Τα «Κόκκινα φανάρια» σήμερα

  • Πολενάκης Λ., Η ΑΥΓΗ: 04/10/2009

Τα «Κόκκινα φανάρια» του Αλέκου Γαλανού παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά πριν από μισό αιώνα, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Γυρίστηκαν λίγο αργότερα σε ταινία με σκηνοθέτη τον Βασίλη Γεωργιάδη, που έγινε αμέσως εμπορικό σουξέ. Η ταινία δεν «έσβησε» όμως το θεατρικό έργο, όπως συνέβη σε άλλες περιπτώσεις, με πιο χαρακτηριστική τη «Στέλλα» του Καμπανέλλη, συγγενούς θεματικής, που απορροφήθηκε μέσα στην κινηματογραφική εκδοχή της από τον Κακογιάννη. Τα «Κόκκινα φανάρια» εξακολούθησαν απρόσκοπτα τη θεατρική τους πορεία και ανήκουν σταθερά μέχρι σήμερα στο ρεπερτόριο πολλών ελληνικών θιάσων. Θα πρέπει άρα να αναζητήσουμε τους λόγους της ασυνήθιστης αντοχής αυτού του έργου στον χρόνο, κάπου αλλού, και όχι μόνο στο τολμηρό -για την εποχή τους- θέμα. «Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε έναν οίκο ανοχής της Τρούμπας τις τελευταίες ημέρες πριν καταργηθεί με νόμο η ομαδική πορνεία, στα μέσα στης δεκαετίας του ’50). Το θεατρικό κοινό έχει πάντα την περιέργεια να «δει» τι πραγματικά συμβαίνει μέσα στον κλειστό, απαγορευμένο για τους πολλούς κόσμο των «σπιτιών», αλλά σήμερα, με την εξέλιξη των ηθών όταν δεν υπάρχουν πια θέματα «ταμπού», κάτι τέτοιο δε μας δίνει μια ικανοποιητική εξήγηση.

Οι μέχρι πρόσφατα θεατρικές παραστάσεις αλλά και η ταινία του Γεωργιάδη εν μέρει, αντιμετώπισαν το έργο ως ένα ελαφρό «μελό». Υπερτόνισαν το συναισθηματικό στοιχείο και εκμεταλλεύτηκαν τον ευρείας αποδοχής λαϊκό μύθο της «πόρνης με την καλή καρδιά», που ατύχησε στη ζωή της αλλά παραμένει στο βάθος της πάντα αγνή, επειδή πουλά το σώμα της αλλά όχι την ψυχή της. Και υπομονετικά προσμένει τον «πρίγκηπα» που θα την αγαπήσει, θα τη βγάλει απ’ την «ντροπή της», θα την πάρει γυναίκα του νόμιμη, με στεφάνι και θα την «αποκαταστήσει». Όλα αυτά είναι αλήθειες του έργου που εύκολα συγκινούν το κοινό αν τις πάρουμε τοις μετρητοίς, όμως από την άλλη μεριά «χρυσώνουν το χάπι» της πραγματικής πορνείας, μάλιστα της αναγκαστικής που φουντώνει στις μέρες μας αποτελώντας ένα τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα. Το έργο του Γαλανού διαθέτει ευτυχώς και μια άλλη αλήθεια, του κοινωνικού προβληματισμού, παίρνει θέση υπέρ της νομικής μεταρρύθμισης που απελευθέρωσε τα «κορίτσια» από την ισόβια δουλεία στις «πατρόνες» και σίγουρα δεν «χρυσώνει το χάπι» της απεχθούς πορνείας. Παρ’ ότι αυτή του η διάσταση δεν θίχθηκε από το σύνολο σχεδόν των μέχρι σήμερα παραστάσεων που αρκέστηκαν στην επιφάνεια, εν τούτοις υπάρχει και αγγίζει έστω ασυνείδητα τις ευαίσθητες χορδές ενός κοινού διψασμένου για δικαιοσύνη. Αυτό το βαθύτερο και ειλικρινές αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης είναι, θέλω να πιστεύω, το στοιχείο ακριβώς που βοηθά το έργο του Γαλανού να αντέχει στον χρόνο και να νικά τη δοκιμασία του. Η αυθεντική φόρμα του έργου δεν είναι άρα εκείνη του «μελό», αλλά συγγενεύει πιο πολύ με αυτό που γενικά ονομάζουμε «ιταλικό νεορεαλισμό»: νατουραλιστικό στη βάση, αλλά όχι «φωτογραφία» της πραγματικότητας. Λίγο, όσο πρέπει, «τσιμπημένο» προς την πλευρά του ονείρου. «Παραμυθητικό» με τη διπλή σημασία του όρου. Μας προσγειώνει… για να μας απογειώσει κι όχι το αντίθετο.

Η παράσταση της θεατρικής ομάδας του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Γαλατσίου που δουλεύει αθόρυβα εδώ και πολλά χρόνια κάτω από τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Δημήτρη Κωτσή, είναι ενδιαφέρουσα από την άποψη αυτήν ακριβώς, ότι διαβάζει το έργο απ’ τη σωστή πλευρά και το τοποθετεί αναλόγως. Το αφηγείται γραμμικά και απλά, σαν παλιά καλή νεορεαλιστική ιταλική ταινία. Το μυθ-ιστορεί και μας το κάνει οικείο με χρώματα «νατούρα», χωρίς να ωραιοποιεί τις καταστάσεις ή να εξιδανικεύει τα πρόσωπά του.

Τέτοιο όπως είναι, σαν ένα γλυκόπικρο κομμάτι ζωής ιδωμένο απ’ τη σκοπιά ενός ουδέτερου, αόρατου παρατηρητή που καταγράφει από απόσταση χρόνου τις συμπεριφορές, τους κώδικες και τα ήθη ενός μικρόκοσμου χαμένου πια για πάντα. Χωρίς αχρείαστες νοσταλγίες και με ένα τέλος σκόπιμα αφημένο ανοιχτό, σε κάθε ερμηνεία…

Οι προσθήκες στο κείμενο, του σκηνοθέτη και της Νατάσσας Μαρκεσίνη, βασισμένες πάνω σε μεταγενέστερες παραλλαγές του ίδιου του συγγραφέα, καθώς και τα τραγούδια δεν βλάπτουν το έργο αλλά το ωφελούν, πιστεύω.

  • Μια δεμένη ομάδα ασκημένων ερασιτεχνών ηθοποιών που δεν έχουν πολλά να ζηλέψουν από επαγγελματίες, στηρίζει την παράσταση. Ξεχώρισα την Τζένη Ζαρουλέα, την Κυριακή Τζώτη, τον Γιώργο Ροϊλάκη, τον Ηλία Παρασκευαϊδη, τον Αλέξανδρο Ιορδάνου, τη Μαίρη Νικολαράκου και τον στιγμιοτυπικό Βαγγέλη Παπαγεωργίου.
  • Η άρτια χορογραφία είναι της Τζένης Ζαρουλέα, τα ωραία σκηνικά – κοστούμια της Λουκίας Χατζέλου. Η λειτουργική μουσική (Στέλιος Φρειδερίκος) εκτελεσμένη ζωντανά δένει σε ένα τα επί μέρους επεισόδια.