Αννα, κουράγιο «Τα μάτια τέσσερα» του Γιάννη Τσίρου στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη

  • ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | Σάββατο 3 Απριλίου 2010
  • Αννα, κουράγιο «Τα μάτια τέσσερα» του Γιάννη Τσίρου στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη

Ποια η τιμωρία για την κλοπή μιας φραντζόλας ψωμί; Ο Γιάννης Αγιάννης έμαθε την απάντηση με τον πιο πικρό τρόπο. Ποια η τιμωρία για την κλοπή ενός κραγιόν; Η νεαρή Αννα Ασωνίτη, που υπέκυψε σε αυτή την παρόρμηση παρανομίας στο κατάστημα Good Looking της Ομονοίας, έμαθε ότι κανένα προϊόν καλλωπισμού δεν αξίζει τον κόπο, αν πρόκειται να χάσεις εξαιτίας του ένα ζωτικό μέλος του σώματός σου.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε τέσσερις πράξεις.

Πράξη πρώτη: Ο παππούς της Αννας καταφθάνει από την επαρχία ώστε να εντοπίσει την αστυνομικίνα που τραυματίστηκε κατά την προσπάθεια σύλληψης της εγγονής του. Ο δύστυχος ηλικιωμένος βρίσκεται τώρα στο τμήμα. Εκλιπαρεί το όργανο της τάξης να παραβλέψει την παραβατική συμπεριφορά της έφηβης και να ψευδομαρτυρήσει στο δικαστήριο. Της δείχνει φωτογραφίες από την παιδική ηλικία της Αννας, αλλά η αστυνομικίνα αρνείται να τις κοιτάξει. Στη συνέχεια ο παππούς τής προσφέρει χρήματα. Εκείνη αντιδρά έκπληκτη:

– Με δωροδοκείτε;

– Με την προίκα της…

– Ετσι διαπαιδαγωγήσατε και την εγγονή σας; Τέτοιες αρχές τής δώσατε;

– Οχι… Μ΄ άλλες αρχές τη μεγάλωσα…

– Σας συλλαμβάνω για απόπειρα δωροδοκίας!

Πράξη δεύτερη: Μέσα στο διαμέρισμα το οποίο ο διεφθαρμένος βουλευτής έχει θωρακίσει σαν φρούριο η εγκυμονούσα σύζυγός του τον περιμένει ανυπόμονη. Αδυνατεί να κλείσει μάτι. Μέσα της βράζει, κι ας προβάλλει τόσο λαμπερή η επιδερμίδα της στο ανυποψίαστο μάτι. Ξέρει τα πάντα πλέον. Της τα είπε ο κακόμοιρος γεράκος, πρώην ψηφοφόρος του άντρα της, που ήρθε απελπισμένος να τη δει, να ζητήσει βοήθεια για τη σωτηρία της Αννας, της εγγονής του. Γιατί ο άνδρας της αρνείται να βοηθήσει τη μικρή κλέφτρα: αν το μάθουν οι δημοσιογράφοι θα τον σκίσουν. Η όμορφη εγκυμονούσα σύζυγος ξέρει κι άλλα. Αυτή τη νύχτα επιτέλους θα του πετάξει την αλήθεια κατάμουτρα. Και στη συνέχεια, με ένα βαλιτσάκι στο χέρι, θα τον αποχαιρετήσει. Ο βουλευτής διαμαρτύρεται: «Κι έρχεσαι απόψε να με κατηγορήσεις για τα υπονοούμενα ενός χωριάτη;Αυτό πιστεύεις για μένα;Αυτό θα πεις στο παιδί μας όταν μεγαλώσει;Πως ο πατέρας του ήταν υποκριτής και ανήθικος;».

Πράξη Τρίτη: Σε αυτή την πράξη έχουμε μια φυσιολατρική παραβολή με θέμα την τυφλότητα και την κωφότητα της Δικαιοσύνης. Βρισκόμαστε σε ακριβή κατοικία σε πλαγιά της Πάρνηθας. Πρωινό, πριν από το χάραμα. Ακούγονται κελαηδίσματα πουλιών. Ο ηλικιωμένος δικαστής με τη μεταξωτή πιζάμα και το δίκαννο στο χέρι σημαδεύει μπεκάτσες. Δυσκολεύεται. Δεν γνωρίζει το μυστικό. Η αφοσιωμένη οικιακή βοηθός όμως είναι διατεθειμένη να του το πει, αν ο κύριός της υποσχεθεί σε αντάλλαγμα να βοηθήσει τον συγχωριανό της. Που δεν είναι άλλος από τον παππού της Αννας. Την μπεκάτσα, λέει, τη σημαδεύουμε με τ΄ αφτί. Αυτό είναι το μυστικό. Με τ΄ αφτί. Ο δύσπιστος δικαστής αποφασίζει να το δοκιμάσει. Αφουγκράζεται τον αέρα. Σημαδεύει. Χτυπάει τελικά ένα σπουργιτάκι. Στις χούφτες του το κοιτά νεκρό. Και στέλνει, μέσω της οικιακής βοηθού, το ανάλογο μήνυμα στον παππού της Αννας: «Το δικαστήριο δεν κάνει εξαιρέσεις.O νόμος είναι ίσος για όλους».

