«Η πάχνη» στο «Πορεία», «Τα ορφανά» στο «Αγγέλων βήμα», «20 Νοεμβρίου» στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου»

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • Εκδοχές υπαρξιακής και κοινωνικής «ορφάνιας»
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 4 Νοέμβρη 2009

«Η πάχνη» στο «Πορεία»

«20 Νοεμβρίου»

Οι αδελφοί Αντώνης και Κωνσταντίνος Κούφαλης (δικηγόρος και φαρμακοποιός, αντίστοιχα), συνασκούνται γράφοντας θέατρο με όλο και καλύτερα αποτελέσματα. Το έκτο έργο τους, «Η πάχνη», θεματολογικά και μορφολογικά, αποτελεί σημαντικό δραματουργικό «άλμα» τους. Οι συγγραφείς καταπιάστηκαν με ένα σοβαρό υπαρξιακό και κοινωνικό πρόβλημα. Την ορφάνια, κυριολεκτική και μεταφορική, την ψυχοσωματική κακοποίηση και εμπορία, την περιθωριοποίηση και απελπισία παιδιών και εφήβων. Με βαθιά θλίψη, ανθρωπιά, τρυφερότητα συνέθεσαν ένα έργο «ποιητικού» ψυχογραφικού ρεαλισμού, που κορυφώνεται με ένα συμβολιστικό μήνυμα: Παραπέμποντας στο φινάλε της αριστουργηματικής ταινίας του Τρυφώ «400 χτυπήματα» – με το ορφανό αγόρι που βρίσκει τη δύναμη να «δραπετεύσει» από την «κόλαση» όπου ζούσε και να αγωνιστεί να αλλάξει τη ζωή του. Πρόσωπα στην «Πάχνη» είναι δυο νεολαίοι. Τη φιλία τους γεννούν οι παρόμοιες δυστυχίες τους. Ο μεγαλύτερος (Δούκας), «ορφάνεψε» μικρούλης. Ο πατέρας του έφυγε, εξαφανίστηκε. Η μάνα του βυθισμένη στον παρασιτισμό και τη χαρτοπαιξία, από μικρό τον εξανάγκαζε να τη ζει, ακόμα και πουλώντας το κορμάκι του. «Ορφανεμένος» και ο δεκαεξάχρονος Στέφανος. Από νήπιο βιάζεται ψυχοσωματικά από ένα διεστραμμένο «πατέρα», με συνένοχη τη μάνα. Από μίσος, αηδία και απελπισία ο Στέφανος σχεδιάζει να σκοτώσει τους «γονείς» του και έπειτα να αυτοκτονήσει. Ζητά τη βοήθεια του φίλου του στο φόνο. Ο Δούκας, όμως, έχοντας ήδη «δραπετεύσει» από τη δική του «κόλαση», δουλεύοντας τίμια, σαν υπάλληλος σε βιντεοκλάμπ, σώζει και τον Στέφανο από την έσχατη δυστυχία – το φόνο και την αυτοκτονία. Βλέποντας μαζί του στο βιντεοκλάμπ την αγαπημένη του ταινία, τα «400 χτυπήματα» του Τρυφώ, του υποδείχνει τη διέξοδο από την «κόλαση» προς την ανθρώπινη ζωή. Ο Τάκης Τζαμαριάς σκηνοθέτησε μια πολύ καλή παράσταση. Με ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα που σηματοδοτούν το επικίνδυνο «τοπίο» του κοινωνικού περιθωρίου όπου ωθούνται πολλά δύστυχα πλάσματα, (Γιάννης Θεοδωράκης), λίγες βιντεοεικόνες (com. odd. or), αρμόζουσα μουσική (Δημήτρης Ζαβρός), και με καθοριστικό στήριγμά του την εκφραστική κινησιολογία (Ζωή Χατζηαντωνίου), στο παταράκι του «Πορεία» έστησε μια παράσταση περίσσιας ευαισθησίας, μελαγχολικής ατμόσφαιρας, αναδείχνοντας τη σκληρή ρεαλιστική αλήθεια, την ποιητικότητα και το εξαιρετικό μήνυμα του έργου και καθοδηγώντας τις καλές ερμηνείες των δύο νέων ηθοποιών. Του Γιώργου Ντούση, που εντυπωσιάζει με την ανεπιτήδευτη φυσικότητα και αλήθεια του (Δούκας) και του αισθαντικού Μάνου Καρατζογιάννη.

