταση, με τίτλο «Τα λόγια της Κασσάνδρας», από τη θεατρική εταιρία «Φιλιατρό» του σκηνοθέτη Βίκου Ναχμία. Το «πείραμα» προκαλεί τη σκέψη ότι επρόκειτο για ένα πρόσχημα, προκειμένου να περιληφθεί και αυτή η παράσταση στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών. Επί της ουσίας, ο σκηνοθέτης απέσπασε τα μονολογικά και τα λιγοστά διαλογικά λόγια της Κασσάνδρας από την τραγωδία του Αιχύλου «Αγαμέμνων» (η καλή μετάφραση είναι των Νίκου Παναγιωτόπουλου – Ανθής Λεούση), για σόλο, ουσιαστικά, ερμηνεία μιας νέας σε ηλικία (όπως απαιτεί ο ρόλος) και αδοκίμαστης στην τραγωδία ηθοποιού, η οποία λόγω ατυχήματος αντικαταστάθηκε από την έμπειρη, ταλαντούχα και ώριμη Ολια Λαζαρίδου (η οποία έχει ερμηνεύσει την Κασσάνδρα, στην παράσταση της «Ορέστειας», σε σκηνοθεσία Γιάννη Κόκκου), με συμπαθή στην προκειμένη παράσταση συμπαίκτη της τον Βασίλη Καραμπούλα (με σπαράγματα από τα Χορικά). Το μόνο νόημα, τελικά, αυτής της παράστασης ήταν το ψυχοπνευματικό πένθος και βάθος της ερμηνείας της – αν και αταίριαστης πλέον ηλικιακά – Ο. Λαζαρίδου. Τι όμως, μπορούσε να καταλάβει ο θεατής που αγνοεί τον αισχυλικό «Αγαμέμνονα», με την αποκομμένη από το υπόλοιπο «σώμα» του έργου των αιτίων και υπαιτίων για την τραγωδία της Κασσάνδρας; Και εντέλει, πόσο θεατρικά εντελές μπορεί να είναι ένα «σπάραγμα» έργου, έστω και του αθάνατου Αισχύλου;

Μπόρκμαν από το «Σαουμπίνε»

  • Του Λέανδρου Πολενάκη, Η ΑΥΓΗ: 11/07/2010

Εδώ και έναν αιώνα γνωρίζουμε, χάρη κυρίως στις εργασίες του Μαξ Βέμπερ και άλλων, ότι «μήτρα» του καπιταλισμού είναι ο προτεσταντισμός, που χάρισε αντικειμενική ηθική αξία στο χρήμα για πρώτη φορά, ξεκινώντας από την παραβολή των Ευαγγελίων με τους δύο δούλους, που τους εμπιστεύτηκε την περιουσία του φεύγοντας για ταξίδι ο κύριός τους, και όταν επέστρεψε αντάμειψε τον δούλο… που είχε αβγατίσει το κεφάλαιό του, ενώ έδιωξε τον άλλον που απλώς το διατήρησε! Εννοείται ότι πρόκειται για αλληγορία, και ότι τα «χρήματα» (τάλαντα) εκπροσωπούν τον πνευματικό θησαυρό, το τάλαντο (ταλέντο) κάθε ανθρώπου, τη δωρεά, τη χάρη, που δεν πρέπει να μένουν ανεκμετάλλευτα. Πλην όμως, ερμηνεύοντας κατά κυριολεξία το πράγμα, οι οπαδοί της προτεσταντικής σέκτας του Καλβίνου διέστρεψαν το νόημα… πείθοντας όσες κοινωνίες τους ακολούθησαν… ότι ο ήχος των χρυσών νομισμάτων ευφραίνει κατ’ εξοχήν τον Θεό! Και ότι «εκλεκτοί» της Θείας Πρόνοιας, που θα σωθούν στη Δευτέρα Παρουσία είναι αποκλειστικώς όσοι επλούτισαν επί της γης!

Ας λάβουμε υπόψη μας ότι η νορβηγική κοινωνία, την εποχή που έγραψε ο Ίψεν, αποτελούσε μια αυστηρή, σκληροπυρηνική καλβινιστική κλειστή κοινότητα, που λειτουργούσε με αυστηρούς, άκαμπτους κανόνες. Όπου το μεγαλύτερο αμάρτημα στο οποίο μπορούσε να υποπέσει ο άνθρωπος… ήταν η πτώχευση! Ένα έγκλημα σχεδόν καθοσιώσεως, ισοδύναμο με παραβίαση του «σχέδιου του Θεού», εξαπάτηση της Θείας Πρόνοιας κ.ά., που είχε ως βέβαιο αποτέλεσμα τον κοινωνικό αποκλεισμό και την ισόβια ατίμωση του παραβάτη. Θα καταλάβουμε τότε τη λεπτότατη ειρωνεία του συγγραφέα, όταν σκιαγραφεί τον χαρακτήρα του αποτυχημένου κεφαλαιοκράτη, που από ένα τυχαίο γεγονός τον έπιασαν «στα πράσα» πριν ολοκληρώσει τη μεταφορά των ξένων κεφαλαίων και πριν «σβήσει», εξαγοράσει έτσι την αμαρτία του!