Πράξη τέταρτη: Στο νοσοκομείο. Ο φιλόδοξος δημοσιογράφος προσπαθεί να πείσει την τραυματισμένη Αννα ότι πρέπει να υψώσει το (τηλεοπτικό) ανάστημά της και να διαμαρτυρηθεί: για την κατάφωρη αδικία που υπέστη, για τον παππού της, που πέθανε εν τω μεταξύ από τα αγωνιώδη πέρα- δώθε, αλλά και για το άκρο της που χάνεται. «Αννα,το πόδι σου έχει γάγγραινα.Αύριο το πρωί θα σ΄ το κόψουν.Λυπάμαι που το μαθαίνεις από μένα… Αλλά δικαιούσαι να ξέρεις την αλήθεια…».

Το έργο του Γιάννη Τσίρου καταγγέλλει και τις τρεις συνταγματικές εξουσίες του κράτους: τη νομοθετική, την εκτελεστική, τη δικαστική. Ταυτόχρονα ξεμπροστιάζει και την αλαζονεία της Τέταρτης Εξουσίας, δηλαδή του Τύπου. Ολοι μας, όπως μας εξηγεί ο συγγραφέας στα «Μάτια τέσσερα» (τίτλος εμπνευσμένος από τις ισάριθμες εξουσίες), είμαστε συνυπεύθυνοι στο δράμα της νεαρής Αννας. Ολοι μαζί προκαλέσαμε τη γάγγραινα που της κατατρώει τη σάρκα. Αντί όμως να κοπούν τα δικά μας χέρια, θα κοπεί το δικό της πόδι.

Η ψυχρή αστυνομικός που εκτελεί διαταγές επειδή έτσι έμαθε, κι ας έχει μια υποψία ανθρωπιάς στην καρδιά της. Ο υποκριτής βουλευτής που νομοθετεί με μένος υπέρ της ασφάλειας των πολιτών, ενώ αφήνει εκτεθειμένους τους «δικούς του» ανθρώπους. Ο από αλλού φερμένος δικαστής που πυροβολεί αθώα πουλάκια στις πλαγιές της Πάρνηθας κωφεύοντας στις παρακλήσεις της βοηθού του. Και ο πωρωμένος δημοσιογράφος που υποδύεται τον προστάτη των καταφρονεμένων για χάρη της τηλεθέασης: Η προσπάθεια του συγγραφέα να μιλήσει για την περίπτωση της Αννας ως θύματος του κοινωνικοπολιτικού «συστήματος» εξαντλείται σε ηχηρά κλισέ, μελοδραματική πλοκή και διαλόγους σαπουνόπερας. Τόσο πολλά στερεότυπα σε ένα έργο είχαμε καιρό να συναντήσουμε.

Το μόνο που μας κρατάει- εκτός ίσως από την περιέργεια- είναι η πραγματικά φιλότιμη προσπάθεια των ηθοποιών, παρ΄ όλο που και αυτοί παρασύρονται ενίοτε στη λαίλαπα του ηχηρού μελοδραματισμού. Ο παππούς που αγωνίζεται μέχρι τελικής πτώσεως βρίσκει συγκινητική ενσάρκωση στη μορφή του Βασίλη Κολοβού. Αφοσιωμένος στον ρόλο του βουλευτή αλλά χωρίς να του προσδώσει ιδιαίτερα γνωρίσματα πέρα από την οργή ο Κλέων Γρηγοριάδης. Συγκρατημένη και διακριτική η Ερρικα Μπίγιου, προδομένη σύζυγος. Χαμένος στον κόσμο του αλλά και λίγο αργός στους ρυθμούς του ο δικαστής, Δημήτρης Καμπερίδης. Γλυκύτατη αν και ελαφρώς υπερβολική η οικιακή βοηθός του Αλίκη Αλεξανδράκη. Ορμητική η Μυρτώ Αυγερινού στον ρόλο της Αννας και ο Γιώργος Πυρπασόπουλος, τέλος, επίμονος κυνηγός στη ζούγκλα της δημοσιογραφίας.