«Τα ορφανά» στο «Αγγέλων βήμα»

«Τα ορφανά»

Οι συνέπειες της ορφάνιας, προπαντός στην ανάλγητη αμερικανική κοινωνία που πετά κάθε δύστυχο στον τρομερό «καιάδα» της, μια ανθρώπινη «χωματερή» όπου βασιλεύει η παραβατικότητα, η βία, η εγκληματικότητα, το «σώσον εαυτόν σωθήτω», είναι το θέμα του – γνωστού από παλιότερες παραστάσεις – έργου του Αμερικανού δραματουργού Λάιλ Κέσλερ, «Τα ορφανά». Εργο μαστορικά ψυχογραφικό, βαθύτατα ανθρωπιστικό, τρυφερό παρά τη σκληρότητά του, που, επίσης, τελειώνει με μια «αχτίδα φωτός», υποδείχνοντας την «έξοδο» από την υπαρξιακή δυστυχία και την κοινωνική «κόλαση». Δυο νεαρά αδέλφια, που έχασαν τους γονείς τους σε μικρή ηλικία, παραπεταμένα από την κοινωνία, στερημένα ακόμα και το σχολειό. Ο μεγαλύτερος, μην έχοντας άλλη δυνατότητα, για λίγη άθλια τροφή και μια καμαρούλα για τον ίδιο και τον αρκετά μικρότερο, φιλάσθενο αδελφό του, καταφεύγει στην παραβατικότητα. Κινούμενος μέσα στην κοινωνική «ζούγκλα» της βίας και εγκληματικότητας, για να προστατεύσει το μικρότερο αδελφό από αυτήν, του επιβάλλει να μένει κλεισμένος στην καμαρούλα τους. Ολος κι όλος ο «κόσμος» του μικρού αδελφού είναι η τηλεόραση και ο δρόμος που βλέπει από το παράθυρο. Ξάφνου μια νύχτα ο μεγάλος γυρνά στο σπίτι με έναν άγνωστο, ο οποίος για να γλιτώσει από τους μαφιόζους διώκτες του, ζήτησε από τον νεαρό να διανυκτερεύσει στο σπίτι του. Ο άγνωστος, ορφανεμένος από μικρός, έχοντας ζήσει σε ένα άθλιο ορφανοτροφείο, καταντώντας κλέφτης εξ ανάγκης, ξέροντας ότι είναι προγραμμένος από τους αρχιμαφιόζους, θα γίνει ο «καταλύτης» στη ζωή των δύστυχων αδελφών. Με τη θλίψη ότι ποτέ στη ζωή του δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να τον συμβουλέψει για να ξεφύγει από το κοινωνικό περιθώριο, να ζήσει σαν άνθρωπος, με υπόκρυφη πατρική τρυφερότητα, θα τους δείξει τη διέξοδο. Προειδοποιώντας το μεγάλο αδελφό ότι ο δρόμος που πήρε θα είναι ο χαμός του και «απελευθερώνοντας» τον μικρό αδελφό. Ανακαλύπτοντας ότι ο μικρός έμαθε μόνος του να διαβάζει και να «ονειρεύεται» τον κόσμο και τη ζωή διαβάζοντας κρυφά ωραία βιβλία, ο άγνωστος του δίνει έναν οδικό χάρτη της πόλης, τον βγάζει στον έξω κόσμο και τον αφήνει να ανακαλύψει ότι η ζωή έχει και καλές πλευρές. Ο μεγάλος αδελφός μη βρίσκοντας τον μικρό στο σπίτι, μάταια τον αναζητά στην πόλη. Οταν ο μικρός επιστρέφει στο σπίτι αποφασισμένος να φύγει οριστικά από τη «φυλακή» της ζωής τους, να γνωρίσει και να ζήσει την «άλλη πλευρά του φεγγαριού», ο μεγάλος συνειδητοποιεί ότι ο άγνωστος άντρας, και με το θάνατό του, δίδαξε και σε εκείνον να απεγκλωβίσει τα νιάτα του από τη χαμοζωή και το κοινωνικό περιθώριο. Το έργο, σε ρέουσα μετάφραση (Μαργαρίτα Δαλαμάγκα – Καλογήρου), υπηρετείται απόλυτα από τη ρεαλιστικά λιτή αλλά και αισθαντική σκηνοθεσία του Κοραή Δαμάτη, το καλαίσθητο σκηνικό και τα κοστούμια (Παύλος Ιωάννου, ψευδώνυμο που κρύβει το σκηνογραφικό και ενδυματολογικό ταλέντο του Κοραή Δαμάτη), τη μουσική (Αρτεμις Μπρατάκου). Η σκηνοθετική καθοδήγηση απέσπασε και καλές ερμηνείες από τους τρεις ηθοποιούς. Ο Παναγιώτης Μπρατάκος, με συγκινητική αλήθεια και απλότητα, πλάθει τον καλοκάγαθο, φοβικό αλλά τελικά θαρραλέο μικρό αδελφό. Ο Στέλιος Καλαϊτζής, με «νεύρο» στο λόγο και την κίνησή του, «κουβαλά» τη βία του έξω κόσμου, αλλά και τον τρόμο του μήπως αυτή βλάψει τον αδελφό του. Αξιόλογη είναι και η ερμηνεία του Κώστα Ανταλόπουλου στο ρόλο του αγνώστου.