Αυτό είναι σε γενικές το νόημα του έργου, όπου ο δαιμόνιος Ίψεν ανατέμνει χειρουργικά, δίπλα-δίπλα, τη διαχείριση του χρήματος και τη διαχείριση του συναισθήματος, από τον άνθρωπο – κεφάλαιο. Κορύφωση της μεγαλειώδους «βιβλικής» ιψενικής ειρωνείας είναι ότι το παιδί του, ο «διάδοχος», που μεγάλωσε με δύο μητέρες, οι οποίες το διεκδικούν αδιάλλακτα ως το τέλος, φεύγει στο φινάλε με δύο γυναίκες!

Ο Μπόρκμαν θα επιχειρήσει τότε τη δική του δραματική έξοδο από το δωμάτιο όπου είχε για χρόνια αυτοεγκλειστεί και θα βρει έναν θάνατο συμβολικά «παπαδιαμαντικό» (έχω επισημάνει παλιότερα κάποιες αναλογίες), στα χρόνια – χιόνια της χαμένης του νιότης…

Γίνεται, φαντάζομαι, αντιληπτό από τα πιο πάνω, ότι αυτό το έργο του Ίψεν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν ένα τυπικό αστικό δράμα εποχής, επειδή ανοίγεται σε όλες τις εποχές και κυριότατα στη δική μας.

Αυτό ακριβώς κάνει, δυστυχώς, η παράσταση του βερολινέζικου «Σαουμπίνε» πίσω από μια επίφαση «εκσυγχρονισμού», με τωρινά σκηνικά – κοστούμια και με κινητά τηλέφωνα. Αναμασά τις ίδιες τετριμμένες, φλύαρες «νεωτερίζουσες» φόρμες. («Να φέρουμε τους κλασικούς στα μέτρα μας»). Από τη σκηνοθεσία του Τόμας Οστερμάγιερ (όπως και στην περσινή του «Νόρα») λείπουν η φαντασία και η τόλμη. Έχει αμβλύνει την οξύτατη κοινωνική κριτική του Ίψεν, ενώ το σκάνδαλο της αναλογίας με τα σημερινά μας φλέγοντα προβλήματα, το βυθίζει μέσα σε ένα γλυκόπικρο και απόμακρο ομιχλώδες «μελό». Έχει αφαιρέσει από τον κεντρικό ήρωα το προνόμιο να πεθάνει όρθιος κάτω από ανοικτό ουρανό και προβλέπει γι’ αυτόν ένα καθιστικό τέλος «καναπέ». Υποχρεώνει τον δυνατό ηθοποιό Γιόζεφ Μπιερμπίχλερ στον ρόλο του Μπόρκμαν, σε στάσεις και πόζες ενός μποξέρ που του πήραν άδικα τον τίτλο του. Παρουσιάζει επίσης τον γιο, την ελπίδα του αύριο, σαν ένα ευνουχισμένο, ανόητο και ανεγκέφαλο μόμολο. Αφήνει, τέλος, ουσιωδώς αδίδακτους τους άλλους ρόλους, για χάρη ενός ψευδούς «ρεαλισμού του καθρέφτη» και μιας οξύμωρης «φυσικότητας» ή «αμεσότητας». Τηλεοπτικοί χειρισμοί, προχειρότητες και αμερικανισμοί β’ διαλογής, τύπου «Δυναστείας».

«Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ερρίκου Ιψεν από τη βερολινέζικη Schaubhne, σε σκηνοθεσία Τόμας Οστερμάιερ.