Advertisements

Οταν η ποινή δεν μετα(ν)τρέπεται

  • Ποιος θα διαιτητεύσει ανάμεσα στο θετό και στο φυσικό δίκαιο των ανθρώπων;
  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 24/01/2010
  • Γιαννης Τσιρος, Τα μάτια τέσσερα. Σκην.: Κων. Αρβανιτάκης. Θέατρο Τέχνης (Υπόγειο)

Πόσο ο νόμος μπορεί να στρέψει την όραση του δράστη μέσα στα σπλάχνα του κι έξω απ’ την κοινωνία! Dura lex, sed lex. Σκληρός ο νόμος, αλλά νόμος, έλεγαν οι Λατίνοι. Αυτό το πολύπλευρο νομικό ζήτημα με τις αντιφατικές κοινωνικές διαστάσεις πραγματεύεται το νέο θεατρικό έργο του Γιάννη Τσίρου «Τα μάτια τέσσερα».

Κινηματογραφιστής και θεατρικός συγγραφέας, ο Τσίρος μάς είχε πολύ θετικά εκπλήξει το 2004 με το έργο του «Αξύριστα πηγούνια», και με σκηνοθετικό διαχειριστή τον Θανάση Παπαγεωργίου της «Στοάς».

Ο Τσίρος, όπως έψαξε την αλλοδαπή πορνεία στο προηγούμενο έργο του, έτσι και τώρα παρατηρεί με το στηθοσκόπιο τη γύρω του ελληνική πραγματικότητα και διαλέγει θέματα που «καίνε». Ενα απ’ αυτά είναι αναμφισβήτητα η τρομερά ευαίσθητη σχέση ανάμεσα στον πολίτη και στον Νόμο, ιδίως όταν ο πολίτης συλλαμβάνεται ως ανεξαγόραστα παραβατικός. Αν μάλιστα η παραβατικότητά του, πταισματική στη βάση της, συνοδεύεται από το αιματώδες, ατίθασο και απεγνωσμένο της σύγχρονης νεότητας, τίθεται το ερώτημα: πού σταματάει η Δικαιοσύνη και γίνεται αυθαιρεσία, ποιος θα μας προφυλάξει από τους φύλακές μας και, ιδίως, πώς ο Νόμος μπορεί να καμφθεί όταν τα γρανάζια του λαδωθούν και πώς παραμένει άτεγκτος εάν «απειληθούν» τα όργανά του.

Η Αννα της ιστορίας έχει προβεί σε μη μετατρέψιμο ως ποινή σε χρήμα, έγκλημα καθοσιώσεως: αντιστάθηκε κατά της Αρχής. Στις τέσσερις ευφυείς και καλογραμμένες σκηνές του, ο συγγραφέας καταγράφει με ιδιαίτερη φυσικότητα αλλά και καταγγελτική διάθεση τους επίδοξους φορείς αλληλεγγύης προς τη νεαρή.

Οι φορείς αυτοί είναι η πρωτοβάθμια αστυνομικός που τη συνέλαβε και που υποδέχεται μα δεν δέχεται τις ικεσίες του υπέργηρου παππού της νέας, ένας βουλευτής απρόθυμος για στήριξη καθώς διαφαίνεται πως διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις μαζί της, η συγχωριανή της μικρής υπηρέτρια ενός δικαστή, ο οποίος θα μπορούσε, αν ήθελε, να επηρεάσει τον εκδικάζοντα την υπόθεση συνάδελφό του και, τέλος, ένας αμφίβολων προθέσεων δημοσιογράφος, ο οποίος ματαίως παρακινεί την Αννα να χρησιμοποιήσει υπέρ της τη δύναμη της τηλεθέασης.