«20 Νοεμβρίου» στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου»

«Η πάχνη»

Τι άλλο εκτός ολέθρια «ορφάνια» – αποτέλεσμα της παραλογισμένης, εκτροχιασμένης, σάπιας σύγχρονης κοινωνίας, μιας κοινωνίας βίας, πολύμορφης εκμετάλλευσης, απαξίωσης και μηδενισμού του νοήματος της ανθρώπινης ζωής, κοινωνίας που απανθρωπίζει τον άνθρωπο, κοινωνίας – εχθρού των ανθρωπιστικών αξιών, ιδανικών και θεσμών που να υπηρετούν τον άνθρωπο – είναι τα όλο και συχνότερα αίτια παιδιών που «αναίτια» εισβάλλουν σε εκπαιδευτήρια, δολοφονούν άλλα παιδιά και αυτοκτονούν; Το έργο του Σουηδού δραματουργού Λαρς Νορέν «20 Νοεμβρίου», που παρουσιάζει η ομάδα «Οριο» στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», βασίζεται σε ένα τραγικό γεγονός. Ενας δεκαοκτάχρονος στο Αμστετεν, εξηγώντας μέσω διαδικτύου την πράξη του, οπλισμένος με καραμπίνες και χειροβομβίδες καπνού, εισέβαλε στο γυμνάσιο από το οποίο αποφοίτησε, τραυμάτισε οκτώ μαθητές και έπειτα αυτοκτόνησε. Ο συγγραφέας, χωρίς δική του κοινωνιολογική κριτική άποψη και ερμηνεία, μετέγραψε το ηλεκτρονικό μήνυμα του δεκαοκτάχρονου και το άφησε να «πει» τι ωθεί ένα παιδί να γίνει φονιάς – και μάλιστα άλλων αθώων παιδιών και αυτόχειρας. Ετσι, όμως, ο κοινωνικός ρόλος και ο προορισμός του συγγραφέα να συμβάλλει στο άνοιγμα «νέων οριζόντων» στην ατομική και κοινωνική ζωή του ανθρώπου, ξεπέφτει στο ρόλο του απλού αντιγραφέα. Ο δεκαοκτάχρονος μόνο τους γονείς και τα αδέλφια του δεν μισούσε. Μισούσε το τυφλό και στείρο, ταξικό εκπαιδευτικό σύστημα, τους τιμωρούς δασκάλους, τα καλοντυμένα πλουσιόπαιδα που τον περιφρονούσαν, τη διαφθορά, το ανταγωνιστικό κυνήγι της καριέρας και του χρήματος, τον τομαρισμό, τη διάχυτη, πολύμορφη, φανερή και υπόκρυφη βία και σαπίλα, ό,τι θεωρείται «in», συνολικά την κοινωνία. Αβοήθητος από τους κοινωνικά ασυνειδητοποίητους γονείς του, ανίκανος – και λόγω ηλικίας – να εντοπίσει, να αναλύσει και να αντισταθεί – έστω σε ατομικό επίπεδο – τι και γιατί γεννά μια τέτοια, πραγματικά αξιομίσητη κοιωνία, ο δεκαοκτάχρονος απελπισμένος, βυθισμένος σε μια ακραία αναρχομηδενιστική αντίληψη, θύμα της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας – όπως αμέτρητοι άλλοι άνθρωποι απανταχού της γης – μη βλέποντας καμιά διέξοδο, μη βρίσκοντας κανένα λόγο για να ζήσει, εκδικείται αυτή την κοινωνία, γίνεται θύτης, σκοτώνοντας αυριανούς «πολίτες» της και αυτοκτονώντας. Το έργο, σε εύγλωττη μετάφραση του Θαλή Σταθόπουλου, λιτή σκηνοθεσία της Δήμητρας Αράπογλου, απέριττο σκηνικό χώρο και κοστούμι της Αναστασίας Αρσένη, ατμοσφαιρικό φωτισμό του Σταμάτη Γιαννούλη, εξαιρετικά εκφραστική κινησιολογία της Αντιγόνης Γύρα, υπηρετείται με την – αφειδώλευτη ψυχοσωματικά – ερμηνεία της Μυρτώς Αλικάκη.