  • Αυτή η έπαυλη είναι δική σου

  • «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ερρίκου Ιψεν από τη βερολινέζικη Schaubhne, σε σκηνοθεσία Τόμας Οστερμάιερ.
    Στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών

  • ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | Κυριακή 4 Ιουλίου 2010
Δεν είμαστε μόνοι: αυτό είναι ίσως το πιο παρήγορο μήνυμα που μας στέλνει ο «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν». Από τα βάθη αιώνων περασμένων καταφθάνουν οι κραυγές άπληστων τραπεζιτών και των ανυποψίαστων θυμάτων τους που τριγυρίζουν στα σκοτάδια της Ιστορίας μετρώντας απώλειες. Η παραφορά της φιλοδοξίας, η αλαζονεία της εξουσίας, περιουσίες που εξανεμίζονται και ζωές που συρρικνώνονται εν ριπή οφθαλμού: «Εκατομμύρια δεσμευμένα που με καλούσαν να τ΄ απελευθερώσω» λέει ο Μπόρκμαν περιγράφοντας την παραβατική συμπεριφορά του. «Είχα την εξουσία και την ακλόνητη πεποίθηση πως ήμουν ο Εκλεκτός». Αν όλα αυτά ακούγονται οικεία, τότε πράγματι συνειδητοποιούμε πως τίποτε δεν είναι καινούργιο σε αυτόν τον κόσμο. Με μόνη διαφορά ενδεχομένως ότι ο Μπόρκμαν πλήρωσε το τίμημα της μεγαλομανίας του με πενταετή φυλάκιση (τότε που οι καταχραστές πήγαιναν πράγματι φυλακή). Πέρα από τις όποιες οικονομικές και κοινωνικές συγγένειες με τη δική μας πραγματικότητα, το έργο, γραμμένο το 1896, κινείται ανεξάρτητα από υλικές δεσμεύσεις, μετοχές και ομόλογα, επενδύσεις και καταχρήσεις. Στο επίκεντρό του βρίσκεται ένα σκοτεινό τρίγωνο καταραμένων ψυχών που δεν έχουν τίποτε να περιμένουν από το μέλλον αλλά και ελάχιστα να ανακαλύψουν στο παρελθόν. Ζουν στη ζώνη του νορβηγικού λυκόφωτος και η μορφή τους διαγράφεται αχνή σαν να μας μιλούν από την άκρη του μνήματος. Γαντζωμένοι από ένα όνειρο απατηλό, την αναγέννηση που θα επιφέρει η κατανάλωση φρέσκου αίματος, συγκεντρώνουν τις ελάχιστες εναπομείνασες δυνάμεις τους στην επιστράτευση του νεαρού Ερχαρτ, γιου και ανιψιού τους- ο καθένας για δικό του όφελος. Η μητέρα του, Γκούνχιλντ, τον θέλει αυστηρά ταγμένο στη «σπουδαία αποστολή» του: να ξεπλύνει το όνομα της οικογενείας από την ντροπή του σκανδάλου. Η αδελφή της Ελλα, που πήρε κοντά της τον μικρό Ερχαρτ για μερικά χρόνια όταν η μητέρα του δεν ήταν σε θέση να τον φροντίσει, έρχεται έπειτα από χρόνια να τον διεκδικήσει εφόσον της απομένουν λίγοι μήνες ζωής. Ο πατέρας του, τέλος, τον προσκαλεί να ενώσουν τις δυνάμεις τους και μαζί να εκδικηθούν το τραπεζικό σύστημα που έφτυσε κάποτε τον Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν σαν κόκαλο από ψάρι.

Ακούγεται ίσως παρακινδυνευμένο αλλά το έργο αυτό πληροί όλες τις προδιαγραφές ώστε να χαρακτηριστεί μελόδραμα. Ενα μοναχοπαίδι υπό διπλή διεκδίκηση από δίδυμες αδελφές ( «Θέλεις να μπεις ανάμεσά μας! Ανάμεσα σε μητέρα και γιο!Εσύ!» )· η πλούσια θεία που σώθηκε προ δεκαπενταετίας από την καταστροφή επειδή ο πρώην εραστής της, μεγαλοτραπεζίτης Μπόρκμαν άφησε τις καταθέσεις της ανέγγιχτες ( «Βέβαια αυτή η έπαυλη σου ανήκει.Ολα σου ανήκουν.Πρέπει να πάρουμε απόφαση ότι ζούμε από τη γενναιοδωρία σου» )· ο «πληγωμένος λύκος» κλεισμένος στα δώματα του επάνω ορόφου να αναμοχλεύει τα περασμένα μεγαλεία και τον ολέθριο δεσμό του με την Ελλα ( «Είσαι δολοφόνος!Σκότωσες μέσα μου την ικανότητα να αγαπήσω» )· ο νεαρός Ερχαρτ που πασχίζει να απελευθερωθεί από τον μητρικό ζυγό και να ζήσει τον έρωτα με τη γοητευτική, πάμπλουτη χήρα της διπλανής έπαυλης με την οποία αναχωρούν για το εξωτερικό επάνω σε πολυτελές έλκηθρο ( «Οχι,δεν θα τρέξω πίσω του, Ελλα. Ασε τον Ερχαρτ Μπόρκμαν να φύγει μακριά μου. Μακριά, μακριά, να κυνηγήσει αυτό που τώρα πια αποκαλεί ζωή και ευτυχία» )· η τελευταία συνάντηση της ετοιμοθάνατης πλέον ερωμένης με τον άνδρα που θυσίασε τη σχέση τους στον βωμό της εξουσίας ( «Γι΄ αυτό προφητεύω το εξής:Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν,δεν θα βαδίσεις ποτέ θριαμβευτικά στο ψυχρό,σκοτεινό σου βασίλειο!» )· και ο αιφνίδιος θάνατος του τελευταίου πάνω σε χιονισμένη πλαγιά.