Ο Τσίρος, πλην της επαρκέστατης γνώσης του νομικού – αστυνομικού επιπέδου, έχει προικίσει τη δουλειά του με ολοζώντανους χαρακτήρες, έχει εντοπίσει και παρατάξει με θεατρική σοφία και επαγωγική ανάπτυξη τις πιο καίριες σφαίρες επιρροής στην υπόθεση: τυπικές – νομικές απ’ τη μια μεριά και συναισθηματικές απ’ την άλλη. Και στη μέση, ένα αηδιασμένο και ανυπεράσπιστο κορίτσι που αρνείται πεισματικά κάθε βοήθεια, φθάνοντας σε μια αντιεξουσιαστική στάση που δεν είναι σίγουρο αν την είχε από την αρχή ή αν της την υπαγόρευσαν εν πορεία τα γεγονότα. Μέσα σε αυτό το συνολικό πρόταγμα έντονης κοινωνικής διαμαρτυρίας, όπου συμπλέκονται το φυσικό και το θετό δίκαιο για να παραγάγουν εκρηκτικό μείγμα, ένα με προβληματίζει: δεν είμαι βέβαιος αν η γραφή μπόρεσε να «δέσει» τα πολύτιμα υλικά της και να κερδίσει μια οργανική δραματική κορύφωση. Μήπως το πράγμα χρειαζόταν μια σιγουρότερη συγκολλητική ουσία για να αποφύγει τον κίνδυνο του ανολοκλήρωτου;

Οπως και να ’ναι, ο Κ. Αρβανιτάκης υποστασιοποίησε με σαφήνεια τις έννοιες, έδωσε και στις τέσσερις σκηνές τις ιδιαίτερες ατμόσφαιρές τους, διάβασε σωστά τους χαρακτήρες και πυροδότησε σε υψηλό βαθμό τα ιδεολογικά και συναισθηματικά τους φορτία. Ο Μ. Χασάπης τόνισε με αχρείαστους προεξαγγελτικούς μεταλλικούς ήχους τις απειλές του επερχόμενου κειμένου. Εξωτερική λύση. Η Ελ. Μανωλοπούλου σκηνογράφησε μέσω των ορθών της κοστουμιών, αλλά θεώρησα υπερβολικά minimal για ρεαλιστικό έργο το στοιχειώδες σκηνικό της.

Η Βαγγ. Ανδρεαδάκη, στην προσπάθεια μιας τυπικής αστυνομικού, μετέτρεψε την αυστηρότητα του ήθους σε στρογγυλότητα λόγου. Δεν με έπεισε. Η νατουραλίστικη ιδιοσυγκρασία του Β. Κολοβού προίκισε με αληθινή αγωνία τον αγώνα του παππού. Εξαίρετος στο συνειδησιακό στρίμωγμα του βουλευτή ο Γ. Καραμίχος (Δεν ξέρω τι άλλες ανάγκες εξυπηρετούσε, αλλά υπάρχει Ελληνας βουλευτής «καρηκομόων και βαθυχαιτήεις»;) Μεταξύ συμπόνιας για τη νεαρή και προδομένης συζύγου του βουλευτή η λεπτή, διακριτική υπόκριση της Ερρ. Μπίγιου. Αγέρωχο δικαστή έδωσε ο Δ. Καμπερίδης, αλλά με λόγο αργό. Η Αλ. Αλεξανδράκη (υπηρέτριά του), ηθοποιός βαθιάς πείρας και ευαισθησίας, ισορρόπησε άριστα το δισταγμό της οικιακής βοηθού με την απόφαση της ευεργετικής για το κορίτσι παρέμβασης. Εμπύρετη, τέλος, φιγούρα της Αννας η Μυρτώ Αυγερινού και με την ευελιξία του γλοιώδους τηλεοπτικού «μεταπράτη» ο Γ. Πυρπασόπουλος.

Η Αννα έκλεψε ένα κραγιόν. Ο Αγιάννης, ένα ψωμί. Πόσος Ιαβέρης τούς αναλογεί; Μέγα θέμα. Και, άραγε, στους τόσο απατηλούς καιρούς μας, «έστι δίκης οφθαλμός»;

«Τα μάτια τέσσερα» στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης

  • Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο έλεος του νόμου

  • * «Τα μάτια τέσσερα» – Θέατρο Τέχνης – Υπόγειο
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

Πριν από κάποια χρόνια ο Γιάννης Τσίρος είχε με τα «Αξύριστα πιγούνια» πείσει ότι μπορεί δραματουργικά να διαχειριστεί το χρέος ενός θεάτρου που απολογείται ενώπιον της πόλης και για λογαριασμό της. «Τα μάτια τέσσερα», όμως, στο Θέατρο Τέχνης ανήκει σε πιο πολιτικούς καιρούς.