Advertisements

Η τρικυμία φέρνει ελπίδα *«Τα ορφανά» Αγγέλων Βήμα

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Πριν από σαράντα ακριβώς χρόνια ο Αμερικανός καλλιτέχνης Λάιλ Κέσλερ προχώρησε μαζί με τη γυναίκα του, τη σημαντική ηθοποιό Μάργκαρετ Λαντ, στην ίδρυση ενός διαφορετικού εργαστηρίου.

Στόχος του «Imagination Workshop» υπήρξε η στροφή της θεατρικής πράξης και της μυστηριώδους υπαρξιακής της κατάστασης -αυτό το μεταξύ μεταμόρφωσης και μετάθεσης, μίμησης και κριτικής στάσης- από τον θεατή στον ενεργό συμμετέχοντα και «ηθοποιό». Το θέατρο αυτή τη φορά αφορούσε, εκτός από τους καλλιτέχνες, τους κοινωνικούς απόκληρους, φορείς ψυχικών νοσημάτων, κακοποιημένα και εγκαταλειμμένα παιδιά, βετεράνους πολέμου. Τα αποτελέσματα υπήρξαν θαυμαστά: όχι άδικα η μέθοδος του Κέσλερ συγκαταλέγεται σήμερα ανάμεσα στις πιο σημαντικές ψυχοθεραπευτικές μεθόδους παγκοσμίως.

Σαν υπενθύμιση της επετείου των σαράντα χρόνων λειτουργίας του «Εργαστηρίου της Φαντασίας» του Κέσλερ, το «Αγγέλων Βήμα» και ο Κοραής Δαμάτης αποφάσισαν να παρουσιάσουν το σημαντικό έργο του «Τα ορφανά». Εργο που δεν είναι βέβαια άγνωστο στη σκηνή μας. Δύο ορφανά αδέλφια επιβιώνουν, το ένα χάρη στο άλλο, αλλά και εις βάρος του. Το έργο έχει μια εξαιρετική δομή: ο ένας αδελφός, μικροκλέφτης και βίαιος, έχει συγκεντρώσει τη δύναμη και τον κυνισμό τού «έξω», ο δεύτερος, αγαθός και αποκλεισμένος, την καρτερία και αδράνεια τού «έσω». Ο μεγάλος αδελφός εμποδίζει τον μικρό να βγει από το σπίτι-καταφύγιο, κρατώντας τον ουσιαστικά δέσμιο μιας τεχνητής πραγματικότητας. Κι όμως, τον χρειάζεται απεγνωσμένα: είναι ο μόνος αποδέκτης της τρυφερότητάς του, εκείνος που κρατά την ψυχή του σε μια ασταθή ισορροπία. Αν ο ένας επιβιώνει, είναι γιατί υπάρχει ο άλλος.