Θα είχε, νομίζω, τρομερό ενδιαφέρον αν κάποιος σκηνοθέτης αποφάσιζε να προσεγγίσει τον «Μπόρκμαν» υπό αυτό το πρίσμα. Ο Τόμας Οστερμάιερ όμως δεν πήρε ούτε αυτό αλλά ούτε και κανένα άλλο ρίσκο. Δεν αρκεί το μινιμαλιστικό σκηνικό (οι πολυθρόνες σκανδιναβικού ντιζάιν έχουν κυριεύσει το σύμπαν – πόσες ακόμη;) για να εκσυγχρονιστεί μια παράσταση ούτε τόνοι τεχνητής ομίχλης για να δημιουργηθεί «ατμόσφαιρα». Η προσέγγιση του σκηνοθέτη αποδείχθηκε τόσο συμβατική, τόσο ακαδημαϊκή, ώστε διέψευσε κάθε προσδοκία. Το εγχείρημα θα μπορούσε να αποτελεί την επιτομή της ασάφειας και της μονοτονίας: καλοσιδερωμένες ερμηνείες σε αποστειρωμένο τοπίο με μοναδική έκλαμψη το ξέσπασμα του καταπιεσμένου γιου (σημειωτέον, η επιλογή του «μπούλη» Ερχαρτ προσέφερε το μοναδικό στοιχείο διαφορετικότητας σε όλο το εγχείρημα).

«Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ιψεν από τη Σάουμπινε του Βερολίνου – Φεστιβάλ Αθηνών

  • Οι φυλές των Μπόρκμαν

  • «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ιψεν από τη Σάουμπινε του Βερολίνου – Φεστιβάλ Αθηνών
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Απαλλαγμένη από βελούδινα σαλόνια του 19ου αιώνα, χειμωνιάτικα νορβηγικά τοπία, παράκαιρα βαρίδια του κειμένου, αλλά και από τη διφορούμενη μαγεία της επιχειρηματικής φυλής των Μπόρκμαν, που ανασαίνει ανάμεσα σε αδίστακτη απληστία και ρομαντικούς οραματισμούς (Μπόρκμαν: «λατομεία, ορυχεία!

Γιόζεφ Μπίερμπιχλερ, Ρίτερ Ντένε, Ανγκελα Βίνκλερ: τρεις κορυφαίοι  του γερμανικού θεάτρου

Γιόζεφ Μπίερμπιχλερ, Ρίτερ Ντένε, Ανγκελα Βίνκλερ: τρεις κορυφαίοι του γερμανικού θεάτρου

Ευημερία για όλους, για χιλιάδες κόσμου!») – η παράσταση του Βερολίνου επιχειρεί μια στεγνή, αντικειμενική μεταγραφή της πτώσης ενός μεγιστάνα του χρήματος.

Ηταν δύσκολο να μη διαβάσει κανείς πίσω από το όψιμο δράμα του Ιψεν (1897) τίτλους της τρέχουσας επικαιρότητας, όπως χρεοκοπία, τραπεζική κρίση, επενδυτικά πλάνα υψηλού ρίσκου. Ομως εδώ, σ’ έναν ασαφή δευτερεύοντα ρόλο περιορίζεται η αναψηλάφιση της φιλοσοφίας του καπιταλισμού στη βιομηχανική εποχή, στο άγουρο ακόμη μεγαλείο της, και οι παραλληλισμοί με τον ξεβρακωμένο, αρπαχτικό καπιταλισμό 110 χρόνια μετά.