Κλέων Γρηγοριάδης και Ερρικα Μπίγιου, μια νέα ηθοποιός που κάνει εξαιρετική εμφάνιση

Κλέων Γρηγοριάδης και Ερρικα Μπίγιου, μια νέα ηθοποιός που κάνει εξαιρετική εμφάνιση

Μοιάζει να είναι το αποτέλεσμά τους, ενώ κινδυνεύει να γίνει θύμα τους. Ολα γύρω από αυτό, η επικαιρότητα, τα δελτία Τύπου, το πρόγραμμα της παράστασης, η ίδια η προσμονή μας συντελούν στο να χαρακτηριστούν τα «Μάτια τέσσερα» έργο πολιτικής θέσης· είναι, στην πραγματικότητα, κάτι πλουσιότερο από αυτό.

Μια 21χρονη κοπέλα συλλαμβάνεται να κλέβει ένα κραγιόν σε κάποιο μαγαζί καλλυντικών. Προσπαθώντας να διαφύγει τη σύλληψη, αντιστέκεται στην αστυνομικό και γίνεται θύμα ενός ανηλεούς ανθρωποκυνηγητού. Ο παππούς της, απελπισμένος, καταφεύγει σε ό,τι μέσο διαθέτει για να αποτρέψει την ποινή φυλάκισης (που στην περίπτωση της αντίστασης κατά της αρχής δεν εξαγοράζεται). Κι ωστόσο τα μάτια της πολιτείας είναι στραμμένα αλλού. Τρεις συν μία εξουσίες, εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική, αλλά και ο Τύπος αδυνατούν να κατανοήσουν ότι ο νόμος, όταν δεν υπηρετεί τον αδύναμο, γίνεται δυνάστης του.

Ο Τσίρος μάς καλεί να δούμε πως η 21χρονη έχει ήδη καταδικαστεί και κυνηγηθεί. Οι αντιδράσεις της είναι αντιδράσεις του αγριμιού που αμύνεται. Το έργο είναι, πριν απ’ όλα, μια καταγγελία για την αυθαιρεσία του κράτους, για την πολιτεία που νομοθετεί με μέτρο το παράπτωμα και όχι τον φταίχτη, για μια Δικαιοσύνη τυφλή στο δράμα των αδύναμων. Και, ωστόσο, αυτό που ενδιαφέρει είναι η συνέχεια. Γιατί από το σημείο αυτό και μετά ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης και οι ηθοποιοί του Θεάτρου Τέχνης επιχειρούν το ακριβοθώρητο άλμα του ρεαλισμού από την ανάλυση του κόσμου στη σύνθεσή του.

Στο έργο τα πρόσωπα δεν διακρίνονται σε καλούς και κακούς, αλλά με τη θέση και τη μοίρα τους. Μια μετάθεση μόνο αρκεί και η αστυνομικός μπαίνει στη θέση του δύστυχου παππού, που εκλιπαρεί για τη σωτηρία της εγγονής του. Μια αλλαγή και ο παππούς ακολουθεί τον στρεβλό πολιτικό. Ο τελευταίος, πίσω από το αλεξίσφαιρο γιλέκο, κρύβει ένα ευάλωτο σώμα. Και κάτι στη συνείδηση του καθηγητή της Νομικής τού επιτρέπει να διακρίνει ακόμα τον ήχο από το φτερούγισμα ενός σπουργιτιού.

Ετσι, ο ρεαλισμός του Τσίρου δεν λέει, πείθει πως ο νόμος και η εφαρμογή του γίνονται μέσο διαστρέβλωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ελέους. Στο τέλος εμφανίζεται μπροστά μας η 21χρονη. Είναι πλάσμα καθηλωμένο, όχι μόνο από την αναίτια, εκδικητική σφαίρα, αλλά από το μίσος. Αδυνατεί -όπως και εμείς- να διακρίνει αν ο δημοσιογράφος, που θέλει να αποκαλύψει το δράμα της, κινείται από καθήκον ή υστεροβουλία. Μια αδιάφορη, αναίσθητη κοινωνία γενικεύει τα πάντα, και το μίσος της. Σπουδαίες ερμηνείες: της κατά βάθος τρομαγμένης αστυνομικού Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη. Του μελοδραματικού, αμφιλεγόμενου παππού Βασίλη Κολοβού. Του αήθους βουλευτή Κλέωνα Γρηγοριάδη. Της νέας (εξαιρετικής εμφάνισης) Ερρικας Μπίγιου. Ο δικαστής τού Δημήτρη Καμπερίδη, δοκίμιο ρεαλιστικού παιξίματος. Εξαιρετική η γυναικούλα της Αλίκης Αλεξανδράκη. Μια μάζα μίσους η κυνηγημένη Αννα της Μυρτώς Αυγερινού. Θεράπων ή κήνσορας ο δημοσιογράφος του Γιώργου Πυρπασόπουλου. Ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης έδωσε μια λιτή και δυναμική οπτική. Ακόμα περισσότερο, έδωσε τη βάση για την απογείωση του έργου στον χώρο του κοινωνικού δράματος. *