Σε αυτή την αλληλένδετη σχέση, στην οποία ένας ψυχολόγος θα μπορούσε να αναλύσει τα επάλληλα στρώματα ελευθερίας και υποδούλωσης, εισέρχεται σαν περίφημος καταλύτης του ρεαλισμού ο τρίτος πόλος, ο μυστηριώδης γκάνγκστερ. Ανοίγει τα παράθυρα του καταφυγίου τους κυριολεκτικά και μεταφορικά, για να δείξει έναν κόσμο όπου υπάρχει έστω και καταπιεσμένη στοργή, όπου βρίσκεται ένα έστω και αμφιλεγόμενο πρότυπο. Δεν φέρνει γαλήνη μα τρικυμία. Τρικυμία που στον δικό τους κόσμο μπορεί να σημαίνει ελπίδα.

Στη βάση της μακρόχρονης επιτυχίας του έργου δεν βρίσκεται ασφαλώς κάτι άλλο από την ίδια την ευαισθησία του Κέσλερ και τη μακρόχρονη τριβή του με τα παιδιά της εγκατάλειψης και ορφάνιας. Ωστόσο, για την τεχνική του πρέπει να στραφούμε αλλού: στην αμερικανική παράδοση του κριτικού κοινωνικού ρεαλισμού, που έδρεψε δάφνες στη διάρκεια του Μεσοπολέμου και η οποία μετά τον Πόλεμο οδήγησε τους συγγραφείς του Νέου Κόσμου στη διατύπωση ενός ακράδαντου σκηνικού επιχειρήματος. Το επιχείρημα συνδύαζε μοναδικά την έκφραση του ρεαλισμού με μια πρέζα λυρικής διαφυγής και ασφαλώς με τη διάσταση του πολύ αμερικανικού πραγματισμού.

Πού οδηγούμαστε με όλα αυτά; Πως το έργο του Κέσλερ έχει να επιδείξει πολλές, μα και παλιές αρετές. Κυρίως αυτό: δίνει χώρο για καλές ερμηνείες και για ένα σπουδαίο ανσάμπλ. Ωστόσο, παραμένει έργο τού 1983 που χρειάζεται φρέσκο κοίταγμα. Δεν γνωρίζω πόσο συνειδητή υπήρξε η απόφαση του σκηνοθέτη Κοραή Δαμάτη, αντί να μεταφέρει τα «Ορφανά» 26 χρόνια μπροστά, να τα επιστρέψει 26 χρόνια πίσω, στην ατμόσφαιρα ενός «κουνικού» συναισθηματισμού. Παρά τις κοινωνικές του αναφορές, το έργο διαθέτει ισχυρές μελοδραματικές ρίζες, που κινούν το συναίσθημα αλλά αδρανοποιούν τη βαθύτερη χορδή της συνείδησης. Ο υπαρκτός κίνδυνος είναι η σχηματοποίηση. Ο «Φίλιπ» του Παναγιώτη Μπρατάκου, ο «Τρητ» του Στέλιου Καλαϊτζή και ο «Χάρολντ» του Κώστα Ανταλόπουλου με δυσκολία ξεφεύγουν από την εικόνα του λοβοτομημένου αγαθιάρη αδελφού, του ζόρικου αλανιού ή του γκάνγκστερ με το μπορσαλίνο, αντίστοιχα. Το αποτέλεσμα μπορεί τελικά να είναι μαζί τους. Το ζήτημα όμως είναι αν ο θεατής περιορίζει τη συγκίνησή του στην καθαυτό δραματική εμπειρία του ή την επεκτείνει στην καταγγελία της παιδικής κακοποίησης. *