Επίκεντρο της 100λεπτης βραδιάς είναι η τριαρχία των κορυφαίων του γερμανικού θεάτρου -Ανγκελα Βίνκλερ, Ρίτερ Ντένε, Γιόζεφ Μπίερμπιχλερ, που όμως έλαμπε λιγότερο φωτεινά από ό,τι περιμέναμε, ο καθένας στη δική του τροχιά. Στο γυμνό, αφιλόξενο, κατάφωτο σκηνικό του περίφημου Γιαν Πάπελμπαουμ, ομίχλες τρυπώνουν από παντού, αθόρυβα, όπως η ξαφνική εμφάνιση της Ελλα δίπλα στον μοναδικό καναπέ, όπου είναι θρονιασμένη η ευτραφής δίδυμη αδελφή της. Κοριτσίστικη και αμήχανη φαντάζει η παλιά αντίζηλος, όμως το καταχωνιασμένο μίσος χρόνων δεν αργεί να ξεμυτίσει. Ελεγχόμενα, ακριβώς υπολογισμένα, αν και λίγο αλαφροΐσκιωτα, η γεροντοκόρη Ελλα της Βίνκλερ διεκδικεί δικαίωση για την ερημιά που της απέφερε η προδοσία ενός άνδρα που επέλεξε έναν γάμο συμφέροντος με την αδελφή της. Αλλά και η αδελφή της, το άλλο μισό τής ταιριαστής ανόμοιας δυάδας, διεκδικεί αποκατάσταση της οικογενειακής τιμής μετά την εξευτελιστική χρεοκοπία του ίδιου άνδρα.

Μάνα και θεία ξιφομαχούν πλέον για τη μοιρασιά του «υπέροχου γιου», στον οποίο γραπώνονται σαν πεινασμένα βαμπίρ για λύτρωση και εκδίκηση. Μόνο που, με έναν θανατηφόρο σκηνοθετικό ελιγμό, η νέα γενιά εκπροσωπείται από έναν υπέρβαρο, μυωπικό, ανίκανο μπούλη, επιπλέον χωρίς κανένα ενδιαφέρον για τα υπαρξιακά αδιέξοδα των συγγενών του. Σύντομα, με μια αρχέγονη κραυγή, «Είμαι νέος και θέλω να ζήσω!!», ο νεαρός απόγονος θα εγκαταλείψει το οικογενειακό φρενοκομείο προς άγνωστη κατεύθυνση με μια ζωηρή 40άρα.

Το χαριτωμένο «dance macabre» συμπληρώνει εκείνος, η -κατά Ιψεν- μεγάλη τραγική μορφή του αποτυχημένου καπιταλιστή μεταρρυθμιστή (μόνο ο Φρανκ Κάστορφ τον έβρισκε αρκετά γελοίο ήδη το ’92). Ο οικονομικός κολοσσός και ανήλεος κερδοσκόπος, που τώρα ακούμε να βηματίζει πέρα – δώθε στο καταφύγιο του επάνω πατώματος, έσυρε στην καταστροφή εαυτόν, επενδυτές και οικογένεια, πλήρωσε με οκτώ χρόνια φυλακή και μια κατ’ οίκον απομόνωση χωρίς τέλος, όμως ποτέ δεν αμφέβαλε για την αποστολή του. Ο Μπίερμπιχλερ τον υποδύεται λακωνικά, βαρύθυμα, σαν ένα άκεφο θηρίο σε κλουβί, υποτίθεται έτοιμο για νέες εξορμήσεις.

Πράγματι, είναι δύσκολο να παίξεις «Μπόρκμαν» χωρίς ειρωνεία. Φράσεις όπως «Ο μόνος που έβλαψα είναι ο εαυτός μου» από έναν απατεώνα ολκής, προκαλούν θυμηδία, επίσης μεγαλοστομίες όπως «Οσφραίνομαι τα αιχμαλωτισμένα εκατομμύρια, αισθάνομαι τις φλέβες των μεταλλευμάτων να με αγκαλιάζουν εκμαυλιστικά». Ομως, η απομυθοποιητική διάθεση της σκηνοθεσίας καταπίνει όχι μόνο ατμόσφαιρες και συμβολισμούς, αλλά και συγκρούσεις που όφειλε να ξεσκεπάσει. Ακόμα και η μοιραία έξοδος θανάτου του Μπόρκμαν στη χιονοθύελλα, ύστερα από χρόνια αυτο-εγκλεισμού, συνοψίζεται σε ένα σχεδόν απαρατήρητο, σχεδόν γελοίο βούλιαγμα στην πολυθρόνα.

Η ξαφνική καταιγίδα, το βράδυ της πρεμιέρας πάνω στη μεταλλική στέγη της αίθουσας Η, ήταν τόσο κυρίαρχη που μεγάλο μέρος τής παράστασης θύμιζε παντομίμα με υπέρτιτλους. Ηταν άραγε αυτή η αιτία που ο Ιψεν της Σάουμπινε φάνταζε απονευρωμένος, ρηχός και χωρίς στόχο; *