«Μάνα, μητέρα, μαμά» – «Ψηλά απ’ τη γέφυρα» – «Τα μάτια τέσσερα»

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 25 Νοέμβρη 2009
  • Σύγχρονος κοινωνικός ρεαλισμός

«Ψηλά απ’ τη γέφυρα» στο «Βρετάνια»

«Μάνα, μητέρα, μαμά»

Απελπιστική φτώχεια. Αναγκαστική μετανάστευση. Ξεριζωμός και αποχωρισμός από αγαπημένους. Αγωνία και σκληρός αγώνας για ένα αβέβαιο μεροκάματο πείνας. Συνέχιση της στέρησης για να βοηθηθεί η πεινασμένη οικογένεια στην πατρίδα και συντριβή της ελπίδας για λίγη ευτυχία. Ανθρωποι της ανάγκης, Ιταλοί προλετάριοι, είναι τα πρόσωπα του σπουδαίου, διαχρονικού και πολύ επίκαιρου σήμερα λόγω των εκατομμυρίων δύστυχων απανταχού μεταναστών, έργου του «κλασικού» Αμερικανού δραματουργού Αρθουρ Μίλερ «Ψηλά απ’ τη γέφυρα». Υπόδειγμα καθάριου κοινωνιολογικού και ψυχογραφικού ρεαλισμού το έργο διαδραματίζεται στην πολυεθνική εργατούπολη του Μπρούκλιν, όπου από τις αρχές του 20ού αιώνα σωρεύθηκαν και χιλιάδες «άμοιροι» Ιταλοί. Αχθοφόρος ο Καρμπόνε χρόνια πάλεψε για να πάρουν εκείνος κι η γυναίκα του μόνιμη άδεια παραμονής στις ΗΠΑ. Ατεκνος, μεγάλωσε με απέραντη αγάπη την ορφανεμένη από νήπιο ανιψιά της γυναίκας του. Το κορίτσι αυτό είναι η μόνη χαρά του. Εργατικός, τίμιος, λογικός, φιλότιμος, συμπονετικός άνθρωπος ο Καρμπόνε φιλοξενεί στο σπιτικό του δύο αδελφούς, ξαδέλφια της γυναίκας του, παράνομους μετανάστες. Αβυσσος, όμως, η ψυχή του ανθρώπου. «Μαγεμένος» από την όμορφη νιότη της ανιψιάς του, όταν εκείνη ερωτεύεται και αποφασίζει να παντρευτεί τον νεότερο μετανάστη αδελφό για να αποκτήσει υπηκοότητα, ο Καρμπόνε «τρελός» από έρωτα «καρφώνει» στην Αστυνομία τους φιλοξενούμενούς του, μα και γίνεται φονιάς του μεγάλου αδελφού (πατέρα μικρών παιδιών), μπροστά σε άλλους εργάτες, γιατί δεν αντέχει τη δίκαιη κατηγορία του, ότι αυτός τους «κάρφωσε». Γίνεται φονιάς μην αντέχοντας την ντροπή ότι αυτός, ένας εργάτης, κατέδωσε εργάτες. Το έργο, με γλωσσικά άμεση και «θερμή» μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ, λιτά επιβλητικό σκηνικό και αρμόζοντα κοστούμια του Γιώργου Πάτσα, υπηρετείται απόλυτα με τη ρεαλιστικής απλότητας και δραματικού μέτρου σκηνοθεσία του Γρηγόρη Βαλτινού. Ο ίδιος πλάθει με δραματική δύναμη, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, και με ψυχογραφική και χαρακτηρολογική ακρίβεια τον Καρμπόνε, αποδείχνοντας, για πολλοστή φορά, την ευρύτητα και μεταμορφωσιμότητα του υποκριτικού ταλέντου του. Εξαιρετική και η Μαρίνα Ψάλτη με την άμεση, φυσική, «θερμή» ερμηνεία της. Ο Στέφανος Κυριακίδης «κοσμεί» με το πολύπειρο ερμηνευτικό κύρος, την απλότητα και στιβαρότητα του λόγου του το ρόλο του αφηγητή. Πολύ καλός και φυσιογνωμικά κατάλληλος για το ρόλο του ο Βασίλης Ρισβάς. Συμπαθής η υποκριτική προσπάθεια της Μαριάννας Πολυχρονίδη.

«Μάνα, μητέρα, μαμά» στο «Βεάκη»

«Ψηλά απ’ τη γέφυρα»

Πασίγνωστο και σπουδαίο έργο το «Μάνα, μητέρα, μαμά» του Γιώργου Διαλεγμένου, δε χρειάζεται συστάσεις. Πρωτοπαίχθηκε τριάντα χρόνια πριν και τότε καταξιώθηκε σαν σημαντικός «σταθμός» της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας. Κριτικός και ηθογραφικός ρεαλισμός, κοινωνιολογικός και ανθρωπολογικός, έως μυελού οστέων, αλλά με πικρό ειρωνικό χιούμορ. Η Αθήνα, γενικότερα η Ελλάδα της αντιπαροχής, της ανούσιας, αδιέξοδης, κοινωνικά αμέτοχης ζωής, της εκμετάλλευσης καταστάσεων και του «βολέματος», της αποθέωσης του μικροαστισμού, της δημιουργίας «χωματερών» απόρριψης αξιών και ανθρώπων. Μια τέτοια κοινωνία γεννά θύτες και θύματα. Κάνει αβυσσαλέο το, εν μέρει φυσικό, «χάσμα» των γενεών. Στις μάχες μεταξύ φουκαράδων όλοι, λίγο – πολύ χαμένοι είναι. Η χήρα γριά μάνα, δε θα ‘θελε να φύγει από το παλιό μικρό σπιτάκι της, με τον κηπάκο, μα το δίνει για αντιπαροχή για χάρη των δυο γιων της. Δημοσιοϋπαλληλάκος ο ένας, ψευτοπορεύεται και με τη σύνταξη της μάνας του, που την έχει στο σπίτι και τη φροντίζει η γυναίκα του, υποφέροντας με τις παραξενιές της. Ο άλλος, λούμπεν, μικροκομπιναδόρος, ζει χρόνια και σε βάρος της κομμώτριας ερωμένης του. Ολο κι όλο το «όνειρο» των γιων είναι να ζήσουν στο διαμέρισμα «κλουβί». Μόνη δυνατότητα φυγής της μάνας απ’ το «κλουβί», ο θάνατός της. Τι αξία έχουν πια τα δάκρυα; Ποιος και τι κέρδισε, ποιος και τι έχασε; Στο «Βεάκη» έχουμε, μια ακόμη αρμοστή στο έργο σκηνική ερμηνεία του, σε ρεαλιστική σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη, με χαρακτηριστικά μικροαστική σκηνογραφία και ενδυματολογία του Γιώργου Πάτσα, φωτισμούς του Αντώνη Παναγιωτόπουλου και μουσική επιμέλεια του Στέφανου Τορτοπόγου. Πολύ καλές οι ερμηνείες των Γιώργου Νινιού (χάριν της φυσικότητας ο λόγος του δεν αρθρώνεται όσο καλά απαιτείται στο θέατρο), Βάσως Γουλιελμάκη, Πάνου Σκουρολιάκου (γέρνει προς μια χιουμοριστική υπερβολή). Κυρίαρχες είναι οι ερμηνείες της Ντίνας Κώνστα (τρίτη φορά παίζει τη μάνα) και της άμεσης, φυσικής Ελισσάβετ Μουτάφη.

«Τα μάτια τέσσερα», στο «Θέατρο Τέχνης»

«Τα μάτια τέσσερα»

Μετά το «Αξύριστα πιγούνια», ο Γιάννης Τσίρος καταθέτει ένα ακόμα πολλά υποσχόμενο για το μέλλον έργο τολμηρού κοινωνικού ρεαλισμού, βάζοντας στο οξύτατα κριτικό στόχαστρό του τη σημερινή ελληνική κοινωνία, με τους διαβρωμένους και διαπλεκόμενους θεσμούς της πολιτικής, της δικαιοσύνης, της αστυνομίας – όργανα προστασίας των ισχυρών και καταρράκωσης των αδυνάτων. Σημειολογικός είναι ακόμα και ο τίτλος του έργου του, «Τα μάτια τέσσερα». «Τα μάτια τέσσερα» έχουν οι ισχυροί απέναντι στους ανίσχυρους. Πολύ περισσότερο «τα μάτια τέσσερα» πρέπει να έχουν οι ανίσχυροι για τους ισχυρούς. Το έργο είναι δραματουργία με όλη τη σημασία της λέξης. Εχει σαφή θεματολογία και μάλιστα ταξικής αντίληψης. Συγκροτημένη πλοκή, με κλιμακούμενες συγκρούσεις αλλά και ψυχολογικές καταστάσεις, με καλογραμμένους χαρακτήρες που εκπροσωπούν τους δύο κοινωνικούς πόλους, τους ισχυρούς και τους ανίσχυρους. Τους φορείς της εξουσίας και το λαό. Επίκεντρο της μυθοπλοκής του έργου είναι η σημερινή νεολαία, τα παιδιά του λαού – πρώτα θύματα μιας κοινωνίας που συντρίβει όλα τα όνειρά τους. Μια ορφανή απόφοιτη λυκείου, μεγαλωμένη από τον πάμφτωχο παππού της, πρωταθλήτρια στο σχολείο, της οποίας τις αθλητικές επιδόσεις εκμεταλλεύθηκε εκλογοθηρικά και την αθώα νιότη εκμεταλλεύθηκε σεξουαλικά, αν και παντρεμένος με μια πανέμορφη γυναίκα, ένας δικηγόρος – βουλευτής της επαρχίας της, έρχεται στην Αθήνα αναζητώντας δουλειά. Ανεργη και άφραγκη κλέβει ένα κραγιόν από μεγαλοκατάστημα. Κυνηγιέται από αστυνομικίνα, για να μη συλληφθεί και φαρμακωθεί ο παππούς της κλωτσά την αστυνομικό στο πόδι, πυροβολείται από την αστυνομικό και θρυμματίζεται το πόδι της. Συλλαμβάνεται, οδηγείται στο δικαστήριο και κινδυνεύει να φυλακιστεί με το νόμο περί αντίστασης κατά της αρχής. Ο δύστυχος παππούς της εκλιπαρεί την αστυνομικό να αποσύρει την κατηγορία περί αντίστασης κατά της αρχής. Μάταια. Προσπαθεί να συναντήσει τον συμπατριώτη του βουλευτή, στο απόρθητο φρούριο – σπίτι του για να ζητήσει βοήθεια, αλλά εκείνος τον αποφεύγει. Εχει σοβαρότερη δουλειά… να εισηγηθεί στη Βουλή ένα νομοσχέδιο για αυστηρότερες ποινές για μικροπαραβάσεις και αντίσταση κατά της αρχής. Μέσω μιας συμπατριώτισσάς του, υπηρέτριας μεγαλοδικαστικού, ζητά επίσης βοήθεια. Μάταια. Ενας δημοσιογράφος προσπαθεί να πείσει το κορίτσι να του μιλήσει για να γράψει για το δράμα της και για την ανάγκη ακρωτηριασμού του κακοφορμισμένου ποδιού της. Το κορίτσι αρνείται να γίνει «βορά» των ΜΜΕ. Δικάζεται, καταδικάζεται και δίνει τέλος στη ζωή της, αφού δεν έχει πια πόδια για να ξεφύγει από μια κοινωνία «φυλακή». Με εντελώς αφαιρετικό σκηνικό (Ελένη Μανωλοπούλου), με σκιώδεις φωτισμούς (Αλέκος Αναστασίου), με μουσικές και βίντεο που υπογραμμίζουν τις δραματικές κλιμακώσεις και βίντεο (Μάνος Χασάπης), ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης σκηνοθέτησε με απέριττο ρεαλισμό, καθοδηγώντας και αφήνοντας το λόγο και τα πρόσωπα, χάρη και στις συνολικά πολύ καλές ερμηνείες των ηθοποιών – να εκφράσουν τη δυνατή «μηνυματική» αλήθεια του έργου. Κυρίαρχη, συνταρακτική, με την αμεσότητα, τη δραματικότητα, τη λαϊκότητά της, είναι η ερμηνεία του Βασίλη Κολοβού (παππούς). Λιτή, βαθύτατης εσωτερικής αλήθειας ερμηνεία της Μυρτώς Αυγερινού. Στο πολύ καλό παραστασιακό αποτέλεσμα συμβάλλουν και οι αξιόλογες ερμηνευτικές καταθέσεις και των Αλίκη Αλεξανδράκη, Δημήτρη Καμπερίδη, Κλέονα Γρηγοριάδη (η υπογράφουσα είδε την παράσταση πριν τραυματισθεί ο ηθοποιός), Γιώργου Πυρπασόπουλου, Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη, Ερρικα Μπιγιού.